Κώστας Γ. Παπαγεωργίου: Ζ. Δ. Αϊναλής, Τα παραμύθια της έρημος

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015, Μικροκείμενα on 21 Νοεμβρίου, 2017 by Le grand écrivain

22046440_490276301338656_8278795924464293700_n

Κώστας Παπαγεωργίου

Ζ. Δ. Αϊναλής, Τα παραμύθια της έρημος, Κέδρος, Αθήνα, 2017

—–

Εντέλει ακόμα εμπνέει και καθοδηγεί Ο Λόγος του Διονυσίου του ιερομονάχου· ακόμα προσφέρει προϋποθέσεις δημιουργίας προσωπικών οραμάτων και τρόπους υλοποίησής τους στο πεδίο της ποίησης. Κι ακόμα εξακολουθεί ο καθρέφτης να προσφέρεται για σαγηνευτικά, ενίοτε εκμαυλιστικά, περάσματα σε τόπους και χρόνους όπου το όνειρο, η μνήμη και η φαντασία, χωρίς να χάνουν την επαφή τους με το παρόν, συμπράττουν για τη διαμόρφωση συνθηκών κατάλληλων για μιαν ακαριαία, φευγαλέα έστω, ακινητοποίηση και συγκεκριμενοποίηση εκδοχών του ανέφικτου. Συνθηκών που θα μπορούσαν υπό προϋποθέσεις να αποδειχτούν πρόσφορες για επωφελείς, πνευματικά, ψυχικά και κατ’ επέκτασιν ποιητικά, αποδράσεις από την ηλικιακά και κοινωνικά οριζόμενη έκταση, στις διαστάσεις της οποίας δεσπόζουν «άνωθεν» και «έσωθεν» επιβαλλόμενα «πρέπει».

Ο καθρέφτης με άλλα λόγια είναι ένα πέρασμα, η δελεαστική και παραπλανητικά φιλική, κατά βάθος επίβουλη, είσοδος στην επικράτεια της ωριμότητας, εκεί όπου πρόκειται να λάβει χώρα το σκοτεινό τελετουργικό της ενηλικίωσης· όπου ο πρωταγωνιστής -εν προκειμένω το ποιητικό υποκείμενο- βιώνοντας την οδυνηρή κατάρρευση των μέχρι πρότινος, έστω ψευδεπίγραφα, παραμυθητικών θρύλων και μύθων, αισθάνεται την υποχρέωση ενός επαναπροσδιορισμού της σχέσης του με τον εαυτό του και τους άλλους και, κυρίως, να συνθέσει μια απολύτως προσωπική μυθολογία, ανταποκρινόμενη στην ιδιοσυγκρασιακή του ιδιαιτερότητα. Στο υποκειμενικά και κατά περίπτωσιν προσδιοριζόμενο μέσο της ηλικίας του (αφού κανείς δεν ξέρει πότε θα σημάνει το τέλος του), στον παραδαρμό της υποκειμενικής μοναξιάς και εγκατάλειψης, εγκαταλελλειμμένος στο σημείο εκείνο όπου οι οδοδείκτες υπάρχουν μόνο για να παραπλανούν τον μοναχικό οδοιπόρο και ο χρόνος λιώνει, με αντεστραμμένη τη λειτουργία των γραναζιών που ως τώρα τον όριζαν και επέτρεπαν μιαν έστω νομιζόμενη ασφαλή πλεύση του.

Στη μέση ενός «άγριου δάσους», μιας έκτασης έρημης, χωρίς τίποτα να τον θάλπει, να τον ενισχύει και να τον παρηγορεί, πάρεξ «η μυρωδιά της άνοιξης και του καμένου ξύλου», όπως την αισθάνεται να αναδύεται μονίμως αναλλοίωτη από τα παιδικά του χρόνια, έρμαιο στις επιθέσεις αλλεπάλληλων παραισθησιακών κυμάτων, εν μέσω αγριευτικών οραμάτων που γεννά η έρημος, με το σώμα διαμελισμένο στα επιμέρους μέλη τουμε διασπασμένα τα μόρια της σκέψης, δεν του απομένει παρά να δημιουργήσει νέες συνθήκες, πρόσφορες για μια αναστοχαστική επαναβίωση της ζωής του· να στεγάσει, να διαφυλάξει το σπέρμα του, προκειμένου κάποια στιγμή να ξαναγεννηθεί, να «αυτογεννηθεί» στην προέκταση της μήτρας που είναι το δικό του σώμα. Αυτά βιώνει και αυτά επιχειρεί ή, εν πάση περιπτώσει, επιθυμεί περιπαθώς και, παράλληλα, με την επιβαλλόμενη νηφαλιότητα, να επιχειρήσει, στη μέση μιας άλλης επίβουλης και επίφοβης έκτασης, όπως είναι αυτή της ποίησης· γι’ αυτό και συχνά ο λόγος του ακούγεται διαπερασμένος από τη συγκίνηση του ανθρώπου που καταγράφει μνήμες, εικόνες, καταστάσεις, ακινητοποιημένες χειρονομίες και πράξεις που πρόλαβε και συνέλαβε κατά τη διάρκεια των καταβάσεων του στα έγκατα της ύπαρξης, στην καρδιά ενός χρόνου ακινητοποιημένου.

Λόγος διαπερασμένος από συγκίνηση, σταθερός ωστόσο και υφολογικά αρραγής, με καταβολές δημώδεις ή βιβλικές και με βηματισμό ενός ακέραιου ή ενός κατακερματισμένου δεκαπεντασύλλαβου, ενδεικτικός της συνειδητής προσπάθειας, της επιλογής μάλλον του ποιητή να σταθεί στο μεταίχμιο που χωρίζει παράδοση και νεοτερισμό, ατομική και συλλογική μνήμη, προκειμένου να ανασκαλέψει «το βαθύ πηγάδι π’ αναβλύζει τα λόγια», που έστω κι αν κανείς δεν υπάρχει πια για να τ’ ακούει, αυτός το ξέρει καλά ότι «μονάχ’ αυτά έχ[ει] να [τ]ου θυμίζουνε πως ακόμα υπάρχ[ει]».

Τα Ποιητικά, τ. 27, Σεπτέμβρης 2017, σελ. 11.

Ζ. Δ. ΑΪΝΑΛΗΣ, ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015 on 14 Οκτωβρίου, 2016 by Le grand écrivain
juan-rulfo_sine-titulo

Juan Rulfo, Sin titulo (1963)

Ζ. Δ. ΑΪΝΑΛΗΣ

ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ένα ποίημα για τους γονείς μας


Γονείς
καλοί γονείς
αριστεροί
μετριοπαθείς
ονειρευτήκατε παιδιά την επανάσταση
ούτε επιδεικτικά ούτε και στα κρυμμένα
γονείς
καλοί γονείς
δεν συνδικαλιστήκατε
αλλά ούτε και προστρέξατε σαν τόσους άλλους στο ΠΑ.ΣΟ.Κ
να βολευτείτε
να βολέψετε
να φάτε
αφήσατε πίσω σας τον Ρήγα και την Πανελλαδική
Μαοϊκούς και Χότζα
πέσατε με τα μούτρα στη δουλειά
κάνατε κάποιοι διδακτορικά
ρευστοποιήσατε άρον-άρον την απογοήτευση
επενδύσατε τα πάντα στα παιδιά σας
είδατε ν’ ανεβαίνουν οι μετοχές τους στο χρηματιστήριο
μια φούσκα
τα χάσατε όλα
στα εξήντα πέντε σας
γονείς
καλοί γονείς
φασίστες τώρα.

Συνέχεια

ΝΙΚΟΣ ΒΙΟΛΑΡΗΣ, ΑΧΤΙΔΕΣ ΝΥΧΤΟΒΙΕΣ

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015 on 2 Σεπτεμβρίου, 2016 by Le grand écrivain

9789603364474

ΝΙΚΟΣ ΒΙΟΛΑΡΗΣ

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΧΤΙΔΕΣ ΝΥΧΤΟΒΙΕΣ (2009)

 

 

Αρχή φτερουγίσματος

 

Ποτέ δεν οικοδομώ.

 

Φτερουγίζω.

 

Τρόπος

που κάποτε ασφαλώς

με κάνει να δακρύζω.

 

Αλλά έτσι γνωρίζω

των ωρών μου τον θάνατο.

 

Ερωτικό Ι

 

στην Β.

 

Θα χάσω τα χείλη σου

θα χάσω τα μάτια σου

ο ήλιος μου βέβαια

θα είναι ο θάνατος

– κάπως απλώς

πιο φωτεινός.

 

Θα χάσω τα μάτια σου

τα εξαίσια χείλη

– μαύρη ύλη θα πλάθει

ένα αλλόκοτο δείλι –

και θα είναι η δύση

η άγρια φύση

των πραγμάτων που θάλλουν

κάτω απ’ τη λάμπα της νύχτας.

 

Νύχτα μεταιχμίου
Μισός ύπνος
μισός θάνατος.
Με τα χέρια στην άνοιξη
την καρδιά μες στη λάσπη.
Έτσι μεταλλάσσομαι.
Μεταξύ ανοίξεως και μη
όπου το δέντρο βαθύ
και ριζώνουν τα κύματα.

Έτσι μεταλλάσσομαι.
Μισός Νίκος
μισός θάνατος.

Συνέχεια

ΒΑΓΙΑ ΚΑΛΦΑ, ΛΗΘΟΣΤΡΩΤΟ

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015 on 8 Αυγούστου, 2016 by Le grand écrivain

kalfa

ΒΑΓΙΑ ΚΑΛΦΑ

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΛΗΘΟΣΤΡΩΤΟ (2013)

 

 

Επαρχία

 

Ι

 

Ένα ακόμη καλοκαίρι

Επαρχία

Κάτι αόριστο φυλάς

Ο χρόνος

Φεύγει, όπως φεύγουν οι αλήθειες -επώδυνες-

Και δεν κάνουν εντύπωση καμιά

 

ΙΙ

 

Το φως απ’ το απέναντι

Φροντιστήριο κλείνει

Το περίπτερο

Κατεβάζει τα στόρια

Απ’ τις ταβέρνες

Φεύγουν κι οι τελευταίοι

Πελάτες – στην κουζίνα

Ήχοι από κατσαρολικά

 

Ίσως αυτό

Ν’ άκουσε τελευταίο

Η νύχτα

 

Και μελαγχόλησε βαθιά

 

Βράδυ Σεπτέμβρη

 

Επιτέλους φυσά

Ο αέρας

Να ξεριζώσει

Τις τέντες, να λυγί-

Σει τα δέντρα

Να βυθίσει

Στο σκοτάδι

Την πόλη

 

Προπάντων

Να στεγνώσει

Την υγρασία

Του καύσωνα

 

Που περιπαίζει

Όσους απέμειναν

 

Ψίθυροι

 

Την πονούσες τη Νανά, παίζατε μαζί στη γειτονιά

Βρεθήκατε ύστερα από πολλές

Μεταθέσεις του μπαμπά της

Η πρώτη κουβέντα της: έχω αλλάξει

Ας μην πούμε για παλιά

 

Είπαν ότι τρελάθηκε

Την είδαν να τρέχει στο δρόμο

Να μιλά μόνη της και να γελά

Υποθέτοντας πως οι άνθρωποι

Είναι κακόγουστοι, ξεμπέρδεψες

 

Όταν βγαίνετε όμως

Οι κινήσεις της, σαν να ξελασκάρισαν κάπως

-Χέρια πιο γρήγορα

Πόδια ανοιχτά- ένας γνωστός

Τη φώναξε κάποτε

Του λόχου η Νανά

 

Και πως είχε μείνει έγκυος άκουσες

Και το ‘ριξε κι άλλα πολλά

Που λεν οι άνθρωποι στις πλατείες

Τα μακριά

Επαρχιώτικα βράδια

Συνέχεια

Ζ. Δ. ΑΪΝΑΛΗΣ, ΕΝΑ ΚΑΤΙ ΠΙΟ ΑΡΓΑ

Posted in Greek Poetry on 6 Αυγούστου, 2016 by Le grand écrivain

2641378-screen_shot_2012_10_11_at_10.12.05_am

Ζ. Δ. ΑΪΝΑΛΗΣ

 

ΕΝΑ ΚΑΤΙ ΠΙΟ ΑΡΓΑ

 

 

 

Έρχονταν τότε και ψιθύριζαν στ’ αυτιά μου

ανυπόστατα πράγματα

φρίκες και πολυαιθυλένια

ασημαντότητες θα πεις

που όμως κατέθλιβαν

συνέθλιβαν

λιανίζαν. Εγώ

κλείδωνα από μέσα τρεις-τέσσερις φορές

και πέταγα στα σκουπίδια το κλειδί

έπειτα το μετάνιωνα και τράβαγα νύχτα και το ‘ψαχνα

αλλά ήδη ήταν αργά

είχε τραβήξει γι’ αλλού το πράμα

κι εκείνες οι φωνές στ’ αυτιά μου

ούρλιαζαν

ούρλιαζαν

ούρλιαζαν

 

***

 

Τότε

όπως κάθε σιωπή εκκινούσε

με κάτι το ακαθόριστο

το συγγνωστό εκείνο και σεσημασμένο

πλάκωμα μες στο στήθος.

Ας πούμε

πως κάποια πράγματα δεν λέγονται

κι έπειτα;

Κάποιος υπάλληλος γαμιόλης

–ασυνείδητος–

πατούσε το κουμπί κι έκοβε

σαν να μην τρέχει τίποτα

την παροχή του ρεύματος

και να πετάγονται ουρλιάζοντας

όλοι οι δαίμονες του Άρκχαμ

στο μυαλό μου

 

***

  Συνέχεια

Μεχμέτ Γιασίν, Πέντε ποιήματα από το ανθολόγιο Άγγελοι Εκδικητές

Posted in European Poetry, World Literature on 13 Μαΐου, 2016 by Le grand écrivain

cover_high

MEHMET YAŞІN

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ     Ζ. Δ. ΑΪΝΑΛΗΣ

 

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΜΙΑΣ ΜΑΝΑΣ

 

Ο πόλεμος τέλειωσε, λένε,

όσοι ήταν στο μέτωπο γύρισαν

έτρεξα στο Σαραιγιονού

ρώτησα για σένα τη στήλη του Ντικιλιτάς

«Δεν τον είδα», απαντάει.

 —

Ρίχτηκα πίσω από ένα παιδί κλαμένο

Πέρασα μπροστά από ένα σπίτι καμένο

Βρήκα μια μικρή κατσίκα νεκρή

Ρώτησα, γιε μου, για σένα.

—-

Ρώτησα την αμυγδαλιά

Ρώτησα το τζιτζίκι

«Δεν τον είδα», απαντάνε

Κοίταξα στους δρόμους παντού έκλαψα

έκλαψα έκλαψα.

—-

Ρώτησα για σένα τον πόλεμο

Ρώτησα το αίμα που κυλάει

τα μυρμήγκια, το χώμα.

 —-

Τραγούδησα τα τραγούδια που σ’ άρεσαν

Έδειξα τις φωτογραφίες σου

Ήταν μόλις δεκαεφτά, είπα,

«Δεν τον είδα, δεν τον είδα, δεν τον είδα…»

 —-

Κοίταξα στον πόλεμο παντού έκλαψα

έκλαψα έκλαψα.

—-

Περνάνε μπροστά απ’ την πόρτα μας τανκς

εσύ δεν περνάς,

περνάν οι φυλακισμένοι

οι μέρες κι οι μήνες

εσύ δεν περνάς.

 —-

Περίμενα, αφουγκράστηκα, πρόσμενα

καρτέρεψα, γιε μου, την επιστροφή σου.

 —

Μια φωτογραφία σου μου ‘μεινε μόνο

καμιόνια κουβαλούν τους νεκρούς

το ράδιο παίζει νικητήρια εμβατήρια

κανένας δεν σ’ είδε,

κανένας.

 —-

Πήρα τους δρόμους της Λευκωσίας έκλαψα

έκλαψα έκλαψα.

 —-

Λευκωσία, 1980

 

***

 —-

ΒΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

 —-

Βγαίνοντας από το καταφύγιο δεν αναγνωρίσαμε τον τόπο

χρώματα και ήχοι άλλαξαν

των προαστίων οι ονομασίες και των οδών μία-μία.

«Πώς θα βρούμε τώρα τα σπίτια μας;»

Αδιέξοδα όπου κι αν στρίψουμε

δρόμοι κλειστοί από οδοφράγματα.

 —-

Πήραμε ν’ αναζητούμε ορόσημα

«Το σχολείο ήτανε στη γωνία… κοντά στο μπαρ Ατλαντίς

πέρα από τα τρία ψηλά πεύκα…»

Στρατώνες τώρα υψώνονται στις γωνίες, καήκαν τα δέντρα,

πρέπει να την ονειρευτήκαμε την Ατλαντίδα

δεν απομένει ούτ’ ένα ίχνος της.

—-

Μας ‘δωσαν καινούργια σπίτια με τα κουφάρια τους

ήμασταν σαν τις αρκούδες ψάχνοντας για φωλιές να βγάλουμε το χειμώνα

με καινούργιες ταυτότητες και πιστοποιητικά γέννησης

λέγαμε και πάλι «εμείς» – ποιοι εμείς; –

αν ό,τι μας καθόριζε μόνο ήταν πως ήμασταν οι αντίποδες

των προσφύγων γειτόνων μας, είχαμε στ’ αλήθεια υπάρξει;

 —

Σ’ ένα ταξίδι προς Ανατολάς

τρέξαμε στο λιμάνι με τις κάμερες

οικογένειες αποίκων από Πέρα πλησίασαν.

Μεγαλαυχώντας τους είπαμε «εσείς»

ενώ εκείνοι φιλοδοξούσαν να γίνουν «εμείς».

Αλλά όταν πετάξαμε τα κράνη μας μείναμε γυμνοί.

—-

Σήκωσα τ’ ακουστικό σ’ ένα ρημαγμένο από τον πόλεμο σπίτι

– κανείς δεν απαντά· είν’ όλοι νεκροί; –

Είμαι ο μόνος επιζών στα χαλάσματα;

Οι παλιοί τους βρίσκουν παράξενους

οι έφηβοι βλέπουν τους στίχους μου

σαν μια λησμονημένη γραφή σε κάποια αρχαία ταφόπλακα.

 —-

Μέσα σε τούτη τη καταστροφή ίσως να είν’ η θάλασσα που δίνει ελπίδα

μια ανήσυχη φωνή από μέσα:

– Ποτέ ακόμα η Κύπρος, τα παιδικά μου χρόνια, δεν διαγράφτηκαν

από τα περιβόλια όπου ανθίζουν οι πορτοκαλιές…

Ανθρώπινα όντα αναζητούν τους εαυτούς τους,  νησιά τα διαβατήρια

για να εισέλθουν από τις πύλες του κόσμου.

 

 —-

Λευκωσία, 1984

 

***

 —-

Συνέχεια

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο: Ουρλιάζοντας νευρωτικά σε μια σακατεμένη πόλη

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015, Meditations on 27 Απριλίου, 2016 by Le grand écrivain

cebacebbceb5cf86cf84ceb9cebacebfΓιώργος Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο: Ουρλιάζοντας νευρωτικά σε μια σακατεμένη πόλη

Του Ζ. Δ. Αϊναλή

 

 

«Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά

που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών

Εξάρχεια, Πατήσια, Μεταξουργείο, Μετς

Κάνουν ό,τι λάχει.

Πλασιέ τσελεμεντέδων κι εγκυκλοπαιδειών

φτιάχνουν δρόμους κι ενώνουν ερήμους

διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος

επαγγελματίες επαναστάτες

παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν

τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα να κοιμηθούν

αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται.»

Κατερίνα Γώγου, Τρία Κλικ Αριστερά, 3

 —

 —

          Το Κλέφτικο είναι μια ωρολογιακή βόμβα στο σώμα της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Μια ωρολογιακή βόμβα που δεν έχει ακόμα σκάσει και που πιθανότατα θ’ αργήσει αρκετά να σκάσει. Και μ’ αυτό δεν επιθυμώ να κάνω κάποιου είδους ποιητική μεταφορά. Αυτό που εννοώ είναι απλώς ότι ενώ το Κλέφτικο είναι από τα λίγα ποιητικά βιβλία που είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένα, τόσο ουσιακά συνυφασμένα με τη σύγχρονη του ποιητή βιολογική γενιά και την ιστορική πραγματικότητά της (τη βιολογική γενιά, δηλαδή, που πέρασε την εφηβεία της ή ενηλικιώθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 ή κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 2000), οι ποιητικές δυνάμεις που απελευθερώνει είναι τόσο δραστικά καινούργιες που μάλλον δεν μπορούν να γίνουν απόλυτα κατανοητές απ’ όσους αυτήν τη στιγμή ασχολούνται με την ποίηση στην Ελλάδα. Υποθέτω πως μόνο η επόμενη ποιητική γενιά θα κατανοήσει σε βάθος και θα εκτιμήσει έντιμα, στη σωστή του διάσταση, πέρα από μυθοποιήσεις και παραμορφώσεις, το βιβλίο αυτό.

          Μετά το εισαγωγικό αυτό σχόλιο, θα ήθελα να περάσω παρόλα αυτά σε μια απόπειρα κριτικής προσέγγισης του βιβλίου αυτού, που εκδόθηκε το 2013 από τις εκδόσεις Πανοπτικόν. Αρχικά, βέβαια, υπάρχει ο διακειμενικός ορίζοντας που ξεκινά ήδη από τον πρώτο στίχο του ποιήματος «Είδα τις καλύτερες γενιές του μυαλού μου» και ο οποίος αποτελεί μια παραποίηση του πρώτου στίχου του Ουρλιαχτού του Ginsberg («I saw the best minds of my generation destroyed by madness», «Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου κατεστραμμένα από την τρέλα»). Ο Πρεβεδουράκης συνεπώς χτίζει, συνειδητά και σκόπιμα, τη δική του ποιητική σύνθεση «πατώντας», με τρόπο απορυθμισμένο και σχεδόν γκροτέσκο, επάνω σ’ αυτήν του Ginsberg, και, κατ’ επέκτασιν, οι όποιες συγκλίσεις ή αποκλίσεις έχουν το δικό τους ειδικό βάρος μέσα στο νεώτερο ποίημα. Η σύνθεση του Ginsberg δομείται σε τρία μέρη και μία «Υποσημείωση» («A Footnote to ‘Howl’»). Ο Πρεβεδουράκης αναπαράγει τη δομή αυτή, αλλά με έναν εντελώς ανοίκειο τρόπο, εικονοκλαστικά και με μία διάθεση που σκοινοβατεί με τρόπο παιγνιώδη ανάμεσα στο σεβασμό και την αποκαθήλωση. Επιπροσθέτως, στο επίπεδο της συνειδητής ποιητικής πρόθεσης, ο Πρεβεδουράκης μας πληροφορεί στο «πατάρι» του βιβλίου (σ. 53) ότι το δεύτερο και το τέταρτο μέρος της δικής του σύνθεσης δεν εμπνέονται τόσο από το δεύτερο μέρος και την «Υποσημείωση» του Ουρλιαχτού, αλλά από δύο άλλα ποιήματα του Ginsberg, το «America» και το «To Aunt Rose». Το γεγονός, βέβαια, αυτό, από μόνο του είναι απλά δηλωτικό μιας πρόθεσης. Διότι, σε τελική ανάλυση, και με την προφανή υπερ-επικοινωνία του Πρεβεδουράκη με το Ουρλιαχτό, για τις ανάγκες της δικής του ποιητικής σύνθεσης, ο ποιητής καταλήγει να συνδέει ασυνείδητα το δεύτερο και το τέταρτο μέρος της δικής του σύνθεσης, με το δεύτερο μέρος και την «Υποσημείωση» του Ουρλιαχτού. Έτσι, πρακτικά, κάθε μέρος του Κλέφτικου έχει την αντανάκλασή του σε ένα μέρος του Ουρλιαχτού, με τρόπο που να επιβάλλει την παράλληλη ανάγνωση ανάμεσα στα δύο έργα, με την επισήμανση, ωστόσο, πως ο ορίζοντας αναφοράς του δεύτερου και του τέταρτου μέρους του Κλέφτικου υπερβαίνει το Ουρλιαχτό και μπολιάζεται με στοιχεία από τα ποιήματα «America» και «To Aunt Rose».

Συνέχεια

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΕΚΔΗΛΩΣΗ

Posted in Επικαιρότητα on 20 Μαρτίου, 2016 by Le grand écrivain

10705365_971364029567857_844264000_n

Η Σιωπή της Σίβας, μόλις ξανά-κυκλοφόρησε

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015 on 11 Μαρτίου, 2016 by Le grand écrivain

cover high

Ζ. Δ. Αϊναλής

Από τη Σιωπή της Σίβας

 

Ι

 

«Τα δάχτυλα των ψηφοφόρων πρέπει να κοπούνε από τη ρίζα»,
μου είπες,
και πήρες να ταξιδεύεις σε μιαν άγνωστη θάλασσα
εγώ σ’ έβλεπα να βαδίζεις στα κύματ’ ατάραχη
το στήθος χαμαιλέοντα το άσπρο του αφρού των
και πέφταν τα δόντια από το στόμα μου
σαν όξινη βροχή στην περιφέρεια των βημάτων σου.

—-

Σε είδα τότε να σκύβεις και να μαζεύεις υγρή σταγόνα-σταγόνα τη θάλασσα.

—-

Εισακουσθήκαν οι προσευχές μου, ψιθύρισα, κι έκανα να ευχαριστήσω μάταια ένα μελάνωμα στην άκρη του θόλου – τόσο ήθελα ν’ αφήσω την καρδιά μου να χτυπήσει ξανά. Είχα βαρεθεί να μετρώ με το μάτι τις μύτες των άστρων, να κουλουριάζομαι ευρυγώνιος στον πήχη του άβακα, να τρυπώ με διαβήτες το θόλο χαράσσοντας σχέδια. Ήθελα ν’ ανοίξω τα χέρια σταυρό ζητώντας τον θεό-κεραυνό, να πέσω στα τέσσερα και να προσκυνώ μια συνείδηση άλλη, έξω από μένα, μια θάλασσα φως.

—-

Πέρασα τη ζωή μου μες στ’ αυτοκίνητα και τ’ αεροπλάνα,
είδα τα λεπτά μου να τρώγονται αλεσμένα στις μυλόπετρες των διοδίων
την μαγγανεία των τελωνείων – τα καυλωμένα τυφέκια και τα μυδραλιοφόρα.
Είδα δέντρα να φυτρώνουνε, ν’ ακμάζουνε, ν’ αναπαράγονται και να πεθαίνουν.
Είδα το χρόνο να τρώγεται και να γίνεται άμμος.
Πέρασα πάνω από τις πολιτείες ουρανομήκης, έξω απ’ τους ανθρώπους, σαν τον Πρωτέα, υποκαθιστώντας τον χρόνο μου με τον χρόνο τους.
Διέθεσα όλο το χρόνο που είχα για να ζήσω μακριά απ’ τον εαυτό μου αναζητώντας τον εαυτό μου.

—-

Τώρα δεν έχω τίποτα για να εγκαταλείψω.
Μόνο τη σιωπή.
Κι εκείνη δική σου.

—-

***

Η πρώτη έκδοση του -τότε- ψηφιακού εκδοτικού οίκου Vakxikon.gr, που είχε κυκλοφορήσει αποκλειστικά σε e-book σε μια πρωτοποριακή κίνηση για το ελληνικό τοπίο, επανακυκλοφορεί σε έντυπη έκδοση με αφορμή τα 5 ΧΡΟΝΙΑ των εκδόσεων Vakxikon.gr.

*

«Αν μου αρέσει για ένα πράγμα ο Αϊναλής, είναι γιατί διαβάζοντάς τον δεν έχω την εντύπωση ότι διαβάζω ταυτόχρονα και άλλους εκατό ποιητές αυτής της γενιάς. Κατορθώνει, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο σε μια ισοπεδωτική εποχή, να επινοήσει τα δικά του εργαλεία για το σμίλεμα της σκληρής πέτρας που λέγεται ποίηση. Το δημιούργημά του μπορεί σε κάποιους να δίνει την εντύπωση του ελιτίστικου ή και του εξεζητημένου, να φαντάζει δύσκολο στην προσέγγισή του, να απαιτεί για την ερμηνεία του την εμβάθυνση στο υπερκείμενο, να ξενίζει με τις εκφραστικές ακροβασίες του, να απέχει από το δόγμα της εποχής «όσο λιτότερο τόσο ουσιαστικότερο». Είναι όμως αληθινό και η αλήθεια συχνά απαιτεί περισσότερες από μία θέσεις παρατήρησης των πραγμάτων. Είναι αποκαλυπτικό, γιατί τολμά να κάνει ανασκαφές στους αρχαιολογικούς χώρους της ανθρώπινης ψυχής και να ψαχουλέψει τόσο τα φωτεινά όσο και τα σκοτεινά συστατικά της. Είναι δηλωτικό της βαθιάς μόρφωσης και της εντρύφησης του ποιητή πάνω στα σπουδαία λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά κινήματα που έθρεψαν το σώμα της ποίησης του αιώνα μας. Είναι τέλος, ένα δημιούργημα πολιτικό, μια αγωνιώδης περιήγηση στους θαλάμους ενός ισχυρού μικρόκοσμου που διαπιστώνει με απόγνωση το βαθμιαίο ξεθώριασμα της λάμψης του».

Κώστας Τσιαχρής, Το Βήμα, 29/8/2012

*

Ο Ζ. Δ. Αϊναλής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Ηλεκτρογραφία (εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2006), Η σιωπή της Σίβας (εκδόσεις Vakxikon.gr, Αθήνα, 2011, 2016), Μυθολογία (εκδόσεις Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, 2013) καθώς και τη συλλογή ποιητικών αφηγημάτων Αποσπάσματα (εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2008). Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, στα Γαλλικά και στα Πορτογαλικά. Έχει συνεργαστεί με τον Γιώργο Μπακάλη στη συγγραφή του σεναρίου της ταινίας μικρού μήκους Η ιστορία ενός φιλήσυχου ανθρώπου βασισμένης σε ένα πεζοποίημα του Henri Michaux. Έχει μεταφράσει μια πληθώρα Ευρωπαίων, κυρίως Γάλλων και Άγγλων, ποιητών, πεζογράφων και δοκιμιογράφων για μια πλειάδα ελληνικών λογοτεχνικών περιοδικών (έντυπων και ηλεκτρονικών). Ζει και εργάζεται στη Μυτιλήνη.

Η σιωπή της Σίβας

Καλά!

Posted in European Poetry, Αφιέρωμα στον Маяковский on 6 Μαρτίου, 2016 by Le grand écrivain

Vladimir_Mayakovsky_1924

Владимир Маяковский – ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ ΜΑΓΙΑΚΟΒΣΚΙ

(7 Ιουλίου 1893 – 14 Απριλίου 1930)

 

Κ Α Λ Α!

(Απόσπασμα)

Απόδοση Νίκος Παππάς

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Σε νύχτες και σε μέρες όπως αυτές,
σε ώρες τέτοιου καιρού
στους δρόμους κυκλοφορούν ίσως μονάχα
οι ποιητές κι οι κλέφτες.
Το σκότος άδειαζε τον ωκεανό του στον κόσμο.
Σκοτάδι μαβί. Πάνω στις φωτιές η μαυρίλα.
Η Πετρούπολη βούλιαζε στο βυθό του νερού
σαν ένα υποβρύχιο χτυπημένο από νάρκη.
Και μονάχα σαν το σκοτάδι
τρίκλιζε μέσα στους πύρινους στροβίλους
Θυμόσουν ξανά
πως δεν είχαν ακόμα τελέψει τα βάσανα.
Το σκοτάδι λες κι ήταν νερό , και το ίδιο
απύθμενη ήταν η βαθυγάλανη άβυσσος.
Κι εδώ ακόμα, σαν φάλαινας φάσμα,
φαινόταν η μάσκα της «Αβρόρα»
Τα πολυβόλα είχαν την πλατεία ξυρίσει.
Οι προκυμαίες άδειες , ερημωμένες.
Κι εδώ όπου η γη κολλούσε σαν τον ιξό
απ΄ τη ζέστη , το φόβο ή και την παγωνιά ,
τις παλάμες απλώνοντας στης φωτιάς πάνω τις γλώσσες,
ζεσταινόταν ένας φαντάρος.
Ανάμεσ’ απ΄ τα μάτια του στρατιώτη αναμμένος δαυλός
λες ακουμπούσε σε μια τούφα μαλλιών του.
Τον γνώρισα , ξαφνιάστηκα ,είπα:
«Γεια σου, Αλέξανδρε Μπλοκ.
Οι φουτουριστές νίκησαν , του παρελθόντος το φράκο
σε κάθε ραφή του ξηλώνεται».
Ο Μπλοκ σήκωσε τα μάτια , οι φωτιές τόνε φώτιζαν .
«Πολύ καλά» – είπε.
Ένα γύρω ναυαγούσε η Ρωσία του Μπλοκ…
Οι Άγνωστες, οι καταχνιές του Βορρά
πηγαίναν στον πάτο
όπως πάνε τα σίδερα, τα κουτιά της κονσέρβας.
Κι ευθύς πήρε ύφος σκληρό,
πιο σκοτεινό απ’ του Χάρου σε γάμο:
«Από την εξοχή …μου γράφουν… βάλαν φωτιά
στη βιβλιοθήκη της βίλλας».
Τα μάτια του κάρφωσε ο Μπλοκ, και του Μπλοκ η σκιά
κι αυτή ακόμα κοιτούσε στρωμένη στον τοίχο…
Σάμπως κι οι δυο να προσμέναν να δουν στα νερά
το Χριστό να βαδίζει.
Μα ο Χριστός δεν είχε όρεξη στον Μπλοκ να φανεί.
Τα μάτια του Μπλοκ ξεχείλιζαν λύπη.
Ζωντανοί, τραγουδώντας, κι όχι πια το Χριστό,
από κάποια γωνιά ξεμπουκάριζαν άντρες:
-Απάνω! Απάνω! Απάνω!
Εργάτες κι ακτήμονες!
Σφίξτε στις χούφτες το σφυρί και το δρέπανο!
Το τουφέκι, τα χέρια στο σίδερο :
Ψηλά τη σημαία!
. . . . . . . . . . . .. . . . . . . .. . . . .. . . . . .. . . . . . . . . . . . .

(1927)

Αναρχία και Λογοτεχνία (κάτι σαν προδημοσίευση)

Posted in Anarchy and Literature (Αναρχία και Λογοτεχνία) on 21 Φεβρουαρίου, 2016 by Le grand écrivain
pierre-joseph-proudhon-and-his-children-in-1853-1865.jpg!Blog

Gustave Courbet, Proudhon et ses enfants (1865)

Κι εδώ αποσπάσματα από ένα βιβλίο που λογικά θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2016 από τις εκδόσεις Πανοπτικόν με την πολύτιμη συνδρομή και συνεργασία -σε κάθε επίπεδο- του Κώστα Δεσποινιάδη. Πρώτα δύο αποσπάσματα και ακολουθούν τα -προσωρινά- περιεχόμενα του τόμου.

—-

«Ο Μπακούνιν είναι ένα από τα πιο αξιοσημείωτα σταυροδρόμια της ρωσικής ζωής. Αυτής της ρωσικής ζωής που, μόνη αυτή, καταπώς φαίνεται, μπορεί ν’ αφήνει ενεό τον κόσμο παράγοντας τέτοια φαινόμενα. Οι πιο ακραίες αντιθέσεις συσσωρεύονται στην ψυχή της: «Κύμα και βράχος, στίχος και πρόζα, φωτιά και πάγος» ∙ οι στίχοι μόνο ίσως λείπουν, θέλω να πω η αρμονία. Διότι ο Μπακούνιν ποτέ δεν τραγούδησε. Ο Μπακούνιν γέμισε την Ευρώπη με τις κραυγές του, με τα ουρλιαχτά του κι αυτό κατά τρόπο μεγαλοπρεπή και άμετρο, τυπικά ρωσικό. Μέσα του έκαιγε εκείνη η παράφορη και μεθυσμένη ανεμελιά των ρωσικών καταγωγίων: ικανός να δοθεί ολόψυχα στην πιο φλογερή δραστηριότητα, ν’ αναλάβει να φέρει εις πέρας πράγματα που δεν μπορούμε να φανταστούμε παρά μονάχα στ’ όνειρο, ή στην ανάγνωση των μυθιστορημάτων ενός Κούπερ.»
Αλέξανδρος Μπλοκ, «Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς Μπακούνιν», Μετάφραση-Σχόλια Ζ. Δ. Αϊναλής.

—-

«Σε επιστολή του προς τον Γκέοργκ Μπράντες, αμέσως μετά την Παρισινή Κομμούνα³, ο Χένρικ Ίψεν έγραφε αναφορικά με το κράτος και την πολιτική ελευθερία:
«Το κράτος είναι κατάρα για το άτομο. Πώς εξαγοράστηκε η εθνική ισχύς της Πρωσίας; Βυθίζοντας το άτομο σε μια γεωπολιτική φόρμουλα… Το κράτος πρέπει να φύγει! Μια τέτοια επανάσταση θα με βρει στο πλευρό της. Υποσκάψτε την ιδέα του κράτους και αντικαταστήστε τη με την αυθόρμητη δράση και την αντίληψη πως ο πνευματικός δεσμός είναι η μόνη συνθήκη που λειτουργεί υπέρ της ομοψυχίας• και τότε, ίσως αρχίσει να υπάρχει μια στοιχειώδης ελευθερία που θ’ αξίζει να τη βιώνουμε».

Μα δεν ήταν μόνο το κράτος που ενοχλούσε τον Χένρικ Ίψεν. Κάθε άλλος θεσμός που –όπως το κράτος– βασίζεται σ’ ένα ψέμα θεωρήθηκε ανομία από τον Νορβηγό συγγραφέα. Ως ασυμβίβαστος καταστροφέας όλων των ψεύτικων ειδώλων και δυναμίτης που ανατινάζει κάθε κοινωνική εξαπάτηση και υποκρισία, ο Ίψεν πάλεψε επίμονα για να ξεθεμελιώσει την κοινωνική μας δομή μέχρι την τελευταία πέτρα. Και κυρίως, εξαπέλυσε τα δριμεία «κατηγορώ» του εναντία στα τέσσερα θεμελιώδη αμαρτήματα της μοντέρνας κοινωνίας: το εγγενές Ψεύδος σε κάθε κοινωνικό μας συμβιβασμό• τη Θυσία και το Χρέος, τις δίδυμες κατάρες που «αλυσοδένουν» την ανθρώπινη διάνοια• τον στενόμυαλο και μικροπρεπή Επαρχιωτισμό που καταπνίγει κάθε ανάπτυξη• και την Έλλειψη Χαράς και Σκοπού στην Εργασία που μετατρέπει τη ζωή σε μια κόγχη μιζέριας και δακρύων.»
Έμμα Γκόλντμαν, «Χένρικ Ίψεν. Ένας εχθρός του λαού», Μετάφραση-Σχόλια Μιχάλης Παπαντωνόπουλος.

—-

Ακολουθούν τα περιεχόμενα του τόμου:

—-

ΑΝΑΡΧΙΑ & ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Ζ.Δ. Αϊναλής – Κώστας Δεσποινιάδης – Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

—-
Σαν Μότο: Carl Sandburg, Legal Midnight Hour (μτφρ. Ζ.Δ.Α.)

Αντί Προλόγου
Renzo Novatore (1890–1922), « Πλάνητες του πνεύματος » (μτφρ. Μ.Π.)

Εισαγωγή
Ζ. Δ. Αϊναλής: Αναρχία και Λογοτεχνία

Ανθολόγιο κειμένων
1.) Αλέξανδρος Γκέρτσεν (1812–1870), «Προυντόν» (μτφρ. Ζ.Δ.Α.)
2.) Εμίλ Ζολά (1840–1902), «Προυντόν και Κουρμπέ» (μτφρ. Ζ.Δ.Α.)
3.) Πιοτρ Κροπότκιν (1842–1921), «Για το Πατέρες και Γιοι του Τουργκένιεβ» (μτφρ. Κ.Δ.)
4.) Πιοτρ Κροπότκιν (1842–1921), «Ντοστογιέβσκι» (μτφρ. Κ.Δ.)
5.) Οκτάβ Μιρμπώ (1848–1917), «Ένας τρελός (Λέων Τολστόι)» (μτφρ. Ζ.Δ.Α.)
6.) Λουίτζι Γκαλεάνι (1861–1931), «Λέων Τολστόι (1828 – 1910)» (μτφρ. Μ.Π.)
7.) Πωλ Αντάμ (1862–1920), «Εγκώμιο του Ραβασόλ» (μτφρ. Ζ.Δ.Α.)
8.) Έμμα Γκόλντμαν (1869–1940), «Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς – Εκεί που δεν υπάρχει τίποτα» (μτφρ. Μ.Π.)
9.) Έμμα Γκόλντμαν, «Ερρίκος Ίψεν – Ένας εχθρός της κοινωνίας» (μτφρ. Μ.Π.)
10.) Έμμα Γκολντμαν, «Λέων Τολστόι – Η Δύναμη του Σκότους» (μτφρ. Κ.Δ.)
11.) Γκούσταβ Λαντάουερ (1870–1919), «Λέων Τολστόι» (μτφρ. Ζ.Δ.Α.)
12.) Ιππόλυτος Χάβελ (1871–1950), «Ένας ανήθικος συγγραφέας (М.П. Αρτσιμπάσεβ)» (μτφρ. Μ.Π.)
13.) Αλέξανδρος Μπλοκ (1880–1921), « Μιχαήλ Μπακούνιν » (μτφρ. Ζ.Δ.Α.)

Ρομαντική Αισθητική: Μετά 5 έτη

Posted in European Literature, Project Romanticism on 19 Φεβρουαρίου, 2016 by Le grand écrivain

Αποσπάσματα από το βιβλίο Z. Δ. Αϊναλής – Μ. Παπαντωνόπουλος, Ρομαντική Αισθητική. Οι ποιητές των Λιμνών και η Σχολή της Ιένα, Κριτική, Αθήνα, 2011.

9789602187159-287x430

—-

«Τόσο ο Blake όσο και ο Shelley στο πρόσωπο του Σατανά, και του Προμηθέα αντίστοιχα, προβάλλουν το πρότυπο του εξεγερμένου, που όμως στηρίζεται σε ένα θεμελιώδες τριαδικό ψυχαναλυτικό σχήμα: εξεγερμένος ενάντια του πατέρα αρχικά και δευτερευόντως ενάντια των αυταρχικών πολιτικών-ιδεολογικών υποκατάστατων του σε μια εξουσιαστική κοινωνία, τον βασιλιά (τον «πρώτο άρχοντα») και τον Θεό. Διότι μπορεί ο Θεός να είναι το δίχως άλλο το υπέρτατο μοντέλο εξουσίας, αλλά πρόκειται για ένα μοντέλο αφηρημένο και υστερογενές, υπό την έννοια ότι όχι μόνο δεν είναι άμεσα απτό ή αντιληπτό αλλά και δημιουργημένο. «Οι φυλακές χτίζονται με τα λιθάρια του Νόμου, τα μπουρδέλα με τα τούβλα της Θρησκείας», θα γράψει Blake στον Γάμο του Παράδεισου και της Κόλασης. Ο Θεός δεν είναι παρά ένα σύμβολο, μία ‘εικόνα’ και η ενοχή απέναντι του δεν είναι παρά ένας τρόπος να δοθεί ένα σχήμα στις ψυχολογικές εκείνες καταστάσεις που η καταγωγή τους βρίσκεται στις ίδιες τις κοινωνικές συνθήκες. Μέσα στα πλαίσια, λοιπόν, μιας εξουσιαστικής κοινωνίας, κάθε εξουσιαστικής κοινωνίας, η πίστη στην απόλυτη ισχύ αυτού του εξουσιαστικού-αυταρχικού «θεϊκού» μοντέλου οδηγεί σε μια κοινωνία επίσης αναπόφευκτα εξουσιαστική-αυταρχική, μετασχηματίζοντας το αφηρημένο μοντέλο σε απτές κοινωνικές σχέσεις. Αυτός ο αυταρχισμός, εκφράζεται κυρίως μέσα από τρία πρωταρχικά επίπεδα: το πολιτικό επίπεδο, (ο Βασιλιάς, ή εν γένει η «πολιτική» εξουσία), το ιδεολογικό (οι «θεράποντες» του Θεού επί γης, ο σαμάνος, ο παπάς και ο ιμάμης) και το κοινωνικό (ο Πατέρας – η Οικογένεια). Το άτομο που ανατράφηκε με αυτό το μοντέλο κατά τη διάρκεια όλων των εκδηλώσεων της ζωής του, καταλήγει στο τέλος να αντιμετωπίζει ψυχολογικά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, συγχέοντάς τις, τις διαφορετικές «εικόνες» των διαφορετικών εκπροσώπων των διαφορετικών κοινωνικών επιπέδων. Ως εκ τούτου, ασυνείδητα, η «εικόνα» του πατέρα, εκείνη του αρχιεπισκόπου κι εκείνη του βασιλιά συγχέονται μεταξύ τους με τέτοιον τρόπο ώστε πλέον να μην συνιστούν παρά μία και μόνη. Διότι, κάθε μία από αυτές τις «εικόνες» αντιστοιχεί σε διαφορετικές εκδοχές του ιδίου μοντέλου καθώς και στις ψυχολογικές αντιδράσεις που αυτό γεννά. Επιπλέον, κάθε μία από αυτές τις «εικόνες» λειτουργεί ως μία γήινη προσωποποίηση της αρχετυπικής «εικόνας» του ίδιου του Θεού. Ή διαφορετικά, η «εικόνα» του Θεού μεταθέτει σε ένα μεταφυσικό επίπεδο τις γήινες «εικόνες», οι οποίες, ως εκ τούτου βρίσκουν την δικαιολόγηση τους σε αυτήν ακριβώς την υπέρτατη, μεταφυσική και εξω-γήινη «εικόνα» απόλυτης εξουσίας.
Από τα παραπάνω καθίσταται φανερό ότι το αίτημα της εξέγερσης στον ρομαντισμό δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέσο προς άλλες, εναργείς, στοχεύσεις. Διότι το υφέρπων πολιτικό μήνυμα όλου του ρομαντισμού βρίσκεται ακριβώς στο τρίγωνο αυτογνωσία – ελευθερία – αυτονομία, με την εξέγερση στο κέντρο του: η εύρεση του εαυτού ως απόρροια της εξέγερσης και η οδηγούσα στην αυτονομία ελευθερία ως προϊόν της εύρεσης του εαυτού. Το τρίπτυχο αυτό, με την εξέγερση ως εμβληματικό σημείο και αφετηρία του, θα καταστεί το κυρίαρχο θέμα ενός ολόκληρου – οριακού – έργου του ευρωπαϊκού ρομαντισμού, Τα χρόνια της μαθητείας του Βίλχελμ Μάιστερ (Wilhelm Meisters Lehrjahre, 1795/96) του Goethe. Το αίτημα ως εκ τούτου της ελευθερίας και της αυτονομίας, ατομικής πρώτα απ’ όλα και συνακόλουθα συλλογικής, δια της εξέγερσης, που θέτει ο ρομαντικός καλλιτέχνης είναι ενιαίο και στρέφεται προς όλες τις κατευθύνσεις, στοχεύει όλους τους κατεστημένους τρόπους σκέψης και όλες τις νόρμες στην τέχνη, στην ηθική, και στην πολιτική. Ένα αίτημα που πολλοί ρομαντικοί θα αποδειχτούν πρόθυμοι να το υπερασπιστούν ακόμα και με την ίδια τους τη ζωή (Byron, Пушкин, Mickiewicz).»
Ζ. Δ. Αϊναλής, «Εισαγωγή (Μελαγχολία και Εξέγερση)», σελ. 44-46

—-

«Ανάμεσα στις ιδιότητες εκείνες που απαρίθμησα, και οι οποίες συμβάλλουν πρωταρχικά στη γέννηση ενός ποιητή, δεν υπονοείται πουθενά βέβαια ότι αυτές είναι διαφορετικές από τις αντίστοιχες των υπόλοιπων ανθρώπων. Στο μόνο που διαφέρουν είναι η ένταση. Εν ολίγοις, αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο ποιητής διακρίνεται κυρίως από τους υπόλοιπους ανθρώπους από μια μεγαλύτερη προαίρεση να σκέφτεται και να νιώθει δίχως την επενέργεια κάποιου άμεσου εξωτερικού ερεθίσματος, καθώς και από μια εναργέστερη δύναμη να εκφράζει τις σκέψεις και τα συναισθήματα που δημιουργούνται με αυτόν τον τρόπο. Αυτά όμως τα πάθη και οι σκέψεις και τα συναισθήματα είναι τα γενικά πάθη και σκέψεις και συναισθήματα των ανθρώπων. Και με τι συνδέονται; Αναμφίβολα με το κοινό ηθικό υπόβαθρο και τις ζωικές μας αισθήσεις, καθώς και με τις αιτίες που τα διεγείρουν: με τις λειτουργίες των στοιχείων της φύσης και τις φαινομενικότητες του ορατού σύμπαντος, με την καταιγίδα και τη λιακάδα, με τις επαναστάσεις των εποχών, με το κρύο και τη ζέστη, με την απώλεια φίλων και συγγενών, με πληγές και δυστυχίες, με την ευγνωμοσύνη και την ελπίδα, με το φόβο και τη θλίψη. Αυτά είναι τα ζητήματα και οι αισθήσεις που ο ποιητής περιγράφει, καθόσον πρόκειται για τις αισθήσεις των άλλων ανθρώπων και τα ζητήματα που τους απασχολούν. Ο ποιητής σκέφτεται και νιώθει υπό την επήρεια των ανθρώπινων παθών. Πως είναι δυνατόν, λοιπόν, η δική του γλώσσα να διαφέρει σε ένα υλικό επίπεδο από την γλώσσα όλων των άλλων ανθρώπων που έχουν έντονα αισθήματα και βλέπουν καθαρά; Κατά την ταπεινή μου γνώμη αυτό είναι αδύνατον. Θα μπορούσαμε ενδεχομένως να υποθέσουμε πως δεν έχουν έτσι τα πράγματα κι ότι ο ποιητής έχει κάθε δικαίωμα να χρησιμοποιεί μια ιδιόρρυθμη γλώσσα όταν εκφράζει τα συναισθήματα του, κινούμενος αποκλειστικά με γνώμονα την δική του ικανοποίηση ή έστω των ομοίων του. Όμως οι ποιητές δεν γράφουν μόνο για τους ποιητές, αλλά για όλους τους ανθρώπους. Αν λοιπόν δεν θεωρούμε εαυτούς θιασώτες εκείνου του είδους θαυμασμού που στηρίζεται στην άγνοια, και εκείνου του είδους απόλαυσης που προκαλείται απ’ όσα που δεν καταλαβαίνουμε, πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε ότι ο ποιητής οφείλει να κατεβεί από το υποτιθέμενο βάθρο του και προκειμένου να διεγείρει έλλογη συναισθησία πρέπει να εκφραστεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που και οι υπόλοιποι άνθρωποι εκφράζονται.»
William Wordsworth, «Πρόλογος» στις Λυρικές Μπαλάντες (1802), Μετάφραση-Σχόλια Ζ. Δ. Αϊναλής, σε. 105-107.

—-

«Προκειμένου να διευκολύνω την εποπτική σχέση του αναγνώστη με το σύστημα της ειρωνείας, θα σημειώσω επιλεκτικά ορισμένα είδη του συγκεκριμένου μηχανισμού. Πρώτη –και ευδιάκριτη μεταξύ των υπολοίπων– η άγρια ειρωνεία. Ελλοχεύει στην αληθινή φύση των πραγμάτων και είναι η πιο διαδεδομένη· πατρίδα της: η ανθρώπινη ιστορία. Δεύτερη, η διακριτική ή εκλεπτυσμένη ειρωνεία· ενίοτε και υπέρ-διακριτική. Ο Σκαραμούς χρησιμοποιεί τον τελευταίο τύπο ειρωνείας, όταν απευθύνεται στον συνομιλητή του εγκάρδια και φιλότιμα, με την πρέπουσα κοινωνική αβροφροσύνη, ενώ στην πραγματικότητα αναζητάει την κατάλληλη ευκαιρία για να τον «μαχαιρώσει πισώπλατα». Επίσης, τη συναντάμε στους ποιητές – όπως και τη πρωτογενή ειρωνεία: ένα είδος που ευδοκιμεί σε παλαιούς κήπους όπου θαυμάσιες, θελκτικές σπηλιές παρασύρουν τον ευαίσθητο φίλο της φύσης στις κρύες μήτρες τους μόνο και μόνο για να τον ξεπλύνουν με νερό από την κορυφή μέχρι τα νύχια και να τον καθαρίσουν από κάθε ίχνος λεπτότητας που βρίσκεται πάνω του. Επιπλέον, η δραματική ειρωνεία. Για παράδειγμα, ένας θεατρικός συγγραφέας έχει γράψει τις τρεις πράξεις ενός έργου· εντελώς απροσδόκητα, μεταμορφώνεται σε άλλον άνθρωπο και έχει να γράψει ακόμη δύο. Διπλή ειρωνεία υφίσταται όταν δύο ειρωνικές γραμμές κινούνται παράλληλα μεταξύ τους, χωρίς να εμποδίζει η μία την άλλη. Τελευταία άφησα την ειρωνεία της ειρωνείας. Πιθανώς, το πλέον θεμελιώδες ειρωνικό στοιχείο της ειρωνείας έγκειται στο ότι το ίδιο μπορεί να καταντήσει ανυπόφορα πληκτικό, εφόσον το αναγνωρίζουμε διαρκώς στην καθημερινότητά μας. Ωστόσο, το νόημα που θέλω να μεταφέρω με τη καταγραφή του εν λόγω τύπου ειρωνείας είναι πως ο τελευταίος πραγματώνεται με περισσότερους από έναν τρόπους. Παραδείγματος χάριν: αναφέρεσαι στην ειρωνεία χωρίς να χειρίζεσαι την ίδια ως ύφος του λόγου σου, όπως έκανα στην τελευταία φράση· ή αναλύεις ειρωνικά το φαινόμενο ειρωνεία, χωρίς να συνειδητοποιείς πως έχεις υπερβεί κάθε μέτρο χρήσης της ειρωνικής γλώσσας κατ’ αυτήν τη διαδικασία· ή δεν μπορείς πλέον να απαλλαχθείς από τον συγκεκριμένο τόνο, όπως συμβαίνει στον υπογράφοντα του ανά χείρας δοκιμίου περί παρανόησης· ή η ειρωνεία γίνεται μανιέρα και ειρωνεύεται τον συγγραφέα της· ή κάποιος αναλαμβάνει τη συγγραφή ενός ειρωνικού, πλην όμως άχρηστου, βιβλίου, χωρίς πρώτα να ελέγξει αν τα αποθέματά του σε ειρωνεία επαρκούν για κάτι τέτοιο· τελικά αναγκάζεται να το φέρει εις πέρας παρά τη θέλησή του, όπως κάνει ένας ηθοποιός με τον ρόλο του, υποφέροντας από φρικτούς πόνους· τέλος, υπάρχει η ειρωνεία που παρεκτρέπεται και ο φορέας της αδυνατεί πια να την εξουσιάσει.
Ποιοι θεοί θα μας σώσουν από τα παραπάνω είδη ειρωνείας; Μία λύση υπάρχει: να βρει καθένας μια ειρωνεία ικανή να καταβροχθίσει όλες τις άλλες –μικρές, μεγάλες– και να μην αφήσει ίχνος πίσω τους. Εδώ, οφείλω να ομολογήσω το εξής: τόση ώρα αισθάνομαι πως η δική μου ειρωνική διάθεση επιτελεί ακριβώς αυτήν τη λειτουργία. Ασφαλώς, μια τέτοια τακτική δεν συνιστά μακροπρόθεσμη λύση. Φοβάμαι πως αν κατανοούσα πλήρως τι ελλοχεύει σε μια τέτοια μοίρα, τότε πολύ σύντομα θα προέκυπτε μια νέα γενιά από μικρές ειρωνείες: γιατί είναι βέβαιο πως τα άστρα προμηνύουν το ασύλληπτο. Κι αν τα πάντα γαλήνευαν για μακρά χρονική περίοδο, κανείς δεν θα έδειχνε εμπιστοσύνη σε αυτήν τη φαινομενική ηρεμία. Κανείς δεν παίζει με την ειρωνεία. Μια τέτοια συμπεριφορά μπορεί να προκαλέσει απίστευτες παρενέργειες. Έχω την υποψία πως ορισμένοι από τους πιο ενσυνείδητους καλλιτέχνες περασμένων εποχών συνεχίζουν να συμπεριφέρονται ειρωνικά, εκατοντάδες χρόνια μετά τον θάνατό τους, απέναντι στους πιστούς οπαδούς και θαυμαστές τους. Ο Σαίξπηρ διαθέτει άπειρες αβύσσους, πλάνες και προθέσεις. Δεν θα έστησε ύπουλες παγίδες μέσα στα κείμενά του για να «πιάσει» τους ευφυέστερους καλλιτέχνες του μέλλοντος καιρού, να τους εξαπατήσει και να τους κάνει να πιστέψουν –πριν προλάβουν να συνειδητοποιήσουν τι κατορθώνουν με το έργο τους– πώς είναι και οι ίδιοι κάποιοι σαν τον σπουδαίο δραματουργό; Σας διαβεβαιώνω: ο Σαίξπηρ σφύζει από προθέσεις – πολύ περισσότερες από όσες αναγνωρίζει συνήθως το κοινό.»
K. W. F. Von Schlegel, «Περί παρανόησης» (1800), Μετάφραση-Σχόλια Μ. Παπαντωνόπουλος, σελ. 164-166.

«Εδώ ας σταθώ»18/02/2016

Posted in Χωρίς κατηγορία on 16 Φεβρουαρίου, 2016 by Le grand écrivain

Ο ποιητής Ζ. Δ. Αϊναλής, θα συζητά με τον οικοδεσπότη George Le Nonce και θα διαβάσει ποιήματα, την Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου, στις οχτώ το βράδυ, στο clipart radio, στην εκπομπή «ἐδῶ ἂς σταθῶ». Συντονιστείτε.

12717549_1026526874052863_4807949784343824996_n

Fazil Hûsnû Dağlarca, Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…

Posted in European Poetry, World Literature on 2 Φεβρουαρίου, 2016 by Le grand écrivain

fazil-husnu-daglarca-

Fazil Hûsnû Dağlarca

Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…
(1945 – 1955: Ανθολογία μιας σχεδόν παγανιστικής δεκαετίας)

Μετάφραση
Ζ. Δ. Αϊναλής – Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

Το Έπος του Τζακίρ
(απόσπασμα)

– Διαύγεια, με τη μορφή χεριών και ποδιών,
ανησυχούσε.

Αποφάσισα πως θα ‘πρεπε να πεθάνω
Χωρίς φόβο στη δίνη ταραγμένων ρευμάτων.
Μέσα στο φως και να μακραίνουν οι επιγραφές,
Το τετελεσμένο να κρέμεται στο λαιμό
Καθώς που φυλαχτό και προσευχή πικρή.

Πριν χρόνια, πριν τη γαλάζια εποχή του σπόρου,
Αποφάσισα, με τη συναίνεση νυκτόβιων πουλιών,
Πως θα ‘πρεπε να περιβάλλω τον εαυτό μου ολάκερο
Μ’ άδεια μεγάλα κύπελλα και με τη δίψα πτωμάτων αφυδατωμένων,
Πως σαν σουλτάνος θα ‘πρεπε να τ’ ατενίζω με πόθο.

Πιο λαφριά από τον αγέρα, πιο παλιά από κάποιες γυναίκες
Η μόνη αλήθεια της αγέρωχης γυμνής μας γέννησης…
Αιώνιος σε πόλεις και λόφους ο κόσμος
Πέρα από την ομορφιά του χρόνου λικνίζεται στη βλάστηση,
Ανάμνηση επάξια επωασμένη με στοργή.

Αργά, καθώς που βράχοι και δέντρων κορμοί κομμένοι
Μέσα στη σκοτεινή μοιχεία του μυαλού,
Και κάτω απ’ το λευκό και φωτεινό ουρανό της ιστορίας
Αποφάσισα πως θα ‘πρεπε να πεθάνω
Και να μοιραστώ με ζώων σκελετούς της ζωής το μυστήριο.

Μετάφραση Ζ. Δ. Α.

Από τη συλλογή Το Έπος του Τζακίρ (1945)

***

Το θήραμα που σκοτώσαμε

Οι κόρες των ματιών του
Γυαλίζανε στο σκοτάδι,
Και δεν φοβότανε τίποτα.

Εμείς οι άλλοι λιμοκτονούσαμε.
Στην είσοδο της σπηλιάς,
Κάποτε καιροφυλακτήσαμε
Και όπως περνούσε
Σπρώξαμε κείνο το βράχο:
Κι έπειτα μια μεγάλη κραυγή
Κι ύστερα τίποτα
Κι ο σύντροφος των νυχτών
Και των δασών σώπασε.

Δεν πίνει πια, δεν θα πιει,
Δεν κινείται πια, δεν θα κινηθεί,
Δεν κοιμάται πια, δεν θα κοιμηθεί,
Πια δεν θα κάνει εκείνα που έκανε.

Εμείς οι άλλοι φτιάξαμε φυλακτά
Απ’ τ’ απομεινάρια της ομορφιάς του,
Απλά φυλακτά και παράξενα
Που θα είναι τόσο φωτεινά,
Τόσο τυφλά όσο το τρίχωμα του.

Το τσιμπούσι της νίκης
Στην οικειότητα των πραγμάτων:
Ότι τα χέρια μας, τα κεφάλια μας, οι καρδιές μας, άπληστα τώρα
Επιτέλους χορταίνανε.

 

Μετάφραση Ζ. Δ. Α.

 

Τα νερά είναι πιο σοφά από μας

Τα νερά είναι πιο σοφά από μας• διαισθάνονται τη νύχτα νωρίτερα
Απ’ τον ουρανό αποσύρονται στο σκοτάδι
Κι εξαφανίζονται σαν ένα γιγάντιο ψάρι
Ενώ τριγύρω οι λόφοι διαλύονται.

Τα νερά είναι πιο σοφά από μας• μπορούν να βρουν τη χαρά
Στα δέντρα μόνο
Όχι στους ξένους
Υποχρεώνοντας μας να ζούμε στη μοναξιά.

Τα νερά είναι πιο σοφά από μας• δεν κοιμούνται
Κρατούν τα μάτια τους ανοιχτά εκεί όπου ευδοκιμεί το γαλάζιο
Καραδοκώντας στο μυστικό του θανάτου
Κάποιο μέρος για τις ζωές τους.

Μετάφραση Ζ. Δ. Α.

Από τη συλλογή Η εποχή του Λίθου (1945)

***

Εν Παρόδῳ

Κάτω απ’ τ’ αστέρια ο κόσμος μας είναι τόσο δα μικρός
Και το σπίτι μας φαντάζει μικροσκοπικό.
Άγρια άνθη ψελλίζουν τα ξόρκια τους πριν την αυγή
Με δίχως ύπνο και χωρίς αναμνήσεις.
Δυόσμος το μόνο τους δόλωμα.

Οι άνθρωποι σε καταληψία από την εποχή αρχέγονων ημερών.
Και τα πράγματα, με μιαν έννοια, σε έκσταση.
Η μυξοπαρθένα κυρά αποθεώνεται στο χλευαστικό διάστημα.
Στον αιθέρα τα πουλιά γλιστρούν με αγάπη
Κι οι ουρανοί αλλάζουν διαστάσεις.

Η καρδιά δεν παρατηρεί τίποτα.
Η παραφροσύνη της γνήσια.
Μέσα απ’ το κορμί και μέσα απ’ την ψυχή
Ο χρόνος διαβαίνει
Βασανιστήριο ατέρμονο.

 

Μετάφραση Ζ. Δ. Α.

Από τη συλλογή Πεινασμένη Γραφή (1951)

***

Οι μάχες του Ινονού

η γη αμύνεται

Αδέλφια, η γη διψάει για μάνες, γιους και κόρες.
Το νερό
διψάει για χρόνο.

Τι κι αν εμείς ζαρώνουμε από τρόμο –
το ξεραμένο χόρτο τρέφει ελπίδα, πατριώτες,
η νοτισμένη μας σοδειά θα ρίχτει στη μάχη.

Λέτε: ο θάνατος παραφυλάει τον πιο μεγάλο θάνατο
επάνω στα βουνά που ορθώνουν – με ενέχυρο την πίστη μας –
κι άλλο τις κορυφές τους.

Μα δείτε: όλα που ζήσαμε σ’ αυτήν τη γη
εδώ και αιώνες
πιάνονται χέρι χέρι τώρα διψασμένα.

 

Μετάφραση Μ. Π.

Από τη συλλογή Ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας (1951)

***

Συνέχεια

Z. D. Ainalis, Poems in English

Posted in Greek Poetry on 1 Φεβρουαρίου, 2016 by Le grand écrivain
James Ensor, La chute des anges rebelles

James Ensor, La chute des anges rebelles

Z. D. Ainalis, Poems in English

Translated in English by Yannis Goumas

Three Poems

Odysseus

The prison in my mind
I bought off cheaply
for a packet of cigarettes
from a kiosk selling dirty mags in Omónia Square
now I walk more or less a free man
brandishing my umbrella
admittedly more than necessary
I am lifted bodily
and walk on the city’s rooftops
eroded by nitrogen and rain
and down on the pillaged bottom
of the gigantic Acheron lecythus
stirring the lees of ancestral wine-drinking
semen spilled oil murders fag-ends putrid flesh
and bones of the dead
ancient kings famous heroes
only my mother I didn’t expect to see
what the fuck is she doing here
when she started saying
her good-for-nothing daughter-in-law in a Benghazi brothel
then a mouse came out and ate her tongue
that she realized I didn’t belong there yet
a casual labourer
a pieceworker
a street sweeper I got wise to it once
and hundreds of small pins pierced my heart
but I took every care not to tear my new asbestos
attire
lest the hagiography beneath appear naked
pure white
crushing
the image
the real image

Penelope

Man’s face has come to be full of cracks
when you get up and wash in the morning before drying your face
thus wet
you count them in the mirror
a reminder of happiness’ foiled promises
one day I took to fingering
the rim of the largest of these
gaping like a roused vagina
I looked horrified at the abyss opening below
as far as the eye reached the dark
I pushed my fingers further in and
all at once I began sinking
sinking
so surprisingly
into a moist nothingness
with no light to get hold of
vertigo
I prayed then for the bottom as a bloody mercy
no good
in the final twist the huge cobweb
reminding me
of my fate

Telemachus

Poachers cut off my hands for booty
in the other war
what was left they stuck into rusty loops
that’s why you see me now holding the inkpot with my teeth
painting with my tongue
the page all spots
my blood in drops
my lips remnants of torn flesh
enamel gums broken teeth
tears spittle
and I’m not talking about myself
but I was sickened by that slut of my mother
who let in through the window temptations in dozens
turning them on
the bitch
and afterwards leaving them dumbstruck in the lurch
enjoying her monarchic sway over so many men
although the flesh’s fury whipped her horribly
each time she woke up wrapped in the sap of dawn
overcome by the ghosts of night
and yet
I’m not talking about myself
that’s why these days I think so much of Neoptolemus
and so many others

burnt generation
my generation

***

Search

I look back to the years that were and no longer were
I look back to the memories that were and no longer were
I look back to the lips that were and no longer were
among lights and sewers, what are you still searching for
my heart in the streets at night

Little Erotic Song

And I who so yearned to sow your body
to become deep spring golden rain in the deepest loins
to become river blood spasm spilled sperm
to become life in you
life to give back
a miracle


Gestation

One love
is a short
poem
hoarse
bleeding cries in
eternity

Hellenica: Novelty Within or Beyond Language: Anthology of Young Greek Poets, Athens, 2009.