Αφιερώματα: Μέρος Α’: Ο Βίος της Μαρίας της Αιγυπτίας

Ζ. Δ. Αϊναλής


Ο Βίος της Μαρίας της Αιγυπτίας


Εισαγωγή

ἐπεὶ κρεῖττον ἦν τῷ περὶ θεῶν μύθῳ κατακολουθεῖν ἢ τῆ τῶν φυσικῶν εἱμαρμένη δουλεύειν· ὁ μὲν γὰρ ἐλπίδα παραιτήσεως ὑπογράφει θεῶν διὰ τιμῆς, ἡ δὲ ἀπαραίτητον ἔχει τὴν ἀνάγκην.
Ἐπίκουρος, Πρὸς Μενοικέαν, § 134

Θα μπορούσαμε ενδεχομένως να αρνηθούμε την λαϊκή προέλευση των Βίων Αγίων, κάτι που θα ήταν αληθινό για ένα μεγάλο μέρος αυτής της λογοτεχνίας, αλλά δεν θα μπορούσαμε να αρνηθούμε το γεγονός ότι οι Βίοι Αγίων συνιστούσαν το πιο δημοφιλές ανάγνωσμα, διανεμημένο σε όλη την κοινωνική κλίμακα, καθόλην τη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου. Αυτό σημαίνει πως, ανεξάρτητα της κοινωνικής τους προέλευσης, τα έργα αυτά κατόρθωσαν να αποκτήσουνε πρόσβαση στις λαϊκές μάζες απλούστατα επειδή ‘μιλούσαν’ στον συναισθηματικό τους κόσμο. Το ερώτημα  βέβαια κατά πόσον καταστάθηκαν δημώδη a posteriori, καθώς εγκολπώθηκαν κι αφομοιώθηκαν από τις λαϊκές μάζες (όπως στην περίπτωση του Ερωτόκριτου), ή είχαν εξαρχής λαϊκές καταβολές, παραμένει ανοιχτό. Προσωπικά, πάντως, είμαι πεπεισμένος πως ένα μεγάλο μέρος των Βίων Αγίων της Ύστερης Αρχαιότητας (4ος – 7ος αι.) έλκυε την προέλευση του από τον κόσμο του λαού και πως επρόκειτο, κατ’ επέκτασιν, για δημώδη λογοτεχνία[1], έστω κι αν όχι ακριβώς με την αυστηρή σημασία που έλαβε ο όρος για να υποδηλώσει ένα τμήμα της λογοτεχνικής παραγωγής από τον 11ο –12ο περίπου αιώνα μέχρι και τα τέλη του 19ου (για τις πιο υπανάπτυκτες τουλάχιστον οικονομικά και κοινωνικά χώρες). Επιπροσθέτως, λόγιοι συγγραφείς, αντιπρόσωποι συχνά της πιο υψηλής αριστοκρατίας της περιόδου, αναπαρήγαγαν τις θεματικές και τα μοντέλα έκφρασης της δημώδους αυτής λογοτεχνίας προς ιδίαν τέρψιν. Είναι ευνόητο ότι αυτή ακριβώς η δημοτικότητα επέβαλε στους συγγραφείς αυτών των έργων συγκεκριμένες υποχρεώσεις στις οποίες έπρεπε να ανταποκρίνονται. Υποχρεώσεις που σχετίζονταν με τις απαιτήσεις του κοινού τους, είτε επρόκειτο γι ακροατές είτε για αναγνώστες. Επιπλέον, φαίνεται πως οι Βίοι Αγίων, με την αφηγηματική τους μορφή, υποκατέστησαν προοδευτικά, στη συνείδηση του κοινού της εποχής μεταξύ 4ου και 7ου αι., τις λειτουργίες του αρχαίου (ελληνιστικού και ρωμαϊκού) ερωτικού μυθιστορήματος· ένα κοινό που γοητευόταν εξακολουθητικά από τις ‘εξωτικές’ περιπέτειες (με την ανάλογη διάθεση φυγής που αυτές αδυνατούν ν’ αποκρύψουν) των μυθιστορηματικών ηρώων καθώς και από τις αφηγήσεις ‘πιπεράτων’ σκηνών στις οποίες οι τελευταίοι συνήθως εμπλέκονταν[2]. Γι αυτό ακριβώς και η πρωτοβυζαντινή αγιολογία βρίθει από αφηγήσεις σχετικές με το σεξ· αφηγήσεις που πραγματεύονται σχεδόν κάθε πτυχή του ανθρώπινου ερωτισμού. Εντούτοις, αν αυτού του είδους οι ιστορίες κυκλοφορούσαν με προγραμματικό και δεδηλωμένο στόχο την τέρψη, κινδύνευαν να επισύρουν την μήνιν της επίσημης Εκκλησίας, καθώς το κοινωνιολογικό υπόβαθρο έχει ριζικά αλλάξει μεταξύ του 1ου και του 4ου μ.Χ. αι. και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αρχίζει σιγά-σιγά όχι μοναχά να εκχριστιανίζεται αλλά και, κυρίως, – μετά τον 4ο αι. – να θεσμοθετεί τον Χριστιανισμό. Συνεπώς, θα λέγαμε πως τα μεσαία και χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα της Αυτοκρατορίας αναζήτησαν – και βρήκαν – έναν άλλο τρόπο ούτως ώστε να υπερκεράσουν την αποστροφή της Εκκλησίας για τον ερωτισμό, τοποθετώντας μικρά ερωτικά αποσπάσματα μέσα σε έργα με διδακτικό κατά βάση περιεχόμενο. Μόνο που αυτός ο ερωτισμός έπρεπε να είναι ‘αντεστραμμένος’, να παρουσιάζεται, δηλαδή, σαν εχθρός του χριστιανού (του νέου δηλαδή ανθρωπολογικού τύπου), σαν δαιμονικός πειρασμός. Ένα καθήκον ελάχιστα δύσκολο, σε μια εποχή που ελλείψει μιας συστηματικής ψυχολογικής – τον προτιμώ στην συγκεκριμένη περίπτωση, ως όρο, από το «ψυχαναλυτικής» – σκευής, και ευρύτερα ορθολογικής οργάνωσης της σκέψης, έτεινε να επεξηγεί όχι μόνον την ανθρώπινη συμπεριφορά αλλά και το ανθρώπινο υποσυνείδητο και ασυνείδητο ‘μυθολογικά’, δηλαδή με αλληγορικές μονάδες-εικόνες πρωτογενούς και καθολικής σημασίας[3]. Και δεν είναι, βέβαια, τυχαία η επιστροφή σε μια μυθολογική οργάνωση της σκέψης κατά την υπό εξέταση περίοδο. Η γέννηση του ορθολογισμού στα πλαίσια της δημοκρατίας της αθηναϊκής πόλης δεν είναι τυχαία. Η σταδιακή υπαναχώρηση σε προ-ορθολογικές, μυθολογικές μορφές σκέψης με την ίδρυση των ελληνιστικών κρατών και την διάλυση της κλασικής πόλεως-κράτους δεν είναι επίσης τυχαία. Ούτε πάλι η σταδιακή επάνοδος στην ορθολογική οργάνωση της σκέψης στα πλαίσια των ‘αναγεννησιακών’ ιταλικών δημοκρατιών, διαδικασία που θα ολοκληρωθεί γνωρίζοντας  το αποκορύφωμα και την χρυσή εποχή της κατά τον 18ο και 19ο αι., την εποχή της άνδρωσης, δηλαδή, του αστικού-καπιταλιστικού οικονομικοκοινωνικού μοντέλου στη Δύση[4]. Και δεν είναι τυχαία, τέλος, η εμφάνιση, στα ίδια ιστορικά και κοινωνικά πλαίσια πάντα, παράλληλα με την ορθολογικοποίηση της σκέψης και την «απομαγικοποίηση» του κόσμου, που θα εκφραστεί κυρίως φιλοσοφικά ή καλύτερα ‘επιστημονικά’, η άρνηση της, που θα εκφραστεί κυρίως καλλιτεχνικά, και που περνώντας από όλα τα διάμεσα στάδια, θα περάσει από εκείνο της ημι-συνειδητότητας (Ρομαντισμός) αρχικά σε αυτό της συνειδητότητας (Μοντερνισμός) τελικά.

Η κατηγορία του λογοτεχνικού είδους των Βίων Αγίων που επιδεικνύει δίχως καμιάν αμφιβολία τον πιο ερωτικό χαρακτήρα, είναι αυτή των Βίων των «μεταμελημένων πορνών». Η λογοτεχνική αυτή κατηγορία κάνει την εμφάνιση της κατά τη διάρκεια του 6ου αι. και συνεχίζει να ανθεί και κατά τη διάρκεια του επόμενου. Τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της λογοτεχνικής παραγωγής  είναι αδιαμφισβήτητα ο Βίος της Μαρίας της Αιγυπτίας και ο Βίος της Πελαγία της Μετανοούσας (ο οποίος συγκαταλέγεται επίσης στην κατηγορία των «γυναικών μεταμφιεσμένων σε μοναχούς»). Πρόκειται για δύο έργα που συγκαταλέγονται άνετα ανάμεσα στα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, εξαιτίας του μοναδικού ρεαλισμού που διαθέτουν αλλά και της σπάνιας γνώσης της ανθρώπινης εμπειρίας και κατάστασης που επιδεικνύουν. Οι δύο ηρωίδες δεν παρουσιάζονται ιδεαλιστικά και εξιδανικευμένες αλλά ως δύο απλές και ‘απτές’ γυναίκες με συγκεκριμένα ανθρώπινα πάθη. Και η καθημερινή απονέκρωση στην οποία υποβάλλουν τους εαυτούς τους μετά την μετάνοια τους είναι εντυπωσιακή και επιτυγχάνει να εντυπωσιάζει με τη σειρά της και μας με την ειλικρίνεια της. Διότι η Μαρία και η Πελαγία δεν είναι δύο γυναίκες που γεννήθηκαν αγίες και τέλειες, απαλλαγμένες από ανθρώπινα πάθη, αλλά δύο καθημερινές γυναίκες που ένιωσαν κάποια στιγμή στη ζωή τους, μετά από έναν ‘αμαρτωλό’ βίο, μιαν έντονη ανάγκη ‘εξαγνισμού’· ανάγκη απόλυτα κατανοητή από ψυχολογική άποψη, αναλογιζομένων των δεδομένων μιας κοινωνίας βαθιά πατριαρχικής. Ιδίως στην περίπτωση της Πελαγίας (καθώς και των υπολοίπων γυναικών μεταμφιεσμένων σε άντρες μοναχούς), η συμβολική σημασία της μεταμφίεσης τους σε άντρα είναι διαφανής: « διάρρηξη των δεσμών με το θηλυκό παρελθόν, εχθρότητα έναντι της οικογένειας και της εξουσίας, παραίτηση από την σεξουαλική δραστηριότητα»[5]. Επιπροσθέτως, οι ‘βιογράφοι’ τους δοξάζουν βέβαια το Θεό για τη μεταστροφή και τη σωτηρία τους αλλά δεν καταδικάζουν το ‘αμαρτωλό’ παρελθόν τους. Επιδεικνύουν, θα λέγαμε, περισσότερο μια κατανόηση για την ανθρώπινη αδυναμία. Διαμέσου των δύο αυτών μεταμελημένων πορνών, οι αγιογράφοι εκφράζουν την συμπάθεια τους για την διαχρονική και παγκόσμια αδυναμία του ανθρώπου. Και ίσως γι αυτόν ακριβώς τον λόγο οι δύο αυτοί Βίοι γνώρισαν μια τέτοια δημοτικότητα καθόλην τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Εντούτοις, δικαιούμαστε να υποθέσουμε πως ακριβώς τέτοιου είδους αφηγήσεις έδιναν αφενός στο κοινό της εποχής εκείνης τη δυνατότητα να απολαύσει έναν κρυφό ερωτισμό και αφετέρου στους δημιουργούς τους τη δυνατότητα να τον εκφράσουν, δεδομένου του γεγονότος ότι ήταν καταδικαστέος από την επίσημη Εκκλησία. Συν τοις άλλοις, ανάλογου είδους Βίοι μας παρέχουν πολύτιμες ενδείξεις για την νοοτροπία των ανθρώπων της εποχής εκείνης, και κυρίως για την εικόνα της γυναίκας στο συλλογικό ασυνείδητο της κοινωνίας της Ύστερης Αρχαιότητας: η γυναίκα παρουσιάζεται ως ένα πλάσμα άγριο και αισθησιακό, με αχαλίνωτα και θυελλώδη πάθη. Σταδιακά η εικόνα αυτή εξελίσσεται και τελικά μετά την Εικονομαχία, και κυρίως κατά τη διάρκεια του 9ου αι., ακολουθώντας όλη την συντηρητική τάση της εποχής μετασχηματίζεται· στο εξής η γυναίκα προσγράφεται σε έναν καινούργιο ανθρωπολογικό τύπο, που έμελλε να κυριαρχήσει για αιώνες, και ο οποίος δεν είναι άλλος από αυτόν της «ευλαβούς νοικοκυράς» που δίνει πλέον την αδιάκοπη μάχη της εντός του μάταιου τούτου κόσμου[6]… Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της νέας τάσης είναι ενδεχομένως ο Βίος της Μαρίας της Νέας. Τέλος, αυτού του είδους οι Βίοι αναδεικνύουν ανάγλυφα την σπαραχτική εσωτερική διαπάλη ανάμεσα στο σεξουαλικό πόθο και την ενοχή, ένα κυρίαρχο ψυχολογικό πρόβλημα σε όλες τις εξουσιαστικές κοινωνίες, και το οποίο θα άξιζε ιδιαιτέρως να αναλυθεί εντός των ορίων της λογοτεχνίας της βυζαντινής κοινωνίας.

Ο Βίος της Μαρίας της Αιγυπτίας είναι ουσιαστικά μια εγκιβωτισμένη στον Βίο του αββά Ζωσιμά αφήγηση. Παραδοσιακά αποδιδόταν στον Σωφρόνιο, έναν λόγιο συγγραφέα που γεννήθηκε γύρω στο 560 στη Δαμασκό και πέθανε το 638, έχοντας χρισθεί προηγουμένως πατριάρχης Ιεροσολύμων. Εντούτοις, σήμερα γενικά θεωρείται έργο ανώνυμου συγγραφέα, πιθανόν συρο-παλαιστινιακής[7] προέλευσης, το οποίο γράφτηκε το αργότερο μέχρι τα τέλη του 7ου αι, όπως το αποδεικνύει το γεγονός ότι το μνημονεύει ο Ιωάννης Δαμασκηνός στις αρχές του 8ου καθώς και μια λατινική μετάφραση του ίδιου αιώνα. Για την παρούσα μετάφραση, στηριχτήκαμε, ελλείψει εγκυρότερης σύγχρονης και επιστημονικής έκδοσης του κειμένου, στο κείμενο της Patrologia Graeca[8]. Ο χωρισμός σε κεφάλαια είναι του J.-P. Migne.

Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι επέλεξα να μην συμπεριλάβω στη μετάφραση το προοίμιο καθώς το θεωρώ ‘νόθο’ και προστεθειμένο εκ των υστέρων[9] (και ίσως το μοναδικό κομμάτι του κειμένου που θα μπορούσε και να αποδοθεί πραγματικά στη γραφίδα του Σωφρονίου), η μετάφραση είναι σε γενικές γραμμές πιστή στο πρωτότυπο κείμενο. Αυτό δεν σημαίνει ότι μετέφρασα παντού τις χρονικές ή τις εναντιωματικές μετοχές, για παράδειγμα, ως τέτοιες, εάν επρόκειτο με αυτόν τον τρόπο να θυσιάσω το νεοελληνικό κείμενο. Επίσης, σε ορισμένα ελάχιστα σημεία, ενσωμάτωσα σιωπηρά στη μετάφραση κάποια επεξηγηματικά σχόλια. Στόχος μου ήταν να δώσω ένα κείμενο με κάποια λογοτεχνικότητα στα νέα ελληνικά. Διότι, αν είναι μία φορά δύσκολο να βρεις την ιδανική, την τέλεια απόδοση μεταφράζοντας από μιαν άλλη γλώσσα, όταν προσπαθείς να μεταφέρεις ένα κείμενο από μια προγενέστερη σε μια μεταγενέστερη φάση της ίδιας και της αυτής γλώσσας, τότε αυτό είναι πρακτικά αδύνατο. Διότι η ιδανική, η τέλεια έκφραση βρίσκεται ήδη εκεί, μπροστά στα μάτια σου. Κι εσύ καλείσαι να αναλάβεις τον άχαρο ρόλο να μεταγράψεις κάτι το ήδη τέλειο σε κάτι το αναγνώσιμο… Ελπίζω η μετάφραση που έρχομαι να παρουσιάσω να διατηρεί μιαν ελάχιστη έστω αισθητικότητα στα νέα ελληνικά… Κι άλλωστε κάθε νέα μετάφραση είναι και μία νέα ανάγνωση… Κι αν είχε κάποιος ποτέ την αλλόκοτη ιδέα να συγγράψει μιαν ιστορία των μεταφράσεων της ελληνικής – ας πούμε –  λογοτεχνίας, θα είχε την ιδιάζουσα χαρά να γράψει την πρώτη ιστορία των αναγνωστών αυτής της λογοτεχνίας…

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Την υπόθεση αυτή την στηρίζω σε διάφορους λόγους (ανωνυμία, δημώδης γλώσσα, απουσία πολιτικών στόχων, απουσία οικονομικών – μέσω της ‘διαφήμισης’ του τάδε ή του δείνα μοναστηριού – συμφερόντων, έμφαση στο θαύμα) αλλά κυρίως στο γεγονός ότι τα έργα αυτά φέρουν ανεξίτηλα τα ίχνη ενός συγκεκριμένου επιπέδου «προφορικότητας», τόσο στην οργάνωση της σκέψης όσο και στην εκφορά του λόγου, το οποίο συμπυκνώνεται επιγραμματικά στην υπόθεση μιας προϋπάρχουσας της καταγραφής τους προφορικής σύνθεσης.

[2] Το γεγονός αυτό, η υποκατάσταση, δηλαδή, των λειτουργιών του αρχαίου μυθιστορήματος από την νέα χριστιανική αφηγηματική λογοτεχνία, φαίνεται πως είχε να κάνει με το κοινωνικό υπόβαθρο των αποδεκτών αυτής της λογοτεχνίας. Ο A.H.M. Jones έχει δείξει ότι στις αρχές του 4ου αι., ο χριστιανισμός ήταν κυρίως διαδεδομένος ανάμεσα στις μεσαίες και χαμηλότερες οικονομικές τάξεις των πόλεων, ενώ η αριστοκρατία και οι αγροτικοί πληθυσμοί ελάχιστα είχαν επηρεαστεί απ’ αυτόν (πρβλ., A.H.M. JONES, « The Social Background of the Struggle between Paganism and Christianity », The Conflict between Paganism and Christianity in the Fourth Century, Oxford, 1963, σ.17-37· είναι, άλλωστε, ενδεικτικό το γεγονός ότι το πολιτιστικό υπόβαθρο των αγροτικών κοινοτήτων της Ανατολίας, όπως αυτό αναδεικνύεται μέσα από τις σελίδες του Βίου του Νικολάου της Σιών, γραμμένου κατά πάσα πιθανότητα κατά τη διάρκεια του 7ου α., ήταν ακόμα χαρακτηριστικά ειδωλολατρικό). Όμως, όπως έχει δείξει ο Τ. Hägg αυτές οι μεσαίες και χαμηλότερες οικονομικές τάξεις των πόλεων ήταν ακριβώς οι πρωταρχικοί αποδέκτες του αρχαίου μυθιστορήματος (πρβλ., T. GG, « The Social Background and the First Readers of the Novel », The Novel in Antiquity, σ. 81-108).

[3] Έτσι, για παράδειγμα, μου φαίνεται πως το διαβόητο «προπατορικό αμάρτημα» δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ευφυέστατη, εκφρασμένη με μυθολογικό τρόπο, προσπάθεια επεξήγησης της κληροδότησης από την παλαιότερη γενεά στα τέκνα της νεότερης των ψυχολογικών συνδρόμων εκείνων που εκ των πραγμάτων ήταν αδύνατο να αναπτυχθούν στα τελευταία λόγω έλλειψης εμπειριών και βιωματικού υποστρώματος.

[4] Βέβαια, ο κλασικός ορθολογισμός δεν είναι ταυτόσημος με τον σύγχρονο. Πίσω από την κοινή ονομασία κρύβεται μια τεραστίων διαστάσεων ειδοποιός διαφορά. Ο σύγχρονος ορθολογισμός δεν αναγνωρίζει παρά τον λόγο, τοποθετώντας οτιδήποτε δεν ανακύπτει από έναν αυστηρά δομημένο, ‘μαθηματικό’ συλλογισμό στο χώρο του παράλογου (ή καλύτερα του μη-έλλογου), του αντίθετου στη λογική και κατ’ επέκτασιν του ανύπαρκτου. Αντίθετα, ο κλασικός ορθολογισμός πέρα από το λόγο, έδρα της συλλογιστικής, αναγνώριζε τον νου, έδρα της ενόρασης ή της ενατένισης, γεγονός που κατέστησε δυνατή την άνδρωση της ‘μεταφυσικής’ διάστασης του κλασικού ορθολογισμού, από τους Πυθαγόρειους, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, μέχρι και τον Πλωτίνο (πρβλ., A.-J. FESTUGIÈRE, Les moines d’Orient. I. Culture ou Sainteté. Introduction au monachisme oriental, Paris, 1961, σ. 15). Και δεν είναι τυχαίο βέβαια, από την άλλη, ότι αυτή η – σύγχρονη – εκδοχή του ορθολογισμού κατέστη ιστορικά δυνατή μόνο στα πλαίσια μιας κοινωνίας εκβιομηχανισμένης, η επιστήμη της οποίας έχει φτάσει σε πλήρη ωριμότητα (πρβλ., T. W. ADORNO  – M. HORKHEIMER, «Η έννοια του διαφωτισμού», Η διαλεκτική του διαφωτισμού, Αθήνα, 1986, σ. 19 – 60).

[5] Πρβλ., M. DELCOURT, « Le complexe de Diane dans l’hagiographie chrétienne », Revue de l’Histoire des Religions, 153 (1958), p. 23.

[6] Πρβλ., N. DELIERNEUX, « Anne-Euphémianos, L’épouse devenue eunuque : Continuité et évolution d’un modèle hagiographique », Byzantion. Revue Internationale des Études Byzantines, 72 (2002), p. 117 – 120 και  A. P. KAZHDAN, « Η Βυζαντινή οικογένεια και τα προβλήματα της », Βυζαντινά, 14 (1988).

[7] Και μάλιστα μονοφυσιτικής (πρβλ. J. STEVENSON, « The Holy Sinner: The Life of Mary of Egypt », The Legend of Mary of Egypt in Medieval Insular Hagiography, ed. E. POPPE – B. ROSS, Dublin- Portland, 1996, σ. 25 – 26 και 33).

[8] Patrologiae cursus completes, series graeca, ed. J.-P. MIGNE.

[9] Το ίδιο πρόβλημα έχω και με τον επίλογο, ο οποίος είναι επίσης εντελώς διαφορετικός, κυρίως από την άποψη της συντακτικής οργάνωσης του λόγου, από το υπόλοιπο κείμενο, αλλά τελικά επέλεξα να τον συμπεριλάβω καθώς τον θεωρώ σημαντικότατο από άποψη περιεχομένου.

***

Μετάφραση

Κεφάλαιο Ι

Ήτανε κάποτε ένας άνδρας που ζούσε στα μοναστήρια της Παλαιστίνης οπού διακρινότανε τόσο για τα λόγια όσο και για την πολιτεία του, κι ο οποίος ανατράφηκε από βρέφος μέσα στα μοναστήρια σύμφωνα με τα μοναστικά ήθη και κανόνες. Και το όνομα του γέροντα τούτου ήτανε Ζωσιμάς. Κι ας μην νομίσει κανείς πως αναφέρομαι σ’ εκείνον τον ομώνυμο Ζωσιμά που τόνε κατηγόρησαν κάποτε για αιρετικό. Άλλος ο ένας κι άλλος ο άλλος, και πολλή η μεταξύ τους διαφορά, κι ας είχαν κι οι δυο τους το ίδιο όνομα. Αυτός λοιπόν ο Ζωσιμάς, ο ορθόδοξος τώρα, οπού εμόνασε αρχικά σε κάποιο απ’ τα πιο παλιά μοναστήρια, κι οπού σε κάθε είδους άσκηση επιδόθηκε, κατάκτησε στο τέλος την ολοκληρωτική εγκράτεια. Ότι τηρούσε κάθε κανόνα που σε αυτόν παραδόθηκε από εκείνους που τόνε γαλούχησαν, και πολλά μάλιστα κι ο ίδιος επινόησε ζητώντας τελείως να υποτάξει στο πνεύμα τη σάρκα. Και στο στόχο του αυτό δεν αποτύγχανε. Και τόσο περιλάλητος έγινε ο γέροντας τελικά για το ήθος του οπού πολλοί από πολλά μοναστήρια γειτονικά, αλλά κι από τα πιο μακρινά, ερχόντανε σ’ αυτόν για να διδαχτούνε την εγκράτεια από ‘κείνον. Αλλά ποτέ δεν παραμέλησε και την μελέτη των θείων Λόγων, κι ας είχε φτάσει σε τέτοιον βαθμό ασκητικής πρακτικής, ότι κι αν έκανε είτε κοιμότουν, είτε ξυπνούσε, είτε ασχολούταν με καμιά χειρωνακτική εργασία απ’ όπου εξασφάλιζε την τροφή. Κι άμα ζητάς να μάθεις το πώς εξασφάλιζε την τροφή οπού γευότανε, ένα έργο είχε εκείνος αδιάκοπο, που ποτέ δεν τελείωνε, να ψάλνει συνέχεια και πάντα να μελετά τις Γραφές. Πολλές φορές μάλιστα, λένε κάποιοι, πως ο γέροντας, ότι απ’ τον Θεό αξιώθηκε, είχεν οράματα, καθώς ο Κύριος είπε μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται[1]. Ότι οι την σάρκα οπού καθάρισαν και το μάτι της ψυχής οπού κρατήσανε άγρυπνο βλέπουν οράματα θεϊκής επιφοίτησης και πρώιμα γεύονται τα καλά οπού μέλλονται για να ‘ρθουν.

Έλεγε το λοιπόν ο Ζωσιμάς, μέσα από την μητρική αγκάλη να πούμε με δώσανε σε τούτο το μοναστήρι, και μέχρι το πεντηκοστό τρίτο έτος της ηλικίας μου αυτόν τον δρόμο πορεύτηκα. Και μετά από τούτα εταράχτηκε σφόδρα από λογισμούς οχληρούς ότι τάχα έγινε τέλειος στα πάντα και δεν είχεν ανάγκη να διδαχτεί τίποτα πια. Αυτά σκεφτότανε μόνος του. Άραγε υπάρχει στη γη μοναχός ικανός τίποτες να μου μάθει καινούργιο ή που να ‘χει τη δύναμη να με βοηθήσει ν’ ασκήσω πρακτικές που δεν ξέρω ή που δεν τις άσκησα ήδη; Άραγε βρίσκεται ανάμεσα στους ασκητές της ερήμου κανένας που να με ξεπερνά[2]; Κι ενώ τούτα συλλογιζόταν ο γέροντας, παρουσιάζεται ξάφνου κάποιος μπροστά του και του λέγει: ε Ζωσιμά, καλά αγωνίστηκες μέχρι τώρα κι όσο μπορεί άνθρωπος, καλά διάνυσες και τ’ ασκητικό μονοπάτι. Μα στους ανθρώπους ανάμεσα κανένας δεν είναι τέλειος, κι ο δρόμος που υπολείπεται μεγαλύτερος είναι του που διανύθηκε, κι ας μην το υποψιάζεσαι. Για ναν το μάθεις κι ο ίδιος λοιπόν, πόσες υπάρχουνε κι άλλοι οδοί της σωτηρίας, έξελθε εκ της γης σου, και εκ της συγγένειας σου, και εκ του τόπου του πατρός σου[3], και ύπαγε ψάξε ένα μοναστήρι  στις όχθες του Ιορδάνη.

Αμέσως λοιπόν ο γέροντας ακολουθώντας το παράγγελμα, εγκαταλείπει το μοναστήρι όπου από παιδάκι εμόνασε. Και φτάνοντας εις τον Ιορδάνη, τον πιο άγιο ανάμεσα σε όλους τους ποταμούς, οδηγείται απ’ το παράγγελμα σ’ αυτό το μοναστήρι όπου ο Θεός του όρισε να πάει. Κι αφόντις έκρουσε με το χέρι την θύρα, συντυχαίνει πρώτα τον μοναχό οπού εφύλαγεν την θύρα. Κι εκείνος με τη σειρά του μηνά στον ηγούμενο που κάποιος ξένος ήρθεν. Κι ο ηγούμενος τον εδέχτηκε παρατηρώντας το μοναστικό του ένδυμα και το ευλαβικό του ήθος, κι αφού ο Ζωσιμάς έκανε την συνήθη στους μοναχούς μετάνοια κι έλαβε την ευκή του γέροντα, τον ρωτά ο ηγούμενος: Από πού μας έρχεσαι, αδερφέ, και για ποιο λόγο, σ’ εμάς τους ταπεινούς; Κι ο Ζωσιμάς αποκρίθηκε δεν είναι ανάγκη, πάτερ μου, ν’ αποκαλύψω τ’ από πού κι όσο για το τι, αυτό είναι μα την αλήθεια απλό ότι ήρθα για να ωφεληθώ. Ότι ένδοξα πράματα άκουσα για σας κι αξιέπαινα, ικανά εις το Χριστό το Θεό μας να προσεγγίσουν την ψυχή του ανθρώπου. Και του λέγει τότες ο ηγούμενος, ο Θεός, αδελφέ, ο μόνος ικανός να θεραπεύσει την ανθρώπινη αδυναμία, Εκείνος και σένα και μας θα διδάξει τα θεία θελήματα και θα μας οδηγήσει εις το να πράξουμε τα δέοντα. Ότι δεν δύναται ο άνθρωπος άνθρωπο να ωφελήσει, πάρεξ κι έχει αδιάκοπα το νου στραμμένο ένδον του, κι εξασκώντας τον νου του πράττει το καθήκον, έχοντας εξασφαλίσει ο Θεός να συντρέχει τις πράξεις του. Πλην, επειδή, καθώς είπες, η αγάπη του Θεού σε παρακίνησε εμάς τους ταπεινούς να δεις γέροντες, μείνε μαζί μας, αν πράγματι γι αυτό τον λόγο ήρθες, κι όλους θα μας θρέψει, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, ο ποιμήν ο καλός, ο που έδωσε την ψυχή αυτού λύτρον αντί πολλών[4], και τα ίδια πρόβατα καλεί κατ’ όνομα[5]. Και αυτά αφού είπε ο ηγούμενος, ο Ζωσιμάς έκανε αμέσως μετάνοια, κι αφού ζήτησε την ευκή του, είπε Αμήν κι έμεινε σ’ εκείνο το μοναστήρι.

Κι είδε ο γέροντας πράξεις και άκουσε λόγια θαυμαστά και όλοι να δουλεύουνε με ζήλο στην υπηρεσία του Κυρίου. Και δεν έπαυαν να ψάλνουνε τους ψαλμούς καθ’ όλην τη διάρκεια της νύχτας, και με κάποιαν εργασία ν’ απασχολούνε πάντα τα χέρια τους, με κάποιο ψαλμό πάντα εις τα χείλια. Και δε παραδινόσαντε ποτέ στην οκνηρία, και καθόλου δεν απασχολούνταν με υλικές φροντίδες, και δεν γνωρίζανε μήτε τα ονόματα καν των ετήσιων προσόδων μήτε και είχαν καμιάν έγνοια για τους μόχθους της καθημερινής ζωής. Αλλά αποκλειστικά και μόνο ένα πράγμα απασχολούσε τους πάντες, το πώς δηλαδή να νεκρώσουν το σώμα και τίποτα από τα εγκόσμια να μην νιώθουνε σαν να ήταν ανάμεσα στους ζωντανούς ήδη νεκροί. Κι ως τροφή είχανε ανεξάντλητη μόνο τα θεόπνευστα λόγια, ότι δεν βάζαν στο στόμα τους παρά μόνον τα αναγκαία, δηλαδή λίγο ψωμί και λίγο νερό, καθώς φλεγόσαντε όλοι τους απ’ την αγάπη για το Θεό. Αυτά ο Ζωσιμάς, καθώς ο ίδιος είπε[6], βλέποντας, πολύ επωφελούτανε, ωθούμενος μόνο προς τα μπροστά, πάντα προχωρώντας εις τον ίδιο το δρόμο, και συνεργάτες έχοντας βρει πρόθυμους για την ανοικοδόμηση ενός παραδείσου νέου.

Όταν είχανε περάσει αρκετές μέρες έφτασε ο καιρός οπού οι χριστιανοί έπρεπε να εκτελέσουν τις άγιες νηστείες για να καθαρίσουνε τους εαυτούς τους για ναν τιμήσουν το θείο πάθος και την ανάσταση του Χριστού. Όσο για την πύλη του μοναστηριού αυτή ποτέ δεν άνοιγε αλλά έμενε πάντα κλειστή ώστε ανενόχλητοι ναν επιδίδονται οι μοναχοί στην άσκηση. Και δεν άνοιγε παρά μόνον αν υπήρχε ανάγκη μεγάλη. Κι ο τόπος ολόγυρα ήταν παντέρημος και στους περισσότερους μοναχούς απ’ τα γειτονικά μοναστήρια ήτανε όχι μονάχα αδιάβατος μα κι άγνωστος. Και στο μοναστήρι αυτό υπήρχε κανόνας, οπού βαστούσε απ’ το Θεό, κι οπού γι αυτόν ακριβώς το λόγο οδήγησε, πιστεύω[7], κι ο Θεός τον Ζωσιμά σε τούτο το μοναστήρι. Κι ο κανόνας αυτός έλεγε που την Κυριακή της πρώτης βδομάδας των νηστειών, αφού τελούταν κατά το σύνηθες η θεία λειτουργία κι αφού ο καθένας γινότανε μέτοχος των ζωοποιών κι αχράντων μυστήριων, και λάμβανε μικρής ποσότητας τροφή να μαζεύονται όλοι στο ιερό κι αφού προσευχηθούν επί μακρόν και κάμουν πολλές γονυκλισίες, ναν ασπάζονται οι γέροντες ο ένας τον άλλον κι έπειτα ο καθένας αφού ασπαζότανε τον ηγούμενο, ναν κάμνει μετάνοια και να ζητά την ευκή του ώστε ναν την έχει μαζί του συναγωνιστή για τον προκείμενο αγώνα.

Κι αφού γινόνταν αυτά άνοιγ’ η πύλη του μοναστηριού και ψάλλοντας όλοι μαζί το Κύριος φωτισμός μου και Σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι; Κύριος υπερασπιστής της ζωής μου, από τίνος δειλιάσομαι;[8] κι όλον τον υπόλοιπο ύμνο αναχωρούσαν όλοι από το μοναστήρι. Κι αφήνανε έναν μονάχα, ή κάποτε δύο, ανάμεσα στους πολλούς μοναχούς για φύλακα στο μοναστήρι, όχι για να φυλάγουνε όσα που βρίσκονταν μέσα (άλλωστε δεν υπήρχε και τίποτα που θα μπορούσαν να κλέψουν οι κλέφτες), αλλά για να μη μένει αλειτούργητο το ιερό. Κι ο καθένας κουβάλαγε για ναν ταΐσει τον εαυτό του ό,τι ήθελε κι ό,τι μπορούσε. Άλλος ψωμί, άλλος σύκα ξερά, άλλος χουρμάδες, άλλος όσπρια βρεμένα σε νερό, κι άλλος τίποτα πάρεξ το σαρκίο του και το ράκος οπού εφόραγε σκοπεύοντας ναν τραφεί με τα λιγοστά βοτάνια οπού εφυτρώναν σ’ εκείνην την έρημο. Κι οι γέροντες είχαν κανόνα και νόμο απαράβατο να μην γνωρίζει ο ένας πως ο άλλος πορεύεται και τι κάμνει. Και διασχίζοντας τον Ιορδάνη διασκορπίζανε όσο μακρύτερα ο ένας από τον άλλον και πολλή η έρημος οπού βρισκότανε μεταξύ τους και κανείς δεν συναντούσε κανέναν. Κι αν ακόμα τύχαινε κάποιος να δει έναν άλλον από μακριά να πλησιάζει αμέσως άλλαζε πορεία κι αναζητούσε άλλον τόπο και ζούσε ο καθένας με τον εαυτό του και το Θεό, ψάλλοντας συνέχεια και τρώγοντας αριά και που ξηρά τροφή.

Έτσι αφού περνούσαν όλες τις ημέρες της νηστείας γυρνούσαν στο μοναστήρι την Κυριακή πριν την ζωοποιό ανάσταση του Σωτήρα, την οποία η Εκκλησία γιορτάζει παραδοσιακά μετά βαΐων. Κι επέστρεφε ο καθένας έχοντας ως καρπούς του δικού του σκοπού τη δική του συνείδηση που εγνώριζε πόσο ασκήθηκε και ποιων μόχθων έσπειρε σπόρους. Και κανένας δεν ρώταγε τον άλλον τίποτα σχετικά με τα παραπάνω και πως ο καθένας τον δικό του δρόμο πορεύτηκε. Αυτός λοιπόν ήταν ο κανόνας του μοναστηριού και έτσι εκτελούταν. Ότι καθένας από αυτούς αφόντις πήγαινε στην έρημο κι αναλάμβανε τον αγώνα εναντίον του εαυτού του κάτω απ’ το άγρυπνο μάτι του Θεού, ελευθερωνόταν από την αγωνία ναν αρέζει εις τους άλλους ή να θέλει ναν τους κάμνει την εντύπωση. Ότι όσα οπού οι άνθρωποι κάμνουνε για ν’ αρέζουνε στους ανθρώπους όχι μόνο δεν ωφελούνε αυτούς οπού τα κάμνουνε μα πολύ βλάπτουσι και τους άλλους.

Τότε λοιπόν κι ο Ζωσιμάς, μαζί με όλους τους άλλους, και σύμφωνα με τον κανόνα του μοναστηριού, επέρασε τον Ιορδάνη με τη σειρά του κι αυτός μη παίρνοντας μαζί του τίποτες πάρεξ κάποια εφόδια για την χρεία του σώματος κι αυτό το ράκος μοναχά οπού εφόραγε. Κι επήρε ναν εκτελεί τον κανόνα περπατώντας στην έρημο κι έτρωγε μόλις πεινούσε και κοιμόταν λίγο ξαπλώνοντας στην γη όπου τον έβρισκ’ η νύχτα. Κι αξημέρωτα ακόμα έπαιρνε πάλι να περπατά κρατώντας ανάλλαχτο το ρυθμό του βαδίσματος. Και του γεννήθηκε η επιθυμία, καθώς έλεγε, κι ήλπιζε κάπως να γίνει και μέσα στα βάθη τα πιο βαθιά της ερήμος ναν απαντούσε κάποιον πατέρα οπού θα μπορούσε να τον συμβουλέψει για τα όσα οπού ποθούσε η ψυχή του. Κι όλο και τάχαινε το βήμα σαν να ‘τανε ναν απαντήσει κανένα ξακουστό πανδοχείο. Κι αφόντις περπάτησε μέρες πολλές σταμάτησε κατά την έκτη ώρα της εικοστής ημέρας στρεφόμενος προς την ανατολή για να ψάλλει την συνήθη ευκή. Ότι συνήθιζε κατά τη διάρκεια της μέρας να κάνει μικρές στάσεις να μπορέσει λιγάκι να ξαποστάσει και να ψάλλει και να κλίνει το γόνα και να προσευκηθεί.

Και ψάλλοντας και κοιτώντας τον ουρανό μ’ άγρυπνο μάτι βλέπει στο βάθος δεξιά, ενώ έψελνε τους ψαλμούς της έκτης ώρας[9], να κάνει την εμφάνιση του είδωλο ένα ανθρώπινο σώμα. Και ταράχτηκε σφόδρα στην αρχή ότι νόμισε οπού αυτό που βλέπει ήτανε φάντασμα και τρόμος πολύς τον κατάλαβε. Κι έκανε το σημείο του σταυρού κι αφόντις έδιωξε το φόβο ξαναγυρνώντας το βλέμμα στα νότια βλέπει στ’ αλήθεια κάτι να βαδίζει στο βάθος. Και είχε το πλάσμα μαύρο το σώμα, σαν να ‘χε μαυρίσει από τις φλόγες του ήλιου, κι ελάχιστες τρίχες φαινότανε στην κεφαλή του, σα μαλλί άσπρες κι αυτές και έτσι κοντές οπού δε ‘φτάναν απ’ τον αυχένα πιο κάτω. Αφού αυτό είδε ο Ζωσιμάς ένιωσε ευχαρίστηση μέσα του και χαρά εξαιτίας του αλλόκοτου θεάματος κι άρχισε να τρέχει προς το μέρος που και το πλάσμα πορευότανε. Κι εχαιρότουν χαρά μεγάλη. Ότι τόσες ημέρες μέσα στην έρημο δεν είχ’ απαντήσει ζωντανό πλάσμα, μήτ’ άνθρωπο, μήτε και ζώο, πτηνό ή χερσαίο. Ζητούσε λοιπόν να μάθει ποιος ήταν κι από πού ερχόταν το πλάσμα, ελπίζοντας πως θα γίνει μάρτυρας σπουδαίων πραμάτων.

Εκείνο όμως μόλις αντιλήφθηκε το Ζωσιμά να πλησιάζει από μακριά άρχισε να τρέχει μέσα εις την έρημο πιο βαθιά. Κι ο Ζωσιμάς, μη λογαριάζοντας την ηλικία του ή την κούραση οπού ‘χε σωρεύσει τόσων ημερών πορεία, πίεσε τον εαυτό του να τρέξει για να προλάβει το πλάσμα. Κι εκείνος εκαταδίωκε κι εκείνο καταδιωκόταν. Και το βήμα του Ζωσιμά πιο ταχύ και το πλησίασε γρήγορα. Και μόλις έφτασε σε μια απόσταση που να μπορεί την φωνή του ν’ ακούσει, άρχισ’ ο Ζωσιμάς να φωνάζει και να κλαίει φωνάζοντας, γιατί μ’ αποφεύγεις τον γέροντα και αμαρτωλό; δούλε του Θεού ζωντανού, όποιος κι αν είσαι μείνε μαζί μου, ότι ο Θεός μου όρισε την έρημο τούτη να κατοικήσω. Μείνε με τον αδύνατο και ανάξιο για χάρη της ελπίδας τούτης που τρέφεις σαν ανταμοιβή για τους τόσους σου κόπους. Στάσου και δώκε ευκή κι ευλογία στο γέροντα ότι ο Κύριος δεν αποστρέφεται ποτέ Του κανέναν. Κι αυτά λέγοντας ο Ζωσιμάς κλαίγοντας φτάσανε κι οι δυο τους να τρέχουν σε κάποιο τόπο που κάποιος ξερός χείμαρρος είχε αφήσει τα ίχνη του. Εγώ πάντως δεν πιστεύω πως μπορεί να υπήρχε ποτέ χείμαρρος εκεί πέρα, πως θα μπορούσε σ’ εκείνη τη γη να φανεί χείμαρρος; αλλά έλαχ’ ο τόπος να ‘χει τούτο το σχήμα.

Κεφάλαιο ΙΙ

Μόλις φτάσαν λοιπόν σ’ εκείνο το μέρος, το πλάσμα κατέβηκε κι αμέσως ανέβηκε στο άλλος μέρος της όχθης. Κι ο Ζωσιμάς εξαντλημένος και μη μπορώντας άλλο να τρέξει, στάθηκ’ ασθμαίνοντας στο άλλο μέρος του χειμαρρόσχημου τούτου τόπου και στα δάκρυα δάκρυα και λυγμούς στους λυγμούς ώστε ναν μπορέσει έτσι όπου ‘τανε τώρα κοντά του ν’ ακούσει το πλάσμα τον οδυρμό του. Και το φεύγον εκείνο κορμί τέτοιαν αφήνει φωνή κι έτσι του λέει, αββά Ζωσιμά, για όνομα του Θεού, συγχώρεσε με, ότι δεν μπορώ να στρέψω και κατά πρόσωπο να σ’ αντικρίσω. Ότι είμαι γυναίκα και μάλιστα γυμνή καταπώς βλέπεις κι αισχύνομαι το κορμί μου που έχω ακάλυπτο. Αλλά μιας και θέλεις να μ’ ανταμείψεις με την ευκή σου, πέτα μου το ράκος το που φοράς, να συγκαλύψω με τούτο τη γυναικεία μου ασθένεια, και να στραφώ προς τα σένα, και την ευκή σου να λάβω. Τότε φρίκη και μεγάλη κατάπληξη κατέλαβε το Ζωσιμά, καθώς έλεγε, μόλις άκουσε να τον φωνάζει με τ’ όνομα του. Ότι ήταν οξύνους ο άνδρας και περί των θείων σοφώτατος κι αμέσως κατάλαβε που δεν μπορούσε να τον φωνάξει με τ’ όνομα του, εκείνον που ποτέ της δεν είχε δει και για τον οποίον ποτέ της δεν είχε ακούσει να γίνεται λόγος, πάρεξ και είχεν ευλογηθεί με το χάρισμα της θείας οράσεως.

Κι αμέσως κάνει ό,τι εκείνη που του παράγγειλε και βγάζοντας το ράκος εκείνο το παλιό όπου εφόραγε της το πετά κι εκείνος πισωπατά[10]. Κι εκείνη πιάνοντας το, καλύπτει όσα μέρη του σώματος της χρειαζόνταν να καλυφτούν περισσότερο. Στρέφεται λοιπόν τότε στο Ζωσιμά και του λέει τι σου ‘ρθεν, αββά Ζωσιμά, να δεις αμαρτωλό γύναιο; τι να μάθεις από μένα και τι να δεις που άξιζε σε τέτοιον κόπο να μπεις; Κι ο Ζωσιμάς έκλινε το γόνα στη γη την ευκή της ζητώντας κατά το σύνηθες κι εκείνη γονατίζει σε στάση μετάνοιας και στεκόνταν έτσι κι οι δυο τους ώρα πολλήν γονατισμένοι στη γη, ο ένας στην μια όχθη κι η άλλη στην άλλη, κι ο καθένας ζητούσε να ευλογήσει τον άλλον έτσι που για ώρα πολλήν δεν ακουγότανε τίποτα άλλο πάρεξ το ευλόγησον. Και μετά από πολλήν ώρα λέει η γυναίκα στο Ζωσιμά, αββά Ζωσιμά συ αρμόζει να ευλογήσεις και να προσευχηθείς ότι συ έχεις ευλογηθεί με την τιμή του πρεσβύτερου κι εσύ παρευρίσκεσαι χρόνια τώρα στο άγιο θυσιαστήριο[11] και πολλές φορές μέχρι τώρα μυσταγωγός έγινες των αχράντων μυστηρίων. Κι αυτά λέγοντας, ο Ζωσιμάς φόβο μεγάλο φοβήθηκε και μιαν αγωνία μες την καρδιά κι έγινε σύντρομος και στέναζε κι ίδρος τον έλουζε και κόμπιαζε η φωνή. Της λέγει λοιπόν με σπασμένη φωνή και συνέχεια ασθμαίνοντας, ω μητέρα πνευματική απ’ το ήθος σου είν’ ολοφάνερο που ήδη εσύ αναχώρησες για τον Κύριο και στο μεγαλύτερο μέρος απονέκρωσες στον κόσμο τούτο τον εαυτό σου. Κι είναι ολοφάνερο το χάρισμα αυτό που σου δόθηκε ότι ποτέ κανείς πριν δεν με κάλεσε με τ’ όνομα μου μήτε και με τ’ αξίωμα μου που να μην μ’ είχε γνωρίσει. Αλλά καθώς η χάρη δεν εξαρτάται απ’ τ’ αξιώματα αλλά απ’ τα ψυχικά τα γνωρίσματα ευλόγησε με σου ζητώ στο όνομα του Κυρίου και προσευκήσου για μένα.

Υποχωρώντας τελικά μπροστά στην τόση επιμονή του γέροντα λέει η γυναίκα στο Ζωσιμά, ευλογητός ο Θεός, ο που φροντίζει για τη σωτηρία των ανθρώπων και των ψυχών τους. Κι αφού είπε με τη σειρά του Αμήν ο Ζωσιμάς σηκώνονται κι οι δυο από τη γη και ρωτά η γυναίκα το Ζωσιμά για ποιο λόγο ήρθες σε μένα την αμαρτωλή, άνθρωπε; Για ποιο λόγο θέλησες ν’ απαντήσεις από κάθ’ αρετή γύναιο γυμνωμένο; Από την άλλη πάλι, μιας και σε καθοδήγησε η χάρη του Αγίου Πνεύματος, αν μπορείς με κάποιον τρόπο να μου παρέχεις καμιά υπηρεσία που αδυνατώ λόγω της ηλικίας μου, πες μου, πως ζει το χριστιανικό έθνος την σήμερον; Πως οι βασιλείς; Πως διαχειρίζονται οι υποθέσεις της Εκκλησίας; Και της λέγει τότε ο Ζωσιμάς, εν συντομία μητέρα, χάρη στις όσιες προσευχές σου, σε όλα χάρισε ο Χριστός ειρήνη σταθερή. Αλλά δέξου ανάξιου γέροντα παράκληση, και προσευχήσου υπέρ του κόσμου όλου, και υπέρ εμού του αμαρτωλού, ώστε να μην μείνει άκαρπο το διάστημα της παραμονής μου σ’ αυτήν εδώ την έρημο. Και του απαντάει τότε εκείνη, συ είναι το πρέπον, αββά Ζωσιμά, που αξιώθηκες το αξίωμα του ιερέα, καθώς σου είπα ήδη, να προσευχηθείς υπέρ εμού κι υπέρ πάντων. Ότι εσύ είσαι προορισμένος για τούτο. Μιας κι όμως παρακινούμαστε να υπακούμε, εκείνο που ζήτησες πρόθυμα θα το πράξω.

Αυτά λέγοντας, στρέφει προς την ανατολή το κορμί και σηκώνει το βλέμμα ψηλά και ανοίγει τα χέρια κι αρχίζει ψιθυριστά να προσεύχεται. Κι από κει που στεκόταν ο Ζωσιμάς δεν ακουγόταν καμιά φωνή έναρθρη. Ούτε και μπορούσε ν’ ακούσει της προσευχής τα λεγόμενα. Κι εκεί που στεκότανε, καθώς έλεγε, τον κατέλαβε τρόμος πολύς και ξαπλώθηκε στη γη μην τολμώντας μια λέξη. Κι ορκιζότανε, κι έβαζε μάρτυρα το Θεό, που καθώς την έβλεπε ν’ αργεί πολύ με την προσευχή, σήκωσε λιγάκι το βλέμμ’ από χαμαί, και την είδε να έχ’ υψωθεί ίσαμε ένα πήχη από την γη και να προσεύχεται στον αέρα κρεμάμενη[12]. Και πάει αυτό ήτανε μόλις είδε κι αυτό φόβο στο φόβο κι άλλο φοβόταν κι αγωνιούσε πολύ και δεν ετόλμαγε άχνα να βγάλει, από μέσα του μονάχα επαναλαμβάνοντας, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον, ξαπλωμένος πάντα στη γη και πονηροί τον σκανδαλίζανε λογισμοί μη τάχα κι ήτανε πνεύμα η γυναίκα και προσποιούτανε που προσεύχοταν. Και στρέφεται τότε η γυναίκα στον αββά και τον σηκώνει απ’ τη γη και του λέει αυστηρά, γιατί μ’ υποβλέπεις αββά και σε σκανταλίζουνε λογισμοί πονηροί και σκέφτεσαι που είμαι πνεύμα και προσποιούμαι όπου προσεύχομαι; Μάθε, άνθρωπε, που μπορεί να είμαι γυναίκα αμαρτωλή αλλά με προστατεύει το άγιο βάπτισμα. Και πνεύμα δεν είμαι αλλά ολόκληρη και χώμα και στάχτες[13] και σάρκα. Και μόλις είπε αυτά με το σημείο του σταυρού σφραγίζει το μέτωπο και τα μάτια της, τα χείλη της και το στήθος της, έτσι μιλώντας, ο Θεός, αββά Ζωσιμά, να μας φυλά από του πονηρού και τις ενέδρες του, ότι πολλή υπάρχει ανάμεσα μας ακόμη η ισχύς του.

Κι ο γέροντας κοιτώντας την μόλις ακούει τούτα τα λόγια ρίχνει τον εαυτό του στο έδαφος και αγκαλιάζοντας με τα χέρια τα πόδια της και λούζοντας τα με δάκρυα λέει, σε ξορκίζω, στ’ όνομα του Χριστού, του Θεού μας, και της Παρθένου που τόνε γέννησε, και που για χάρη του εντύθηκες την γυμνότητα αυτήν, και που για χάρη του σε τέτοιο βαθμό τη σάρκα σου εξαχρείωσες, μη κρύψεις από το δούλο σου τίποτα, κι όλα να μου τα πεις, το ποια είσαι, και τ’ από πού κατάγεσαι και το πότε και με ποιο τρόπο σε τούτην την έρημο ήρθες να κατοικήσεις, τίποτα να μη κρύψεις από μένα για σένα αλλά όλα να μου τ’ αφηγηθείς, ώστε τα μεγαλεία του Θεού να καταστούν ολοφάνερα. Σοφία γαρ κεκρυμμένη και θησαυρός αφανής, τις ωφέλεια επ’ αμφοτέροις[14]; καθώς είναι γραμμένο. Όλα να μου τα πεις, για όνομα του Θεού. Κι όχι που για να καυχηθείς να τα πεις μήτε για την επίδειξη, αλλά για να με διδάξεις τον ανάξιο, μόνο. Ότι θαρρώ πως ο Θεός, τον που πιστεύεις κι υπηρετείς, γι αυτόν το λόγο μ’ οδήγησε σε τούτην την έρημο, για ν’ αποκαλύψειν ο Κύριος όλα τα σχετικά με σένα. Και δεν είναι στα μέτρα μας να εναντιωνόμαστε τις αποφάσεις του Κυρίου. Άμα δεν ήταν ευάρεστο στο Χριστό, το Θεό μας, να σε αποκαλύψει και τον τρόπο που αγωνίζεσαι να καταστήσει κατάδηλο, δεν θα επέτρεπε από κανέναν να θεαθείς, ούτε κι εμένα να διανύσω θα προέτρεπε τόσο μεγάλο δρόμο για να σε συναντήσω, εμένα που ουδέποτε σκέφτηκα ή θέλησα πριν το κελί μου να εγκαταλείψω.

Κι ενώ ο αββάς Ζωσιμάς έλεγε αυτά κι άλλα πολλά, τον σηκώνει τρυφερά η γυναίκα και του λέει, αισχύνομαι, αββά μου, να σου ιστορήσω την αισχύνη των έργων μου, συγχώρεσε με, για όνομα του Θεού. Μιας όμως κι είδες έτσι γυμνό το κορμί μου, για σένα θ’ απογυμνώσω και τη ψυχή μου, για να γνωρίσεις κι εσύ τι αισχύνη και τι ντροπή τη ψυχή μου πληρώσαν οι πράξεις μου. Ότι αν δεν ήθελα να σου διηγηθώ τη ζωή μου, δεν ήτανε, όπως υπέθεσες, για να μην καυχηθώ (γιατί τι αλήθεια υπάρχει σε μένα πρόσφορο για να καυχηθώ έτσι που έγινα σκεύος εκλογής[15] του διαβόλου). Αλλά επειδή ήξερα πως έτσι και ξεκινήσω να σου διηγούμαι, θα φύγεις μακριά μου, καθώς που φεύγει κανείς απ’ τον όφη, μην αντέχοντας μέχρι τέλους ν’ ακούσεις όλα τα αίσχη τόσα που έπραξα. Αλλά αφού έτσι το θέλησες κι αφού πήρα την απόφαση να μιλήσω τίποτα πια δεν θα κρύψω. Σε ξορκίζω όμως, από τώρα και στο εξής, να μην παραλείψεις για μένα να εύκεσαι μήπως και βρω σωτηρία και έλεος την ώρα της κρίσης. Κι ενώ ο γέροντας έκλαιγε ακατάσχετα ξεκίνησε η γυναίκα την ιστορία της κι έτσι μίλησε:

Εγώ, αδελφέ, γεννήθηκα στην Αίγυπτο. Αλλά μόλις έγινα δώδεκα χρονών, κι ενώ οι γονείς μου ζούσαν ακόμα, προδίδοντας την στοργή τους το έσκασα και πήγα στην Αλεξάνδρεια. Και το πώς απώλεσα την παρθενία μου στην αρχή, και το πώς με κατέτρεχε, δίχως εγκράτεια και χωρίς κορεσμό, η επιθυμία μου να κάνω τον έρωτα, ντρέπομαι τώρα ακόμα και να το σκέφτομαι. Αλλά δεν ταιριάζει να μιλήσω με σεμνότητα τώρα, αλλά έστω και με συντομία, όλα να σου τα διηγηθώ  για να γνωρίσεις κι εσύ τη λαγνεία και τη φιληδονία μου. Δεκαεφτά, που λες, χρόνους, συγχώρησον, ζούσα σα πόρνη παραδομένη στη φλόγα της ασωτίας. Και μάλιστα, σου τ’ ορκίζομαι, χωρίς να πληρώνομαι. Κι ήταν φορές που δε δεχόμουνα χρήματα ακόμα κι από κάποιους που θέλαν να με πληρώσουνε. Και το έκανα τούτο, γιατί νόμιζα που έτσι θα κέρδιζα την προσοχή τους, γιατί ήθελα όλοι να με προσέχουν. Κι έτσι σπάταλα δώριζα από δω κι από κει εκείνο το που ζητούσανε. Και μη φανταστείς πως ήμουνα τίποτα πλούσια. Ζητιανεύοντας ζούσα. Κι ήτανε φορές που δεν είχα να φάω παρά τις λινάτσες από τα ρούχα μου. Αλλά μου αρκούσε η επιθυμία μου. Δίχως εγκράτεια και χωρίς κορεσμό, να κυλιέμαι στο βόρβορο. Κι έτσι κυλούσε η ζωή μου και πίστευα που θα συνέχιζα μέχρι τέλους να ζω τη φύση προσβάλλοντας.

Κι ενώ αυτός ήταν ο τρόπος της ζωής μου, βλέπω κάποτε άνδρες Λιβύους κι Αιγύπτιους, λαό πολύ, να τρέχουνε προς τη θάλασσα. Και ρωτώ κάποιον που έτυχε να βρεθεί πλάι μου, για πού βιάζονται έτσι τρέχοντας όλοι αυτοί οι άντρες; Κι αυτός μου απαντά κι έτσι μου λέει, στα Ιεροσόλυμα όλοι ανεβαίνουν για τη γιορτή της υψώσεως του τιμίου σταυρού, που ‘ναι να γιορταστεί σε λίγες μέρες. Και του λέω τότε κι εγώ, άραγε θα με πάρουν κι εμένα μαζί τους, άμα θελήσω ν’ ακολουθήσω; Και μου λέει τότε εκείνος, αν έχεις το ναύλο σου και τα έξοδα κανένας δεν σ’ εμποδίζει. Και του λέω τότε εγώ, εγώ, βέβαια, αδελφέ, λεφτά δεν έχω ούτε για το ναύλο ούτε για τα λοιπά έξοδα. Αλλά θα πάω κι εγώ, και θ’ ανέβω σε κάποιο από τα πλοία που εμισθώσανε και θα τους έχω να με τρέφουνε ακόμα κι αν δεν το θέλουν. Ότι έχω κορμί, αντί ναύλου, που μπορούνε να λάβουν. Γιατί γι αυτό ήθελα να πάω, αββά μου, συγχώρησον, για να ‘χω ανά πάσα στιγμή έτοιμους πολλούς εραστές να μου χορταίνουν το πάθος. Σου το ‘πα, αββά, μη μ’ αναγκάσεις να σου μιλήσω τα αίσχη μου, ότι φρίττω, Κύριος οίδεν, έτσι με τα λόγια μου να μολύνω και σένα και τον αγέρα.

Κι ο Ζωσιμάς, το χώμα δάκρυα βρέχοντας, έτσι της λέει, λέγε, για το Θεό, μητέρα μου, λέγε και μη διακόψεις τον ειρμό τέτοιας μιας ιστορίας ψυχωφελούς. Αυτή τότε αμέσως παίρνοντας την ιστορία από κει που σταμάτησε του λέγει: Εκείνος λοιπόν ο νεαρός ακούγοντας τα αισχρά μου λόγια, βάζει τα γέλια και φεύγει. Κι εγώ αφού γδύθηκα το κουρέλι το που εφόραγα (είχε τύχει μάλιστα να μου ‘χει κρατήσει για πολύ καιρό εκείνο) τρέχω προς τη θάλασσα κατά που έβλεπα και τους άλλους να τρέχουν. Και βλέπω τότε κάποιους νέους να στέκονται στο γιαλό, ίσαμε δέκα τον αριθμό ή και περισσότερους, και όλοι να έχουνε κάτι ρωμαλέα κορμιά καλοσχηματισμένα κι όλο αρρενωπότητα κινήσεις, και μου φανήκαν αρκετά ικανοί γι αυτό που τους ήθελα. Και φαίνεται υπήρχανε κι άλλοι συνταξιδιώτες γιατί κι άλλοι ακόμα είχαν ανέβει στα πλοιάρια ήδη. Κι αναιδέστατα τότε, κατά τη συνήθεια μου, πηδώ στο ανάμεσο τους. Πάρτε, καλέ, κι εμένα μαζί σας εκεί που πηγαίνετε! Όλο και κάπου θα σας φανώ χρήσιμη! έτσι έλεγα. Κι αφού γελώντας κι άλλα είπα λόγια αισχρότερα κατάφερα να κάνω τους πάντες να γελάν με τα πάντα. Κι αυτοί με τη σειρά τους βλέποντας την τόση μου κλίση γι αδιαντροπιά με παίρνουν και μ’ ανεβάζουν στο πλοιάριο που είχανε ήδη ‘τοιμάσει. Και περιμέναμε λίγο ακόμα να ‘ρθουνε και κάποιοι άλλοι κι ύστερα ξεκινήσαμε[16].

Τα υπόλοιπα πώς να στα διηγηθώ, άνθρωπε; Ποια γλώσσα να πει, ποιο αυτί να ακούσει όλα που έγιναν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού επάνω στο πλοίο; Τι να σου πω; Ότι τους ανάγκαζα να μου κάνουν αυτό που ζητούσα ακόμα κι αν δεν το θέλανε; Ότι δεν υπάρχει καμιάν ασέλγεια, απ’ όσες χωρούν κι απ’ όσες που δεν χωρούν στο νου του ανθρώπου, την οποία με προθυμία να μην τήνε δίδαξα στους ταλαίπωρους; Καμιά φορά τώρα, αββά μου, εγώ αναρωτιέμαι το πώς μας άντεξε η θάλασσα, τόση ασωτία, το πώς δεν μας έπνιξε. Πώς δεν άνοιξε το στόμα της η γη να με καταπιεί ζωντανή έτσι που τόσες παγίδεψα ψυχές. Αλλά κατά πώς φαίνεται ο Θεός ζητούσε και την δική μου μετάνοια. Ότι δεν θέλει το θάνατο του αμαρτωλού, αλλά περιμένει και περιμένει στοργικά ελπίζοντας στην αγκάλη του την επιστροφή. Τέλος πάντων με τα πολλά φτάσαμε κάποτε στην Ιερουσαλήμ. Κι όσες μέρες πριν τη γιορτή παρέμεινα εκεί τα ίδια και χειρότερα έκανα. Και δεν αρκέστηκα μόνο στους νεαρούς που τους είχα να με υπηρετούν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, αλλά και άλλους πολλούς αποπλάνησα και κατοίκους της πόλης και ξένους.

Κεφάλαιο ΙΙΙ

Όταν έφτασε λοιπόν η μέρα της γιορτής της υψώσεως του σταυρού, εγώ, καθώς και πριν, χαζολογούσα από δω κι από κει ψαρεύοντας νεαρούς. Και βλέπω λοιπόν με το που χαράζει η μέρα όλους να τρέχουνε προς την εκκλησία και πηγαίνω κι εγώ τρέχοντας μαζί μ’ εκείνους που τρέχαν. Φτάνω λοιπόν μαζί τους στο προαύλιο του ναού. Κι όταν φτάνει η στιγμή της θείας υψώσεως[17] να σπρώχνω και να με σπρώχνουνε να εκβιάσω την είσοδο στο πλήθος χωνόμουνα όσο πιο γρήγορα να βρεθώ πιο μέσα ολοένα και πιο βαθιά στο κέντρο του κόσμου. Και με χίλιες ταλαιπωρίες φτάνω κάποτε κι η ταλαίπωρη ίσαμε τη θύρα που επέτρεπε την είσοδο στο ναό όπου στεγάζοταν το ζωοποιό ξύλο. Και με το που πατώ το κατώφλι της θύρας όλοι οι άλλοι περνούσαν ακώλυτα κι εμένα με παρακώλαγε άγνωστη δύναμη, μην επιτρέποντας μου την είσοδο. Κι εκεί στο κέντρο του κόσμου να προσπερνά και να με σπρώχνει να σπρώχνω και να με σπρώχνουν και μόνο εγώ μέσα στο πλήθος να παραμένω στο κατώφλι και να με παρασέρνει στο προαύλιο πίσω τ’ ανθρώπινο ποτάμι. Και πίστεψα τότε που αυτό συμβαίνει εξαιτίας της αδυναμίας μου ως γυναίκα και πείσμωνα και ξαναχωνόμουν στο πλήθος και σκουντούσα κι έσπρωχνα και προσπαθούσα ν’ ανοίξω το δρόμο. Αλλά μάταια κόπιαζα. Με το που να ξαναφτάσω τα κατάφερνα και πάταγε το έρμο το ποδάρι μου στο κατώφλι, όλοι οι άλλοι περνούσανε ανεμπόδιστα και μόνο εμένα ο ναός δεν καταδεχόταν και σαν να ‘χε παραταχτεί καμιά στρατιωτική φάλαγγα κι είχε διαταχτεί μόνο σε μένα ν’ απαγορεύει την είσοδο, τόσο βίαια μ’ εμπόδιζε κάποια άγνωστη δύναμη και πάλι με ξερνούσε στο προαύλιο τ’ ανθρώπινο κύμα.

Το ίδιο κάνοντας απανωτά τρεις τέσσερις φορές στο τέλος απόκαμα και καμιά δεν μου ‘μεινε δύναμη πια να συνεχίσω να σπρώχνομαι και να σπρώχνω και κατάκοπο το κορμί από τόσην τη βία. Και παραδόθηκα κι έφυγα και κάθισα μόνη σε μια γωνιά στο προαύλιο του ναού. Και μόνο τότε συναισθάνθηκα την αιτία που με εμπόδιζε το τίμιο να δω και ζωοποιό ξύλο. Ότι λόγος σωτήριος άγγιξε ξάφνου της καρδιάς μου τα μάτια αποκαλύπτοντας μου μεμιάς όλην την δυσωδία της πολιτείας μου που μ’ απαγόρευε την είσοδο. Άρχισα τότε να κλαίω και να οδύρομαι και να χτυπάω το στήθος μου κι από τα βάθη της καρδιάς μου βαθιά να στενάζω. Και κλαίγοντας βλέπω να πλανάται σε κείνο τον τόπο όπου εκαθόμουνα η εικόνα της παναγίας της Θεοτόκου και γω τότε της λέω δίχως να γονατίσω, Παρθένε Δέσποινα, που και τον Λόγο Θεό γέννησες κι εσύ που του έδωσες σάρκα, το ξέρω, το ξέρω που δεν είν’ ευπρεπές ούτε και λογικό εγώ η ανάξια την εικόνα σου ν’ αντικρίζω την αγνή τη δική σου όπου ‘χεις αμόλυντη και ψυχή και κορμί. Ότι είναι δίκαιο, το ξέρω, εσύ και να φρίττεις και ν’ αποστρέφεσαι εμένα την άσωτη. Πλην όμως, καθώς άκουσα, για τούτο γεννήθηκε άνθρωπος ο Θεός τον οποίον συ γέννησες, να κάνει τους αμαρτωλούς να μετανοήσουν. Βόηθα με την μόνη ότι δεν έχω κανένα στον κόσμο να ζητήσω βοήθεια. Κάνε και γω να συχωρεθώ και να μου επιτραπεί και μένα η είσοδος στο ναό. Μη μου στερήσεις τη θέα του ξύλου όπου εσταυρώθηκ’ η σάρκα του και το αίμα του χύθηκε και για τη δίκη μου σωτηρία ο Θεός ο που γέννησες. Κάνε, Δέσποινα, και για μένα οι θύρες ν’ ανοίξουνε και να προσκυνήσω και γω το σταυρό και σου τ’ ορκίζομαι, στ’ όνομα εκείνου που εσύ γέννησες, που τούτην τη σάρκα δεν θα μιάνω ξανά μ’ αδιάντροπους έρωτες, μόνο χάρη στο ξύλο του σταυρού του γιου σου που θα μ’ αφήσεις να δω, αμέσως θα εγκαταλείψω τον κόσμο και τα πάντα όσα που βρίσκονται σε αυτόν κι αμέσως θα φύγω για όπου και να θελήσεις, εγγυήτρια εσύ σωτηρίας, και μ’ οδηγήσεις[18].

Κι αυτά λέγοντας ένιωσα να φουντώνει τη φλόγα της πίστης και αναθαρρώντας από την ευσπλαχνία της Θεοτόκου, κινώ το κορμί μου απ’ εκείνου του τόπου όπου εκαθόμουνα κι όπου ‘κανα τη πρώτη μου προσευχή και πάλι έρχομαι μαζί μ’ εκείνους που ‘μπαίναν και πια κανείς δεν με έσπρωχνε και κανένα δεν χρειαζόταν να σπρώξω, κανείς πια δεν με εμπόδιζε να πλησιάσω τις θύρες που οδηγούσανε στο ναό. Και με κατέλαβε τότε και φρίκη και έκσταση κι αναριγούσα ολάκερη κι έτρεμα. Και φθάνοντας, καρδιοχτύπι στα στήθη, τη θύρα εκείνη που μέχρι πριν λίγο ήτανε σφραγισμένη για μένα σαν η δύναμη εκείνη που την είσοδο πριν μου εμπόδιζε τώρα να μου άνοιγε μπροστά μου το δρόμο, και πέρασα έτσι δίχως κόπο και μέσα στα άγια βρέθηκα κι αξιώθηκα το τίμιο να δω ξύλο και του Θεού τα μυστήρια. Ότι εκείνος ήταν από καιρό σαν έτοιμος να δεχτεί την μετάνοια και μέσα να με πάρει στην αγκαλιά του. Κι αφού έριξα η άθλια το κορμί μου χαμαί και το άγιο εκείνο προσκύνησα έδαφος, έτρεξα ν’ αναζητήσω εκείνηνε που για μένα εγγυήτρια. Και καταγίνομαι το λοιπόν στο μέρος εκείνο όπου σφραγίστηκ’ η συμφωνία μας και το γόνυ κλίνοντας εμπρός στην Παρθένο και Θεοτόκο τέτοια της λέγω λόγια :

Συ, φιλάγαθε Δέσποινα, το μέγεθος που έδειξες της φιλανθρωπίας σου, σε που δεν απέρριψες τη δέηση μιας ανάξιας γυναίκας. Τη δόξα σου είδα μεγάλη που δίκαια δεν την βλέπουμ’ οι άσωτοι. Δόξα τω θεώ τον που δι εσού δέχεται των αμαρτωλών τη μετάνοια, ότι τι περισσότερο θα μπορούσα να συλλογιστώ ή να ξεστομίσω εγώ αμαρτωλή γυναίκα; Ήρθε το λοιπόν ο καιρός να ξεπληρώσω και γω το χρέος που σου χρωστώ στη συμφωνία μας όταν έμπαινες εγγυήτρια. Τώρα οδήγησε με όπου διατάζεις. Γίνε τώρα για μένα της σωτηρίας ο δάσκαλος, πάρε με από το χέρι κι οδήγησε με στην οδό της μετάνοιας. Κι αυτά λέγοντας από μακριά άκουσα κάποια φωνή να κράζει κι έτσι να λέει, άμα διαβείς τον Ιορδάνη, θα μπορέσεις πια κι εσύ να αναπαυτείς και που εγώ αμέσως πίστεψα ότι αυτή η φωνή απευθυνόταν σε μένα κι αμέσως κλαίγοντας έβγαλα μια κραυγή και στη Θεοτόκο έτσι της μίλησα Δέσποινα, Δέσποινα μην με εγκαταλείπεις! Και έτσι μιλώντας βγήκα από τον περίβολο του ναού και βιαστικά προχωρούσα.

Και βγαίνοντας κάποιος που μ’ είδε, μου δίνει τρία νομίσματα δέξου τα νομίσματα τούτα, μητέρα μου, λέγοντας. Κι εγώ παίρνοντας τα, αγόρασα μ’ εκείνα τρία καρβέλια ψωμί ναν τα πάρω μαζί μου ευλογίας εφόδιο. Και ρώτησα κείνον τον άνθρωπο όπου επούλαγε τα καρβέλια, πες μου άνθρωπε, ποιος είναι ο δρόμος και πως θα τον έβρω για να πάγω στον Ιορδάνη; Κι αφού πληροφορήθηκα από ποια πύλη της πόλης είχα να βγω κι αφού φτάνοντας εκεί βγήκα από κείνη την πύλη πήρα να τρέχω και τρέχοντας να κλαίγω. Κι άλλες φορές ακόμα πολλές ρώτησα και το λοιπόν αφού είχα πια περπατήσει μιαν ολάκερη μέρα (θα ήτανε η τρίτη ώρα της ημέρας όταν αντίκρισα το σταυρό καθώς πιστεύω) όταν έφτασα, κι ενώ ήδη ο ήλιος εβάδιζε προς τη δύση του, στο ναό του Ιωάννου του Βαπτιστού που βρίσκεται πλάι στον Ιορδάνη. Κι αφού προσκύνησα στο ναό κατέβηκ’ αμέσως στον Ιορδάνη και γονατίζοντας έβρεχα και το πρόσωπο και τα χέρια μου με τα άγια νερά του. Κι αφού μετάλαβα τα άχραντα μυστήρια[19] κι έφαγα ένα μισό καρβέλι κι ήπια νερό από τον Ιορδάνη ξάπλωσα στη γη να περάσω τη νύχτα. Και την επομένη βρίσκοντας ένα μικρό πλοιάριο εκεί όπου με είχε πάρει ο ύπνος τη νύχτα πέρασα στην αντίπερα όχθη και πάλι ζητώντας την οδηγήτρα μου να μ’ οδηγήσει όπου εκείνη ποθούσε. Κι έφτασα τέλος σε τούτην την έρημο κι από τότε ιδού, εμάκρυνα φυγαδεύουσα και εν ταύτη αυλίζομαι, προσδεχομένη τον Θεό μου, τον από ολιγοψυχίας και καταιγίδος τους επιστρέφοντας προς αυτόν διασώζοντα[20].

Κι ο Ζωσιμάς είπε τότε, πόσα έτη ζεις, δέσποινα μου, σε τούτην την έρημο; Κι απάντησεν η γυναίκα, πιστεύω που πάνε τώρα σαράντα εφτά χρόνοι απ’ όταν έφυγα από την άγια πόλη[21]. Κι είπεν ο Ζωσιμάς, και τι εύρισκες ή είχες για τροφή, δέσποινα μου; Κι απάντησεν η γυναίκα, δυόμισι καρβέλια, όπως σου είπα, είχα περνώντας τον Ιορδάνη αλλά μετά από λίγο ξεραθήκαν κι αυτά εντελώς και γίναν σα πέτρες. Κι έτσι επιβίωσα για χρόνους πολλούς τρώγοντας λίγο κάθε φορά από δαύτα. Κι είπεν ο Ζωσιμάς, κι έζησες τόσα χρόνια έτσι δίχα προβλήματα, δίχα να ταραχτείς από την τέτοια ξαφνική αλλαγή του τρόπου ζωής; Κι απάντησεν η γυναίκα, κάτι πράματα που ρωτάς κι εσύ καλέ αββά Ζωσιμά, ότι εγώ φρίττω και μόνο στην ιδέα ναν μιλήσω τους κινδύνους όλους τους που υπόμεινα και ναν τους θυμηθώ τώρα όλους εκείνους τους φοβερούς λογισμούς που τόσο με ταλαιπώρησαν ότι φοβούμαι μήπως και μόλις τους θυμηθώ κατευθείαν θα σπάσω. Κι είπεν ο Ζωσιμάς, τίποτα, δέσποινα μου, μην αφήσεις χωρίς να μου τ’ αποκαλύψεις, ότι ήδη σ’ ερώτησα να μου μιλήσεις τα πάντα και τίποτα να μη κρύψεις που θα μπορούσε να με διδάξει.

Κι απάντησεν η γυναίκα, πίστεψε με, αββά μου, που δεκαεφτά χρόνους ζούσα σε τούτη την έρημο, καταπολεμώντας τα πάθη θηρία ανήμερα. Κάθε που έπαιρνα να βάλω κάτι στο στόμα μου, τα κρέατα και τα ψάρια όπου ‘χει η Αίγυπτος ποθούσα. Και ποθούσα να πιω και κρασί που συνέχεια στις σκέψεις μου. Ότι πολύ μου άρεζε να πίνω κρασί πολύ όσο που ζούσα στο κόσμο. Κι εδώ ήταν φορές που δεν έβρισκα μήτε νερό να βρέξω το στόμα μου κι ολάκερη εφλεγόμουν και την επιθυμία δεν άντεχα. Κι απ’ το μυαλό μου δεν έλεγαν να φύγουνε όλα εκείνα τα πορνικά άσματα όπου με θρέψαν στη νιότη μου, και προσπαθούσαν να με ταράξουν και να μ’ αποπλανήσουν ανεβαίνοντας στα χείλη αυθόρμητα τούτα τα δαιμονικά άσματα που τόσα χρόνια τραγούδαγα. Κι αμέσως που εδάκρυζα και με το χέρι να χτυπάω τα στήθια μου και προσπαθώντας να θυμίσω στον εαυτό μου την συμφωνία εκείνη που σε τούτη την έρημο μ’ έφερε. Κι έφερνα στο νου μου την εικόνα της Θεοτόκου και σε κείνην ακούμπαγα κι έκλαιγα και ζητούσα να διώξει τους πονηρούς λογισμούς την άθλια ψυχή μου ακόμα που κατατρέχανε. Ότι πολύ έκλαψα και τα στήθια πολλές φορές με δύναμη χτύπησα, αλλά πάντα στο τέλος αντίκριζα φως πολύ από παντού τυφλωτικό να με κυκλώνει, κι έτσι σιγά σιγά σαν να στάλαζε μέσα μου μια γαλήνη κοπάζοντας την τρικυμία τόσα χρόνια που μαινότανε μέσα μου.

Και τους τόσους λογισμούς που ξανά και ξανά με ωθούσαν στη πορνεία και πάλι, αββά μου, πώς να σου περιγράψω; Και φλόγες ν’ ανάβουνε την καρδιά μου να φλέγουν ταλαίπωρη και να φλέγομαι ολάκερη και να ερεθίζομαι κι απελπισμένα να ζητά το κορμί μου τον άντρα. Και μόλις τέτοιοι με καταλάμβαναν λογισμοί αμέσως με πετούσα στη γη και το χώμα δάκρυα βρέχοντας ότι να μη μπορώ να βγάλω απ’ το μυαλό μου ότι απογοήτεψα εκείνη που για μένα κάποτε εγγυήθηκε σάμπως προστάτιδα και τα συμφωνημένα ότι παρέβηκα και πλήρωνα τώρα τ’ αντίτιμο της παράβασης[22].  Και δεν σήκωνα το βλέμμα, αλλά το κρατούσα χαμηλωμένο στη γη, και ήταν φορές που τύχαινε να περάσω όλη τη μέρα κι όλη τη νύχτα εκεί δα πέρα, έως ότου να λάμψει τριγύρω κείνο το ίδιο πάντα φως το γλυκύ και να διώξει μακριά τους λογισμούς εκείνους που μ’ ενοχλούσανε όλους. Και το λοιπόν, ακατάπαυστα πάντα, της ψυχής μου τα μάτια έστρεφα προς την εγγυήτρια μου, ζητώντας βοήθεια για την κινδυνεύουσα μέσα στο πέλαγος αυτό της ερήμου. Και την είχα αλήθεια συμπαραστάτιδα μου και βοηθό στον αγώνα μου για μετάνοια. Και έτσι πέρασα κείνα τα δεκαεφτά χρόνια[23], αντιμετωπίζοντας μυριάδες κινδύνους. Κι από τότε και μέχρι και σήμερα η βοηθός μου στα πάντα μου στάθηκε και μέσα απ’ όλες τις κακουχίες εκείνη με καθοδήγησε.

Κι ο Ζωσιμάς είπε τότε σ’ αυτήν, και τροφή δεν χρειάστηκες ποτέ σου ή ενδύματα; Κι εκείνη έτσι του αποκρίθηκε, τα καρβέλια εκείνα που ήδη ανάφερα αφού τα ‘φαγα σιγά σιγά μέσα σ’ εκείνα τα δεκαεφτά χρόνια, έκτοτε ετρεφόμουνα με διάφορα βότανα και όσα άλλα που ετύχαινε να βρω στην έρημο. Και το ιμάτιο όπου ‘χα όταν διέσχισα τον Ιορδάνη πάνε χρόνια τώρα που ‘λιωσε πια κι αυτό. Και πολλές φορές αναγκάστηκα να υπομένω το κρύο και τις φλόγες της ζέστης το θέρος, να καίγομαι από τον καύσωνα και να παγώνω απ’ τον παγετό, ώστε και πολλές φορές χαμαί να πέφτω ξέπνοη σχεδόν εντελώς και ακίνητη. Και με πολλές συφορές πολλά βασανίστηκα και μ’ αβάσταχτους πάλεψα πειρασμούς. Κι από τότε μέχρι και σήμερα η δύναμη του Θεού την αμαρτωλή μου ψυχή και το ταπεινό μου κορμί με διάφορους τρόπους συντήρησε, μη παύοντας να αντιλαμβάνομαι από ποια κακά μ’ έσωσε, κι ως τροφή να έχω μονάχ’ ανεξάντλητη την ελπίδα της σωτηρίας μου, ότι τρέφομαι και βρίσκω καταφυγή μόνο στα ρήματα του Θεού που κυβερνάει τα σύμπαντα. Ότι με ψωμί μονάχα δεν θα ζήσει ο άνθρωπος και όσοι την της αμαρτίας απεκδυθήκανε την περιβολή, μην έχοντας σκέπην, θα περιβληθούνε την πέτρα[24].

Κι ακούγοντας ο Ζωσιμάς ότι μνημόνευε και χωρία απ’ τις Γραφές, κι από του Μωϋσέως κι απ’ του Ιώβ κι απ’ αυτό ακόμα το βιβλίο των Ψαλμών έτσι της λέγει, πέσανε μήπως στα χέρια σου, δέσποινα μου, οι Ψαλμοί ή άλλα βιβλία; Κι εκείνη ακούγοντας αυτό χαμογέλασε συγκαταβατικά και λέγει στο γέροντα, πίστεψε, άνθρωπε, που δεν απάντησα, εκτός από σένα, άλλον κανέναν απ’ ότου διέσχισα τον Ιορδάνη. Τι άνθρωπο; Εδώ δεν απάντησα μήτε θηρίο ούτε κανενός άλλου είδους ζώο απ’ όταν πρωταντίκρισα τούτην την έρημο. Όσο για γράμματα δεν έμαθα ποτές. Ούτε και άκουσα ποτέ μου να ψάλλει κανείς ή να διαβάζει[25]. Ο λόγος του Θεού, ζων τε και ενεργής ων[26], αυτός μονάχα διδάσκει τη γνώση τον άνθρωπο. Κι αυτό είναι το τέλος της ιστορίας μου. Κι όπως έκαμα ξεκινώντας τούτη τη διήγηση σε ξορκίζω και τώρα ξανά, στο όνομα της σαρκώσεως του Θεού Λόγου, στον Κύριο για μένα την άσωτη να προσεύχεσαι. Κι αυτά λέγοντας κι αφού τελείωσε να μιλάει βιάστηκε να κάνει ο γέροντας την μετάνοια. Κι έκλαιγε κι έλεγε, ευλογητός ο Θεός, ο ποιήσας μεγάλα και θαυμαστά, ένδοξα τε και εξαίσια, ων ουκ έστιν αριθμός[27]. Ευλογητός ο Θεός, όπου μου ‘δειξε όσα χαρίζει σ’ όσους τον σέβονται. Όντως, λοιπόν, ουκ εγκατέλειπας τους εκζητούντας σε, Κύριε[28]!

Κι εκείνη αφού κράτησε με τα χέρια το γέροντα, δεν τον άφησε τη μετάνοια να ολοκληρώσει αλλά του λέγει, όλα τούτα που άκουσες, άνθρωπε, σε ξορκίζω στο όνομα του Σωτήρα Χριστού του Θεού μας σε κανέναν να μην τα πεις, έως ότου ο Θεός μ’ αναπαύσει. Και τώρα πήγαινε πια εν ειρήνη, και με τη χάρη του Θεού θα σε δω και θα με δεις και πάλι τον επόμενο χρόνο. Κι έτσι να κάμεις καθώς θα σου πω. Κατά τη διάρκεια των ιερών νηστειών του επόμενου έτους μη περάσεις τον Ιορδάνη καθώς συνηθίζετε στο μοναστήρι να κάμετε. Κι απορούσε κι εξίστατο ο Ζωσιμάς ακούγοντας την να αναφέρει μέχρι και τον κανόνα του μοναστηριού, και τίποτ’ άλλο δεν έλεγε πάρεξ, δόξα τω Θεώ, ότι μεγάλα τα όσα χαρίζει σ’ όσους τον αγαπάνε. Κι εκείνη είπε, μείνε, αββά, καθώς σου είπα, στο μοναστήρι, ότι αν το θελήσεις να βγεις τίποτε δεν θα προκύψει καλό. Και την αγία εσπέρα του δείπνου του μυστικού, πάρε μαζί σου για μένα απ’ το ζωοποιό σώμα και αίμα του Κυρίου σε σκεύος μέσα ιερό και των μυστηρίων τούτων αντάξιο και φέρε μου τα. Και μείνε με όλα τούτα στην όχθη του Ιορδάνη που είναι κατοικημένη, για να ‘λθω να μεταλάβω τα ζωοποιά δώρα. Ότι από τότε που μετάλαβα για πρώτη και τελευταία φορά στο ναό του Προδρόμου, τότε πριν να διασχίσω τον Ιορδάνη, δεν έτυχε μέχρι σήμερα ν’ αξιωθώ να λάβω ξανά τη μετάληψη. Και τώρα αυτό ‘ναι το μόνο που ποθώ πια ακατάσχετα. Γι αυτό και σου ζητώ και σε παρακαλώ την παράκληση μου να μην παρακούσεις, αλλά οπωσδήποτε να μου φέρεις τα ζωοποιά και θεία μυστήρια εκείνη την ώρα που κι ο Κύριος τους μαθητές του του θείου δείπνου έκανε μέτοχους. Και στον αββά Ιωάννη, τον ηγούμενο της μονής όπου κατοικείς ετούτα να πεις, πρόσεχε τον εαυτό σου και το ποίμνιο σου, ότι πολλά συμβαίνουν εκεί που χρειάζονται διόρθωση. Αλλά δεν θέλω τώρα ναν του το πεις μα όταν θα σου το επιτρέψει ο Κύριος. Κι αυτά λέγοντας κι αφού πρόσθεσε προσευκήσου για μένα εξαφανίστηκε αμέσως μέσα στα βάθη της έρημος. Κι ο Ζωσιμάς κλίνοντας το γόνα και προσκυνώντας το έδαφος όπου σημάδεψαν των ποδιών της τα ίχνη, ευχαριστούσε τον Θεό κι εδόξαζε και γύρισε να φύγει μέσα σε αγαλλίαση σώματος και ψυχής δοξάζοντας κι ευλογώντας το Χριστό το Θεό μας. Κι αφού διέσχισε εκείνην την έρημο έφθασε στο μοναστήρι τη μέρα ακριβώς που συνηθίζανε κι οι άλλοι μοναχοί να γυρνάνε.

Κεφάλαιο IV

Κι ολόκληρο τον χρόνο που ακολούθησε απέκρυψε τα πάντα και σε κανέναν δεν τόλμησε να διηγηθεί τίποτ’ απ’ όσα είδε. Και μέσα του ικέτευε το Θεό αμέσως ναν του δείξει το πρόσωπο εκείνο που ποθούσε να ξαναδεί. Κι εδυσχέραινε και δυσφορούσε αναλογιζόμενος τη διάρκεια του έτους, κι ήθελε, αν γινόταν αυτό, που να γίνει μέρα το έτος. Κι έφτασε κάποτε κι η πρώτη Κυριακή των άγιων νηστειών κι αμέσως μετά την συνηθισμένη ευκή οι άλλοι όλοι ψάλλοντας αναχώρησαν. Κι αυτός ν’ αρρωστήσει αρρώστια και ναν τον ψήνει ο πυρετός και που τον ανάγκασε μέσα να παραμείνει. Και θυμήθηκεν τότε ο Ζωσιμάς που του ‘π’ η αγία που μήτε θα θέλει να βγει απ’ τη μονή μήτε και θα μπορεί. Και περάσανε λίγες μέρες, κι απ’ την αρρώστια ανάρρωσε και στο μοναστήρι παράμενε.

Όταν οι μοναχοί επέστρεψαν πάλι κι έφτασε η εσπέρα του δείπνου του μυστικού εκείνος έκανε όσα που του παράγγειλε η αγία. Και παίρνοντας σ’ ένα μικρό δισκοπότηρο από το άχραντο σώμα κι από το τίμιο αίμα του Χριστού του Θεού ημών, έβαλε σ’ ένα μικρό καλάθι χουρμάδες, σύκα ξερά και λίγη φακή βρεμένη σε νερό. Και φεύγει μέσα στη μαύρη νύχτα και κάθεται στο χείλος του Ιορδάνη την άφιξη της που του παράγγειλε η αγία να περιμένει. Κι έτσι που αργούσε η αγία γυναίκα ο Ζωσιμάς δεν ενύσταξε αλλά δίχως να ξαπλώσει που την έρημο ατένιζε προσμένοντας να δει εκείνην που τόσο πεθύμησε. Κι εκεί που καθότανε έλεγε στον εαυτό του ο γέροντας, μην άραγες την εμπόδισε το ανάξιον μου να έρθει; μην ήλθε και μη βρίσκοντας κανέναν εδώ αμέσως ξανάφυγε; Κι αυτά λέγοντας αμέσως εδάκρυσε και δακρύζοντας στέναξε και στον ουρανό τα μάτια σηκώνοντας ικέτευε το Θεό κι έλεγε, μη με στερήσεις, Δέσποτα, κι αμέσως να δω εκείνη οπού ‘δα ότι συγχώρησες. Να μη φύγω κενός, τις αμαρτίες μου να φέρω σε έλεγχο. Και τούτα με δάκρυα προσευκόμενος σε λογισμούς άλλους έπεσε ο νους του. Έλεγε στον εαυτό του λοιπόν, κι αν τυχόν έλθει τι θα γίνει λοιπόν; πλοιάριο δεν υπάρχει και πως θα περάσει τον ποταμό σε μένα για να ‘ρθει τον ανάξιο; Αλί, αλί, της αναξιότητας μου αυτής! Αλί, αλί της ελεεινότητας μου αυτής! Ποιος τέτοιου καλού δίκαια μ’ αποστέρησε[29];

Κι αυτά ενώ σκεφτόταν ο γέροντας, ιδού φτάνει και η γυναίκα και στέκοταν στην αντίπερα όχθη του ποταμού απ’ όπου και ήρθε. Και σηκώθηκ’ ο Ζωσιμάς χαίρων κι αγαλλιώμενος και δοξάζοντας το Θεό. Κι αμέσως ξανάφερε μ’ αγωνία στο νου του τη σκέψη πως δεν θα μπορούσε αυτή τελικά να διασχίσει τον Ιορδάνη. Και βλέπει τότε αυτήν με το σημείο του τιμίου σταυρού να σφραγίζει το ποταμό – η νύχτα ήταν πανσέληνος, καθώς έλεγε – κι εν συνεχεία να ανεβαίνει στα ύδατα και να περπατά επί των υδάτων και προς το μέρος του να βαδίζει[30]. Κι εκείνος που θέλησε ναν κάμει μετάνοια εκείνη φωνάζοντας τον εμπόδιζε, και, περπατώντας πάντα επάνω στα ύδατα, τι κάνεις, αββά, του εφώναζε, δεν ντρέπεσαι, συ ιερέας άνθρωπος και τα θεία που βαστάζεις μυστήρια; Και καθώς συμμορφώθηκε αυτός με τα λόγια της, πατώντας έξω απ’ το νερό του λέγει, ευλόγησον, πάτερ, ευλόγησον. Και της αποκρίθηκε τότε αυτός έντρομος, έκπληκτος απ’ το παράδοξο θέαμα, μα την αλήθεια, δεν έλεγε ψέματα ο Θεός όταν υπόσχοταν σε όσους καθαρίσουν τους εαυτούς τους πως θα ομοιάσουν σ’ Εκείνον! Δόξα σοι, Χριστέ, ο Θεός μας, ο που την προσευκή μου δεν την παράκουσες μήτε και το έλεος σου από το δούλο σου στέρησες! Δόξα σοι, Χριστέ, ο Θεός μας, ο που μου ‘δειξες μέσω της δούλης σου τούτης από την τελειότητα το πόσο απέχω! Κι αυτά αφού είπε, ζήτησε η γυναίκα να πει το άγιο της πίστεως σύμβολο, και το Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς να ξεκινήσει. Κι αφού έγινε κι αυτό κι αφού τελείωσε κι η ευκή φίλησε κατά το έθιμο στο στόμα τον γέροντα[31]. Κι αφού μετάλαβε τα θεία μυστήρια σήκωσε τα χέρια στον ουρανό, κι εστέναξε, δάκρυα στα μάτια, κι έτσι αναφώνησε, Νυν απολύεις την δούλην σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη· ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριον σου[32].

Τότε λέγει στο γέροντα, συγχώρησε με αββά κι εκπλήρωσε ακόμα μια μου επιθυμία. Γύρνα τώρα στο μοναστήρι, με τη χάρη του Θεού να σε φρουρεί, και το επόμενος έτος έλα και πάλι σε κείνον τον χείμαρρο όπου εγώ για πρώτη φορά σε συνάντησα. Να ‘ρθεις οπωσδήποτε, να ‘χεις την ευκή του Θεού, και πάλι θα με δεις άμα το θέλει ο Κύριος. Κι εκείνος τότε της αποκρίθηκε, είθε να ήτανε μπορετό να σε ακολουθήσω εγώ και στο εξής συνέχεια να βλέπω το τίμιο σου πρόσωπο! Μα έλα αν θέλεις κι εσύ να εκπληρώσεις μία του γέροντα παράκληση κι απ’ όσα που ‘φερα πάρε λίγη από τούτη δω την τροφή. Και λέγοντας αυτά, της δείχνει όσα που ‘χε μες το καλάθι. Κι αυτή με τ’ ακροδάκτυλα αγγίζοντας τη φακή, και παίρνοντας τρεις κόκκους, τους φέρνει στο στόμα, λέγοντας πως με τη χάρη του Πνεύματος αρκούν για να συντηρήσουνε την ουσία της ψυχής μου αμόλυντη. Κι αυτά λέγοντας λέγει και πάλιν στο γέροντα, προσευχήσου στον Κύριο για μένα, προσευχήσου, και θυμήσου την αθλιότητα τη δική μου. Κι ο γέροντας ρίχνεται μπροστά της στο χώμα κι αγγίζει τα πόδια της αγίας κι αφού της ζήτησε να προσεύχεται για την Εκκλησία, για τη βασιλεία και για τον ίδιο, δάκρυα στα μάτια, την άφησε κι απήλθε στενάζοντας κι οδυρόμενος ότι δεν ετόλμαγε για πολύ να κρατήσει εκείνην που δε κρατιότανε. Κι εκείνη αμέσως τον Ιορδάνη σφραγίζοντας ανέβηκ’ επάνω στα ύδατα και διέσχισε και περπάτησε κι έφτασε εκεί απ’ όπου πριν είχε έρθει. Κι έστρεψε ο γέροντας το κεφάλι με χαρά και φόβο ναν την κοιτάει και τον εαυτό του κατηγορώντας που ξέχασε και πάλι να ζητήσει τ’ όνομα της αγίας να μάθει. Ήλπιζε όμως που θα το μάθαινε του χρόνου.

Κι αφού πέρασ’ ο χρόνος, τρέχει αμέσως στην έρημο, τα πάντα δηλαδή έχοντας ήδη τελέσει κατά το σύνηθες, για ν’ αντικρίσει ξανά το παράδοξο θέαμα. Κι αφού διάνυσε της ερήμου το διάστημα και βλέποντας κάποια σημάδια που φανερώναν που βρήκε κείνον που ζητούσε τον τόπο, κοιτούσε δεξιά κι αριστερά[33] περιφέροντας το βλέμμα παντού καθώς κυνηγός εμπειρότατος που καταδιώκει το γλυκύτατο θήραμα[34]. Και μη βλέποντας τίποτα πουθενά να κινείται, άρχισ’ αμέσως τον εαυτό του να βρέχει με δάκρυα. Και το βλέμμα προς τα πάνω σηκώνοντας έλεγε, δείξε μου, Δέσποτα, τον ασύλητο θησαυρό σου, που σε τούτη κατέκρυψες έρημο. Δείξε μου, σου ζητώ, τον εν σώματι άγγελο, ο κόσμος όπου δεν του ‘ναι αντάξιος. Κι αυτά προσευχόμενος φτάνει στον τόπο που ‘ταν σχηματισμένος σε χειμάρρου μορφή, κι είδε προς το μέρος όπου ανέβαινε η ήλιος να κείτεται η αγία νεκρή, κι όπως έπρεπε ακουμπισμένα τα χέρια της, και το κορμί της να κοιτά στην ανατολή. Κι εκείνος τρέχοντας τότε ρίχνεται στ’ άψυχο πάνω κορμί κι αγκαλιάζοντας το να κλαίει τρέμοντας μ’ αναφιλητά και με τα δάκρυα του καυτά να πλένει τα πόδια της τρυφερά ότι δεν τόλμαγε άλλο μέρος του κορμιού της κανένα ν’ αγγίσει.

Κι αφού έκλαψεν ώρα πολλή κι είπε ψαλμούς οπού ταιριάζανε στην περίπτωση κι είπε την επιτάφια ευκή, αναρωτιότανε μέσα του, άραγε ταιριάζει στην αγία να θάψω το λείψανο; Μήπως τούτο δεν της αρέσει; Κι ενώ σκεφτότανε αυτά βλέπει ξαφνικά, λίγο πιο πέρα απ’ το κεφάλι της, χαραγμένα πάνω στην άμμο γράμματα που ‘γραφαν: Θάψε, αββά Ζωσιμά, σε τούτο το τόπο της ταπεινής Μαρίας το λείψανο, δώσε πίσω στο χώμα το χώμα[35] και να προσεύχεσαι πάντα για μένα στο Κύριο. Και ότι απέθανε το μήνα Φαρμουθί (σύμφωνα με το αιγυπτιακό ημερολόγιο και Απρίλη σύμφωνα με το ρωμαϊκό), την ίδια εκείνη τη νύχτα του σωτήριου πάθους, αμέσως μετά την μετάληψη του θείου και μυστικού δείπνου[36]. Κι αυτά ο γέροντας διαβάζοντας τα γράμματα χάρηκε ότι έμαθε το όνομα της αγίας και κατάλαβε που μόλις μετάλαβε τα θεία μυστήρια στις όχθες του Ιορδάνη, αμέσως έφτασε στον τόπο αυτό όπου κι απέθανε. Και το διάστημα αυτό που πάσκιζ’ ο Ζωσιμάς είκοσι μέρες τώρα να διανύσει, σε μιαν ώρα μέσα μόνο η Μαρία το διέσχισε, κι αμέσως προς το Θεό αποδήμησε.

Δοξάζοντας το Θεό και δάκρυα βρέχοντας το κορμί, καιρός είπε, Ζωσιμά, να κάνεις τώρα το που σου ζήτησαν. Αλλά πώς να κάμεις, ταλαίπωρε, τρύπα με χέρια γυμνά; Κι αυτά λέγοντας μόνος του είδε λίγο πιο κει ένα μικρό ξυλαράκι πεταμένο στην έρημο και παίρνοντας το άρχισε σιγά-σιγά να σκάβει. Και θεόξηρη ήταν η γη και καθόλου το γέροντα δεν υπάκουε που μοχθούσε. Και στέναξε τότε μεγάλο στεναγμό από τα βάθη της ψυχής του και σηκώνοντας το κεφάλι βλέπει ένα λιοντάρι τρανό να στέκεται πλάι στο λείψανο της αγίας και να γλείφει με στοργή τις πατούσες της. Κι ο Ζωσιμάς βλέποντας το θηρίο έγινε σύντρομος και φοβόταν πολύ, πολύ περισσότερο που θυμήθηκε τα λεγόμενα της Μαρίας που του ‘χε κάποτε πει ότι ποτέ δεν συνάντησε πλάσμα ζωντανό σε τούτη την έρημο. Και κάνοντας το σημείο του σταυρού πίστεψε που θα τον εφύλαγε αβλαβή της πεθαμένης η δύναμη. Και το λιοντάρι στράφηκε προς το μέρος του γέροντα κι όχι μόνο δεν φανέρωνε εχθρικές διαθέσεις αλλά τουναντίον τον καθησύχαζε με κινήματα. Κι είπεν ο Ζωσιμάς στο λιοντάρι, επειδή, θηρίο, η Μεγάλη επέτρεψε να ταφεί το κορμί της κι επειδή εγώ είμαι γέρος και δεν έχω τη δύναμη να σκάψω την τρύπα κι ούτε έχω και τα κατάλληλα εργαλεία και δεν γίνεται τώρα να γυρίσω πίσω για να πάω να φέρω, κάνε κείνο που πρέπει, αν θες, με τα νύχια σου, ώστε να δώσουμε πίσω στη γη το σκήνωμα της αγίας. Και δεν πρόλαβε να μιλήσει τα λόγια του κι αμέσως που το λιοντάρι πήρε να σκάβει μια τρύπα κι έγινε σε λίγο μεγάλη αρκετά να χωρέσει το λείψανο.

Και πάλι με δάκρυα τα πόδια να πλένει της αγίας ο γέροντας κι αφού την ικέτευσε τώρα περισσότερο από ποτέ να προσεύχεται υπέρ πάντων, κάλυψε το κορμί της με χώμα, που ήταν καθώς και πρώτα γυμνό, με το κουρέλι μονάχα που κάποτε της είχε πετάξει ο Ζωσιμάς άτσαλα να καλύπτει κάποια σημεία του κορμιού της. Κι είπεν τη προσευχή με το λιοντάρι να στέκεται πλάι του και μόλις τελείωσε αναχωρήσαν κι οι δυο. Και το λιοντάρι σα πρόβατο χάθηκε στα βάθη της έρημος κι ο Ζωσιμάς στο μοναστήρι επέστρεψε δοξάζοντας κι ευλογώντας το Χριστό το Θεό μας. Και με το που γύρισε στο κοινόβιο πήρε να διηγείται τα πάντα στους υπόλοιπους μοναχούς και τίποτα δεν απόκρυψε απ’ όσα που είδε κι απ’ όσα που άκουσε. Και τα διηγήθηκε όλα απ’ την αρχή έτσι που αφού ακούσουνε όλοι να απορήσουνε με τα μεγαλεία του Θεού και με φόβο και πόθο να εκτελούνε το μνημόσυνο της αγίας. Κι ο Ιωάννης ο ηγούμενος βρήκε στη μονή κάποιους που χρειαζότανε διόρθωμα κι έτσι δεν πήγε χαμένος και άκαρπος της αγίας ο λόγος. Και πέθανε ο Ζωσιμάς σε κείνο το ίδιο το μοναστήρι σχεδόν εκατό χρονών.

Κι από τότε οι μοναχοί άγραφη την διηγούνταν την ιστορία η μια γενιά μετά την άλλη, θέλοντας να συμβάλλουνε στη κοινή ωφέλεια μέσα από τούτο το παράδειγμα αρετής και να βοηθήσουν έτσι όποιον που ήθελε ν’ ακούσει. Και μέχρι σήμερα κανείς δεν είχε κάτσει να γράψει την ιστορία. Έτσι, κι εγώ άγραφη την άκουσα και γραμμένη τώρα την παραδίνω. Ίσως πάλι να έχουνε γράψει κι άλλοι το βίο της αγίας, και μάλιστα πολύ καλύτερα από μένα, αλλά να μην έτυχε γω ναν το γνωρίζω. Πλην κι εγώ το κατά δύναμιν έγραψα τούτη την ιστορία, μη θέλοντας τίποτ’ άλλο παρά την αλήθεια να γράψω. Κι ο Θεός που πολύ ανταμείβει εκείνους που σ’ αυτόν καταφεύγουνε, ας μ’ ανταμείψει κι εμένα με το μισθό της ωφελείας που θα ‘χουνε όσοι τύχει να διαβάσουν την ιστορία, κι ας ανταμείψει το ίδιο κι εκείνον που ζήτησε να γραφτεί αυτή η ιστορία. Κι ας μας αξιώσει ο Θεός να σταθούμε αντάξια απέναντι στο παράδειγμα της ευλογημένης Μαρίας, αντικείμενο τούτης της ιστορίας, καθώς κι όσους άλλους που ευαρεστήσανε κάποτε με λόγια και έργα το Κύριο. Κι ας δοξάσουμε με τη σειρά μας κι εμείς το Θεό τον βασιλέα του σύμπαντος και του χρόνου να μας αξιώσει το έλεος του  ναν τύχουμε την ημέρα της κρίσεως, εις το όνομα του Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών, στον οποίον πάσαν του πρέπει δόξα και τιμή, και προσκύνημα πάντοτε, μαζί με τον άναρχο Πατέρα και το πανάγιο και ζωοποιό Πνεύμα, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, V,8.

[2] Είναι πολύ ενδιαφέρων εδώ το γεγονός ότι ο ‘υπερόπτης’ αββάς μας διδάσκεται, τελικά, την πιο υψηλή αρετή της μοναστικής ιδεολογίας, την ταπεινότητα, όχι από κάποιον ‘θείο άνδρα’, μα από μία γυναίκα και μάλιστα πρώην πόρνη! Πρβλ. E. M. WALSH, « The Ascetic Mother Mary of Egypt », GOrThR, 34/1 (1989), p. 60 – 61.

[3] Γένεσις, XII, 1.

[4] Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, XX, 28 / Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον, X, 45.

[5] Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, X, 3.

[6] Η επανάληψη στο κείμενο της φορμουλαϊκής φράσης « ως είπεν » ή « ως έλεγεν » προσδίδει μιαν αίσθηση προφορικότητας που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι αληθινή, και που, ως εκ τούτου, μας υποχρεώνει να υποθέσουμε μια προφορική διάδοση του Βίου της Μαρίας της Αιγυπτίας στους μοναστικούς κύκλους της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου, πριν την σύνταξη του τελικού – γραπτού – κειμένου.

[7] Αυτή η εντυπωσιακή διαπλοκή του αφηγητή με την ιστορία του, που επαναλαμβάνεται και σε άλλα σημεία του έργου – όπως στο τέλος του πρώτου ‘κεφαλαίου’ –, νομιμοποιεί, πιστεύω, περαιτέρω την διατύπωση της υπόθεσης της προφορικής ύπαρξης του έργου πριν την καταγραφή του.

[8] Ψαλμοί, XXVI (XXVII), 1.

[9] Σε όλα τα λογοτεχνικά έργα όπου μπορούμε να ανιχνεύσουμε μια προϋπάρχουσα της καταγραφής τους προφορική δομή (όπως στα ομηρικά έπη, για παράδειγμα, ή στην βαλκανική επική ποίηση, πρβλ. The Making of Homeric Verse: The Collected Papers of Milman Parry. New York & Oxford, 1987), είναι ευδιάκριτα κάποια σημεία τα οποία χρησιμεύουν ως ‘συνδετικοί αρμοί’ και τα οποία χρησιμοποιούνται ακριβώς για να επαναφέρουν στη μνήμη του ακροατή τα τεκταινόμενα της αφήγησης που είχε ακούσει σε κάποια προηγούμενη περίσταση. Τα σημεία αυτά διακρίνονται δομικά απ’ το χαρακτηριστικό ότι επαναλαμβάνουν, όπως ακριβώς εδώ, μια πληροφορία που έχει αναφερθεί – σε συνθήκες τυπωμένου κειμένου – ελάχιστες γραμμές πιο πάνω.

[10] Συνεπώς είναι ο Ζωσιμάς που μένει τώρα γυμνός. Ο αφηγητής έχει προετοιμάσει προσεκτικά αυτήν τη σκηνή ούτως ώστε να αντιληφθούμε από όσα έχουν προηγηθεί, αλλά και από τα συμφραζόμενα, πως αυτό το «ράκος», το οποίο είναι ενδεδυμένος ο Ζωσιμάς, είναι το μοναδικό ένδυμα που φέρει ο γέροντας. Ο όρος δεν απαντάται συχνά, αλλά δεν δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε πως επρόκειτο για κάποιο εντελώς ευτελές και τριμμένο χιτώνιο, περισσότερο σαν κάποιου είδους ριχτό κομμάτι ύφασμα παρά σαν ασκητικό ράσο. Εκτός από το ίδιο το κείμενο, που μας πληροφορεί πως αυτό το ριχτό κομμάτι ύφασμα ήταν το μοναδικό ένδυμα που φορούσαν κάποτε οι μοναχοί (PG 87/3, 3704, A // στη μετάφραση κεφ. Ι, § 6), έχουμε και δύο εξωκειμενικές μαρτυρίες που επιβεβαιώνουν την υπόθεση αυτή: πράγματι, τόσο στο Βίο του Επιφανίου (PG 41, 29, C), όσο και στο Βίο του Συμεών του Σαλού (A.-J. FESTUGIÈRE – L. RYDÉN, ontios de apolis, Vie de Syméon le Fou et Vie de jean de Chypre, Paris, 1974, p. 82 – 83), μόλις οι ήρωες αφαιρούν ανάλογου είδους ενδύματα απομένουν ολόγυμνοι. Η σκηνή αυτή, πέραν του έκδηλου ερωτισμού της ή μιας κάποιας παιγνιώδους διάθεσης που την χαρακτηρίζει, συνιστά και μια πολύτιμη μαρτυρία για την νοοτροπία της εποχής: εν αντιθέσει με μια γυναίκα, ένας άνδρας μπορεί δυνητικά να μείνει ή να παρουσιαστεί γυμνός· η ανδρική φύση δεν έχει τίποτα για το οποίο θα έπρεπε να αισχύνεται.

[11] Αξίζει εδώ να σημειωθεί, όπως παρατηρεί η Μ. Kouli, στην αγγλική μετάφραση του Βίου, ότι μόνο τώρα πληροφορούμαστε ότι ο Ζωσιμάς ήτανε (και) ιερέας (πρβλ., M. KOULI, «Life of St. Mary of Egypt», Holy Women of Byzantium: Ten Saint’s Lives in English Translation, ed. A.-M. TALBOT, Dumbarton Oaks, 1996, p.78). Προφανώς ο δημιουργός του έργου εισάγει αυτή την λεπτομέρεια εδώ ξαφνικά, επειδή μόνο τώρα παρουσιάζεται η αφηγηματική αναγκαιότητα (ο Ζωσιμάς καλείται σε λίγο να δώσει την Θεία Ευχαριστία στη Μαρία), λεπτομέρεια που για μια ακόμη φορά μας θυμίζει τους νόμους σύνθεσης των προφορικών συνθέσεων, όπου οι εκάστοτε λεπτομέρειες επινοούνται συνήθως για να εξυπηρετήσουν την αναγκαιότητα της στιγμής.

[12] Το μοτίβο της Ανάληψης (ο ίδιος ο Ιησούς δίνει πρώτος το παράδειγμα και οι άγιοι του, μέσω της θείας χάρης, δύνανται να τον μιμούνται), ως συμβολική δομή, δεν είναι βέβαια χαρακτηριστικό μόνον του χριστιανικού μυστικισμού, αλλά στο επίπεδο όλων των μυθικών αναπαραστάσεων του κόσμου λειτουργεί στερεοτυπικά ως ένας παγκόσμιος και πανανθρώπινος συμβολισμός της ένωσης της ψυχής με το θείο (πρβλ. M. ELIADE, « Symbolisme et histoire », Images et symboles, Paris, 1952, σ. 232-233). Εντέλει, ο χριστιανισμός ‘μιλάει’ την ίδια μυθολογική γλώσσα με όλες τις υπόλοιπες θρησκείες/μυθολογίες, ανεξαρτήτως γεωγραφικού μήκους και πλάτους. Κι αν ο προοδευτικός εκχριστιανισμός της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τον 4ο αι. και εξής κατέστη δυνατός, είναι επειδή ακριβώς η καινούργια θρησκεία (η κάθε καινούργια θρησκεία) δεν μιλούσε μιαν εντελώς καινούργια γλώσσα, αλλά επειδή, τόσο σε επίπεδο μορφής όσο και σε επίπεδο περιεχομένου, η συμβολιστική της έβρισκε απήχηση σε ένα συλλογικό ασυνείδητο που μέχρι τότε χρησιμοποιούσε απλώς μια διαφορετική ονοματοθεσία. Όσο και να επεξεργαστεί ή να προσδώσει νέες διαστάσεις σε ένα σύμβολο, μία δομική δηλαδή μυθολογική μονάδα, ένας πολιτισμός στηριγμένος σε μιαν μυθολογική οργάνωση της σκέψης δεν μπορεί να επινοήσει κάτι το εντελώς καινούργιο, μιαν εντελώς νέα δομή, για τον απλούστατο λόγο ότι αυτές στηρίζονται πάντα σε αρχετυπικές, παντού κοινές, ψυχολογικές διεργασίες και επεξεργασίες ανάλογων βιωμάτων μέσα στα δεδομένα κοινωνιών με ανάλογη υλική οργάνωση και βάση. Και δεν είναι περίεργο, σε ένα ανθρωπολογικό επίπεδο, που σε μιαν εποχή πριν την ‘επινόηση’ της ατομικότητας οι διαφορετικές μυθολογικές γλώσσες βρίσκουν εύκολα ανταπόκριση στο συλλογικό ασυνείδητο διαφορετικών πληθυσμιακών μονάδων (βλέπε, για παράδειγμα, τον ταχύτατο εξισλαμισμό της Μέσης Ανατολής και της Β. Αφρικής στα τέλη του 7ου και τις αρχές του 8ου αι.), καθώς η μυθολογική οργάνωση της σκέψης κατανοεί και αναπαριστά τον κόσμο και τον άνθρωπο εντός του, πάντα με τους ίδιους, σταθερούς αρχετυπικούς κώδικες. Κι αυτό βέβαια δίχως να εξαλείφεται το διαφορετικό πρόσωπο, ως σύνολο, κάθε διαφορετικού πολιτισμού (στην υπό εξέτασιν εποχή οι αναλογίες δεν επικαλύπτονταν από τη διαφορετικότητα, αλλά αντίστροφα η διαφορετικότητα αναδεικνυόταν από τις αναλογίες). Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι κι ο Πλάτων, στο Φαίδρο, όταν θα θελήσει να αναπαραστήσει την ένωση της ψυχής με το θείο θα χρησιμοποιήσει τη μεταφορά της ψυχής ως άρματος με δύο φτερωτά άλογα που ίπταται στον υπερουράνιο θόλο (245C – 247C). Δεν θέλω να παρεξηγηθώ. Μ’ αυτό δεν εννοώ ότι όλοι οι ειδωλολατρικοί πληθυσμοί του 4ου αι. είχαν ‘διαβάσει’ Πλάτωνα και ότι συνεπώς μπορούσαν να αποκωδικοποιήσουν τον χριστιανικό συμβολισμό και να τον αποδεχτούνε πιο εύκολα. Εννοώ ακριβώς το αντίθετο. Ότι δηλαδή κι ο Πλάτων χρησιμοποίησε αυτήν ακριβώς τη μεταφορά επειδή γνώριζε ότι χρησιμοποιώντας την «ενυπάρχουσα», οικεία, δημιουργημένη από ένα αρχέγονο συλλογικό ασυνείδητο, μυθολογική γλώσσα, ο συμβολισμός της θα μπορούσε να αποκωδικοποιηθεί χωρίς δυσκολία. Εντέλει, η ιστορική εξέλιξη, τουλάχιστον μέχρι τον 15ο – 16ο αι., μπορεί να προσέδιδε διαρκώς νέες διαστάσεις, ή κάποτε και διαφορετικές λειτουργίες, αλλά αυτές δεν κατέστρεφαν ποτέ την πυρηνική σημασία ενός μυθολογικού συμβόλου ως σημαντικής δομής, η λειτουργία του οποίου ήταν ακριβώς να επεξηγήσει την πραγματικότητα – μια πραγματικότητα μη προσβάσιμη μέσω άλλων γνωστικών μέσων – ως όλον (πρβλ., M. ELIADE, « Symbolisme et histoire », Images et symboles, Paris, 1952, σ. 248).

[13] Πρβλ., Γένεσις, ΧVIII,27.

[14] Σοφία Σειράχ, ΧΧ,30.

[15] Πρβλ., Πράξεις Αποστόλων, ΙΧ,15.

[16] Εδώ πρέπει να σταθούμε οπωσδήποτε δύο λεπτομέρειες. Ουσιαστικά πρόκειται για μία λεπτομέρεια αλλά με δύο εκφάνσεις. Τον εντελώς ρεαλιστικό, δηλαδή, τρόπο που πραγματοποιείται η αφήγηση των γεγονότων. Ο ‘συγγραφέας’ (όπως κι αν τον εννοήσουμε αυτόν) του έργου παρουσιάζει με εντελώς άδολο τρόπο, σαν κάτι το ολότελα φυσικό, αφενός το γεγονός ότι ένα καραβάνι χριστιανών προσκυνητών δέχεται εντελώς πρόθυμα να πάρει μαζί του μια πόρνη, που σκοπεύει να πληρώσει τους ναύλους σε ‘είδος’, και αφετέρου το γεγονός ότι η γυναίκα παρουσιάζεται στην αυτοαναφορική της αφήγηση ως η απόλυτη βασίλισσα του καραβιού· έτσι, όσον αφορά τη δεύτερη παρατήρηση, βλέπουμε ότι ο συγγραφέας παρουσιάζει εδώ την ηρωίδα του να θυμάται το περιστατικό με μιαν, ‘απαγορευμένη’ για αγία, γυναικεία ματαιοδοξία. Αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό συμβάλλει ακόμα περισσότερο στην πειστική αναδημιουργία ενός ολοζώντανου ψυχογραφικού πορτρέτου, ή μάλλον συνιστά το επιστέγασμα μιας εντυπωσιακής, εκ μέρους του συγγραφέα, είναι αλήθεια, απόπειρας εξατομικευμένου γυναικείου ψυχογραφήματος. Έτσι, το απόσπασμα ξεχειλίζει από ζωή και από ζωική ορμή χωρίς διάθεση να αποσιωπηθεί τίποτα ή να εξωραϊστεί κάτι .

[17] Το λεξιλόγιο σε όλο αυτό το χωρίο υποδηλώνει την πραγματική παρουσία του Τιμίου Σταυρού στα Ιεροσόλυμα και γίνεται έτσι μια πιθανή μαρτυρία χρονολόγησης του κειμένου σε μια προ του 614 εποχή (οπότε και μετέφεραν το Σταυρό οι Πέρσες μετά την άλωση των Ιεροσολύμων).

[18] Τα φορτισμένα συναισθηματικά αυτά λόγια μετάνοιας αφήνουνε ολοκάθαρα να διαφανεί ο αντίκτυπος που προκαλεί στην ανθρώπινη ψυχολογία το βάρος της ‘αμαρτίας’ μέσα στα δεδομένα ενός πολιτισμού ενοχής και μιας κοινωνίας αυταρχικής (θα προτιμούσα τον όρο «ολοκληρωτικής», αν ο τελευταίος δεν είχε λάβει τις πολύ συγκεκριμένες διαστάσεις που ο 20ος αι. του προσέδωσε). Ως εκ τούτου, εκφράζουν ιδανικά το φαινόμενο αυτό που προσπάθησα να περιγράψω αλλού αναλυτικά: Ο διάχυτος αυταρχισμός  της βυζαντινής κοινωνίας, τόσο σε πολιτικό – κοινωνικό όσο και σε ιδεολογικό επίπεδο, είναι εν πολλοίς υπεύθυνος για την πρόκληση συγκεκριμένων ψυχολογικών αναταραχών, κυρίως για την γέννηση μιας ενοχικής ψυχοπαθολογίας. Εκτός από την προφανή σεξουαλική καταπίεση ή τα συναισθήματα ενοχής που η ανθρώπινη σεξουαλικότητα γεννά στα πλαίσια μιας κοινωνίας που καταδικάζει ιδεολογικά την σεξουαλικότητα, είναι εξίσου υπεύθυνος για την δημιουργία κάποιου είδους Οιδιπόδειου συμπλέγματος (φαινόμενο που αναδύεται εμφανέστατα κυρίως μέσα από τους Βίους των στυλιτών αγίων, Δανιήλ, Συμεών κτλ. – σε αυτούς τους Βίους οι άγιοι στυλίτες παρουσιάζονται συστηματικά να εκδηλώνουν μια συμπεριφορά μαζοχιστικής-αυτομαστιγωτικής αυτοτιμωρίας μετά την εκδήλωση αντιεξουσιαστικών συμπεριφορών). Ο Θεός είναι το δίχως άλλο το υπέρτατο μοντέλο εξουσίας. Εντούτοις, πρόκειται για ένα μοντέλο αφηρημένο, υπό την έννοια ότι δεν είναι άμεσα απτό ή αντιληπτό. «Οι φυλακές χτίζονται με τα λιθάρια του Νόμου, τα μπουρδέλα με τα τούβλα της Θρησκείας», θα γράψει Blake στον Γάμο του Παράδεισου και της Κόλασης. Ο Θεός δεν είναι παρά ένα σύμβολο, μία ‘εικόνα’ και η ενοχή απέναντι του δεν είναι παρά ένας τρόπος να δοθεί ένα σχήμα στις ψυχολογικές εκείνες καταστάσεις που η καταγωγή τους βρίσκεται στις ίδιες τις κοινωνικές συνθήκες. Μέσα στα πλαίσια, λοιπόν, της βυζαντινής κοινωνίας, η πίστη στην απόλυτη ισχύ αυτού του εξουσιαστικού – αυταρχικού ‘θεϊκού’ μοντέλου οδηγεί σε μια κοινωνία επίσης αναπόφευκτα εξουσιαστική – αυταρχική, μετασχηματίζοντας το αφηρημένο μοντέλο σε απτές κοινωνικές σχέσεις. Αυτός ο αυταρχισμός εκφράζεται κυρίως μέσα από τρία πρωταρχικά επίπεδα: το πολιτικό επίπεδο (ο Αυτοκράτωρ – η Αυλή), το ιδεολογικό (ο Πατριάρχης – η Εκκλησία) και το κοινωνικό (ο Πατέρας – η Οικογένεια). Το άτομο που ανατράφηκε με αυτό το μοντέλο κατά τη διάρκεια όλων των εκδηλώσεων της ζωής του, καταλήγει να αντιμετωπίζει ψυχολογικά με τον ίδιο τρόπο, συγχέοντας τις, τις διαφορετικές ‘εικόνες’ των διαφορετικών εκπροσώπων των διαφορετικών κοινωνικών επιπέδων. Ως εκ τούτου, ασυνείδητα, η ‘εικόνα’ του πατέρα, εκείνη του πατριάρχη και εκείνη του αυτοκράτορα συγχέονται μεταξύ τους με τέτοιον τρόπο ώστε πλέον να μην συνιστούν παρά μία και μόνη. Διότι, κάθε μία από αυτές τις ‘εικόνες’ αντιστοιχεί σε διαφορετικές εκδοχές του ιδίου μοντέλου καθώς και στις ψυχολογικές αντιδράσεις που αυτό γεννά. Επιπλέον, κάθε μία από αυτές τις ‘εικόνες’ λειτουργεί ως μία γήινη προσωποποίηση της αρχετυπικής ‘εικόνας’ του ίδιου του Θεού. Ή διαφορετικά, η ‘εικόνα’ του Θεού μεταθέτει σε ένα μεταφυσικό επίπεδο τις γήινες ‘εικόνες’, οι οποίες, ως εκ τούτου βρίσκουν την δικαιολόγηση τους σε αυτήν ακριβώς την υπέρτατη, μεταφυσική και εξω-γήινη ‘εικόνα’ απόλυτης εξουσίας.

[19] Λογικά ήταν αδύνατο να μεταλάβει η Μαρία εκείνη τη χρονική στιγμή, καθώς από τη διήγηση της συνάγεται ότι δεν είχε βαπτιστεί. Είναι γεγονός, βέβαια, πως προηγουμένως (PG 87/3, 3709, A // στη μετάφραση κεφ. II, § 4), η Μαρία, είχε δηλώσει πως έχει βαπτιστεί, αλλά αυτό δεν εξάγεται πουθενά από την αφήγηση της. Βασικά, πιστεύω, πως ο αφηγητής ‘ξεχνάει’ αν η Μαρία έχει βαπτιστεί ή όχι, και χρησιμοποιεί αυτή τη ‘λεπτομέρεια’ κάθε φορά ανάλογα με τις περιστάσεις.

[20] Πρβλ. Ψαλμοί, LIV (LV).

[21] Συνεπώς η Μαρία είναι εβδομήντα έξι χρόνων όταν συναντά το Ζωσιμά, καθώς ήταν είκοσι εννιά όταν εγκατέλειψε την Αλεξάνδρεια για να πάει στην Ιερουσαλήμ.

[22] Είναι πραγματικά αξιοσημείωτο το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί η Μαρία όταν αναφέρεται στην μεταστροφή της. Ο προσεκτικός αναγνώστης θα έχει ήδη παρατηρήσει ότι η Μαρία αναφέρεται σε αυτήν με τους όρους μιας εμπορικής συμφωνίας ή ακριβέστερα με τους όρους ενός ‘ενεχυροδανεισμού’. Σε αυτήν την συμφωνία η Μαρία φαίνεται να πιστεύει πως βάζει ως ενέχυρο το κορμί της με αντάλλαγμα τη σωτηρία της ψυχής της. Σε αυτήν την συμφωνία, λοιπόν, με τον Ιησού στο ρόλο του ενεχυροδανειστή, ως μεσολαβήτρια και εγγυήτρια μπαίνει η Θεοτόκος. Δεν θα ήταν άτοπο, συνεπώς, να υποθέσουμε πως αυτή η νοοτροπία που ασυνείδητα ο ‘συγγραφέας’ αποδίδει στη Μαρία, δεν ήταν απλά ενδεικτική της Μαρίας, αλλά αντίθετα ενδεικτική ολόκληρης της εποχής κατά την οποία συντέθηκε το κείμενο, οπότε οι άρτι εκχριστιανισθέντες πληθυσμοί προσελάμβαναν την μεταστροφή τους στον χριστιανισμό ακριβώς με τους όρους μιας συμφωνίας που θα οδηγούσε στη σωτηρία τους. Επιπροσθέτως, σε αυτήν την νοοτροπία έχουμε το δικαίωμα, νομίζω, να δούμε μια αντανάκλαση του εθιμικού της βυζαντινής αυλής, όπου για την ακρόαση των οιονδήποτε αιτημάτων ήταν απαραίτητος ο μεσάζων παρά τω βασιλεί. Συνεπώς, βλέπουμε εδώ, και πρακτικά πλέον, τη ‘σύγχυση των διαφορετικών εικόνων’ για την οποία προηγουμένως μιλούσαμε (βλ. σημ. 27): ο Χριστός προσλαμβάνει ιδιότητες που η πολιτικο-κοινωνική πραγματικότητα και οι εθιμικές πρακτικές έχουν ήδη προσδώσει στον αυτοκράτορα. Στην προκειμένη περίπτωση, βέβαια, ο μεσάζων παρά τω βασιλεί είναι η ίδια η Θεοτόκος.

[23] Όπως παρατηρεί η Μ. Kouli, δεν είναι προφανώς τυχαίος ο αριθμός των δεκαεπτά χρόνων που βασανίστηκε στην έρημο η Μαρία, καθώς αυτό το διάστημα αντιστοιχεί απόλυτα με τα δεκαεπτά χρόνια που έζησε μέσα στην ‘αμαρτία’ στην Αλεξάνδρεια (πρβλ., M. KOULI, «Life of St. Mary of Egypt», Holy Women of Byzantium: Ten Saint’s Lives in English Translation, éd. A.-M. TALBOT, Dumbarton Oaks, 1996, p.86). Εντούτοις, μου φαίνεται υπερβολικά ρεαλιστικό για να είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Μαρία παύει τελικά να βασανίζεται από ερωτικά πάθη και ορμές στην ηλικία των 46 χρόνων (29 και 17), στην ηλικία δηλαδή που φυσιολογικά μια γυναίκα μπαίνει στην εμμηνόπαυση.

[24] Πρβλ., Δευτερονόμιον, VIII, 3 (και Κατά Ματθαίον, IV,4) / Ιώβ, XXIV,8.

[25] Θεωρώ σπουδαιότατη τη συγκεκριμένη φράση ως ιστορική μαρτυρία διότι αποκαλύπτει ότι την περίοδο που ο εν λόγω Βίος συντέθηκε, δηλαδή γύρω στις αρχές του 7ου αι., ο πιο συνηθισμένος τρόπος ακόμα για να έρθει κανείς σε επαφή με ένα έργο δεν ήταν η ανάγνωση αλλά η ακρόαση. Γνωρίζουμε το περιεχόμενο ενός βιβλίου ακούγοντας να μας το διαβάζουν δυνατά, προφανώς σε συνέχειες, σε, περισσότερο ή λιγότερο, τελετουργικού τύπου συναθροίσεις (είτε δημόσιες, όπως συμβαίνει στα μοναστήρια ή στις εκκλησίες, είτε ιδιωτικές, σε στενούς κύκλους ακροατών). Αυτό μπορεί να φαντάζει αδιανόητο για τον σύγχρονο άνθρωπο αλλά δεν μας εκπλήσσει καθόλου αν αναλογιστούμε τη σημαντικότατη λειτουργία της μνήμης στους πολιτισμούς που στηρίζονται στην προφορική οργάνωση της σκέψης (άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η προσωπική, ‘σιωπηλή’, εσωτερική ανάγνωση κατέστη σχετικά πρόσφατα μόνο – αρκετά αργότερα δηλαδή από την αφομοίωση των συνεπειών της τυπογραφίας και την επακόλουθη αναδόμηση της ανθρώπινης συνείδησης – ο γενικευμένος τρόπος προσπέλασης του περιεχομένου ενός ‘βιβλίου’· είναι δε ενδεικτικό ότι ο άγιος Αυγουστίνος αντιλαμβανόταν το γεγονός ότι ο άγιος Αμβρόσιος διάβαζε σιωπηλά ως ένα από τα θαύματα του αγίου – βλ. Άγιος Αυγουστίνος, Εξομολογήσεις, § ). Και μέχρι την ανακάλυψη της τυπογραφίας κανένας πολιτισμός δεν ήταν, και δεν μπορούσε να είναι, σε επίπεδο οργάνωσης της σκέψης και σε επίπεδο έκφρασης, πλήρως εγγράμματος, ακόμα κι αν γνώριζε τη γραφή από αιώνες. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι, ακόμα και σε πολιτισμούς που γνώριζαν τη γραφή, η προφορική οργάνωση της σκέψης ήταν η κυριαρχούσα, ιδίως μάλιστα σε περιόδους που παρατηρούνται υψηλότατα ποσοστά αναλφαβητισμού, όπως συνέβαινε κατά την Ύστερη Αρχαιότητα. Το χαρακτηριστικό αυτό αφήνει, όπως είναι ευνόητο, τα ίχνη του και στις τέχνες του λόγου. (Για την ψυχοδυναμική των προφορικών πολιτισμών και τις συνέπειες στην ανθρώπινη συνείδηση από το οριστικό κι ανέκκλητο πέρασμα στην εγγραματοσύνη μέσω της τυπογραφίας βλ. την εξαιρετική μελέτη του W. ONG, Orality and Literacy. The Technologizing of the Word, London – New York, 1982).

[26] Πρβλ., Προς Εβραίους, IV,4.

[27] Πρβλ., Ιώβ, IX,10.

[28] Πρβλ., Ψαλμοί, IX,10.

[29] Είναι εξόχως ενδιαφέρον ο τρόπος που παρουσιάζει εδώ ο συγγραφέας τα συναισθήματα του ήρωα του. Ο Ζωσιμάς απεικονίζεται σαν τον ερωτευμένο εκείνον άνδρα που φτάνει πρώτος στον ορισμένο τόπο του ραντεβού αλλά που το αντικείμενο του έρωτα του δεν είναι εκεί. Ένα σύννεφο δυσοίωνων σκέψεων κατακλύζει τότε τη σκέψη του και σιγά-σιγά μπαίνει στη διαδικασία να εικάζει όλες τις πιθανές αιτίες που μπορεί να καθυστέρησαν ή να εμπόδισαν την προσφιλή ερωμένη να έρθει, ή τους λόγους για τους οποίους μπορεί εκείνη να μετάνιωσε, ενώ δεν διστάζει ακόμη και να αγχωθεί a priori για πιθανά προβλήματα που ενδέχεται να ματαιώσουνε τη συνάντηση τους. Λόγω μάλιστα της ηλικίας του ιδιότυπου αυτού ζεύγους η εικόνα που σχηματίζουμε είναι εκείνη της τρυφερής σχέσης μεταξύ δυο ηλικιωμένων. Ο Βίος της Μαρίας, λοιπόν, ξαναπαίρνοντας τα σημαντικότερα δομικά μοτίβα του αρχαίου μυθιστορήματος (όπως τον «χωρισμό» και τον «αναγνωρισμό») και τοποθετώντας στο πυρήνα της πλοκής του τη σχέση μεταξύ του Ζωσιμά και της Μαρίας, λειτουργεί ως ένα είδος χριστιανικού ερωτικού μυθιστορήματος, η μεγάλη πρωτοτυπία του οποίου έγκειται στο γεγονός ότι το ζευγάρι των ‘εραστών’ δεν βρίσκεται πλέον στην πρώτη του νεότητα…

[30] Ο συμβολισμός της σκηνής αυτής είναι πραγματικά πολυδιάστατος. Κατ’ αρχάς παραπέμπει καταφανώς στην αφήγηση που συναντάμε στα Ευαγγέλια, όπου ο Ιησούς περπατά επί των υδάτων (πρβλ. Κατά Ματθαίον, XIV, 22-36/ Κατά Λουκάν, VIII, 22-25). Ταυτόχρονα όμως η εικόνα αυτής της ημίγυμνης (αν όχι εντελώς γυμνής) γυναίκας που περπατά στην επιφάνεια του νερού μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί μακρινή ειδωλολατρική ανάμνηση της αναδυομένης Αφροδίτης.  Επιπροσθέτως, το νερό ως συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης συμβολίζει το σύνδεσμο ανάμεσα στην ανυπαρξία (που συμβολίζεται από το μέρος εκείνο της ερήμου απ’ το οποίο έρχεται η Μαρία και το οποίο απεικονίζεται με τους όρους ενός τόπου ‘ουτοπικού’ – με την ετυμολογική σημασία του όρου: ο « ouj tovpoV ») και την ύπαρξη (το μέρος εκείνο της ερήμου στο οποίο βρίσκεται το μοναστήρι, οι μοναχοί καθώς και ο αξιότερος εκπρόσωπος τους – ακριβώς επειδή μόνον αυτός αξιώθηκε να γνωρίσει την αγία μέσα στα σαράντα επτά αυτά έτη που εκείνη ζει στην έρημο – ο Ζωσιμάς) (πρβλ. B. FLUSIN, « Le serviteur caché ou le Saint sans existence », dans Les Vies des Saints à Byzance. Genre littéraire ou biographie historique ?, ed. P. ODORICO – P. AGAPITOS, Paris, 2004, σ. 66). Τέλος, το νερό ως αρχαιότατο και πανανθρώπινο θρησκευτικό σύμβολο σηματοδοτεί το πέρασμα από την παλαιά ζωή στη νέα. Συμβολίζει πάντα – και ταυτοχρόνως – το Θάνατο και την Αναγέννηση. Και είναι ακριβώς αυτή η επαφή με το νερό που επιτρέπει την «αναγέννηση» ή καλύτερα τη «νέα γέννηση» (πρβλ. M. ELIADE, οπ. παρ., σ. 212 – 225). Ειδικά μέσα στα πλαίσια του χριστιανισμού είναι το νερό, που μέσω του βαπτίσματος, επιτρέπει το πέρασμα σε ένα άλλο, νέο επίπεδο ύπαρξης: βαπτιζόμενος, ο παλαιός άνθρωπος που βυθίζεται στο νερό ‘πεθαίνει’ για να αναδυθεί αναγεννημένος ο καινούργιος, ικανός πλέον να συμμετάσχει στην αιώνια ζωή. Ως εκ τούτου, η διάβαση του Ιορδάνη συμβολίζει για τη Μαρία τη διαδικασία του βαπτίσματος καθότι όπως είδαμε μέχρι στιγμής δεν έχει αναφερθεί πουθενά το πότε ή το πώς βαπτίστηκε η ηρωίδα (άλλωστε τη πρώτη φορά που διέσχισε η Μαρία τον Ιορδάνη για να βρεθεί στην έρημο, το έκανε με τη βοήθεια μιας βάρκας, χωρίς δηλαδή να ‘ρθει σε επαφή με το νερό του ποταμού). Γι αυτόν ακριβώς το λόγο θα μπορέσουμε, μόνον τώρα, να δούμε σε λίγο την ηρωίδα να κοινωνεί σε ‘ζωντανό’ χρόνο μέσα στο κείμενο. Έτσι, το βαθύτερο νόημα της σκηνής είναι η επιστροφή της Μαρίας από τη χώρα των νεκρών (συμβολιζόμενη όπως είδαμε από την έρημο και τα σαράντα επτά χρόνια άσκησης που χρειάστηκαν για την εξιλέωση του σαρκικού ανθρώπου) και, μέσω της θείας κοινωνίας, η είσοδος της στην χώρα των ζωντανών και της αιώνιας ζωής.

[31] Είναι αλήθεια ότι υπήρχε καθ’ όλην τη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου, μεταξύ των μοναχών του ιδίου φύλου, το έθιμο να ασπάζονται ο ένας τον άλλον στο στόμα μετά την θεία μετάληψη (αποκαλούμενο ειρήνη), αλλά αυτό το έθιμο ουδέποτε ίσχυε για μοναχούς διαφορετικού φύλου, όπως άλλωστε το αποδεικνύει και το ακόλουθο απόσπασμα από το Βίο της Ματρώνης, όπου ο ηγούμενος του μοναστηριού επιπλήττει αυστηρά την αγία κυρίως επειδή όντας μεταμφιεσμένη σε άντρα συμμετείχε κανονικά στην ζωή του μοναστηριού, παραγνωρίζοντας έτσι τις ιδιαιτερότητες που επέβαλλε ως προς την αντιμετώπιση της η γυναικεία της φύση : «Ἔστω ἐλάνθανες γυνὴ οὖσα ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, καὶ οὐδέν ἡμᾶς παρέβλαπτεν τοῦτο ἀγνοοῦντας. Πῶς γυμνῇ τῇ κεφαλῇ τοῖς θείοις μυστηρίοις προσήρχου; Πῶς δὲ καὶ τὸ σὸν πρὸς εἰρήνην ἐπεδίδους στόμα τοῖς ἀδερφοῖς;» (Βίος καὶ πολιτεία τῆς ὁσίας καὶ ἁγίας Ματρώνης, Acta Sanctorum, Novembris, tom. III, σ. 794, 7B). Η Kouli σε αυτό το σημείο (πρβλ. M. KOULI, οπ. παρ., σ. 90), σχολιάζει πως το φιλί στο στόμα επρόκειτο για ένα έθιμο ανάμεσα στους μοναστικούς κύκλους της εποχής, κάτι που βέβαια ισχύει, αλλά αδυνατώ να καταλάβω πως είναι δυνατόν να μην αντιλαμβάνεται τη τεράστια διαφορά ανάμεσα στις δύο διαφορετικές περιπτώσεις, πόσο μάλλον απ’ τη στιγμή που κι η ίδια παραπέμπει στο ίδιο χωρίο του ίδιου Βίου στο οποίο μόλις παραπέμψαμε κι εμείς!

[32] Κατά Λουκάν, ΙΙ, 29.

[33] Στο κείμενο αντί για «αριστερά» αναφέρεται η λέξη «ευώνυμα». Είναι γνωστό βέβαια ότι για τους χριστιανούς η ‘πλευρά’ η ‘καλή’ ήταν η δεξιά και ότι η αριστερή ήταν επικίνδυνη κι απορριπτέα. Κατ’ επέκτασιν, ο όρος είχε καταλήξει να δηλώνει σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα το αριστερά (πρβλ. G. W. H. LAMPE, A Patristic Greek Lexicon, Oxford, 1961 – 1968, λήμμα «ευώνυμος»). Εντούτοις, αναρωτιέμαι, αν ο όρος χρησιμοποιούταν κάπως σαν το νεοελληνικό «ακατανόμαστος», ένδειξη δηλαδή μιας λαϊκής δεισιδαιμονίας.

[34] Είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίον ο δημιουργός του έργου απεικονίζει την άγρια επιθυμία του Ζωσιμά να ξαναδεί την Μαρία, χρησιμοποιώντας ακριβώς την παρομοίωση με τον κυνηγό ενώ το ίδιο το ‘θήραμα’ χαρακτηρίζεται – στον υπερθετικό βαθμό – γλυκύτατο!

[35] Πρβλ. Εκκλησιαστής, ΙΙΙ, 20.

[36] Η Μ. Kouli σχολιάζει ότι, δεδομένου του γεγονότος ότι η Μαρία ήταν αγράμματη, η γραφή στην άμμο πρέπει να θεωρηθεί ως θαύμα (πρβλ., M. KOULI, οπ. παρ., σ. 91). Η γραφή αυτή στην άμμο έχει αναμφίβολα κάτι το θαυματουργικό αλλά νομίζω ότι το σχόλιο της Kouli δεν συνάδει με το πνεύμα του κειμένου. Υπό το πρίσμα όλων όσων ήδη είπαμε περί αρχικής προφορικής σύνθεσης του έργου, θα μου φαινότανε περισσότερο εύλογο ο δημιουργός του, προκειμένου να επιτύχει τη συναισθηματική φόρτιση που επιθυμεί, να εκμεταλλεύεται την ευκαιρία να δημιουργήσει εδώ μια συγκινητική και φορτισμένη συναισθηματικά τελική σκηνή (‘ξεχνώντας’ την ‘λεπτομέρεια’ ότι η ηρωίδα δεν ξέρει να γράφει), βάζοντας την ετοιμοθάνατη Μαρία να χαράζει με το χέρι της το επιθανάτιο μήνυμα στον ίδιο εκείνο τόπο όπου έχει δώσει ‘ραντεβού’ με τον άνδρα που ξέρει ότι θα βρει το πτώμα της. Σε αυτήν τη συνάφεια το θαυματουργικό δεν έγκειται πλέον στο γεγονός της ίδιας της ύπαρξης της γραφής αλλά στο ότι μετά από ένα χρόνο όχι μόνον το λείψανο της Μαρίας δεν έχει αποσυντεθεί αλλά και στο ότι δεν «σβήστηκε η γραφή»…

ΠΡΩΤΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

http://www.vakxikon.gr/content/view/32/473/lang,el/

http://www.vakxikon.gr/content/view/67/443/lang,el/

http://www.vakxikon.gr/content/view/130/405/lang,el/

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: