Ζ. Δ. ΑΪΝΑΛΗΣ, ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015 on Οκτωβρίου 14, 2016 by Le grand écrivain
juan-rulfo_sine-titulo

Juan Rulfo, Sin titulo (1963)

Ζ. Δ. ΑΪΝΑΛΗΣ

ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ένα ποίημα για τους γονείς μας


Γονείς
καλοί γονείς
αριστεροί
μετριοπαθείς
ονειρευτήκατε παιδιά την επανάσταση
ούτε επιδεικτικά ούτε και στα κρυμμένα
γονείς
καλοί γονείς
δεν συνδικαλιστήκατε
αλλά ούτε και προστρέξατε σαν τόσους άλλους στο ΠΑ.ΣΟ.Κ
να βολευτείτε
να βολέψετε
να φάτε
αφήσατε πίσω σας τον Ρήγα και την Πανελλαδική
Μαοϊκούς και Χότζα
πέσατε με τα μούτρα στη δουλειά
κάνατε κάποιοι διδακτορικά
ρευστοποιήσατε άρον-άρον την απογοήτευση
επενδύσατε τα πάντα στα παιδιά σας
είδατε ν’ ανεβαίνουν οι μετοχές τους στο χρηματιστήριο
μια φούσκα
τα χάσατε όλα
στα εξήντα πέντε σας
γονείς
καλοί γονείς
φασίστες τώρα.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΝΙΚΟΣ ΒΙΟΛΑΡΗΣ, ΑΧΤΙΔΕΣ ΝΥΧΤΟΒΙΕΣ

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015 on Σεπτεμβρίου 2, 2016 by Le grand écrivain

9789603364474

ΝΙΚΟΣ ΒΙΟΛΑΡΗΣ

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΧΤΙΔΕΣ ΝΥΧΤΟΒΙΕΣ (2009)

 

 

Αρχή φτερουγίσματος

 

Ποτέ δεν οικοδομώ.

 

Φτερουγίζω.

 

Τρόπος

που κάποτε ασφαλώς

με κάνει να δακρύζω.

 

Αλλά έτσι γνωρίζω

των ωρών μου τον θάνατο.

 

Ερωτικό Ι

 

στην Β.

 

Θα χάσω τα χείλη σου

θα χάσω τα μάτια σου

ο ήλιος μου βέβαια

θα είναι ο θάνατος

– κάπως απλώς

πιο φωτεινός.

 

Θα χάσω τα μάτια σου

τα εξαίσια χείλη

– μαύρη ύλη θα πλάθει

ένα αλλόκοτο δείλι –

και θα είναι η δύση

η άγρια φύση

των πραγμάτων που θάλλουν

κάτω απ’ τη λάμπα της νύχτας.

 

Νύχτα μεταιχμίου
Μισός ύπνος
μισός θάνατος.
Με τα χέρια στην άνοιξη
την καρδιά μες στη λάσπη.
Έτσι μεταλλάσσομαι.
Μεταξύ ανοίξεως και μη
όπου το δέντρο βαθύ
και ριζώνουν τα κύματα.

Έτσι μεταλλάσσομαι.
Μισός Νίκος
μισός θάνατος.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΒΑΓΙΑ ΚΑΛΦΑ, ΛΗΘΟΣΤΡΩΤΟ

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015 on Αυγούστου 8, 2016 by Le grand écrivain

kalfa

ΒΑΓΙΑ ΚΑΛΦΑ

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΛΗΘΟΣΤΡΩΤΟ (2013)

 

 

Επαρχία

 

Ι

 

Ένα ακόμη καλοκαίρι

Επαρχία

Κάτι αόριστο φυλάς

Ο χρόνος

Φεύγει, όπως φεύγουν οι αλήθειες -επώδυνες-

Και δεν κάνουν εντύπωση καμιά

 

ΙΙ

 

Το φως απ’ το απέναντι

Φροντιστήριο κλείνει

Το περίπτερο

Κατεβάζει τα στόρια

Απ’ τις ταβέρνες

Φεύγουν κι οι τελευταίοι

Πελάτες – στην κουζίνα

Ήχοι από κατσαρολικά

 

Ίσως αυτό

Ν’ άκουσε τελευταίο

Η νύχτα

 

Και μελαγχόλησε βαθιά

 

Βράδυ Σεπτέμβρη

 

Επιτέλους φυσά

Ο αέρας

Να ξεριζώσει

Τις τέντες, να λυγί-

Σει τα δέντρα

Να βυθίσει

Στο σκοτάδι

Την πόλη

 

Προπάντων

Να στεγνώσει

Την υγρασία

Του καύσωνα

 

Που περιπαίζει

Όσους απέμειναν

 

Ψίθυροι

 

Την πονούσες τη Νανά, παίζατε μαζί στη γειτονιά

Βρεθήκατε ύστερα από πολλές

Μεταθέσεις του μπαμπά της

Η πρώτη κουβέντα της: έχω αλλάξει

Ας μην πούμε για παλιά

 

Είπαν ότι τρελάθηκε

Την είδαν να τρέχει στο δρόμο

Να μιλά μόνη της και να γελά

Υποθέτοντας πως οι άνθρωποι

Είναι κακόγουστοι, ξεμπέρδεψες

 

Όταν βγαίνετε όμως

Οι κινήσεις της, σαν να ξελασκάρισαν κάπως

-Χέρια πιο γρήγορα

Πόδια ανοιχτά- ένας γνωστός

Τη φώναξε κάποτε

Του λόχου η Νανά

 

Και πως είχε μείνει έγκυος άκουσες

Και το ‘ριξε κι άλλα πολλά

Που λεν οι άνθρωποι στις πλατείες

Τα μακριά

Επαρχιώτικα βράδια

Συνέχεια ανάγνωσης

Ζ. Δ. ΑΪΝΑΛΗΣ, ΕΝΑ ΚΑΤΙ ΠΙΟ ΑΡΓΑ

Posted in Greek Poetry on Αυγούστου 6, 2016 by Le grand écrivain

2641378-screen_shot_2012_10_11_at_10.12.05_am

Ζ. Δ. ΑΪΝΑΛΗΣ

 

ΕΝΑ ΚΑΤΙ ΠΙΟ ΑΡΓΑ

 

 

 

Έρχονταν τότε και ψιθύριζαν στ’ αυτιά μου

ανυπόστατα πράγματα

φρίκες και πολυαιθυλένια

ασημαντότητες θα πεις

που όμως κατέθλιβαν

συνέθλιβαν

λιανίζαν. Εγώ

κλείδωνα από μέσα τρεις-τέσσερις φορές

και πέταγα στα σκουπίδια το κλειδί

έπειτα το μετάνιωνα και τράβαγα νύχτα και το ‘ψαχνα

αλλά ήδη ήταν αργά

είχε τραβήξει γι’ αλλού το πράμα

κι εκείνες οι φωνές στ’ αυτιά μου

ούρλιαζαν

ούρλιαζαν

ούρλιαζαν

 

***

 

Τότε

όπως κάθε σιωπή εκκινούσε

με κάτι το ακαθόριστο

το συγγνωστό εκείνο και σεσημασμένο

πλάκωμα μες στο στήθος.

Ας πούμε

πως κάποια πράγματα δεν λέγονται

κι έπειτα;

Κάποιος υπάλληλος γαμιόλης

–ασυνείδητος–

πατούσε το κουμπί κι έκοβε

σαν να μην τρέχει τίποτα

την παροχή του ρεύματος

και να πετάγονται ουρλιάζοντας

όλοι οι δαίμονες του Άρκχαμ

στο μυαλό μου

 

***

  Συνέχεια ανάγνωσης

Μεχμέτ Γιασίν, Πέντε ποιήματα από το ανθολόγιο Άγγελοι Εκδικητές

Posted in European Poetry, World Literature on Μαΐου 13, 2016 by Le grand écrivain

cover_high

MEHMET YAŞІN

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ     Ζ. Δ. ΑΪΝΑΛΗΣ

 

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΜΙΑΣ ΜΑΝΑΣ

 

Ο πόλεμος τέλειωσε, λένε,

όσοι ήταν στο μέτωπο γύρισαν

έτρεξα στο Σαραιγιονού

ρώτησα για σένα τη στήλη του Ντικιλιτάς

«Δεν τον είδα», απαντάει.

 —

Ρίχτηκα πίσω από ένα παιδί κλαμένο

Πέρασα μπροστά από ένα σπίτι καμένο

Βρήκα μια μικρή κατσίκα νεκρή

Ρώτησα, γιε μου, για σένα.

—-

Ρώτησα την αμυγδαλιά

Ρώτησα το τζιτζίκι

«Δεν τον είδα», απαντάνε

Κοίταξα στους δρόμους παντού έκλαψα

έκλαψα έκλαψα.

—-

Ρώτησα για σένα τον πόλεμο

Ρώτησα το αίμα που κυλάει

τα μυρμήγκια, το χώμα.

 —-

Τραγούδησα τα τραγούδια που σ’ άρεσαν

Έδειξα τις φωτογραφίες σου

Ήταν μόλις δεκαεφτά, είπα,

«Δεν τον είδα, δεν τον είδα, δεν τον είδα…»

 —-

Κοίταξα στον πόλεμο παντού έκλαψα

έκλαψα έκλαψα.

—-

Περνάνε μπροστά απ’ την πόρτα μας τανκς

εσύ δεν περνάς,

περνάν οι φυλακισμένοι

οι μέρες κι οι μήνες

εσύ δεν περνάς.

 —-

Περίμενα, αφουγκράστηκα, πρόσμενα

καρτέρεψα, γιε μου, την επιστροφή σου.

 —

Μια φωτογραφία σου μου ‘μεινε μόνο

καμιόνια κουβαλούν τους νεκρούς

το ράδιο παίζει νικητήρια εμβατήρια

κανένας δεν σ’ είδε,

κανένας.

 —-

Πήρα τους δρόμους της Λευκωσίας έκλαψα

έκλαψα έκλαψα.

 —-

Λευκωσία, 1980

 

***

 —-

ΒΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

 —-

Βγαίνοντας από το καταφύγιο δεν αναγνωρίσαμε τον τόπο

χρώματα και ήχοι άλλαξαν

των προαστίων οι ονομασίες και των οδών μία-μία.

«Πώς θα βρούμε τώρα τα σπίτια μας;»

Αδιέξοδα όπου κι αν στρίψουμε

δρόμοι κλειστοί από οδοφράγματα.

 —-

Πήραμε ν’ αναζητούμε ορόσημα

«Το σχολείο ήτανε στη γωνία… κοντά στο μπαρ Ατλαντίς

πέρα από τα τρία ψηλά πεύκα…»

Στρατώνες τώρα υψώνονται στις γωνίες, καήκαν τα δέντρα,

πρέπει να την ονειρευτήκαμε την Ατλαντίδα

δεν απομένει ούτ’ ένα ίχνος της.

—-

Μας ‘δωσαν καινούργια σπίτια με τα κουφάρια τους

ήμασταν σαν τις αρκούδες ψάχνοντας για φωλιές να βγάλουμε το χειμώνα

με καινούργιες ταυτότητες και πιστοποιητικά γέννησης

λέγαμε και πάλι «εμείς» – ποιοι εμείς; –

αν ό,τι μας καθόριζε μόνο ήταν πως ήμασταν οι αντίποδες

των προσφύγων γειτόνων μας, είχαμε στ’ αλήθεια υπάρξει;

 —

Σ’ ένα ταξίδι προς Ανατολάς

τρέξαμε στο λιμάνι με τις κάμερες

οικογένειες αποίκων από Πέρα πλησίασαν.

Μεγαλαυχώντας τους είπαμε «εσείς»

ενώ εκείνοι φιλοδοξούσαν να γίνουν «εμείς».

Αλλά όταν πετάξαμε τα κράνη μας μείναμε γυμνοί.

—-

Σήκωσα τ’ ακουστικό σ’ ένα ρημαγμένο από τον πόλεμο σπίτι

– κανείς δεν απαντά· είν’ όλοι νεκροί; –

Είμαι ο μόνος επιζών στα χαλάσματα;

Οι παλιοί τους βρίσκουν παράξενους

οι έφηβοι βλέπουν τους στίχους μου

σαν μια λησμονημένη γραφή σε κάποια αρχαία ταφόπλακα.

 —-

Μέσα σε τούτη τη καταστροφή ίσως να είν’ η θάλασσα που δίνει ελπίδα

μια ανήσυχη φωνή από μέσα:

– Ποτέ ακόμα η Κύπρος, τα παιδικά μου χρόνια, δεν διαγράφτηκαν

από τα περιβόλια όπου ανθίζουν οι πορτοκαλιές…

Ανθρώπινα όντα αναζητούν τους εαυτούς τους,  νησιά τα διαβατήρια

για να εισέλθουν από τις πύλες του κόσμου.

 

 —-

Λευκωσία, 1984

 

***

 —-

Συνέχεια ανάγνωσης

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο: Ουρλιάζοντας νευρωτικά σε μια σακατεμένη πόλη

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015, Meditations on Απριλίου 27, 2016 by Le grand écrivain

cebacebbceb5cf86cf84ceb9cebacebfΓιώργος Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο: Ουρλιάζοντας νευρωτικά σε μια σακατεμένη πόλη

Του Ζ. Δ. Αϊναλή

 

 

«Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά

που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών

Εξάρχεια, Πατήσια, Μεταξουργείο, Μετς

Κάνουν ό,τι λάχει.

Πλασιέ τσελεμεντέδων κι εγκυκλοπαιδειών

φτιάχνουν δρόμους κι ενώνουν ερήμους

διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος

επαγγελματίες επαναστάτες

παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν

τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα να κοιμηθούν

αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται.»

Κατερίνα Γώγου, Τρία Κλικ Αριστερά, 3

 —

 —

          Το Κλέφτικο είναι μια ωρολογιακή βόμβα στο σώμα της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Μια ωρολογιακή βόμβα που δεν έχει ακόμα σκάσει και που πιθανότατα θ’ αργήσει αρκετά να σκάσει. Και μ’ αυτό δεν επιθυμώ να κάνω κάποιου είδους ποιητική μεταφορά. Αυτό που εννοώ είναι απλώς ότι ενώ το Κλέφτικο είναι από τα λίγα ποιητικά βιβλία που είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένα, τόσο ουσιακά συνυφασμένα με τη σύγχρονη του ποιητή βιολογική γενιά και την ιστορική πραγματικότητά της (τη βιολογική γενιά, δηλαδή, που πέρασε την εφηβεία της ή ενηλικιώθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 ή κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 2000), οι ποιητικές δυνάμεις που απελευθερώνει είναι τόσο δραστικά καινούργιες που μάλλον δεν μπορούν να γίνουν απόλυτα κατανοητές απ’ όσους αυτήν τη στιγμή ασχολούνται με την ποίηση στην Ελλάδα. Υποθέτω πως μόνο η επόμενη ποιητική γενιά θα κατανοήσει σε βάθος και θα εκτιμήσει έντιμα, στη σωστή του διάσταση, πέρα από μυθοποιήσεις και παραμορφώσεις, το βιβλίο αυτό.

          Μετά το εισαγωγικό αυτό σχόλιο, θα ήθελα να περάσω παρόλα αυτά σε μια απόπειρα κριτικής προσέγγισης του βιβλίου αυτού, που εκδόθηκε το 2013 από τις εκδόσεις Πανοπτικόν. Αρχικά, βέβαια, υπάρχει ο διακειμενικός ορίζοντας που ξεκινά ήδη από τον πρώτο στίχο του ποιήματος «Είδα τις καλύτερες γενιές του μυαλού μου» και ο οποίος αποτελεί μια παραποίηση του πρώτου στίχου του Ουρλιαχτού του Ginsberg («I saw the best minds of my generation destroyed by madness», «Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου κατεστραμμένα από την τρέλα»). Ο Πρεβεδουράκης συνεπώς χτίζει, συνειδητά και σκόπιμα, τη δική του ποιητική σύνθεση «πατώντας», με τρόπο απορυθμισμένο και σχεδόν γκροτέσκο, επάνω σ’ αυτήν του Ginsberg, και, κατ’ επέκτασιν, οι όποιες συγκλίσεις ή αποκλίσεις έχουν το δικό τους ειδικό βάρος μέσα στο νεώτερο ποίημα. Η σύνθεση του Ginsberg δομείται σε τρία μέρη και μία «Υποσημείωση» («A Footnote to ‘Howl’»). Ο Πρεβεδουράκης αναπαράγει τη δομή αυτή, αλλά με έναν εντελώς ανοίκειο τρόπο, εικονοκλαστικά και με μία διάθεση που σκοινοβατεί με τρόπο παιγνιώδη ανάμεσα στο σεβασμό και την αποκαθήλωση. Επιπροσθέτως, στο επίπεδο της συνειδητής ποιητικής πρόθεσης, ο Πρεβεδουράκης μας πληροφορεί στο «πατάρι» του βιβλίου (σ. 53) ότι το δεύτερο και το τέταρτο μέρος της δικής του σύνθεσης δεν εμπνέονται τόσο από το δεύτερο μέρος και την «Υποσημείωση» του Ουρλιαχτού, αλλά από δύο άλλα ποιήματα του Ginsberg, το «America» και το «To Aunt Rose». Το γεγονός, βέβαια, αυτό, από μόνο του είναι απλά δηλωτικό μιας πρόθεσης. Διότι, σε τελική ανάλυση, και με την προφανή υπερ-επικοινωνία του Πρεβεδουράκη με το Ουρλιαχτό, για τις ανάγκες της δικής του ποιητικής σύνθεσης, ο ποιητής καταλήγει να συνδέει ασυνείδητα το δεύτερο και το τέταρτο μέρος της δικής του σύνθεσης, με το δεύτερο μέρος και την «Υποσημείωση» του Ουρλιαχτού. Έτσι, πρακτικά, κάθε μέρος του Κλέφτικου έχει την αντανάκλασή του σε ένα μέρος του Ουρλιαχτού, με τρόπο που να επιβάλλει την παράλληλη ανάγνωση ανάμεσα στα δύο έργα, με την επισήμανση, ωστόσο, πως ο ορίζοντας αναφοράς του δεύτερου και του τέταρτου μέρους του Κλέφτικου υπερβαίνει το Ουρλιαχτό και μπολιάζεται με στοιχεία από τα ποιήματα «America» και «To Aunt Rose».

Συνέχεια ανάγνωσης

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΕΚΔΗΛΩΣΗ

Posted in Επικαιρότητα on Μαρτίου 20, 2016 by Le grand écrivain

10705365_971364029567857_844264000_n