Αφιέρωμα στον Μανόλη Αναγνωστάκη

Αφιέρωμα στον Μανόλη Αναγνωστάκη

Μέρος Β΄

 

 —

Αντί να φωνασκώ…

 —

Αντί να φωνασκώ και να συμφύρομαι
Με τους υπαίθριους ρήτορες και τους αγύρτες
-Μάντεις κακών και οραματιστές-
Όταν γκρεμίστηκε το σπίτι μου
Και σκάφτηκε βαθιά με τα υπάρχοντα
(Και δε μιλώ εδώ για χρήματα και τέτοια)
Πήρα τους δρόμους μοναχός σφυρίζοντας.
Ήτανε βέβαια μεγάλη η περιπέτεια
Όμως η πόλις φλέγονταν τόσο όμορφα
Ασύλληπτα πυροτεχνήματα ανεβαίνανε
Στον πράο ουρανό με διαφημίσεις
Αιφνίδιων θανάτων κι αλλαξοπιστήσεων.
Σε λίγο φτάσανε και τα μαντάτα πως
Κάηκαν όλα τα επίσημα αρχεία και βιβλιοθήκες
Οι βιτρίνες των νεωτερισμών και τα μουσεία
Όλες οι ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεων
Και θανάτων -έτσι που πια δεν ήξερε
Κανείς αν πέθανε ή αν ζούσε ακόμα-
Όλα τα δούναι και λαβείν των μεσιτών
Από τους οίκους ανοχής τα βιβλιάρια των κοριτσιών
Τα πιεστήρια και τα γραφεία των εφημερίδων.
Εξαίσια νύχτα τελεσίδικη και μόνη
Οριστική (όχι καθόλου όπως οι λύσεις
Στα περιπετειώδη φιλμ).
Τίποτα δεν πουλιόταν πια.
Έτσι λαφρύς και περιττός πήρα τους δρόμους
Βρήκα την Κλαίρη βγαίνοντας
Απ’ τη Συναγωγή κι αγκαλιασμένοι
Κάτω απ’ τις αψίδες των κραυγών
Περάσαμε στην άλλη όχθη με τις τσέπες
Χωρίς πια χώματα, φωτογραφίες και τα παρόμοια.

Τίποτα δεν πουλιόταν πια.

Όταν αποχαιρέτησα…

 —

Όταν αποχαιρέτησα τους φίλους
Σ’ αυτή τη γη ξεχάστηκεν η μέρα
Κι οι νύχτες εναλλάσσονταν με νύχτες.

Πώς να μιλήσω; Το πλήθος δάμαζε
Τους δημεγέρτες και τους πλάνους. Με στιλέτα
Καρφώναν τα δικά μου λόγια. Πώς να μιλήσω
Όταν στήνονταν μυστικές αγχόνες
Σε κάθε πόρτα ενεδρεύοντας τον ύπνο
Και τόσα πού να στοιβαχτούνε γεγονότα
Τόσες μορφές να ξαναγίνουν αριθμοί
Πώς να εξηγήσω πιο απλά τι ήταν ο Ηλίας
Η Κλαίρη, ο Ραούλ, η οδός Αιγύπτου
Η 3η Μαΐου, το τραμ 8, η «Αλκινόη»
Το σπίτι του Γιώργου, το αναρρωτήριο.
Θα σου μιλήσω πάλι ακόμα με σημάδια
Με σκοτεινές παραβολές με παραμύθια
Γιατί τα σύμβολα είναι πιο πολλά απ’ τις λέξεις
Ξεχείλισαν οι περιπέτειες οι ιδιωτικές
Το άψογο πρόσωπο της Ιστορίας θολώνει
Αρχίζει μια καινούρια μέρα που κανείς δεν τη βλέπει
Και δεν την υποψιάζεται ακόμα
Όμως έχει τρυπώσει μες στις ραφές της καρδιάς

Στα καφενεία και στα χρηματιστήρια
Στις βροχερές ώρες, στ’ άδεια πάρκα, στα μουσεία
Μέσα στα σπουδαστήρια και στα μαγαζιά
Αλλάζει τη σύνθεση της ατμοσφαίρας
Τη γεύση του φιλιού, τη πολυτέλεια της αμαρτίας
Το χυμισμό του κυττάρου, την ορμή της μπόρας.
Έχει στηθεί η σκηνή μα δε φωτίζουν οι προβολείς
Κι όλα τα πρόσωπα είν’ εδώ – αντάξια του δράματος –
Γενεές γενεών υποκριτές: η θλιβερά ερωμένη
Ο άνθρωπος με το χαμόγελο, ο επίορκος
Τα κουδουνάκια του τρελού, κάθε κατώτερη ράτσα
Άρχοντες και πληβείοι και αυτοτιμωρούμενοι.

Πώς τόσα πρόσωπα να γίνουν αριθμοί
Και τόσα γεγονότα απλά βιβλία
Χωρίς την επινόηση νέας διάταξης στοιχείων
Χωρίς τη νέα μύηση που θα σαρώσει την αυλαία
Σκίζοντας βίαια στα δυο το σάπιο μήλο
Να επιστρέψουν τ’ άγια στους σκύλους, τα βρέφη στις μήτρες

Κι όρθια η Πράξη σαν αλεξικέραυνο.

9η Θερμιδώρ 1955

 —

Μιλώ…

 —

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοί τούς φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

 —

 

Από τη συλλογή Η Συνέχεια 2 (Αθήνα, 1956)

 —

Τώρα μιλώ πάλι…

 

Τώρα, μιλώ πάλι σαν ένας άνθρωπος που γλίτωσε απ το λοιμό
Επισκέπτομαι τους φίλους μου, ξέρω πολλούς που σώθηκαν

(«Υπάρχει, πάντα μια αναχώρηση», έτσι είχα κάποτε πει
Άλλοτε πάλι μίλησα για μιαν άγνωστη αρρώστια, – ποιός
τα θυμάται;)

Πέρασαν πια οι καταδικασμένες μέρες ανοίξαν τα παράθυρα
Χαρούμενοι οι οδοκαθαριστές σαρώνουνε στους δρόμους τα σκουπίδια
Άρχισε πάλι η ζ ω ή, οι εγγραφές στους συλλόγους και τα ινστιτούτα
Οι αγκαλιασμένοι έφηβοι στις πλατείες, τα ακατάλληλα έργα στους κινηματογράφους
Οι αγγελίες στις εφημερίδες∙ πέρασε πια η κακή αποκριά
Οι προσωπίδες κάηκαν τα παλιά ονόματα λησμονήθηκαν
Και το δημοτικό συμβούλιο συνεδριάζει για τη μετονομασία των οδών.

Ραούλ, εσένα πάλι σκέφτομαι που δεν πρόλαβες να γίνεις σοφός, να συζητήσεις,
Να δεις την άλλη πλευρά των πραγμάτων, να μάθεις να σιωπάς∙
Δε σου ‘μελλε να πιθανολογείς, να βγάζεις συμπεράσματα
Δε σου ‘μελλε να διδαχτείς κι εσύ την αριθμητική των ιδεών.

 

Οι σωσίες

 

Τώρα που γίναμε πλούσιοι – ή «βρήκαμε τον τρόπο μας» που λένε –
(Πέρασαν τόσα και τόσα για να βρει τον τρόπο του ο καθένας)
Τώρα στο πόδι μας θα βρείτε πάντα κάποιον άλλον∙
Βέβαια, τον πληρώνουμε αδρά, τον συντηρούμε, τον προσέχουμε
Κι αυτές οι εγχειρήσεις κοστίζουνε πολλά, θέλουν χρόνο
Πώς να φορμάρεις ένα τυχόν ξένο πρόσωπο σαν το δικό σου,
Να πάρεις δασκάλους, να διδάξεις την κάθε σου κίνηση, κάθε λυγμό.
Μα οι κατάλληλοι άνθρωποι πάντοτε βρίσκονται – δεν έχουν τίποτα να χάσουν.
Αυτούς θα δείτε τώρα στα κέντρα, στις συναναστροφές, να υπογράφουν γραμμάτια,
Να υποφέρουν, να χαίρονται, να σας εξαπατούν τελοσπάντων.
Εμείς οι ίδιοι – προσέξτε αυτό το: εμείς οι ίδιοι! – λέμε να μαζευόμαστε καμιά φορά.
Ορίσαμε μια – το πολύ – στα δέκα χρόνια να λέμε τα δικά μας.
Οριστικά εμείς οι ίδιοι, πήραμε όρκο μη γίνει ζαβολιά.
Όρκο βαρύ. (Τι θες, τι τα ρωτάς. Υπάρχει πια εμπιστοσύνη;).

 

Ο νεκρός

 

Ήρθαν τα πρώτα τηλεγραφήματα

Σταμάτησαν τα πιεστήρια και περίμεναν

Έγιναν οι παραγγελίες στις αρμόδιες αρχές.

 

Μα ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.

 

Όλοι φόρεσαν τις μαύρες γραβάτες

Δοκίμασαν στον καθρέφτη τις συντριμμένες πόζες

Ακούστηκαν οι πρώτοι λυγμοί τα θλιβερά εγκώμια.

 

Μα ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.

 

Στο τέλος οι ώρες γινήκαν μέρες∙

Εκείνες οι φριχτές μέρες της αναμονής

Οι φίλοι άρχισαν να διαμαρτύρονται

Έκλεισαν τα γραφεία τους σταμάτησαν τις πληρωμές

Γυρνούσαν τα παιδιά τους αδέσποτα στους δρόμους.

Έβλεπαν τα λουλούδια να μαραίνονται.

 

Μα ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.

 

(Τόσα και τόσα πράγματα πού δεν προβλέπονται

Τόσες συνέπειες ανυπολόγιστες, τόσες θυσίες,

Σε ποιους υπεύθυνους να διαμαρτυρηθείς, που να φωνάξεις;)

 

Και ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.

 

Το ναυάγιο

 

Θα μείνω κι εγώ μαζί σας μες στη βάρκα

Ύστερα, απ’ το φριχτό ναυάγιο και το χαμό

Το πλοίο βουλιάζει τώρα μακριά

(Πού πήγαν οι άλλες βάρκες; ποιοί γλιτώσαν;)

Εμείς θα βρούμε κάποτε μια ξέρα

Ένα νησί ερημικό όπως στα βιβλία

Εκεί θα χτίσουμε τα σπίτια μας

Γύρω-γύρω απ’ τη μεγάλη πλατεία

Και στη μέση μια εκκλησιά

Θα κρεμάσουμε μέσα τη φωτογραφία

Του καπετάνιου μας που χάθηκε – ψηλά-ψηλά –

Λίγο πιο χαμηλά του δεύτερου, πιο χαμηλά του τρίτου

Θ’ αλλάξουμε τις γυναίκες μας και θα κάνουμε πολλά παιδιά

Κι ύστερα θα καλαφατίσουμε ένα μεγάλο καράβι

Καινούριο, ολοκαίνουργο και θα το ρίξουμε στη θάλασσα.

 

Θα ‘χουμε γεράσει μα θα μας γνωρίσουνε.

 

Μόνο τα παιδιά μας δε θα μοιάζουνε μ’ εμάς.

 

Η απόφαση

 

Είστε υπέρ η κατά;

Έστω απαντήστε μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι.

Το έχετε το πρόβλημα σκεφτεί

Πιστεύω ασφαλώς πως σας βασάνισε

Τα πάντα βασανίζουν στη ζωή

Παιδιά γυναίκες έντομα

Βλαβερά φυτά χαμένες ώρες

Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια

Μέτρια φιλμ. Κι αυτό σας βασάνισε ασφαλώς.

Μιλάτε υπεύθυνα λοιπόν. Έστω με ναι ή όχι.

Σ’ εσάς ανήκει η απόφαση.

Δε σας ζητούμε φυσικά να πάψετε

Τις ασχολίες σας να διακόψτε τη ζωή σας

Τις προσφιλείς εφημερίδες σας τις συζητήσεις

Στο κουρείο τις Κυριακές σας στα γήπεδα.

Μια λέξη μόνο. Εμπρός λοιπόν:

Είστε υπέρ ή κατά;

Σκεφθείτε το καλά. Θα περιμένω.

 

Στ’ αστεία παίζαμε…

 

Στ’ αστεία παίζαμε!

Δε χάσαμε μόνο τον τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στη μέθη του παιχνιδιού σάς δώσαμε και τις γυναίκες μας
Τα πιο ακριβά ενθύμια που μέσα στην κάσα κρύβαμε
Στο τέλος το ίδιο το σπίτι μας με όλα τα υπάρχοντα.
Νύχτες ατέλειωτες παίζαμε, μακριά απ’ το φως της ημέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τα φύλλα του ημεροδείχτη
Δε βγάλαμε ποτέ καλό χαρτί, χάναμε χάναμε ολοένα
Πώς θα φύγουμε τώρα; πού θα πάμε; ποιος θα μας δεχτεί;

Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας δώστε μας πίσω τα χαρτιά μας
Κλέφτες!
Στα ψέματα παίζαμε!

 

Το έγκλημα έγινε…

 

Το έγκλημα έγινε.

Έσπασες του παιδιού τον κουμπαρά

Χύθηκαν κάτω τα νομίσματα

Παλιές δεκάρες τρυπημένες στη μέση

Και μεγάλα στιλπνά κέρματα.

Όχι, τίποτα δεν μπορείς πια ν’ αγοράσεις

Τόσα πολλά νομίσματα κι όλα άχρηστα

Τίποτα πια δεν μπορείς ν’ αγοράσεις

Και το παιδί να κλαίει

Και συ τίποτα πια δεν μπορείς ν’ αγοράσεις

Και το παιδί να κλαίει και να ζητά

 

Τίποτα τίποτα πια.

 

Κάτω απ’ τις ράγες…

 

Κάτω απ’ τις ράγες του τραίνου

Κάτω από τις γραμμές του βιβλίου

Κάτω από τα βήματα των στρατιωτών

 

Όταν όλα περάσουν – πάντα σε περιμένω.

 

Πέρασαν από τότε πολλά τραίνα

Κι αλλά πολλά βιβλία θα διαβαστούν

Κι άλλοι, στρατιώτες το ίδιο θα πεθάνουν.

 

Κάτω από καθετί που σου σκεπάζει τη ζωή

Όταν όλα περάσουν –

Σε περιμένω.

 

Εσύ μόνο το ξέρεις…

 

Εσύ μόνο το ξέρεις
Πώς χάνεσαι τώρα πώς βουλιάζεις
Μέσα στα ωραία χρόνια στ’ άσπρα πουκάμισα
Στ’ άσπρα χαμόγελα στ’ άσπρα καινούρια βιβλία

Εσύ μόνο το ξέρεις πώς βουλιάζεις
Μες στα καινούρια ρούχα στους φρέσκους δρόμους
Στα χειροκροτήματα όταν περνάς
Στους ευγενείς ψιθύρους που πληθαίνουν μπρός σου.

Πλήθος ενέδρες της ζωής παραμονεύαν την πτώση σου»)

Ενέδρες από χειροκροτήματα σαν κούφιες ριπές.

 

Πάψαν τα λόγια πια…

 

Πάψαν τα λόγια πια ν’ αποτελούν χρησμούς
Οι δυνατοί οι στίχοι προφητείες
Μες στην τερπνή ζωή σε ποθητή γαλήνη
Μας χάιδευε το μέτωπο η ωραία Ειρήνη
Τα ευτυχισμένα πρόσωπα περίσσεψαν,
Τα δροσερά παιδάκια έπαιζαν στους δρόμους
Ερωτευμένα πουλιά τραγουδούσαν στον ουρανό
Τώρα διδάσκουν στα σχολεία την εποχή των αγενών μετάλλων
Τα φριχτά εγκλήματα που οι πρόγονοί τους διαπράξαν
Τις ακατανόητες πράξεις μας, τα ηλίθια έργα τέχνης
Τους ανάπηρους αιώνες της γήινης προϊστορίας

Τεράστιο άσπρο περιστέρι με μαρμαρωμένο χαμόγελο
Άπλωσε άπλωσε τις φτερούγες της η ωραία Ειρήνη.
Μες στο τεράστιο υπόστεγο κυοφορείται το έκθαμβο μέλλον του Αζώτου

 

(Ό,τι μες στους αιώνες, ευσυνείδητοι, παρασκευάσαμε).

 

Όλα τα πρόσωπα…

 

Όλα τα πρόσωπα της ιστορίας μας είν’ εντελώς φανταστικά
Καμιά πλέον συσχέτιση με πρόσωπα υπάρξαντα.
Ή και ακόμα υπαρκτά σε μια δεδομένη εποχή.
Γιατί και η Εποχή δεν υπήρξε – μη μιλήσεις πια γι’ αυτήν
Με τα ίδια πάλι λόγια που δεν αλλοιώνονται από το χρόνο
Όπως το μέταλλο κάτω από τη σκουριά, το δέρμα κάτω από το ρούχο.
Γιατί τα πρόσωπα της ιστορίας μας είν’ εντελώς φανταστικά
Οι περιπέτειές τους αδιάφορες για την Ιστορία
Ούτε καν ίχνη σβησμένων ονομάτων για τους οπωσδήποτε επιζήσαντες.

Κατέβασε τις Μεγάλες Κουρτίνες, φράξε όσο είναι καιρός
Τις μυστικές ρωγμές των στίχων, μ’ ένα χαμόγελο κι εσύ
Υποδέξου, αγνός, τη χαρούμενη καινούρια ημέρα.

Έλα Γιώργο – βάλε στη θήκη το μαχαίρι.

 

Αφιέρωση

 

Για τους ερωτευμένους που παντρεύτηκαν
Για το σπίτι που χτίστηκε
Για τα παιδάκια που μεγάλωσαν
Για τα πλοία που άραξαν
Για τη μάχη που κερδήθηκε
Για τον άσωτο που επέστρεψε

 

Για όλα όσα τέλειωσαν χωρίς ελπίδα πια.

 

 

Από τη συλλογή Η Συνέχεια 3 (Θεσσαλονίκη, 1962)

 

 

Ποιητική

– Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
Την ιερότερη εκδήλωση του Ανθρώπου
Τη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον
Των σκοτεινών επιδιώξεών σας
Εν πλήρει γνώσει της ζημιάς που προκαλείτε
Με το παράδειγμά σας στους νεωτέρους.

 

– Το τι δεν πρόδωσες εσύ να μου πεις
Εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αφτιά
Ν’ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε.
Για ποια ανθρώπινα ιερά μάς εγκαλείτε;

 

Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Ε ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.

 

Σαν  π ρ ό κ ε ς  πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

 

Να μην τις παίρνει ο άνεμος.

 

Στο παιδί μου…

 

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο

Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.

Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.

 

Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.

 

Στην οδό Αιγύπτου – πρώτη πάροδος δεξιά –

Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών

Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως

Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα που

περνούνε.

Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε

Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται

Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε

Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες∙

Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες

Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους

Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα

Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους.

Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται η Τράπεζα Συναλλαγών

– εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι, αυτός συναλλάσσεται –

Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως

– εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν –

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής

Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές

 

Η Ελλάς των Ελλήνων.

 

Επιτύμβιον

 

Πέθανες – κι έγινες και συ: ο καλός,

Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.

Τριάντα έξι στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων,

Εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που προσέφερες.

 

Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ‘ξερα τι κάθαρμα ήσουν,

Τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα.

Κοιμού εν ειρήνη δε θα ‘ρθω την ησυχία σου να ταράξω.

(Εγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω

Πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο).

Κοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: ο καλός,

ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.

 

Δε θα ‘σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος.

 

Νέοι της Σιδώνος, 1970

 

Κανονικά δε πρέπει να ‘χουμε παράπονο

Καλή κι εγκάρδια η συντροφιά σας, όλο νιάτα,

Κορίτσια δροσερά – αρτιμελή αγόρια

Γεμάτα πάθος κι έρωτα για τη ζωή και για τη δράση.

Καλά, με νόημα και ζουμί και τα τραγούδια σας

Τόσο, μα τόσο ανθρώπινα, συγκινημένα.

Για τα παιδάκια που πεθαίνουν σ’ άλλην Ήπειρο

Για ήρωες που σκοτωθήκαν σ’ άλλα χρόνια

Για επαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,

Για τον καημό του εν γένει πάσχοντος Ανθρώπου.

Ιδιαιτέρως σας τιμά τούτη η συμμετοχή

Στην προβληματική και στους αγώνες του καιρού μας

Δίνετε ένα άμεσο παρόν και δραστικό – κατόπιν τούτου

Νομίζω δικαιούσθε με το παραπάνω

Δυο-δυο, τρεις-τρεις, να παίξετε, να ερωτευθείτε,

Και να ξεσκάσετε, αδελφέ, μετά από τόση κούραση.

 

(Μας γέρασαν προώρως Γιώργο, το κατάλαβες;).

 

If

 

Αν – λέω αν…

Αν όλα δε συνέβαιναν τόσο νωρίς

Η αποβολή σου απ’ το Γυμνάσιο στην Ε΄ τάξη,

Μετά Χαϊδάρι, Άι-Στράτης, Μακρονήσι, Ιτζεδίν,

Αν στα 42 σου δεν ήσουν με σπονδυλαρθρίτιδα

Ύστερα από τα είκοσι χρόνια της φυλακής

Με δύο διαγραφές στην πλάτη σου, μια δήλωση

Αποκηρύξεως όταν σ’ απομονώσαν στο Ψυχιατρείο

Αν – σήμερα λογιστής σ’ ένα κατάστημα εδωδίμων –

Άχρηστος πια για όλους, στιμμένο λεμόνι,

Ξοφλημένη περίπτωση, με ιδέες από καιρό ξεπερασμένες,

Αν – λέω αν…

Με λίγη καλή θέληση ερχόνταν όλα κάπως διαφορετικά

Ή από μια τυχαία σύμπτωση, όπως σε τόσους και τόσους

Συμμαθητές, φίλους, συντρόφους – δε λέω αβρόχοις ποσί

Αλλά αν…

 

(Φτάνει. Μ’ αυτά δε γράφονται τα ποιήματα. Μην επιμένεις.

Άλλον αέρα θέλουν για ν’ αρέσουν, άλλη «μετουσίωση».

 

Το παραρίξαμε στη θεματογραφία).

 

Αισθηματικό διήγημα

 

Ο πατέρας του του ‘λεγε: «Βρε δε θα φτιάξεις εσύ το ρωμέικο…»
Προς στιγμήν πίστεψε κι αυτός, σχεδόν παιδί, πως θα το φτιάξει
(Τριάντα χρόνια τώρα, παλιά χρόνια, ποιός τα θυμάται…)
Αλλά το πρακτικό παράδειγμα το ‘δωσε ο μεγάλος αδερφός
Επίδοξος σωτήρας κι αυτός κάποτε, πολύ νωρίς ανανήψας
Ή μάλλον προώρως λογικευθείς, υπουργικός κατόπιν ιδιαίτερος
Σε παραγωγικό υπουργείο με ευρύ κύκλο ιδιωτικών εργασιών.
Κι αυτός, πιστός υιός και αδερφός σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε,
Είδε τα λάθη, διέγνωσε προδοσίες, ζύγισε τα υπέρ και τα κατά
Μίλησε τέλος για εγκλήματα και για ξένους δακτύλους
– Είχαν αρχίσει άλλωστε λίγο-πολύ τα πράγματα να σφίγγουν –
Πάντα ξυπνό μυαλό δεν ήθελε πολύ για να διαλέξει.
Όχι βέβαια πως ο Μάκης θα ‘σωζε τότε το ρωμέικο
Εδώ δεν το ‘σωσε ο… ή ο… μη λέμε τώρα ονόματα,
Αλλά, βρε αδελφέ, πώς να το κάνουμε, κάποτε ήπιαμε μαζί κρασί,
Χωθήκαμε στη οδό Αρριανού κυνηγημένοι από τους πεταλάδες,
Φιλήσαμε τα ίδια κορίτσια, αλλάξαμε σύνθημα και παρασύνθημα
(Πολύ ρομάντζο όλα αυτά, συναισθηματικά, λες και δεν το ξέρω,
Κι η ζωή θέλει σκληρότητα –μένα μου λες– και «ρεαλισμό» κυρίως)

Και τώρα

Εσύ πάλι από μέσα κι ο Μάκης πάλι απ’ όξω
(Έτσι χοντρά-χοντρά) παράγων πια τρανός της καταστάσεως
– όπως, εδώ που τα λέμε, της κάθε μέχρι τώρα καταστάσεως –
Να γίνεις, λέει, Έλλην, να βάλεις μυαλό, να γίνεις χρήσιμος
Κι εσύ μια φορά στην κοινωνία, να δουλέψεις γι’ αυτή τη δόλια την πατρίδα
Και να σου δίνει συμβουλές εν ονόματι της παλιάς παλιάς φιλίας και του «… για θυμήσου».

(Επιμένω να διηγούμαι και μάλιστα πολύ ωμά, πράγματα που τα ξέρετε όλοι
Που τα ‘πα και τα ξανάπαν κι άλλοι πιο πριν πολύ καλύτερα από μένα
Πράγματα ανιαρά, που δεν κινούν πια διόλου το ενδιαφέρον σας
Όπως η δολοφονία της Σάρον Τέιτ π.χ. ή οι γάμοι της Τζάκυ ή το ψυγείο «Κελβινέιτορ»).

 

Επίλογος

 

Κι όχι αυταπάτες προπαντός.

 

Το πολύ-πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς προβολείς μες στην ομίχλη

Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ζω.

 

«Γιατί», όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος,

«Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες

Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα.»

 

Έστω.

Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.

 

 

Από τη συλλογή Ο στόχος (α΄ έκδοση στα Δεκαοχτώ κείμενα, Αθήνα, 1970,

επανέκδοση στο Τα Ποιήματα 1941–1971, Θεσσαλονίκη, 1971)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: