Αφιέρωμα στον Μανόλη Αναγνωστάκη

Αφιέρωμα στον Μανόλη Αναγνωστάκη

Μέρος Α΄

 —

 —

Ο Πόλεμος

 

Οι δείχτες κοκαλιάσανε κι αυτοί στην ίδια ώρα.

Όλα αργούν πολύ να τελειώσουνε το βράδυ, όσο κι αν τρέχουν γρήγορα οι μέρες

και τα χρόνια

Έχει όμως κανείς τις διασκεδάσεις του, δεν μπορείς να πεις· απόψε λ.χ. σε τρία

θέατρα πρεμιέρα.

Εγώ, συλλογίζομαι το γέρο συμβολαιογράφο του τελευταίου πατώματος, με το

σκοτωμένο γιο, που δεν τον είδα ούτε και σήμερα.

Έχει μήνας να φανεί.

Στο λιμάνι τα μπορντέλα παραγεμίσανε από το πλήρωμα των καινούργιων

αντιτορπιλικών κι οι μάρκες πέφτουνε γραμμή.

 —

Η θερμάστρα κουρασμένη τόσα χρόνια έμεινε πάλι φέτος σε μια τιμητική

διαθεσιμότητα.
«Το πολυαγαπημένο μας αγγελούδι, (εδώ θα μπει το όνομα, που για τώρα δεν έχει

σημασία) ετών 8 κτλ. κτλ.»

Στην οδό Αιγύπτου (πρώτη πάροδος δεξιά) τα κορίτσια κοκαλιασμένα περιμένανε

από ώρα τον Ισπανό με τα τσιγαρόχαρτα.

Κι εγώ ο ίδιος δεν το πιστεύω αλλά προσπαθώ να σε πείσω οπωσδήποτε, πως αυτό το

πράγμα στη γωνιά ήτανε κάποτε σαν κι εσένα. Με πρόσωπο και με κεφάλι.
Οσονούπω όμως, ας τ’ ομολογήσουμε, ο καιρός διορθώνεται και να που στο διπλανό

κέντρο άρχισαν κιόλας οι δοκιμές.

Αύριο είναι Κυριακή.

 —

Σιγά-σιγά αδειάσανε οι δρόμοι και τα σπίτια, όμως ακόμη κάποιος έμεινε και τρέχει

να προφτάσει

Και ρυθμικά χτυπήσανε μια-μια οι ώρες κι ανοίξανε πόρτες και παράθυρα μ’ εξαίσιες

αποκεφαλισμένες μορφές

Ύστερα ήρθανε τα λάβαρα, οι σημαίες κι οι φανφάρες κι οι τοίχοι γκρεμιστήκανε απ’

τις άναρθρες κραυγές

Πτώματα ακέφαλα χορεύανε τρελά και τρέχανε σα μεθυσμένα όταν βαρούσανε οι

Καμπάνες

 —

Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!

 —

Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα.

Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!

 —

Χάρης 1944

 —

Ήμασταν όλοι μαζί και ξεδιπλώναμε ακούραστα τις ώρες μας

Τραγουδούσαμε σιγά για τις μέρες που θα ‘ρχόντανε φορτωμένες πολύχρωμα

οράματα

Αυτός τραγουδούσε, σωπαίναμε, η φωνή του ξυπνούσε μικρές πυρκαγιές

Χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούσαν τη νιότη μας

Μερόνυχτα έπαιζε το κρυφτό με το θάνατο σε κάθε γωνιά και σοκάκι

Λαχταρούσε ξεχνώντας το δικό του κορμί να χαρίσει στους άλλους μιαν Άνοιξη.

Ήμασταν όλοι μαζί μα θαρρείς πως αυτός ήταν όλοι.

Μια μέρα μας σφύριξε κάποιος στ’ αφτί: «Πέθανε ο Xάρης»

«Σκοτώθηκε» ή κάτι τέτοιο. Λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα.

Κανείς δεν τον είδε. Ήταν σούρουπο. Θα ‘χε σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα

Στα μάτια του χαράχτηκεν άσβηστα η χαρά της καινούριας ζωής μας

Μα όλα αυτά ήταν απλά κι ο καιρός είναι λίγος.

Κανείς δεν προφταίνει.

… Δεν είμαστε όλοι μαζί. Δυο τρεις ξενιτεύτηκαν

Τράβηξεν ο άλλος μακριά μ’ ένα φέρσιμο αόριστο κι ο Χάρης σκοτώθηκε

Φύγανε κι άλλοι, μας ήρθαν καινούριοι, γεμίσαν οι δρόμοι

Το πλήθος ξεχύνεται αβάσταχτο, ανεμίζουνε πάλι σημαίες

Μαστιγώνει ο αγέρας τα λάβαρα. Μες στο χάος κυματίζουν τραγούδια.

Αν μες στις φωνές που τα βράδια τρυπούνε ανελέητα τα τείχη

Ξεχώρισες μια: Είν’ η δική του. Ανάβει μικρές πυρκαγιές

Χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας

Eίν’ η δική του φωνή που βουίζει στο πλήθος τριγύρω σαν ήλιος

Π’ αγκαλιάζει τον κόσμο σαν ήλιος που σπαθίζει τις πίκρες σαν ήλιος

Που μας δείχνει σαν ήλιος λαμπρός τις χρυσές πολιτείες

Που ξανοίγονται μπρος μας λουσμένες στην Αλήθεια και στο αίθριο το φως.

 —

 —

Από τη συλλογή Εποχές (Θεσσαλονίκη, 1945)

 —

ΙΙΙ

 

Έτσι όπως πια δεν το αποφάσιζες να φύγεις
Για κάθε πίκρα σου μη νιώθοντας οδύνη
Για κάποια δάκρυα που δε στέγνωσαν ακόμα
Για μιαν αρρώστια σου παλιά μη λογαριάζεις
Σκυμμένος πάλι μες στη νύχτα χωρίς λάμπα
Κάτω απ’ τις στέγες τις νεκρές της πολιτείας
Προσμένοντας μια Αυγή που σου ‘χαν τάξει
Χρόνια ταξίδεψες διψώντας κάποιο γράμμα

– Μέσα σου πλήθος τ’ αμαρτήματα, οι τύψεις –

Με μια σβησμένη νοσηρή χρονολογία

Κι ούτε κανείς πια δεν μ’ αντάμωσε σαν πρώτα

(Ούτε κανείς, αλήθεια, πρόσμενε να φέξει)

Έτσι όπως έμεινα κι εγώ τότε μια νύχτα

Ξένος ολότελα κι απ’ όλους ξεχασμένος

Με τη δική σου μοναχά τη συντροφιά

Με σένα τόσα χρόνια πια μακριά μου

Ξένος πολύ μέσα σε τούτο το παλιό

Ξένος σε τούτο το παλιό το καφενείο

Έτσι όπως έμεινα κι εγώ τότε μια νύχτα

Μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο

Στο νυσταγμένο καφενείο όλη τη νύχτα

Στου Πειραιά, νύχτα, το βρώμικο λιμάνι.

 

V

 

Φτάνεις κι εσύ κάποτε να πιστέψεις πως σάπισαν όλα τα περάσματα πώς αμείλιχτοι φύλακες στέκονται ορθοί σε κάθε γωνιά. Πολλές φορές η νύχτα ξέρει να σου μιλά σα μια θανάσιμη ηδονική φίλη μα εσύ δε θες να την ακούς, ζητάς μια λάμπα, τίποτε άλλο από μιαν ελάχιστη λάμπα, μια λάμπα τόσο ταπεινή μέσα σε τούτο το σκοτάδι. Έστω λοιπόν, θα περιμένουμε εδώ τα ξημερώματα – μπορούμε στη ζωή μας δυο φορές να ξαναρχίσουμε – χωρίς όλο τούτο το φορτίο των αδέσποτων λέξεων να βαραίνει το μυαλό μας, χωρίς όλους αυτούς τους σεμνούς ανθρώπους τόσο βέβαιος απόλυτα ο καθένας για τον εαυτό του, διστάζοντας τι να προσφέρουνε στον άλλο: ένα σπαθί ή ένα άνθος, χωρίς αυτούς τους τυφλούς χιμαιρικούς υπαίθριους ρήτορες που βλέπουνε τα χρόνια τους αδιάφοροι να φεύγουνε σαν τους τροχούς μιας πανάρχαιας άμαξας βαριάς. Ήρθανε, άλλοτε, τόσοι, αιχμαλωτίζοντας το θάνατο με μια λαχανιασμένη χειρονομία δίχως να κρατούν μαζί τους παρά μια σφαίρα μοναδικιά για το δικό τους κορμί. Γυναίκες που τα μαρτυρικά τους δάκρυα δεν μπόρεσαν να σβήσουνε πάνω στο μάρμαρο ποτέ τις χαρακιές της προσφοράς τους. Η γνώριμη πικρή μυρουδιά του κλεισμένου από χρόνια δωμάτιου, του μουχλιασμένου δωμάτιου, μια νύχτα μια νύχτα πια χωρίς επιστροφή.

Πολλοί μας μίλησαν επίσης για την  Ε π ο χ ή

Για των καιρών το βαρυσήμαντο

Έπρεπε βέβαια κι εσύ πια να διαλέξεις

Αυτό που λέμε μια συνέπεια μια ακεραιότητα

Κάτι το ανθρώπινο με μια οποιαδήποτε τελείωση

Ξεχνώντας τι μοιράζουμε κάθε καινούργια στιγμή.

Άλλοι μας είπανε να γονατίσεις έστω μια φορά

Σ’ αυτό, ας πούμε, που καθορίστηκε αναχώρηση

Μπροστά σ’ ένα κρεβάτι σε μια γύμνωση

Σε μια φωτιά μπροστά χαμηλωμένη.

Μα αλήθεια πες μου εσύ, πώς να νικήσεις

Ετούτο το κουρέλι με το σχήμα της καρδιάς σου

Ετούτο τον καπνό που αντιστέκεται στον άνεμο

Εσύ που μόνο το ‘ξερες πόσες φορές

Μετρήσαμε στις ίδιες πλάκες τα βαριά μας βήματα

Βουλιάξαμε τα πόδια μας στην ίδια σάπια λάσπη

Βρήκαμε ένα θλιμμένο κυπαρίσσι

Πίσω από μια γλυκιά μορφή παιδιού

Εσύ μονάχα θα τραβήξεις τις κουρτίνες

Πίσω τους τα ψυχρά ηδονισμένα ομοιώματα

Βαμμένα αξιοθρήνητα γελοία

Χτυπούνε τα δυο χέρια τους σε πίδακα χαράς.

Εγκατάλειψη. Πόσο το καταλάβαμε στο τέλος

Καλά, για την ηθοποιία της βραδιάς

Για την απέραντη φτήνια και την κούραση

Κάποιας φυματικής ονειροπόλησης

Μόλο που ήταν κι αυτό στο κάτω-κάτω μια αναχώρηση

Πέρα απ’ το καθιερωμένο και το νόμιμο

Εγκατάλειψη με τη συναίσθηση της αδιάκοπης στιγμής

Για μια ηδονή που δεν γνωρίζει μεταμέλεια

Για μια απάνθρωπη φυγή

Πέρα από κάθε όργιο σκέψεων

Η αντικρουόμενων διαθέσεων.

Σάπισαν όλα τα περάσματα φύλακες βλοσυροί σε κάθε πόρτα. Σκέφτομαι τις σουβλερές κρύες κραυγές που καρφώνουν στα φέρετρά τους τους νεκρούς, τη χαλασμένη αγνότητα μιας γυναίκας που ξόδεψε ασυλλόγιστα τον παιδικό έρωτά της, ό,τι μπορούσες να πιστέψεις στην πιο χιμαιρική σου ασυνέπεια, μα τι είναι τούτο που ‘χουμε ονομάσει ανεπανόρθωτο; Ίσως υπάρχει πάντα η διαφυγή, απομακρύνοντας τα βήματα του γυρισμού, όταν όλοι οι φίλοι σου έχουνε πεθάνει ανεξήγητα από μιαν άγνωστη αρρώστια, ίσως υπάρχει πάντα να σημάνει μια αναχώρηση πέρα από κάθε καθιέρωση και πίστη.

(Και ποιος να μας προσέξει, ποιος

και να μας λογαριάσει

στη θέση που καθόμαστε;).

 —

Από τη συλλογή Εποχές 2 (Θεσσαλονίκη, 1948)

 —

 

Η αγάπη είναι ο φόβος…

 

Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίγγει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους μεγάλωσαν
πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας.)
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα-ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπή ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες που δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ’ όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.

 

Μα ποιος θα ‘ρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;

Ποιος θα μετρήσει μια-μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα

Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;

Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες

Ζητούνε μια νύχτα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.

 

Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.

 

Άρχισε μια σιγανή βροχή…

 

Άρχισε μια σιγανή βροχή αργά προς το βράδυ.

Στις πολιτείες ο ουρανός φαίνεται μια απέραντη λασπωμένη πεδιάδα

Κι η βροχή είναι μια καλοσύνη, όσο να πεις, δε μοιάζει διόλου με θάνατο

Μπορείς να βαδίζεις κάποτε χωρίς κανένα σκοπό

ή με σκοπό – σου είναι αδιάφορο –

Μιαν εποχή μακρινή και νεκρή σα μια βίαια σκισμένη πολυτέλεια.

Εγώ συλλογίζομαι πως και γιατί άραγε μια βροχή

μπορεί να σου θυμίζει τόσα πράγματα

– Χωρίς αμφιβολία είναι τόσο ανόητο να τα στοχάζεσαι όλα αυτά μια τέτοιαν ώρα –

Συλλογίζομαι όμως στις ζεστές χειμωνιάτικες κάμαρες μιαν αλλιώτικη μυρουδιά

Ύστερα από τις 6 με τα κλειστά παραθυρόφυλλα και τ’ αναμμένο φως

Ή μια γωνιά δίπλα στο τζάμι σ’ ένα μεγάλο καφενείο με τις αδιάφορες φωνές.

Τα συλλογίζεσαι όλα αυτά με τον πιο απλούστερο τρόπο ολωσδιόλου παιδιάστικα

Μπορείς να λησμονείς το κάθε τι, τι τάχα να γυρεύεις εδώ μια τέτοιαν ώρα

Εσύ, ο διπλανός σου, όλος αυτός ο κόσμος που πορεύεται δίπλα σου μες στο σκοτάδι

Αυτή η ανήσυχη σιωπή που πληγώνει περισσότερο κι απ’ το πιο κοφτερό λεπίδι

Να λησμονείς για μια ελάχιστη στιγμή πως

δεν τέλειωσε ούτε κι απόψε για σένανε το κάθε τι

Τόσο π’ αν τρίξει κάτι αναπάντεχα είναι να σου ξυπνήσει

την ακριβήν υπόθεση μιας επιστροφής

Τη χειμωνιάτικη ζεστή κάμαρα, το καφενείο με τις πολύχρωμες φωνές.

 

…Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς τέλος.

Μια κίτρινη παλιά βροχή, τη νύχτα, σα μαστίγιο.

 

Οι ρυθμικοί βηματισμοί…

 

Οι ρυθμικοί βηματισμοί στις υγρές πλάκες

– Του ρολογιού χτυπήματα στην τελεσίδικη ώρα –

Φωνές πίσω απ’ τη μνήμη μικρόχαρων στιγμών

Τα χαραγμένα μάταια γράμματα στους τοίχους.

Πίσω από το Αύριο Πρωί δεν είναι τίποτα

Ούτε για την αθέμιτη χαρά μιας αυταπάτης

Επιστροφή σ’ ένα κενό χωρίς διέξοδο

Χωρίς καν απλή βράδυνση απ’ την ανέκκλητη ώρα.

 

Το πρωί…

 

Το πρωί

Στις 5

Ο ξηρός

Μεταλλικός ήχος

Ύστερα από τα φορτωμένα καμιόνια

Που θρυμματίζουνε τις πόρτες του ύπνου.

Και το τελευταίο «αντίο» της παραμονής

Και οι τελευταίοι βηματισμοί στις υγρές πλάκες

Και το τελευταίο σου γράμμα

Στο παιδικό τετράδιο της αριθμητικής

Σαν του μικρού παραθυριού το δίχτυ

Που τεμαχίζει με κάθετες μαύρες γραμμές

Του πρωινού χαρούμενου ήλιου την παρέλαση.

 

Επίλογος

 

Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να ‘ναι οι τελευταίοι
Οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν
Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια
Αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι
Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά
Σε κάποιον άλλον ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος
Γενήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα
Και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός
Να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι.

 —

 —

Από τη συλλογή Εποχές 3 (Θεσσαλονίκη, 1951)

 

 

Ήρθες όταν εγώ…

 

Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Σαν κάθε νύχτα

Καίοντας την ανάμνηση πικρών θανάτων

Ανημποριά των γηρατειών, τρόμος της γέννησης,

Σε τρώγλες σκοτεινές, στην αγκύλη της ηδονής

Πέρα απ’ τους άδειους κάμπους των αποσπασμάτων

Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Α πως θα ζούσες

Εσύ κι εγώ μια τέτοιαν εποχή

Σάπιο φορτίο στ’ αμπάρι ενός

Μεθυσμένου καραβιού που πέθαναν όλοι

Βουλιάζοντας με χίλιες τρύπες στα κορμιά μας

Μάτια θολά που χλεύασαν το φως

Στόματα αδέσποτα στη φλούδα της ζωής

Καίοντας την ανάμνηση – Νεκροί

Σε μια εποχή ανέκκλητου θανάτου

Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Κι ούτε ένα νεύμα

Μια λέξη, όπως η σφαίρα στο στίγμα του λαιμού

Ούτε μι’ ανθρώπινη φωνή γιατί δεν είχε

Ακόμα γεννηθεί καμιά φωνή

Δεν είχε γεννηθεί τ’ άγριο ποτάμι

Που ρέει στις άκρες των δακτύλων και σωπαίνει.

Ανάμνηση ζωής – πότε ν’ αρχίζεις

Αδίστακτος και πράος να βγάζω λόγους

Να εκφωνώ στα κενοτάφια τους θρήνους

Φθαρμένους στων φθόγγων την πολυκαιρία

Και να κλειδώνεις τις μικρές μικρές χαρές

Όχι πατώντας στους νεκρούς σου πάνω στίχους

Γιατί αν είναι κόκκαλα, έρωτες ή χαμόσπιτα

Με την κουβέρτα στην ξώπορτα χωρίζοντας τον κόσμο

Στα δυο, κρύβοντας τον σπασμό και την απόγνωση

Κι έξω να ψάλλουν οι περαστικοί στο πείσμα των πιστών

Στο πείσμα του άρρωστου παιδιού και του χειμώνα

Α πως θα ζούσες μια εποχή. Κι αυτός αδίσταχτος,

Ο χρόνος, θρυμματίζοντας τη σκέψη

Τα στέρεα σχέδια και τις βίαιες αποφάσεις

Τα αιωρούμενα γιατί, τα υγρά χαμόγελα

Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Μη με γελάσεις

Αυτά δεν είναι τα κατώφλια που έχω σκύψει

Αυτές οι κρύπτες που ριγούν τα τρωκτικά

Δεν έχουν τίποτε απ’ τ’ άρωμα της λάσπης

Ούτε απ’ το χάδι των νεκρών στα όνειρα μας

Γιατί έχει μείνει κάτι – αν έχει μείνει –

Πέρα από θάνατο, φθορά, λόγια και πράξη.

Άφθαρτο μες στην τέφρα αυτή που καίω

Σαν κάθε νύχτα την ανάμνηση θανάτων

Πικρών και ανεξήγητων θανάτων

Γράφοντας ποιήματα χωρίς ήχους και λέξεις.

 

Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι…

 

Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε

Αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους

Αλλάξαν και των προαστίων οι ονομασίες

Υψώνονται άσυλα στα γήπεδα και στις πλατείες.

Ποιος περιμένει την επιστροφή σου; Εδώ οι επίγονοι

Λιθοβολούν τους ξένους, θύουν σ’ ομοιώματα

Είσαι ένας άγνωστος μες στο άγνωστο εκκλησίασμα

Κι από τον άμβωνα αφορίζουνε τους ξένους

Ρίχνουνε στους αλλόγλωσσους κατάρες.

 

Εσύ στους σκοτεινούς διαδρόμους χώσου

Στις δαιδαλώδεις κρύπτες που δεν προσεγγίζει

Ούτε φωνή αγριμιού ή ήχος τυμπάνου·

Εκεί δε θα σε βρουν. Γιατί αν σ’ αφορίσουν

Κάποιοι – αναπόφευκτα – στα χείλη τους θα σε προφέρουν

Οι σκέψεις σου θ’ αλλοιωθούν, θα σου αποδώσουν

Ψιθυριστά προθέσεις, θα σε υμνήσουν.

Με τέτοιες προσιτές επιτυχίες θα ηττηθείς.

Τεντώσου απορρίπτοντας των λόγων σου την πανοπλία

Κάθε εξωτερικό περίβλημα σου περιττό

Και της Σιωπής το μέγα διάστημα, έτσι,

Τεντώσου να πληρώσεις συμπαγής.

 

Το σκάκι

 

Έλα να παίξουμε.

Θα σου χαρίσω τη βασίλισσα μου

(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη

Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)

Θα σου χαρίσω τους πύργους μου

(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου

Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)

Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου

Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω;

(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)

Όλα, και τ’ άλογα μου θα στα δώσω

Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω

Που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει

Δρασκελώντας τη μια άκρη ως την άλλη

Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου

Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά

Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.

 

Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.

 

Κάθε πρωί…

 

Κάθε πρωί

Καταργούμε τα όνειρα

Χτίζουμε με περίσκεψη τα λόγια

Τα ρούχα μας είναι μια φωλιά από σίδερο

Κάθε πρωί

Χαιρετάμε τους χτεσινούς φίλους

Οι νύχτες μεγαλώνουν σαν αρμόνικες

– Ήχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά.

 

(Ασήμαντες

Απαριθμήσεις

– Τίποτα, λέξεις μόνο για τους άλλους.

 

Μα που τελειώνει η μοναξιά;)

 

Κι ήθελε ακόμη…

 

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ

Δεν παραδέχτηκα την ήττα. Έβλεπα τώρα

Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.

Μιλάτε, δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους

Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σα σημαία

Καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα

Η πρόγνωσίς σας ασφαλής: θα πέσει η πόλις.

 

Εκεί προσεχτικά, σε μια γωνιά, μαζεύω με τάξη,

Φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο

Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω

Με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω

Με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω.

 

Όρθιος, και μόνος σαν και πρώτα π ε ρ ι μ έ ν ω.

 —

 —

Από τη συλλογή Η Συνέχεια (Αθήνα, 1954)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: