Archive for the Greek Poetry 1952-1974 Category

Αφιέρωμα στον Μανόλη Αναγνωστάκη

Posted in Greek Poetry 1952-1974, Αφιέρωμα στον Μανόλη Αναγνωστάκη on 21 Οκτωβρίου, 2012 by Le grand écrivain

Αφιέρωμα στον Μανόλη Αναγνωστάκη

Μέρος Β΄

 

 —

Αντί να φωνασκώ…

 —

Αντί να φωνασκώ και να συμφύρομαι
Με τους υπαίθριους ρήτορες και τους αγύρτες
-Μάντεις κακών και οραματιστές-
Όταν γκρεμίστηκε το σπίτι μου
Και σκάφτηκε βαθιά με τα υπάρχοντα
(Και δε μιλώ εδώ για χρήματα και τέτοια)
Πήρα τους δρόμους μοναχός σφυρίζοντας.
Ήτανε βέβαια μεγάλη η περιπέτεια
Όμως η πόλις φλέγονταν τόσο όμορφα
Ασύλληπτα πυροτεχνήματα ανεβαίνανε
Στον πράο ουρανό με διαφημίσεις
Αιφνίδιων θανάτων κι αλλαξοπιστήσεων.
Σε λίγο φτάσανε και τα μαντάτα πως
Κάηκαν όλα τα επίσημα αρχεία και βιβλιοθήκες
Οι βιτρίνες των νεωτερισμών και τα μουσεία
Όλες οι ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεων
Και θανάτων -έτσι που πια δεν ήξερε
Κανείς αν πέθανε ή αν ζούσε ακόμα-
Όλα τα δούναι και λαβείν των μεσιτών
Από τους οίκους ανοχής τα βιβλιάρια των κοριτσιών
Τα πιεστήρια και τα γραφεία των εφημερίδων.
Εξαίσια νύχτα τελεσίδικη και μόνη
Οριστική (όχι καθόλου όπως οι λύσεις
Στα περιπετειώδη φιλμ).
Τίποτα δεν πουλιόταν πια.
Έτσι λαφρύς και περιττός πήρα τους δρόμους
Βρήκα την Κλαίρη βγαίνοντας
Απ’ τη Συναγωγή κι αγκαλιασμένοι
Κάτω απ’ τις αψίδες των κραυγών
Περάσαμε στην άλλη όχθη με τις τσέπες
Χωρίς πια χώματα, φωτογραφίες και τα παρόμοια.

Τίποτα δεν πουλιόταν πια.

Όταν αποχαιρέτησα…

 —

Όταν αποχαιρέτησα τους φίλους
Σ’ αυτή τη γη ξεχάστηκεν η μέρα
Κι οι νύχτες εναλλάσσονταν με νύχτες.

Πώς να μιλήσω; Το πλήθος δάμαζε
Τους δημεγέρτες και τους πλάνους. Με στιλέτα
Καρφώναν τα δικά μου λόγια. Πώς να μιλήσω
Όταν στήνονταν μυστικές αγχόνες
Σε κάθε πόρτα ενεδρεύοντας τον ύπνο
Και τόσα πού να στοιβαχτούνε γεγονότα
Τόσες μορφές να ξαναγίνουν αριθμοί
Πώς να εξηγήσω πιο απλά τι ήταν ο Ηλίας
Η Κλαίρη, ο Ραούλ, η οδός Αιγύπτου
Η 3η Μαΐου, το τραμ 8, η «Αλκινόη»
Το σπίτι του Γιώργου, το αναρρωτήριο.
Θα σου μιλήσω πάλι ακόμα με σημάδια
Με σκοτεινές παραβολές με παραμύθια
Γιατί τα σύμβολα είναι πιο πολλά απ’ τις λέξεις
Ξεχείλισαν οι περιπέτειες οι ιδιωτικές
Το άψογο πρόσωπο της Ιστορίας θολώνει
Αρχίζει μια καινούρια μέρα που κανείς δεν τη βλέπει
Και δεν την υποψιάζεται ακόμα
Όμως έχει τρυπώσει μες στις ραφές της καρδιάς

Στα καφενεία και στα χρηματιστήρια
Στις βροχερές ώρες, στ’ άδεια πάρκα, στα μουσεία
Μέσα στα σπουδαστήρια και στα μαγαζιά
Αλλάζει τη σύνθεση της ατμοσφαίρας
Τη γεύση του φιλιού, τη πολυτέλεια της αμαρτίας
Το χυμισμό του κυττάρου, την ορμή της μπόρας.
Έχει στηθεί η σκηνή μα δε φωτίζουν οι προβολείς
Κι όλα τα πρόσωπα είν’ εδώ – αντάξια του δράματος –
Γενεές γενεών υποκριτές: η θλιβερά ερωμένη
Ο άνθρωπος με το χαμόγελο, ο επίορκος
Τα κουδουνάκια του τρελού, κάθε κατώτερη ράτσα
Άρχοντες και πληβείοι και αυτοτιμωρούμενοι.

Πώς τόσα πρόσωπα να γίνουν αριθμοί
Και τόσα γεγονότα απλά βιβλία
Χωρίς την επινόηση νέας διάταξης στοιχείων
Χωρίς τη νέα μύηση που θα σαρώσει την αυλαία
Σκίζοντας βίαια στα δυο το σάπιο μήλο
Να επιστρέψουν τ’ άγια στους σκύλους, τα βρέφη στις μήτρες

Κι όρθια η Πράξη σαν αλεξικέραυνο.

9η Θερμιδώρ 1955

 —

Μιλώ…

 —

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοί τούς φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

 —

 

Από τη συλλογή Η Συνέχεια 2 (Αθήνα, 1956)

 —

Συνέχεια

Αφιέρωμα στον Μανόλη Αναγνωστάκη

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1952-1974, Αφιέρωμα στον Μανόλη Αναγνωστάκη on 14 Οκτωβρίου, 2012 by Le grand écrivain

Αφιέρωμα στον Μανόλη Αναγνωστάκη

Μέρος Α΄

 —

 —

Ο Πόλεμος

 

Οι δείχτες κοκαλιάσανε κι αυτοί στην ίδια ώρα.

Όλα αργούν πολύ να τελειώσουνε το βράδυ, όσο κι αν τρέχουν γρήγορα οι μέρες

και τα χρόνια

Έχει όμως κανείς τις διασκεδάσεις του, δεν μπορείς να πεις· απόψε λ.χ. σε τρία

θέατρα πρεμιέρα.

Εγώ, συλλογίζομαι το γέρο συμβολαιογράφο του τελευταίου πατώματος, με το

σκοτωμένο γιο, που δεν τον είδα ούτε και σήμερα.

Έχει μήνας να φανεί.

Στο λιμάνι τα μπορντέλα παραγεμίσανε από το πλήρωμα των καινούργιων

αντιτορπιλικών κι οι μάρκες πέφτουνε γραμμή.

 —

Η θερμάστρα κουρασμένη τόσα χρόνια έμεινε πάλι φέτος σε μια τιμητική

διαθεσιμότητα.
«Το πολυαγαπημένο μας αγγελούδι, (εδώ θα μπει το όνομα, που για τώρα δεν έχει

σημασία) ετών 8 κτλ. κτλ.»

Στην οδό Αιγύπτου (πρώτη πάροδος δεξιά) τα κορίτσια κοκαλιασμένα περιμένανε

από ώρα τον Ισπανό με τα τσιγαρόχαρτα.

Κι εγώ ο ίδιος δεν το πιστεύω αλλά προσπαθώ να σε πείσω οπωσδήποτε, πως αυτό το

πράγμα στη γωνιά ήτανε κάποτε σαν κι εσένα. Με πρόσωπο και με κεφάλι.
Οσονούπω όμως, ας τ’ ομολογήσουμε, ο καιρός διορθώνεται και να που στο διπλανό

κέντρο άρχισαν κιόλας οι δοκιμές.

Αύριο είναι Κυριακή.

 —

Σιγά-σιγά αδειάσανε οι δρόμοι και τα σπίτια, όμως ακόμη κάποιος έμεινε και τρέχει

να προφτάσει

Και ρυθμικά χτυπήσανε μια-μια οι ώρες κι ανοίξανε πόρτες και παράθυρα μ’ εξαίσιες

αποκεφαλισμένες μορφές

Ύστερα ήρθανε τα λάβαρα, οι σημαίες κι οι φανφάρες κι οι τοίχοι γκρεμιστήκανε απ’

τις άναρθρες κραυγές

Πτώματα ακέφαλα χορεύανε τρελά και τρέχανε σα μεθυσμένα όταν βαρούσανε οι

Καμπάνες

 —

Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!

 —

Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα.

Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!

 —

Χάρης 1944

 —

Ήμασταν όλοι μαζί και ξεδιπλώναμε ακούραστα τις ώρες μας

Τραγουδούσαμε σιγά για τις μέρες που θα ‘ρχόντανε φορτωμένες πολύχρωμα

οράματα

Αυτός τραγουδούσε, σωπαίναμε, η φωνή του ξυπνούσε μικρές πυρκαγιές

Χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούσαν τη νιότη μας

Μερόνυχτα έπαιζε το κρυφτό με το θάνατο σε κάθε γωνιά και σοκάκι

Λαχταρούσε ξεχνώντας το δικό του κορμί να χαρίσει στους άλλους μιαν Άνοιξη.

Ήμασταν όλοι μαζί μα θαρρείς πως αυτός ήταν όλοι.

Μια μέρα μας σφύριξε κάποιος στ’ αφτί: «Πέθανε ο Xάρης»

«Σκοτώθηκε» ή κάτι τέτοιο. Λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα.

Κανείς δεν τον είδε. Ήταν σούρουπο. Θα ‘χε σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα

Στα μάτια του χαράχτηκεν άσβηστα η χαρά της καινούριας ζωής μας

Μα όλα αυτά ήταν απλά κι ο καιρός είναι λίγος.

Κανείς δεν προφταίνει.

… Δεν είμαστε όλοι μαζί. Δυο τρεις ξενιτεύτηκαν

Τράβηξεν ο άλλος μακριά μ’ ένα φέρσιμο αόριστο κι ο Χάρης σκοτώθηκε

Φύγανε κι άλλοι, μας ήρθαν καινούριοι, γεμίσαν οι δρόμοι

Το πλήθος ξεχύνεται αβάσταχτο, ανεμίζουνε πάλι σημαίες

Μαστιγώνει ο αγέρας τα λάβαρα. Μες στο χάος κυματίζουν τραγούδια.

Αν μες στις φωνές που τα βράδια τρυπούνε ανελέητα τα τείχη

Ξεχώρισες μια: Είν’ η δική του. Ανάβει μικρές πυρκαγιές

Χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας

Eίν’ η δική του φωνή που βουίζει στο πλήθος τριγύρω σαν ήλιος

Π’ αγκαλιάζει τον κόσμο σαν ήλιος που σπαθίζει τις πίκρες σαν ήλιος

Που μας δείχνει σαν ήλιος λαμπρός τις χρυσές πολιτείες

Που ξανοίγονται μπρος μας λουσμένες στην Αλήθεια και στο αίθριο το φως.

 —

 —

Από τη συλλογή Εποχές (Θεσσαλονίκη, 1945)

 —

Συνέχεια

Τάσος Λειβαδίτης, Ποιήματα 1958 – 1964

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1952-1974, Αφιέρωμα στον Τάσο Λειβαδίτη on 25 Ιανουαρίου, 2011 by Le grand écrivain

Τάσος Λειβαδίτης

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1958 – 1964

 

 

Ο Άλλος

 

Το σχέδιο ήταν προετοιμασμένο από καιρό, το πιστόλι αγορασμένο – θα τον σκότωνε οπωσδήποτε. Ένα γράμμα, όχι επεξηγηματικό, μα σχεδόν, χαιρέκακο γι αυτόν τον τιποτένιο, που, χρόνια τώρα εξουσίαζε τη ζωή μου. Πώς άρχισε, μου ήταν αδύνατο να θυμηθώ, ο Άλλος, τόσο γλυκομίλητος στην αρχή, τα μάτια του μεγάλα κι έκπληχτα, σχεδόν ποιητικά. Κι όμως σε λίγο, θάδειχνε το αληθινό του πρόσωπο, διεστραμμένος ως το κόκκαλο, μ’ έσπρωξε μια νύχτα στου πιο αγαπημένου φίλου τη γυναίκα, χρησιμοποιούσε τρόπους σατανικούς, όλες οι ραδιουργίες του ήσαν γνωστές, φώλιαζε μέσα μου τον φθόνο, ή την τύψη για εγκλήματα που δεν είχα κάνει, θυμάμαι, μάλιστα, παιδί, που ο Άλλος μ’ έβαζε να κλέβω τα βιβλία των συμμαθητών μου, έτσι, μόνο και μόνο για να ταπεινώνομαι απ’ την ντροπή. Δεν υπήρχε σκέψη ποταπή που να μην την έχωνε, με ηδονή, σαν ένα μαχαίρι, μέσα στο μυαλό μου. Μούστελνε όνειρα φριχτά: την πεθαμένη μητέρα μου γυμνή, με παγίδευε σε καταστάσεις αλλόκοτες, να θέλω νάμαι βασιλιάς, κι ύστερα να βγαίνω απ’ τις ονειροπολήσεις, πραγματικά σαν ένας βασιλιάς που τάχασε όλα ξαφνικά. Μ’ έβαζε να χτυπάω τις πόρνες, να δειλιάζω στο πολύ φως, το γέλιο ενός ανθρώπου στην γωνιά του δρόμου, μ’ έκανε, με μια ακρίβεια μαθηματική, να το νοιώθω σα δική μου προσβολή. Κι ενώ τόσο φοβόμουνα τους άλλους, μ’ έσπρωχνε να εξομολογιέμαι τα ακατανόμαστα της ψυχής. Κι όταν αυτό δεν τούφτανε, μ’ έριχνε στα πόδια τους, να τους ζητάω να με συχωρέσουν. «Λυπήσου με» φώναζα καμμιά φορά τις νύχτες, μα ο Άλλος, με τη διαβολική σιωπή του, μ’ άφηνε να κλαίω ώρες, για δόξες που δεν ήρθαν, για θυσίες που δεν μπόρεσα, ή μ’ ένα χαρτοκόπτη να βγάζω τα μάτια φανταστικών γυναικών. Κι άλλοτε μ’ έστελνε στο ανοιχτό παράθυρο μ’ έναν ίλιγγο ηδονικό – μόλις κατόρθωνα, την τελευταία στιγμή να κρατηθώ απ’ το περβάζι. Μα τι ήθελε λοιπόν; Γιατί μ’ έβαζε αλύπητα να ντροπιάζω τον εαυτό μου; Τι είχε να κερδίσει; Μια νύχτα, μάλιστα, νύχτα τρομαχτική, πριν λίγες μέρες η αγαπημένη μου είχε για πάντα φύγει, ο Άλλος, με την εγκληματική του ιδιοφυΐα, βρήκε έναν καινούργιο τρόπο: μ’ έβαλε να γδυθώ και να φορέσω τα εσώρουχα της, κι εκεί μες στο μισόφωτο, να φαντάζομαι πως είμαι εκείνη, να θέλω απεγνωσμένα να γίνω εκείνη – για να υπάρξει λίγο ακόμα, εδώ, μέσα σ’ αυτήν την κάμαρα πούχαμε ζήσει μιαν ατέλειωτη ευτυχία. Δεν έλειπε παρά ο φόνος. Ώσπου άρχισε να τον σταλάζει ακατανίκητα κι εκείνον μέσα μου. «Το αίμα είναι μια ηδονή, σαν το αλκοόλ», μούλεγε σιγανά, «ένα σώμα νεκρό είναι κάτι δικό σου – και δικό σου, ηλίθιε, δεν είχες τίποτα, ποτέ». Τότε, κατάλαβα μονομιάς, ότι για πρώτη φορά, ο Άλλος θάταν ο χαμένος, εδώ είχε ξεγελαστεί, τον κρατούσα πια. Αγόρασα το πιστόλι, κι έτοιμος από καιρό, τον περιμένω. Δεν μπορεί να μου ξεφύγει: το κλειδί του σπιτιού του είναι μες στην τσέπη μου, και το πρόσωπο του μες στο πρόσωπό μου.

Συνέχεια

Της επανάστασης

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1952-1974, Αφιέρωμα στον Τάσο Λειβαδίτη on 2 Ιανουαρίου, 2011 by Le grand écrivain

Τάσος Λειβαδίτης

 

ΣΥΜΦΩΝΙΑ Αρ. 1

(1957)

ΙΙ

[Απόσπασμα]

Έβρεχε κείνο το βράδυ. Εννιά η ώρα. Ανέβηκα τέσσερα-τέσσερα τα   σκαλιά –

κανείς στην κάμαρα. Έτρεμε στ’ ανοιχτό παράθυρο η κουρτίνα.

«Φεύγω, μη ζητήσεις να με βρεις. Αγαπώ άλλον», έγραφε.

Η χτένα της ξεχασμένη πάνω στο τραπέζι

ανάμεσα στις χυμένες πούντρες – σαν ένα μικρό παιδικό φέρετρο μέσα στη σκόνη.

Δρόμοι λασπωμένοι. Άνθρωποι περπατάνε βιαστικοί. Κίτρινα νερουλά φώτα.

Ζευγάρια αγκαλιασμένα κάτω απ’ τις ομπρέλες τους

γελάνε στρίβοντας τη γωνιά. Σε λίγο θ’ ανάβουνε το φως

σε μια ξαφνιασμένη κάμαρα, θα κοιτάζονται στα μάτια

και με χέρια ανυπόμονα πλάι στους σαστισμένους άφωνους καθρέφτες

θα πετάνε, θέ μου, από πάνω τους όλη τη μοναξιά

και θα φυσάει και θα παρασέρνει τα σεντόνια και τη μνήμη

ώσπου μια καταιγίδα από κραυγές, άστρα, παπαρούνες και φιλιά

θα ξεσπάσει ασυγκράτητη σαρώνοντας το χρόνο

βοήθεια…

Οι φωτεινές ρεκλάμες ανοιγοκλείνουν τα μάτια τους

έκπληχτες πάνω απ’ τη θλίψη των περαστικών: οδοντόκρεμες, παστίλιες για το βήχα, μοσκοσάπουνα

τόσα πράγματα προσφέρει ο πολιτισμός για την ευτυχία μας

και μεις επιμένουμε αναχρονιστικά

νάμαστε δυστυχισμένοι: εσώρουχα νάιλον, λοσιόν, γαλακτώματα για το δέρμα

όλα στην εποχή μας διαφημίζονται, γιατί όχι κι αυτό

«αγαπώ άλλον», με κόκκινα πελώρια γράμματα θάταν υπέροχη διαφήμιση

πάνω απ’ την είσοδο των νεκροταφείων –

α, δε θα βρεθεί λοιπόν μια διαφημιστική μεγαλοφυΐα να φωταγωγήσει πάνω απ’ τον πλανήτη μας

τη λέξη μοναξιά, δάκρυα, ταπείνωση. Να πει για κείνους που πεθαίνουν ξαφνικά

την ώρα που όλα θ’ αλλάζαν. Και γι αυτούς που επιμένουνε να ζουν χωρίς λόγο πια. Και για τη νύχτα και τη λησμονιά και τον καρκίνο

και τη φιλοδοξία. Να πει και για τα σκυλιά που τα διώχνουν και τα κλωτσάνε

και κλείνουν μπρος στα δακρυσμένα μάτια τους την πόρτα για πάντα. Που να πάω;

Πόρνη, βρώμα του δρόμου, κάθαρμα, πουτάνα!…

Συχώρα με, αγάπη μου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω.

Συνέχεια

Μιχάλης Κατσαρός, Άμμων Τέμενος

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1952-1974 on 8 Σεπτεμβρίου, 2010 by Le grand écrivain

————

Μιχάλης Κατσαρός

———–

Άμμων Τέμενος

Από τη συλλογή Σύγγραμμα (Λυρικά) (1975)

————

(σε συνεργασία με τον χ.ζ. από την torpila.blogspot.com)

———-

1.

Το τελευταίο θα ΄τανε καλό

όταν οΤίβερης ορχούτο

κι η Ρώμη – πόρνη των Εθνών-

συγκλήτους κι αποφάσεις αιτιάτο.

Το τελευταίο ότε η Ζωντάρ

το ποίμνιον είχε των Θεμίδων

στα χιόνια και στους τάφους του Κρεμλίνου.

2.

Τον άνθρωπο με το σκυλί

το ζώο -σκότωσέ τους.

Συμμάχησαν και μεταξύ τους

είτε Οδυσσέας ή Κύκλωπες μισούν το Θειάκι.

3.

Τη φωτιά ν άνάψεις

συφορά για τους ανθρώπους.

Κι όταν ακούς τον ήχο τον παλιό

πολλαπλασίασέ τον.

Μ΄αεροπλάνα μη μου τον καλύπτεις.

Συνέχεια

Εβδομάδα Μίλτου Σαχτούρη (1919 – 2005)

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1952-1974, Αφιέρωμα στον Μίλτο Σαχτούρη on 10 Ιανουαρίου, 2010 by Le grand écrivain

Εβδομάδα Μίλτου Σαχτούρη (1919 – 2005)

Ένας διαδικτυακός διάλογος με τον ιστοχώρο Μετεωρολογικά

Μίλτος Σαχτούρης (1919 – 2005)

Καθώς η ποίηση είναι κάτι το ζωντανό, σκεφτήκαμε να οργανώσουμε με τον ιστοχώρο Μετεωρολογικά μία ανθολογία του Μίλτου Σαχτούρη (αναμφίβολα ενός από τους μεγαλύτερους ποιητές της Μεταπολεμικής ελληνικής ποίησης και οπωσδήποτε κοινή αγάπη με τη Melen) διαφορετική από τις άλλες. Μία ανθολογία που θα στηρίζεται στον άμεσο διάλογο των δεκτών της ποιητικής πράξης και που δεν θα αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στον πομπό της κατ’ ανάγκην. Έτσι οι αναρτήσεις στα Μετεωρολογικά θα συνιστούν μια άμεση απάντηση στις αναρτήσεις του Κενού Τίτλου και οι αναρτήσεις του Κενού Τίτλου με της σειρά τους θα συνιστούν μια άμεση απάντηση στις αναρτήσεις των Μετεωρολογικών. Ελπίζουμε το πείραμα να βρει τους αποδέκτες του. Εμείς ούτως ή άλλως θα το διασκεδάσουμε. Καλή ανάγνωση!

Η δύσκολη Κυριακή


Απ’ το πρωί κοιτάζω προς τ’ απάνω ένα πουλί καλύτερο

απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου


Σπασμένα φλυτζάνια στα χαλιά

πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας

όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι

κάτι θα φυτρώσει απ’ αυτή τη χαρά

ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς

ή ένα αγνό νέο βλέφαρο

ή ένας λατρεμένος λόγος

που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά


Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες

έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι

σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μια χαραυγή

τι κούραση τι κούραση

κίτρινο φόρεμα – κεντημένος ένας αετός –

πράσινος παπαγάλος – κλείνω τα μάτια – κράζει

πάντα πάντα πάντα

η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς

τι μάτια παθιασμένα τι γυναίκες

τι έρωτες τι φωνές τι έρωτες

φίλε αγάπη αίμα φίλε

φίλε δωσ’ μου το χέρι σου τι κρύο


Ήτανε παγωνιά

δεν ξέρω πια την ώρα που πεθάναν όλοι

κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο

και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά


(Η Λησμονημένη, 1945)

http://meteorologika.blogspot.com/2008/09/ping-pong.html

Συνέχεια

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1952 – 1974

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1952-1974 on 8 Νοεμβρίου, 2009 by Le grand écrivain

bacon_painting1946

Francis Bacon, Painting (1946)

Αφιέρωμα:

Ελληνική ποίηση 1952 – 1974


Η μεταπολεμική – και μετεμφυλιοπολεμική για τα καθ’ ημάς – ελληνική ποιητική σκηνή συνιστά, απ’ όσο γνωρίζω, μοναδικό φαινόμενο στα πλαίσια της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής λογοτεχνίας σε επίπεδο ‘εθνικών’ λογοτεχνιών (με την εξαίρεση ίσως της ουγγρικής και της σλαβομακεδονικής ποίησης). Είναι η πληθώρα των ποιητών και η σημαίνουσα ποιητική παραγωγή που την κάνουν ακριβώς να διακρίνεται. Και δεν είναι μόνο η ποίηση. Την ίδια περίοδο η ελληνική πεζογραφία θα δώσει για πρώτη, ίσως, φορά έργα παγκόσμιας εμβέλειας – κι αυτό ανεξαρτήτως της όποιας αναγνωρισιμότητας τους στο εξωτερικό. Έργα σαν τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα και το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου βγάζουν το ελληνικό μυθιστόρημα για πρώτη φορά από τον ασφυκτικά στενό, πρότερο ‘ρωμαίικο’ περίγυρο του και το εγγράφουν στον χάρτη της παγκόσμιας γραμματείας. Ταυτόχρονα, οι ώριμοι καλλιτεχνικά εκπρόσωποι της αμέσως προηγούμενης ηλικιακά γενιάς δίνουν την ίδια ακριβώς περίοδο τα καλύτερα τους έργα: ο Σεφέρης λίγο νωρίτερα από τις αναφερόμενες χρονολογίες θα δώσει το Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’ και την Κίχλη, ο Ελύτης στα 1959 θα δώσει τον Άξιον Εστί και ένα χρόνο αργότερα το Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό, ο Ρίτσος θα επεξεργαστεί έναν ολότελα δικό του εκφραστικό τρόπο που θα αποκρυσταλλωθεί στους αριστουργηματικούς δραματικούς μονολόγους της Τέταρτης Διάστασης, ο Εμπειρίκος θα γράφει με ζήλο – καίτοι κρυφίως – τον Μεγάλο Ανατολικό του. Επρόκειτο, θα λέγαμε, για την χρυσή εποχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Το 1952 και οι τελευταίοι αιχμάλωτοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα ξερονήσια αρχίζουν σιγά-σιγά να επιστρέφουν. Συναντούν μια νέα, πλήρως διαφοροποιημένη κοινωνική πραγματικότητα: η παλιά Ελλάδα, η πριν του ’36, έχει οριστικά εκλείψει· στη θέση της παρατηρείται μια διαρκώς επιταχυνόμενη – αν όχι κι ολοκληρωμένη – αστικοποίηση και νέες – συνακόλουθες – συνθήκες ζωής μέσα σε μία αμιγώς πλέον καπιταλιστική κοινωνία. Τα επακόλουθα τους: αλλοτρίωση, αποξένωση, απομόνωση, εργασία, κατανάλωση, εργασία. Σύγχυση. Άγχος. Σπασμωδικές αντιδράσεις. Παράλογος τρόμος. Στη σκιά της φρίκης του Εμφυλίου και του νέου ψυχροπολεμικού κλίματος. Τα νέα, πρωτόγνωρα για τα ελληνικά δεδομένα, σύνδρομα που δημιουργούνται το ελληνικό μυθιστόρημα θα επιχειρήσει να τα καλύψει έγκαιρα και με αυξανόμενη αυτοσυνειδησία (η Καγκελόπορτα του Αντρέα Φραγκιά είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα, αν και την ίδια περίπου προβληματική θα επεξεργαστεί εκ νέου και λίγο αργότερα, ελαφρά διαφοροποιημένη από την εκ του θέματος προερχόμενη διαφορετική οπτική, και με σαφώς αριστοτεχνικότερο τρόπο κι ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος στο μικρό αυτό κομψοτέχνημα που ακούει στο όνομα Μικρό όργανο για τον επαναπατρισμό). Το αυτό, όμως, παρατηρούμε πως επιχειρεί κι η ποίηση, και μάλιστα πολύ εγγύτερα χρονικά στην τέλεση των ιστορικών ανακατατάξεων:

Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε

Αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους

Αλλάξαν και των προαστίων οι ονομασίες

Υψώνονται άσυλα στα γήπεδα και στις πλατείες.

Ποιος περιμένει την επιστροφή σου; Εδώ οι επίγονοι

Λιθοβολούν τους ξένους, θύουν σ’ ομοιώματα

Είσαι ένας άγνωστος μες στο άγνωστο εκκλησίασμα

Κι από τον άμβωνα αφορίζουνε τους ξένους

Ρίχνουνε στους αλλόγλωσσους κατάρες.


έγραφε ο Αναγνωστάκης προσπαθώντας να οριοθετήσει μια κάποια Συνέχεια ήδη στα 1954, ένα χρόνο αργότερα δηλαδή απ’ τη στιγμή που ο Μιχάλης Κατσαρός επιτιθόταν κατά δικαίων κι αδίκων στο Κατά Σαδδουκαίων του. Η Ελλάδα για πρώτη φορά εισέρχεται στον μοντέρνο κόσμο. Και υπ’ αυτήν την έννοια η τέχνη της για πρώτη φορά δεν φλερτάρει απλά με τον μοντερνισμό. Γίνεται μοντερνιστική.

Συνέχεια

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1952 – 1974 (Επίμετρο ΙΙΙ)

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1952-1974, Αφιέρωμα στον Τάσο Λειβαδίτη on 4 Νοεμβρίου, 2009 by Le grand écrivain

Francisco José de Goya y Lucientes, El perro (1820-23)

Francisco José de Goya y Lucientes, El perro (1820-23)

Τάσος Λειβαδίτης

Από τη συλλογή

Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΗΡΟΠΗΓΙΟ

(1975)

Ε’



ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ, Κύριε, να μιλώ, στερεωμένος με σύρματα μέσα στην τεφροδόχη, να παραδίνομαι χωρίς να μου το ζητούν. Και μόνο οι νεκροί μπορούν ν’ αντέξουν τόση αφθονία πραγμάτων αφού πια δεν τα χρειάζονται – βήχοντας από φθόνο, με μισό πανωφόρι, καφετί, σαν τα τραίνα της θείας Ελένης, τις νύχτες ακούγαμε τις πυροσβεστικές αντλίες που έτρεχαν δαιμονισμένα, πολλοί είχαν μαγκωθεί ανάμεσα σε τόσα απλά πράγματα και πέθαιναν αβοήθητοι, άλλοι είχαν καρατομηθεί καθώς έσκυβαν να βρούνε τα παπούτσια τους έναν ολόκληρο χρόνο, μάλιστα, ήμουν ανήσυχος για μια φτωχή αλατιέρα, μαύρη απ’ τη λίγδα ή τα κακά προαισθήματα, «τι να κάνουμε, Ιλιούσα», λέω, και ρίχνω ένα σάλι στους ώμους μου, τάχα πως δεν έγινε κανένα έγκλημα εδώ, τόσο μοναχός ώστε ν’ αντισταθώ στον πειρασμό να βγάλω απ’ την τσέπη μου τέσσερις ή δώδεκα άμαξες, τόσο άγνωστος για να με βρουν και να μου τις πάρουν πίσω.

 

Φορτηγά γεμάτα καταδίκους διάβαιναν τραντάζοντας τη γέφυρα, γεγονότα παλιά ξεχασμένα στέκονταν στις γωνιές, σαν τους μονόφθαλμους έξω απ’ τα φαρμακεία – ποιος πρόδωσε; ποιος μπήκε στο λεωφορείο; ποιος δεν ξέχασε! Όλα συγκεχυμένα, με μόνο τον αλέκτορα να θυμάται κάθε πρωί την καταστροφή που αρχίζει. Κι όταν με φωνάζουν, γυρίζω απλώς από κακία διαιωνίζοντας την ψευδαίσθησή τους.

 

Συνέχεια

Αφιέρωμα: Ελληνική ποίηση 1952 – 1974 (Επίμετρο ΙΙ)

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1952-1974, Greek Prose on 25 Οκτωβρίου, 2009 by Le grand écrivain

Odilon Redon, Nuages en fleurs

Odilon Redon, Nuages en fleurs

Ε. Χ. Γονατάς

 

Ο Ταξιδιώτης


Μα γιατί τόσο λίγη μουσική
αφού υπάρχει τέτοια σιωπή;
Όσιπ Μαντελστάμ

—-

Ο νέος που σκότωσε τον Γίγαντα κι εξαφανίστηκε ύστερα, δίχως ποτέ κανένας να μάθει γι αυτόν, δεν ήταν όπως διέδωσε η φήμη κι όπως θα λέει αύριο η παράδοση καταγωγής αριστοκρατικής. Ήταν ένας άνθρωπος του λαού, που τον περίμενε ένα απίστευτο τέλος. Κάποιος με πράσινη στρατιωτική ζακέτα χωρίς κουμπιά και κίτρινο φανελένιο παντελόνι. Ο άνθρωπος αυτός παρ’ όλες τις συμβουλές και τις παροτρύνσεις μας, δεν μας άκουσε. Έκανε λοιπόν όπως πάντα του κεφαλιού του. Και τον σκότωσε. Ύστερα από τον φόνο αγωνία πολλή τον κυρίεψε. Όταν μάλιστα σε μια στιγμή πρόσεξε κάτι που δεν είχε από την αρχή προσέξει, τη σκιά του να χορεύει στους τοίχους σαν μεγάλο πουλί που όμοιο του ποτέ, όσο θυμόταν, δεν είχε συναπαντήσει στα κυνήγια του, ρίγος συγκλόνισε το κορμί του και άρχισε να τρέμει σαν τη φλόγα του κεριού στο σαμντάνι, σαν την ίδια εκείνη φλόγα που έγινε η αρχή του μαρτυρίου του. Όμως μην τολμώντας να σβήσει το κερί του, κλείδωσε την πόρτα του σπιτιού και κρέμασε απ’ έξω μια παλιά πινακίδα, όπου είχε γράψει τα ακόλουθα:

Εγώ χτύπησα σήμερα τα μεσάνυχτα τον Γίγαντα, με δόλο απάνω στον ύπνο του, μεθυσμένον. Όμως φοβάμαι μήπως στο τέλος γλιτώσει. Κάτι ωστόσο μου λέει πως δεν θα γλιτώσει. Δεν μπορεί, δεν πρέπει να μην τον έχω σκοτώσει. Όχι. Τον έχω σκοτώσει για πάντα.

Η επιγραφή αυτή δεν βρέθηκε ποτέ. Φαίνεται πως ένας διαβολεμένος άνεμος, που φύσηξε τα χαράματα, την ξεκόλλησε, κι αφού τη στριφογύρισε στα στενά σοκάκια και στις εξοχές, ύστερα την έριξε μέσα στη λίμνη και χάθηκε.

Βγαίνοντας από το σπίτι, προτού στρίψει τη γωνιά, γύρισε κι έριξε μια κλεφτή ματιά στα μαύρα παραθυρόφυλλα, όπου πίσω τους χόρευε με άγρια λύσσα η φλόγα του κεριού. Η εικόνα της άδειας του κάμαρης με τους κόκκινους τοίχους, που φωτιζόταν από το καταραμένο εκείνο κερί, δίχως κανέναν, ούτε αυτόν τον ίδιο μέσα της, που όμως τον έβλεπε ακόμα εκεί, όπως ήταν πριν λίγη ώρα, τον έκανε πάλι να ριγήσει μέσα στη δίχως κουμπιά ζακέτα του. Τάχυνε το βήμα του, έφτασε στο σταθμό, κι αφού έβγαλε εισιτήριο, πιέζοντας τον εαυτό του να φανεί ψύχραιμος και ατάραχος, επιβιβάστηκε στο τρένο δίχως να έχει μαζί του ούτε βαλίτζα ούτε σάκκο.

Η διαδρομή υπήρξε μακριά και κουραστική. Περνούσαν μπροστά του τοπία βυθισμένα στο σκοτάδι, πέρα στο βάθος μόλις γυαλίζανε τα νερά μικρών λιμνών, όμως αυτός έβλεπε ένα κερί να πλέει σε κάθε επιφάνεια, κάθε τόσο έσταζε από το κερί μια φαρδιά σταλαγματιά, που άπλωνε περισσότερο μόλις έπεφτε στο νερό, και έπλεε κι αυτή σαν άσπρο λουλούδι.

Το τρένο ήταν παλιό, πολλά τζάμια του λείπανε και μέσα στα βαγόνια έμπαινε η ανάσα της νύχτας. Μαζί έμπαιναν και κάτι μικροσκοπικές γυναίκες, που είχαν το δαχτυλάκι τους τυλιγμένο με άσπρη γάζα. Τον έδειχναν μια στιγμή με το δεμένο τους δάχτυλο χωρίς να βγάζουν άχνα, το έκρυβαν ύστερα στο στήθος τους και, σφίγγοντας τις σάρπες στους ώμους τους, εξαφανίζονταν πάλι από την ίδια μεριά απ’ όπου είχαν μπει. Ο φωτισμός του βαγονιού ήταν πενιχρός, και οι δυο μοναδικοί συνταξιδιώτες του κοιμόντουσαν πάνω στους πάγκους, έχοντας σκεπασμένα τα πόδια και τα κεφάλια τους με σκούρες προβιές. Από καιρό σε καιρό κατρακυλούσαν από τη μια άκρη του πάγκου στην άλλη, σαν τσουβαλάκια, και οι προβιές τους φεύγανε, ξεσκεπάζοντας τα κίτρινα, γυμνά πόδια τους. Εκείνος από τη θέση του, τους παρατηρούσε και, τις δυο-τρεις φορές που συνέβη η παραπάνω σκηνή, διέκρινε πάλι στο βάθος των ματιών τους, καθώς τ’ άνοιγαν, τη φλόγα ενός κεριού που τρεμόσβηνε. Μα κι όταν έκλειναν τα μάτια τους, έβλεπε καθαρά πως εξακολουθούσαν να φωτίζονται από μέσα με το ίδιο κίτρινο φως. Τραβούσε τότε από πάνω τους το τρομαγμένο του βλέμμα και το κάρφωνε στην κοιλιά ενός μεγάλου ψαριού, που ο ένας το είχε κρεμάσει με σπάγκο από το στόμα σε ένα καρφί, δίπλα στο παράθυρο, η αστραφτερή κοιλιά με τα μεγάλα λέπια άρχιζε σιγά-σιγά να γαλαζώνει, και μια μπλε τώρα φλόγα άναβε ξαφνικά στα βάθη της. Με το μέτωπο πλημμυρισμένο ιδρώτα, κλείνει τα δικά του μάτια για να γλυτώσει από το απαίσιο φως της φλόγας, που δεν παύει να τον παρακολουθεί. Επιτέλους έφτασαν στο τέρμα. Το ανήγγειλαν οι σούστες του τρένου που έτριξαν ανατριχιαστικά και μια σφυρίχτρα που σφύριξε τρεις φορές. Γι αυτόν, όμως, το τέρμα έμοιαζε περισσότερο με φριχτή αρχή.

Συνέχεια

Αφιέρωμα: Ελληνική ποίηση 1952 – 1974

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1952-1974 on 25 Οκτωβρίου, 2009 by Le grand écrivain

Jackson Pollock, The Moon-Woman

Jackson Pollock, The Moon-Woman

Μαντώ Αραβαντινού

ΓΡΑΦΗ Β´

(1964)


Στις προσόψεις των υπόγειων διαβάσεων σταματώ με οδυνηρά οξυμένη την όραση, χωρίς σχέδιο μνήμης, χωρίς καθορισμένη πορεία. Χωρίς υποψία ονείρου. Αγνοώ την πολεοδομία του Νότου, το σχέδιο της πόλεως, τις προεκτάσεις οδών μονής κατευθύνσεως, τις εκπλήξεις των αφυλάκτων διαβάσεων. Πλανώμαι στους δρόμους του Νότου.

Ακολουθώ παρόδους διπλής κατευθύνσεως, στις συγκεκριμένες διαστάσεις ξηραμένης ρίζας φυτού ενδεδυμένη το ένδυμα του φόβου.

Η ασαφής γνώσις των σχηματικών μου ορίων, η άγνοια της ιδίας βουλήσεως αποκλείουν το σχήμα αντιτιθεμένων μορφών στο χώρο του οποίου αγνοώ τις διαστάσεις.

Συγκεκριμένα λοιπόν μεμονωμένα στοιχεία· οι δεσμίδες φωτός· η φορά του διαδρόμου· η έλλειψη ονείρου ή μνήμης· τα καινούργια κομψά υποδήματα. Οι υπόγειες διαβάσεις.

Συνέχεια

Αφιέρωμα: Ελληνική ποίηση 1952 – 1974

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1952-1974 on 25 Οκτωβρίου, 2009 by Le grand écrivain

Marc Chagall, La fenêtre dans le ciel

Marc Chagall, La fenêtre dans le ciel

Ε. Χ. Γονατάς

———————

ΤΟ ΒΑΡΑΘΡΟ

(1963)

—————————

Ικεσία

Μπροστά μου υψωνόταν αγέρωχο, το πανάρχαιο δέντρο με τη χαλκοπράσινη φυλλωσιά. Μια βραχνή φωνή αντήχησε μες στην ψυχή μου.

Έπεσα στα γόνατα. Καθώς προσευχόμουν, είδα τα χέρια μου τ’ απλωμένα ικετευτικά, να φεύγουν απ’ τους ώμους μου και σαν περιστέρια να περνούν ψηλά φτερουγίζοντας και να χάνονται μέσα στα φουντωμένα κλαδιά που σκιρτούσαν.

——————————

Ο ερημίτης


Η ξύλινη πόρτα έτριξε ανοίγοντας, και μια μακριά πάλλευκη γενειάδα στρώθηκε στα πόδια μας κι έφεξε τις μορφές μας, αστράφτοντας μες στο σκοτάδι. Περπατώντας επάνω της, μπήκαμε στην καλύβα. Δυο κορμοί δέντρων ήταν γερμένοι, για καθίσματα, καταγής. Αφού φιλήσαμε πρώτα το χέρι του γέροντα, αρχίσαμε να γδυνόμαστε. Εκείνος είχε τραβηχτεί σε μια γωνιά και, δίχως να μας προσέχει, κούρντιζε ήσυχα το πανάρχαιο βιολί του, απ’ όπου έσταζαν κάθε τόσο χοντρά δάκρυα κερί.

———————–

Συνέχεια

Αφιέρωμα: Ελληνική ποίηση 1952 – 1974

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1952-1974 on 25 Οκτωβρίου, 2009 by Le grand écrivain

Gerhard Richter

Gerhard Richter

Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

(1963)

Καμιά αφίσα ή τοίχος

Καμιά αφίσα ή τοίχος δεν θα μαρτυρεί

το ελαφρό σου πέρασμα στη φλέβα

Πέφτεις σα σιγανή βροχή ανύποπτη

ανάμεσα στα ξεραμένα φύλλα


Καμιά σκαπάνη μουσικού δεν θα σε βρει

τόσο βαθιά στο αίμα


Συνέχεια

Αφιέρωμα: Ελληνική ποίηση 1952 – 1974

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1952-1974 on 25 Οκτωβρίου, 2009 by Le grand écrivain

a25_17287961

Ελένη Βακαλό

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΩΝ ΤΥΦΛΩΝ

(1962)

Τις πρώτες ώρες που περνάνε

στο ποίημα οι τυφλοί


Απ’ το ημερολόγιο του ποιήματος –

Με τοποθετούνε σ’ ένα δωμάτιο

Τ’ ακούω από τον όγκο της σιωπής πως δεν είναι ακόμα η απέραντη νύχτα

Όταν θα βγω από την πόρτα του σπιτιού χωρίς κανείς αυτό το βήμα μου

να το προλάβει

Κάποτε θα βρω ορθάνοιχτη την πόρτα του σπιτιού, θα βρω που

είναι, όπως σύρριζα στον τοίχο αγγίζοντας ένα-ένα τα πράγματα

κι αλλοιώνοντας τις διαστάσεις τους τα γνωρίζω

Περισσότερο υποθέτω πριν έρθει σα ρολόι σημαίνοντας

τ’ όνομα τους συμπληρωμένο

– το πουλί έχει μείνει σα σχήμα κι εγγράφεται στην ύλη τους, στο σίδερο

ή στο ξύλο –

υποθέτω πως θα ‘ναι τ’ άνοιγμα για την έξοδο ίσως αυτή τη φορά

κάπου κοντά μου

Συνέχεια

Αφιέρωμα: Ελληνική ποίηση 1952 – 1974

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1952-1974 on 25 Οκτωβρίου, 2009 by Le grand écrivain

Jackson Pollock (1912 – 1956), Full Fathom Five, 1947

Jackson Pollock (1912 – 1956), Full Fathom Five, 1947

Γιάννης Δάλλας

ΑΝΑΤΟΜΙΑ

(1971)

1


Καιρός να παραδώσω την κατάθεση μου

Όπως όταν ακούγεται από μακριά βροντή ή πυροβολισμός εφόδου

και διαλύεται η παρέλαση σαν φίδι με φολιδωτήν ουρά στο ρίγος

του μεσημεριού

άδειασε τότε η πολιτεία κ’ έμεινε η κεντρική πλατεία με τα

δέντρα της δεκατισμένα

με τις σημαίες πατημένες τις κραυγές της στον αγέρα

ασπρόρουχα του πανικού

κ’ έγινε η νύχτα ποταμός απ’ όπου στης αυγής τα ξέφτια

αναδυόμενα

τα τανκς με βήματα βαριά τεντώνοντας την προβοσκίδα τους


Σαν ιπποπόταμος της λεωφόρου

Συνέχεια

Αφιέρωμα: Ελληνική ποίηση 1952 – 1974 (Επίμετρο)

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1952-1974 on 8 Μαρτίου, 2009 by Le grand écrivain
George Grosz, The Pillars of Society, 1926

Κώστας Στεργιόπουλος

ΤΑ ΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

(1971)


Γη του Πυρός

Εδώ θα πεθάνουμε,

σκάβοντας για νερό

κάτω απ’ αυτό το σκληρό φως,

σε τούτη την άνυδρη γη

που φλέγεται.



Μας τριγυρίζουν ίσκιοι από γεράκια,

όρνια αρπακτικά,

δηλητηριώδεις σαύρες,

ο κόσμος των ερπετών.



Σωθήκαμε προσωρινά

σε καλύβια και τσαντήρια.

Χρόνια τώρα σωνόμαστε προσωρινά,

σέρνοντας τον καιρό,

ζώντας με φτηνά δολώματα.



Πέρα, τα μακρινά νησιά,

πετούν μεσούρανες φωτιές από τη μνήμη.

(Πως τα ‘ξερε, πόσο καλά τα ξέρει

όλα αυτά η ψυχή μας!)



Θα πεθάνουμε εδώ,

αγναντεύοντας το πέλαγος,

γατζωμένοι σε τούτα τα βράχια.


Ανάμεσα στους ανθρωποφάγους



Τους είδα που άναβαν την πυρά,

κι η σιωπή τους βάρυνε απάνω μου

σαν απόφαση.



Τα τροχισμένα δόντια, τ’ αρπαχτικά νύχια.


Μα εκείνοι σώπαιναν πάντα

ανέκφραστοι κάτω απ’ τα μασκαρεμένα τους

πρόσωπα,

φορτωμένα στολίδια ψεύτικα

και λοφία.



Πίσω απ’ τις λόχμες,

σάλευαν κρυμμένα πλήθος δόρατα,

αόρατα μάτια και φτερά·

ενώ, βαθιά απ’ το δάσος,

έφταναν κιόλας ήχοι από σκοτεινά τύμπανα,

απόμακρα ουρλιαχτά, βραχνά μουγκρίσματα,

μαζί με βρυχηθμούς άλλων θηρίων.



Κι εγώ να περιμένω

δεμένος στο στύλο πιστάγκωνα,

ελπίζοντας και μη ελπίζοντας,

μόνος

ανάμεσα στους ανθρωποφάγους.


Ξαναγυρίζουμε



Ξαναγυρίζουμε στην εποχή του χαλκού

και του λίθου.


Κυκλοφορούμε ανάμεσα στα τελευταία μαμούθ,

με ξύλινα ρόπαλα και δέρματα ζώων,

κυνηγώντας το ρένο και τον τάρανδο,

ανάβοντας δαδιά και λυχνάρια, για να φωτίσουμε

τις τρώγλες μας,

πασχίζοντας πάνω σε κέρατα και κόκαλα

να ιστορήσουμε τη ζωή μας.



Ξαναγυρίζουμε στην εποχή των παγετώνων,

στη μεγάλη αδράνεια.



Ο ήλιος δεν μπορεί να λιώσει τους πάγους μας,

δεν μπαίνει απ’ τα παράθυρα μας.

Ξάφνου φουντώνει σα σβηστή φωτιά

μας καίει τα βλέφαρα,

κι ώσπου να λάμψει,

βυθίζεται ξανά στο υπερπόντιο χάος.



Αποτραβιόμαστε στα σκοτεινά μας σπήλαια·

Βουλιάζουμε στην προϊστορική νύχτα.



Ζώα θηριόμορφα, που μόλις σέρνονται στη γη

βγαίνοντας απ’ το τέλμα τους,

ιπτάμενα ερπετά,

υδρόβια σαρκοφάγα, πτεροδάκτυλα

μαρτυρούνε το πέρασμα μας.


Ξαναγυρίζουμε στην εποχή των θαλάσσιων τεράτων.



Με τα δόντια



Σκοποί τελευταίο νούμερο,

ανάμεσα στους απογόνους των δεινοσαύρων.

Να κρατήσουμε πρέπει μ’ έναν κόκκο σινάπεως.

Ολιγόπιστοι, μα όχι άπιστοι.

Με τα δόντια πρέπει να κρατήσουμε,

δεκατιζόμενοι.


Ο κόσμος μας ετοιμοθάνατος,

κι ο καιρός μας ένας μεθυσμένος,

που προσπαθούμε να τον στηρίξουμε,

τρεκλίζοντας κι εμείς μαζί του.


Κνίσες και τελετουργικές θυσίες στο Μαμμωνά.

Μικροαστός στο τιμόνι κι η συντροφιά όλο χαμόγελα,

καταβροχθίζοντας εκεί τα σφάγια.

Σφίγγες ωραίες,

με μυστικά και δίχως μυστικά,

«ποπ» και «οπ»,

και τα πόδια τους γδύνουν τον αέρα.



Αυτή τη λίγη πίστη

με πόσο πείσμα την κρατώ.

Γιατί χανόμαστε αλλιώς,

το καράβι κάνει νερά

και κατεβαίνουμε όλοι στον πάτο.


Τα κοιμητήρια


Τόποι χλοεροί, με μάρμαρα και κυπαρίσσια,

με χώμα μουσκεμένο από πολλά δάκρυα,

που εμείς τους λέμε

νεκροταφεία ή κοιμητήρια.

Εκεί δεν κατοικεί κανείς.

Λησμονημένοι τόποι,

που θαρρούμε πως κοιμίζουν τους

αγαπημένους μας.

Κάποτε μόνο ο άνεμος διαβαί-

νοντας βγάνει φωνή,

κάποτε μόνο αφήνει λυπημέ-

νη τη φωνή του το πουλί.

Εκεί κανείς δεν κατοικεί.

Ήλιος και βροχή,

παιχνίδια του αττικού χειμώνα.

Τα κοιμητήρια είναι για τους ζωντανούς.

Οι νεκροί έχουν πεθάνει.

Φως κτιστό

Φως κτιστό,

βγήκες ανάγλυφες να δείξεις των βουνών τις ράχες,

άσπρους τους τοίχους κι άσπρα τα λιθάρια

κι άσπρο το μάκρος της ματιάς,

και το σπουργίτι παγωμένο που πηδάει στα γείσα.



Κρυστάλλινα ηλιόλουστη μέρα

με παγωνιά,

που λες θα θρυμματίσει

τους κύβους των σπιτιών,

κάτω απ’ το γαλανό ουράνιο χάος.



Άσπρο φως,

τώρα σε ξέρω πιο καλά.

Τρυπάς τα μάτια ως το σκοτάδι της καρδιάς,

μπαίνεις κι αστράφτεις ως τους πάγους μας

και στη λευκή μας ερημιά, για να ζεστάνεις

τη λίγη αυτή χαρά που μας ανήκει.



Φως κτιστό,

δεν ανατέλλεις στα βλέφαρα

των πεθαμένων.





Άκτιστο φως στα μάτια των αγγέλων.