ΒΑΓΙΑ ΚΑΛΦΑ, ΛΗΘΟΣΤΡΩΤΟ

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015 on Αυγούστου 8, 2016 by Le grand écrivain

kalfa

ΒΑΓΙΑ ΚΑΛΦΑ

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΛΗΘΟΣΤΡΩΤΟ (2013)

 

 

Επαρχία

 

Ι

 

Ένα ακόμη καλοκαίρι

Επαρχία

Κάτι αόριστο φυλάς

Ο χρόνος

Φεύγει, όπως φεύγουν οι αλήθειες -επώδυνες-

Και δεν κάνουν εντύπωση καμιά

 

ΙΙ

 

Το φως απ’ το απέναντι

Φροντιστήριο κλείνει

Το περίπτερο

Κατεβάζει τα στόρια

Απ’ τις ταβέρνες

Φεύγουν κι οι τελευταίοι

Πελάτες – στην κουζίνα

Ήχοι από κατσαρολικά

 

Ίσως αυτό

Ν’ άκουσε τελευταίο

Η νύχτα

 

Και μελαγχόλησε βαθιά

 

Βράδυ Σεπτέμβρη

 

Επιτέλους φυσά

Ο αέρας

Να ξεριζώσει

Τις τέντες, να λυγί-

Σει τα δέντρα

Να βυθίσει

Στο σκοτάδι

Την πόλη

 

Προπάντων

Να στεγνώσει

Την υγρασία

Του καύσωνα

 

Που περιπαίζει

Όσους απέμειναν

 

Ψίθυροι

 

Την πονούσες τη Νανά, παίζατε μαζί στη γειτονιά

Βρεθήκατε ύστερα από πολλές

Μεταθέσεις του μπαμπά της

Η πρώτη κουβέντα της: έχω αλλάξει

Ας μην πούμε για παλιά

 

Είπαν ότι τρελάθηκε

Την είδαν να τρέχει στο δρόμο

Να μιλά μόνη της και να γελά

Υποθέτοντας πως οι άνθρωποι

Είναι κακόγουστοι, ξεμπέρδεψες

 

Όταν βγαίνετε όμως

Οι κινήσεις της, σαν να ξελασκάρισαν κάπως

-Χέρια πιο γρήγορα

Πόδια ανοιχτά- ένας γνωστός

Τη φώναξε κάποτε

Του λόχου η Νανά

 

Και πως είχε μείνει έγκυος άκουσες

Και το ‘ριξε κι άλλα πολλά

Που λεν οι άνθρωποι στις πλατείες

Τα μακριά

Επαρχιώτικα βράδια

Συνέχεια ανάγνωσης

Ζ. Δ. ΑΪΝΑΛΗΣ, ΕΝΑ ΚΑΤΙ ΠΙΟ ΑΡΓΑ

Posted in Greek Poetry on Αυγούστου 6, 2016 by Le grand écrivain

2641378-screen_shot_2012_10_11_at_10.12.05_am

Ζ. Δ. ΑΪΝΑΛΗΣ

 

ΕΝΑ ΚΑΤΙ ΠΙΟ ΑΡΓΑ

 

 

 

Έρχονταν τότε και ψιθύριζαν στ’ αυτιά μου

ανυπόστατα πράγματα

φρίκες και πολυαιθυλένια

ασημαντότητες θα πεις

που όμως κατέθλιβαν

συνέθλιβαν

λιανίζαν. Εγώ

κλείδωνα από μέσα τρεις-τέσσερις φορές

και πέταγα στα σκουπίδια το κλειδί

έπειτα το μετάνιωνα και τράβαγα νύχτα και το ‘ψαχνα

αλλά ήδη ήταν αργά

είχε τραβήξει γι’ αλλού το πράμα

κι εκείνες οι φωνές στ’ αυτιά μου

ούρλιαζαν

ούρλιαζαν

ούρλιαζαν

 

***

 

Τότε

όπως κάθε σιωπή εκκινούσε

με κάτι το ακαθόριστο

το συγγνωστό εκείνο και σεσημασμένο

πλάκωμα μες στο στήθος.

Ας πούμε

πως κάποια πράγματα δεν λέγονται

κι έπειτα;

Κάποιος υπάλληλος γαμιόλης

–ασυνείδητος–

πατούσε το κουμπί κι έκοβε

σαν να μην τρέχει τίποτα

την παροχή του ρεύματος

και να πετάγονται ουρλιάζοντας

όλοι οι δαίμονες του Άρκχαμ

στο μυαλό μου

 

***

  Συνέχεια ανάγνωσης

Μεχμέτ Γιασίν, Πέντε ποιήματα από το ανθολόγιο Άγγελοι Εκδικητές

Posted in European Poetry, World Literature on Μαΐου 13, 2016 by Le grand écrivain

cover_high

MEHMET YAŞІN

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ     Ζ. Δ. ΑΪΝΑΛΗΣ

 

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΜΙΑΣ ΜΑΝΑΣ

 

Ο πόλεμος τέλειωσε, λένε,

όσοι ήταν στο μέτωπο γύρισαν

έτρεξα στο Σαραιγιονού

ρώτησα για σένα τη στήλη του Ντικιλιτάς

«Δεν τον είδα», απαντάει.

 —

Ρίχτηκα πίσω από ένα παιδί κλαμένο

Πέρασα μπροστά από ένα σπίτι καμένο

Βρήκα μια μικρή κατσίκα νεκρή

Ρώτησα, γιε μου, για σένα.

—-

Ρώτησα την αμυγδαλιά

Ρώτησα το τζιτζίκι

«Δεν τον είδα», απαντάνε

Κοίταξα στους δρόμους παντού έκλαψα

έκλαψα έκλαψα.

—-

Ρώτησα για σένα τον πόλεμο

Ρώτησα το αίμα που κυλάει

τα μυρμήγκια, το χώμα.

 —-

Τραγούδησα τα τραγούδια που σ’ άρεσαν

Έδειξα τις φωτογραφίες σου

Ήταν μόλις δεκαεφτά, είπα,

«Δεν τον είδα, δεν τον είδα, δεν τον είδα…»

 —-

Κοίταξα στον πόλεμο παντού έκλαψα

έκλαψα έκλαψα.

—-

Περνάνε μπροστά απ’ την πόρτα μας τανκς

εσύ δεν περνάς,

περνάν οι φυλακισμένοι

οι μέρες κι οι μήνες

εσύ δεν περνάς.

 —-

Περίμενα, αφουγκράστηκα, πρόσμενα

καρτέρεψα, γιε μου, την επιστροφή σου.

 —

Μια φωτογραφία σου μου ‘μεινε μόνο

καμιόνια κουβαλούν τους νεκρούς

το ράδιο παίζει νικητήρια εμβατήρια

κανένας δεν σ’ είδε,

κανένας.

 —-

Πήρα τους δρόμους της Λευκωσίας έκλαψα

έκλαψα έκλαψα.

 —-

Λευκωσία, 1980

 

***

 —-

ΒΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

 —-

Βγαίνοντας από το καταφύγιο δεν αναγνωρίσαμε τον τόπο

χρώματα και ήχοι άλλαξαν

των προαστίων οι ονομασίες και των οδών μία-μία.

«Πώς θα βρούμε τώρα τα σπίτια μας;»

Αδιέξοδα όπου κι αν στρίψουμε

δρόμοι κλειστοί από οδοφράγματα.

 —-

Πήραμε ν’ αναζητούμε ορόσημα

«Το σχολείο ήτανε στη γωνία… κοντά στο μπαρ Ατλαντίς

πέρα από τα τρία ψηλά πεύκα…»

Στρατώνες τώρα υψώνονται στις γωνίες, καήκαν τα δέντρα,

πρέπει να την ονειρευτήκαμε την Ατλαντίδα

δεν απομένει ούτ’ ένα ίχνος της.

—-

Μας ‘δωσαν καινούργια σπίτια με τα κουφάρια τους

ήμασταν σαν τις αρκούδες ψάχνοντας για φωλιές να βγάλουμε το χειμώνα

με καινούργιες ταυτότητες και πιστοποιητικά γέννησης

λέγαμε και πάλι «εμείς» – ποιοι εμείς; –

αν ό,τι μας καθόριζε μόνο ήταν πως ήμασταν οι αντίποδες

των προσφύγων γειτόνων μας, είχαμε στ’ αλήθεια υπάρξει;

 —

Σ’ ένα ταξίδι προς Ανατολάς

τρέξαμε στο λιμάνι με τις κάμερες

οικογένειες αποίκων από Πέρα πλησίασαν.

Μεγαλαυχώντας τους είπαμε «εσείς»

ενώ εκείνοι φιλοδοξούσαν να γίνουν «εμείς».

Αλλά όταν πετάξαμε τα κράνη μας μείναμε γυμνοί.

—-

Σήκωσα τ’ ακουστικό σ’ ένα ρημαγμένο από τον πόλεμο σπίτι

– κανείς δεν απαντά· είν’ όλοι νεκροί; –

Είμαι ο μόνος επιζών στα χαλάσματα;

Οι παλιοί τους βρίσκουν παράξενους

οι έφηβοι βλέπουν τους στίχους μου

σαν μια λησμονημένη γραφή σε κάποια αρχαία ταφόπλακα.

 —-

Μέσα σε τούτη τη καταστροφή ίσως να είν’ η θάλασσα που δίνει ελπίδα

μια ανήσυχη φωνή από μέσα:

– Ποτέ ακόμα η Κύπρος, τα παιδικά μου χρόνια, δεν διαγράφτηκαν

από τα περιβόλια όπου ανθίζουν οι πορτοκαλιές…

Ανθρώπινα όντα αναζητούν τους εαυτούς τους,  νησιά τα διαβατήρια

για να εισέλθουν από τις πύλες του κόσμου.

 

 —-

Λευκωσία, 1984

 

***

 —-

Συνέχεια ανάγνωσης

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο: Ουρλιάζοντας νευρωτικά σε μια σακατεμένη πόλη

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015, Meditations on Απριλίου 27, 2016 by Le grand écrivain

cebacebbceb5cf86cf84ceb9cebacebfΓιώργος Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο: Ουρλιάζοντας νευρωτικά σε μια σακατεμένη πόλη

Του Ζ. Δ. Αϊναλή

 

 

«Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά

που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών

Εξάρχεια, Πατήσια, Μεταξουργείο, Μετς

Κάνουν ό,τι λάχει.

Πλασιέ τσελεμεντέδων κι εγκυκλοπαιδειών

φτιάχνουν δρόμους κι ενώνουν ερήμους

διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος

επαγγελματίες επαναστάτες

παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν

τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα να κοιμηθούν

αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται.»

Κατερίνα Γώγου, Τρία Κλικ Αριστερά, 3

 —

 —

          Το Κλέφτικο είναι μια ωρολογιακή βόμβα στο σώμα της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Μια ωρολογιακή βόμβα που δεν έχει ακόμα σκάσει και που πιθανότατα θ’ αργήσει αρκετά να σκάσει. Και μ’ αυτό δεν επιθυμώ να κάνω κάποιου είδους ποιητική μεταφορά. Αυτό που εννοώ είναι απλώς ότι ενώ το Κλέφτικο είναι από τα λίγα ποιητικά βιβλία που είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένα, τόσο ουσιακά συνυφασμένα με τη σύγχρονη του ποιητή βιολογική γενιά και την ιστορική πραγματικότητά της (τη βιολογική γενιά, δηλαδή, που πέρασε την εφηβεία της ή ενηλικιώθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 ή κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 2000), οι ποιητικές δυνάμεις που απελευθερώνει είναι τόσο δραστικά καινούργιες που μάλλον δεν μπορούν να γίνουν απόλυτα κατανοητές απ’ όσους αυτήν τη στιγμή ασχολούνται με την ποίηση στην Ελλάδα. Υποθέτω πως μόνο η επόμενη ποιητική γενιά θα κατανοήσει σε βάθος και θα εκτιμήσει έντιμα, στη σωστή του διάσταση, πέρα από μυθοποιήσεις και παραμορφώσεις, το βιβλίο αυτό.

          Μετά το εισαγωγικό αυτό σχόλιο, θα ήθελα να περάσω παρόλα αυτά σε μια απόπειρα κριτικής προσέγγισης του βιβλίου αυτού, που εκδόθηκε το 2013 από τις εκδόσεις Πανοπτικόν. Αρχικά, βέβαια, υπάρχει ο διακειμενικός ορίζοντας που ξεκινά ήδη από τον πρώτο στίχο του ποιήματος «Είδα τις καλύτερες γενιές του μυαλού μου» και ο οποίος αποτελεί μια παραποίηση του πρώτου στίχου του Ουρλιαχτού του Ginsberg («I saw the best minds of my generation destroyed by madness», «Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου κατεστραμμένα από την τρέλα»). Ο Πρεβεδουράκης συνεπώς χτίζει, συνειδητά και σκόπιμα, τη δική του ποιητική σύνθεση «πατώντας», με τρόπο απορυθμισμένο και σχεδόν γκροτέσκο, επάνω σ’ αυτήν του Ginsberg, και, κατ’ επέκτασιν, οι όποιες συγκλίσεις ή αποκλίσεις έχουν το δικό τους ειδικό βάρος μέσα στο νεώτερο ποίημα. Η σύνθεση του Ginsberg δομείται σε τρία μέρη και μία «Υποσημείωση» («A Footnote to ‘Howl’»). Ο Πρεβεδουράκης αναπαράγει τη δομή αυτή, αλλά με έναν εντελώς ανοίκειο τρόπο, εικονοκλαστικά και με μία διάθεση που σκοινοβατεί με τρόπο παιγνιώδη ανάμεσα στο σεβασμό και την αποκαθήλωση. Επιπροσθέτως, στο επίπεδο της συνειδητής ποιητικής πρόθεσης, ο Πρεβεδουράκης μας πληροφορεί στο «πατάρι» του βιβλίου (σ. 53) ότι το δεύτερο και το τέταρτο μέρος της δικής του σύνθεσης δεν εμπνέονται τόσο από το δεύτερο μέρος και την «Υποσημείωση» του Ουρλιαχτού, αλλά από δύο άλλα ποιήματα του Ginsberg, το «America» και το «To Aunt Rose». Το γεγονός, βέβαια, αυτό, από μόνο του είναι απλά δηλωτικό μιας πρόθεσης. Διότι, σε τελική ανάλυση, και με την προφανή υπερ-επικοινωνία του Πρεβεδουράκη με το Ουρλιαχτό, για τις ανάγκες της δικής του ποιητικής σύνθεσης, ο ποιητής καταλήγει να συνδέει ασυνείδητα το δεύτερο και το τέταρτο μέρος της δικής του σύνθεσης, με το δεύτερο μέρος και την «Υποσημείωση» του Ουρλιαχτού. Έτσι, πρακτικά, κάθε μέρος του Κλέφτικου έχει την αντανάκλασή του σε ένα μέρος του Ουρλιαχτού, με τρόπο που να επιβάλλει την παράλληλη ανάγνωση ανάμεσα στα δύο έργα, με την επισήμανση, ωστόσο, πως ο ορίζοντας αναφοράς του δεύτερου και του τέταρτου μέρους του Κλέφτικου υπερβαίνει το Ουρλιαχτό και μπολιάζεται με στοιχεία από τα ποιήματα «America» και «To Aunt Rose».

Συνέχεια ανάγνωσης

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΕΚΔΗΛΩΣΗ

Posted in Επικαιρότητα on Μαρτίου 20, 2016 by Le grand écrivain

10705365_971364029567857_844264000_n

Η Σιωπή της Σίβας, μόλις ξανά-κυκλοφόρησε

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015 on Μαρτίου 11, 2016 by Le grand écrivain

cover high

Ζ. Δ. Αϊναλής

Από τη Σιωπή της Σίβας

 

Ι

 

«Τα δάχτυλα των ψηφοφόρων πρέπει να κοπούνε από τη ρίζα»,
μου είπες,
και πήρες να ταξιδεύεις σε μιαν άγνωστη θάλασσα
εγώ σ’ έβλεπα να βαδίζεις στα κύματ’ ατάραχη
το στήθος χαμαιλέοντα το άσπρο του αφρού των
και πέφταν τα δόντια από το στόμα μου
σαν όξινη βροχή στην περιφέρεια των βημάτων σου.

—-

Σε είδα τότε να σκύβεις και να μαζεύεις υγρή σταγόνα-σταγόνα τη θάλασσα.

—-

Εισακουσθήκαν οι προσευχές μου, ψιθύρισα, κι έκανα να ευχαριστήσω μάταια ένα μελάνωμα στην άκρη του θόλου – τόσο ήθελα ν’ αφήσω την καρδιά μου να χτυπήσει ξανά. Είχα βαρεθεί να μετρώ με το μάτι τις μύτες των άστρων, να κουλουριάζομαι ευρυγώνιος στον πήχη του άβακα, να τρυπώ με διαβήτες το θόλο χαράσσοντας σχέδια. Ήθελα ν’ ανοίξω τα χέρια σταυρό ζητώντας τον θεό-κεραυνό, να πέσω στα τέσσερα και να προσκυνώ μια συνείδηση άλλη, έξω από μένα, μια θάλασσα φως.

—-

Πέρασα τη ζωή μου μες στ’ αυτοκίνητα και τ’ αεροπλάνα,
είδα τα λεπτά μου να τρώγονται αλεσμένα στις μυλόπετρες των διοδίων
την μαγγανεία των τελωνείων – τα καυλωμένα τυφέκια και τα μυδραλιοφόρα.
Είδα δέντρα να φυτρώνουνε, ν’ ακμάζουνε, ν’ αναπαράγονται και να πεθαίνουν.
Είδα το χρόνο να τρώγεται και να γίνεται άμμος.
Πέρασα πάνω από τις πολιτείες ουρανομήκης, έξω απ’ τους ανθρώπους, σαν τον Πρωτέα, υποκαθιστώντας τον χρόνο μου με τον χρόνο τους.
Διέθεσα όλο το χρόνο που είχα για να ζήσω μακριά απ’ τον εαυτό μου αναζητώντας τον εαυτό μου.

—-

Τώρα δεν έχω τίποτα για να εγκαταλείψω.
Μόνο τη σιωπή.
Κι εκείνη δική σου.

—-

***

Η πρώτη έκδοση του -τότε- ψηφιακού εκδοτικού οίκου Vakxikon.gr, που είχε κυκλοφορήσει αποκλειστικά σε e-book σε μια πρωτοποριακή κίνηση για το ελληνικό τοπίο, επανακυκλοφορεί σε έντυπη έκδοση με αφορμή τα 5 ΧΡΟΝΙΑ των εκδόσεων Vakxikon.gr.

*

«Αν μου αρέσει για ένα πράγμα ο Αϊναλής, είναι γιατί διαβάζοντάς τον δεν έχω την εντύπωση ότι διαβάζω ταυτόχρονα και άλλους εκατό ποιητές αυτής της γενιάς. Κατορθώνει, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο σε μια ισοπεδωτική εποχή, να επινοήσει τα δικά του εργαλεία για το σμίλεμα της σκληρής πέτρας που λέγεται ποίηση. Το δημιούργημά του μπορεί σε κάποιους να δίνει την εντύπωση του ελιτίστικου ή και του εξεζητημένου, να φαντάζει δύσκολο στην προσέγγισή του, να απαιτεί για την ερμηνεία του την εμβάθυνση στο υπερκείμενο, να ξενίζει με τις εκφραστικές ακροβασίες του, να απέχει από το δόγμα της εποχής «όσο λιτότερο τόσο ουσιαστικότερο». Είναι όμως αληθινό και η αλήθεια συχνά απαιτεί περισσότερες από μία θέσεις παρατήρησης των πραγμάτων. Είναι αποκαλυπτικό, γιατί τολμά να κάνει ανασκαφές στους αρχαιολογικούς χώρους της ανθρώπινης ψυχής και να ψαχουλέψει τόσο τα φωτεινά όσο και τα σκοτεινά συστατικά της. Είναι δηλωτικό της βαθιάς μόρφωσης και της εντρύφησης του ποιητή πάνω στα σπουδαία λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά κινήματα που έθρεψαν το σώμα της ποίησης του αιώνα μας. Είναι τέλος, ένα δημιούργημα πολιτικό, μια αγωνιώδης περιήγηση στους θαλάμους ενός ισχυρού μικρόκοσμου που διαπιστώνει με απόγνωση το βαθμιαίο ξεθώριασμα της λάμψης του».

Κώστας Τσιαχρής, Το Βήμα, 29/8/2012

*

Ο Ζ. Δ. Αϊναλής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Ηλεκτρογραφία (εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2006), Η σιωπή της Σίβας (εκδόσεις Vakxikon.gr, Αθήνα, 2011, 2016), Μυθολογία (εκδόσεις Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, 2013) καθώς και τη συλλογή ποιητικών αφηγημάτων Αποσπάσματα (εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2008). Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, στα Γαλλικά και στα Πορτογαλικά. Έχει συνεργαστεί με τον Γιώργο Μπακάλη στη συγγραφή του σεναρίου της ταινίας μικρού μήκους Η ιστορία ενός φιλήσυχου ανθρώπου βασισμένης σε ένα πεζοποίημα του Henri Michaux. Έχει μεταφράσει μια πληθώρα Ευρωπαίων, κυρίως Γάλλων και Άγγλων, ποιητών, πεζογράφων και δοκιμιογράφων για μια πλειάδα ελληνικών λογοτεχνικών περιοδικών (έντυπων και ηλεκτρονικών). Ζει και εργάζεται στη Μυτιλήνη.

http://ekdoseis.vakxikon.gr/shop/ekdoseis/vakxikon-poetry/%CE%B7-%CF%83%CE%B9%CF%89%CF%80%CE%AE-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%83%CE%AF%CE%B2%CE%B1%CF%82/

Καλά!

Posted in European Poetry, Αφιέρωμα στον Маяковский on Μαρτίου 6, 2016 by Le grand écrivain

Vladimir_Mayakovsky_1924

Владимир Маяковский – ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ ΜΑΓΙΑΚΟΒΣΚΙ

(7 Ιουλίου 1893 – 14 Απριλίου 1930)

 

Κ Α Λ Α!

(Απόσπασμα)

Απόδοση Νίκος Παππάς

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Σε νύχτες και σε μέρες όπως αυτές,
σε ώρες τέτοιου καιρού
στους δρόμους κυκλοφορούν ίσως μονάχα
οι ποιητές κι οι κλέφτες.
Το σκότος άδειαζε τον ωκεανό του στον κόσμο.
Σκοτάδι μαβί. Πάνω στις φωτιές η μαυρίλα.
Η Πετρούπολη βούλιαζε στο βυθό του νερού
σαν ένα υποβρύχιο χτυπημένο από νάρκη.
Και μονάχα σαν το σκοτάδι
τρίκλιζε μέσα στους πύρινους στροβίλους
Θυμόσουν ξανά
πως δεν είχαν ακόμα τελέψει τα βάσανα.
Το σκοτάδι λες κι ήταν νερό , και το ίδιο
απύθμενη ήταν η βαθυγάλανη άβυσσος.
Κι εδώ ακόμα, σαν φάλαινας φάσμα,
φαινόταν η μάσκα της «Αβρόρα»
Τα πολυβόλα είχαν την πλατεία ξυρίσει.
Οι προκυμαίες άδειες , ερημωμένες.
Κι εδώ όπου η γη κολλούσε σαν τον ιξό
απ΄ τη ζέστη , το φόβο ή και την παγωνιά ,
τις παλάμες απλώνοντας στης φωτιάς πάνω τις γλώσσες,
ζεσταινόταν ένας φαντάρος.
Ανάμεσ’ απ΄ τα μάτια του στρατιώτη αναμμένος δαυλός
λες ακουμπούσε σε μια τούφα μαλλιών του.
Τον γνώρισα , ξαφνιάστηκα ,είπα:
«Γεια σου, Αλέξανδρε Μπλοκ.
Οι φουτουριστές νίκησαν , του παρελθόντος το φράκο
σε κάθε ραφή του ξηλώνεται».
Ο Μπλοκ σήκωσε τα μάτια , οι φωτιές τόνε φώτιζαν .
«Πολύ καλά» – είπε.
Ένα γύρω ναυαγούσε η Ρωσία του Μπλοκ…
Οι Άγνωστες, οι καταχνιές του Βορρά
πηγαίναν στον πάτο
όπως πάνε τα σίδερα, τα κουτιά της κονσέρβας.
Κι ευθύς πήρε ύφος σκληρό,
πιο σκοτεινό απ’ του Χάρου σε γάμο:
«Από την εξοχή …μου γράφουν… βάλαν φωτιά
στη βιβλιοθήκη της βίλλας».
Τα μάτια του κάρφωσε ο Μπλοκ, και του Μπλοκ η σκιά
κι αυτή ακόμα κοιτούσε στρωμένη στον τοίχο…
Σάμπως κι οι δυο να προσμέναν να δουν στα νερά
το Χριστό να βαδίζει.
Μα ο Χριστός δεν είχε όρεξη στον Μπλοκ να φανεί.
Τα μάτια του Μπλοκ ξεχείλιζαν λύπη.
Ζωντανοί, τραγουδώντας, κι όχι πια το Χριστό,
από κάποια γωνιά ξεμπουκάριζαν άντρες:
-Απάνω! Απάνω! Απάνω!
Εργάτες κι ακτήμονες!
Σφίξτε στις χούφτες το σφυρί και το δρέπανο!
Το τουφέκι, τα χέρια στο σίδερο :
Ψηλά τη σημαία!
. . . . . . . . . . . .. . . . . . . .. . . . .. . . . . .. . . . . . . . . . . . .

(1927)

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 73 ακόμα followers