Μεταφράσεις: Μέρος VII: Henri Michaux (Ανρί Μισώ)

James Ensor, Alimentation doctrinaire (1889)

Henri Michaux

Από τις «Ιστορίες του κύριου Plume»

(1936)

& ένα επίμετρο

Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής


Ι

Ένας φιλήσυχος άνθρωπος

Τεντώνοντας τα χέρια έξω απ’ τα σκεπάσματα, ο Plume εξεπλάγη καθόσον τα μέλη του δεν ‘βρισκαν το τοίχο. «Πάει καλά, σκέφτηκε, θα τον έφαγαν τα μυρμήγκια…» και ξανακοιμήθηκε.

Λίγο αργότερα, η σύζυγος του τον πιάνει και τον σκουντάει: «Κοίτα δω, βρωμοκηφήνα!», του λέει. «Όσο εσύ έπαιρνες τον υπνάκο σου, μας κλέψαν το σπίτι!». Στην πραγματικότητα, έγερνε ο ουρανός, στέγη και τοιχώματα, από πάνω τους και γύρω. «Ό,τι έγινε, έγινε», σκέφτηκε εκείνος.

Λίγο αργότερα, ακούστηκε ένας θόρυβος. Ένα τρένο ερχότανε καταπάνω τους μ’ όλη του την ταχύτητα. «Έτσι που τρέχει, σκέφτηκε, θα φτάσει σίγουρα πριν από μας», και ξανακοιμήθηκε.

Εν συνεχεία ξύπνησε απ’ το κρύο. Κολυμπούσε ολάκερος στο αίμα. Δίπλα του κειτόταν κομματιασμένη η γυναίκα του. «Το αίμα, σκέφτηκε, μόνο μπελάδες φέρνει· αν γινόταν να μην είχε περάσει εκείνο το τρένο, θα ήμουν ιδιαιτέρως ευτυχισμένος. Αλλά μιας και πέρασε ήδη…» και ξανακοιμήθηκε.

– Λοιπόν, είπε ο δικαστής, πως εξηγείτε το γεγονός ότι η σύζυγος σας χτυπήθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε να βρεθεί διαμελισμένη σε οχτώ κομμάτια, δίχως εσείς, που βρισκόσασταν δίπλα της, να μπορέσετε να κάνετε την παραμικρή κίνηση για να αποτρέψετε το κακό, και κυρίως δίχως να αντιληφθείτε καν το παραμικρό. Ιδού το μυστήριο. Ολόκληρη η υπόθεση συνοψίζεται σε τούτη τη λεπτομέρεια.

– Δυστυχώς, επ’ αυτού δεν δύναμαι να σας βοηθήσω, σκέφτηκε ο Plume, και ξανακοιμήθηκε.

– Η εκτέλεση θα λάβει χώρα αύριο. Κατηγορούμενε, έχετε τίποτα να προσθέσετε;

– Συγχωρείστε με, είπε, δεν παρακολούθησα την διαδικασία. Και ξανακοιμήθηκε.

***

II

Ο Plume στο εστιατόριο

Ο Plume γευμάτιζε στο εστιατόριο κάποιου ξενοδοχείου, όταν ο διευθυντής τον πλησιάζει, τον κοιτά αυστηρά και του λέει με μια φωνή χαμηλή και μυστηριώδη : «Αυτό που βρίσκεται μέσα στο πιάτο σας δεν βρίσκεται στον κατάλογο.»

Ο Plume απολογήθηκε αμέσως.

– Ξέρετε, λέει, όντας βιαστικός, δεν μπήκα στον κόπο να συμβουλευτώ τον κατάλογο. Παρήγγειλα τελείως στην τύχη μια κοτολέτα, σκεπτόμενος πως μπορεί και να είχατε, ή πως, εν πάση περιπτώσει, θα βρισκόταν εύκολα στη γειτονιά. Σε κάθε περίπτωση, προσωπικά, ήμουνα έτοιμος να παραγγείλω οτιδήποτε άλλο, αν οι κοτολέτες δημιουργούσαν για τον οιονδήποτε λόγο το οιονδήποτε πρόβλημα. Άλλωστε, ο σερβιτόρος δίχως να δείξει κάποιαν ιδιαίτερη έκπληξη πήρε την παραγγελία, έφυγε και μετά από λίγο επέστρεψε φέρνοντας μου τις κοτολέτες… και ιδού…

Ασφαλώς, είμαι διατεθειμένος να καταβάλλω το απαραίτητο αντίτιμο. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό κομμάτι, δεν το αρνούμαι. Θα πληρώσω όσο κάνει, δίχως τον παραμικρό ενδοιασμό. Αν το γνώριζα, εννοείται πως θα είχα παραγγείλει ευχαρίστως κάποιο άλλο κομμάτι κρέας ή απλούστατα ένα αυγό. Σε κάθε περίπτωση, τώρα πια μου πέρασε η πείνα, όποτε, και αν αυτό είναι δυνατόν, θα ήθελα να σας πληρώσω ευθύς αμέσως.

Εντούτοις, ο διευθυντής του ξενοδοχείου δεν κινείται καθόλου. Ο Plume βρίσκει τη στάση του εξόχως ενοχλητική. Μετά από δυο λεπτά σηκώνει τα μάτια και… χμ! Τώρα είναι ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης που στέκεται μπροστά του.

Ο Plume απολογήθηκε αμέσως.

– Συγγνώμη, λέει, μα αγνοούσα πως οι κοτολέτες δεν βρίσκονταν στον κατάλογο. Δεν μπήκα καν στον κόπο να τον κοιτάξω διότι η όραση μου είναι ασθενική και επίσης δεν είχα μαζί το μονόκλ μου και άλλωστε η ανάγνωση μου προξενούσε ανέκαθεν μια δυσφορία απροσμέτρητη. Ζήτησα το πρώτο πράγμα που μου κατέβηκε στο κεφάλι, περισσότερο μάλλον για να αποκλείσω περισσότερες επιλογές παρά ένεκα προσωπικού γούστου. Ο σερβιτόρος, απασχολημένο το δίχως άλλο, δεν το έψαξε περαιτέρω, μου έφερε τις κοτολέτες, κι εγώ εντελώς αφηρημένος βάλθηκα να τρώω, εν πάση περιπτώσει… θα σας πληρώσω ευθύς αμέσως – εσάς, αυτοπροσώπως – εφόσον έτυχε να βρίσκεστε εδώ.

Εντούτοις, ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης δεν κινείται καθόλου. Ο Plume  αρχίζει να νιώθει όλο και περισσότερο ενοχλημένος. Καθώς λοιπόν βιάζεται να βγάλει ένα χαρτονόμισμα από την τσέπη του, κάνει την εμφάνιση του ξαφνικά το μανίκι κάποιας στολής. Τώρα μπροστά του στεκόταν ένας αστυνομικός.

Ο Plume απολογήθηκε αμέσως.

– Λοιπόν, είχε μπει στο εστιατόριο πιο πολύ για να αναπαυτεί λιγάκι. Αμέσως τον ρώτησαν χωρίς περιστροφές: «Κι ο κύριος; Τι θα πάρει;». «Ένα ποτήρι μπύρα», απάντησε εκείνος. «Και τι άλλο;», γκάριξε το γκαρσόνι, σχεδόν εκνευρισμένο. Ε, λοιπόν εκείνος περισσότερο για ν’ απαλλαχθεί από την αφόρητη πίεση του υπαλλήλου παρά για οποιονδήποτε άλλο λόγο, αποκρίθηκε: «Ε, λοιπόν, μια κοτολέτα!».

Δεν νοιαζόταν ήδη για τίποτα πια, όταν του την ‘φέραν στο πιάτο. Και νάτος λοιπόν που βρέθηκε στα καλά καθούμενα να κάθεται τώρα μπροστά του…

– Ακούστε, αν προσπαθούσατε, έστω και λίγο, να μας βοηθήσετε να διαλευκάνουμε αυτήν την υπόθεση, θα ήταν ιδιαιτέρως ευγενικό εκ μέρους σας.

Κι ο Plume του έτεινε ένα χαρτονόμισμα των εκατό φράγκων. Ακούγοντας τα βήματα να απομακρύνονται πίστεψε επιτέλους πως απαλλάχτηκε. Μα να που τώρα στεκόταν μπροστά του ο κομισάριος της αστυνομίας.

Ο Plume απολογήθηκε αμέσως.

– Είχε ένα ραντεβού με κάποιον φίλο. Τον περίμενε μάταια όλο το πρωινό. Και γνωρίζοντας πως ο φίλος του επιστρέφοντας στο γραφείο περνούσε πάντοτε από τον συγκεκριμένο δρόμο, μπήκε εδώ, διάλεξε ένα τραπέζι κοντά στο παράθυρο και καθώς άλλωστε η αναμονή μπορεί να αποδεικνυότανε ιδιαιτέρως μακρά και επειδή δεν ήθελε να δώσει την εντύπωση πως τσιγκουνευόταν τα έξοδα, είχε παραγγείλει μια κοτολέτα. Έτσι, για να υπάρχει κάτι μπροστά του. Στιγμή δεν διανοήθηκε να την φάει. Μα έχοντας την μπροστά του, εντελώς μηχανικά, δίχως καθόλου να συνειδητοποιήσει τι έκανε, βάλθηκε να τρώει.

Πρέπει να ξέρετε πως για τίποτε στον κόσμο δεν πηγαίνει στα εστιατόρια. Γευματίζει πάντα στο σπίτι του. Είναι θέμα αρχής. Επρόκειτο για καθαρή αφηρημάδα, όπως, άλλωστε, μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε άνθρωπο σχετικά ταραγμένο. Μια περαστική ασυνειδησία. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.

Μα ο διευθυντής της αστυνομίας τηλεφωνούσε ήδη στον αρχηγό της Ασφάλειας: «Ορίστε, λέει στον Plume, δίνοντας του το ακουστικό. Εξηγήστε, παρακαλώ, με κάθε λεπτομέρεια, τα αίτια της συμπεριφοράς σας στον αρχηγό. Είναι η τελευταία σας ευκαιρία για να σωθείτε.». Κι ένας αστυνομικός σπρώχνοντας τον βίαια του λέει: « Τι έγινε; Θ’ αρχίσουμε επιτέλους να περπατάμε ευθεία; Ε, ε;». Και καθώς οι πυροσβέστες εισβάλλανε με τις μάνικες απ’ τα παράθυρα στο εστιατόριο, ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης του λέει «Τα βλέπετε; Τα βλέπετε; Τι καταστροφή, Θεέ μου! Σωστός όλεθρος!». Και έδειχνε τους πελάτες ένα γύρο στην αίθουσα που κακήν κακώς τρέχανε προς την έξοδο αλαφιασμένοι.

Κι οι Ασφαλίτες του είπανε: «Να το ξέρετε, θα λάβει διαστάσεις το ζήτημα. Μην πείτε μετά πως εμείς δεν σας προειδοποιήσαμε. Θα ήτανε καλύτερο για σας αν εξομολογούσασταν, όσο είναι ακόμα νωρίς, ολόκληρη την αλήθεια. Πιστέψτε μας, δεν είναι η πρώτη ανάλογη υπόθεση που αντιμετωπίζουμε. Όταν τα πράγματα αρχίζουν και παίρνουν αυτήν την τροπή, τότε η κατάσταση γίνεται επικίνδυνη. Πολύ επικίνδυνη…».

Εν τω μεταξύ, κάποιος απίστευτα άξεστος μπάτσος πίσω απ’ την πλάτη του του ψιθύριζε απειλητικά: « Βάλτο καλά στο ‘ξερό’ σου. Δεν πρόκειται να το ξαναπώ. Είναι διαταγή. Αν δε μιλήσεις αυτή τη στιγμή στ’ ακουστικό, σε κάνω μαύρο στο ξύλο. Το ‘πιασες; Ομολόγησε! Προειδοποιήθηκες. Αν δε σ’ ακούσω να τα ξερνάς όλα, θα σε σπάσω στο ξύλο.»

***

III

Ο Plume ταξιδεύει

Ο Plume παρασάγγας απείχε του να ισχυριστεί πως το άτομο του έχαιρε κάποιας ιδιαιτέρας εκτιμήσεως όταν ταξίδευε. Άλλοι τον πατάν και περνούν από πάνω του απροειδοποίητα κι άλλοι σκουπίζουν επιδεικτικά τα χέρια τους στο σακάκι του. Τελικά, συνήθισε. Τώρα προτιμά να ταξιδεύει σεμνά και ταπεινά. Κι όσο αυτό περνά απ’ το χέρι του, το κάνει.

Όταν τον σερβίρουνε δύστροποι σερβιτόροι μια ρίζα στο πιάτο του, μια χοντρή ρίζα: «Άντε λοιπόν! Τρώτε! Μα τι περιμένετε τέλος πάντων;»

Εκείνος «Ω, βέβαια, βέβαια, φυσικά, αμέσως!», περιορίζεται ν’ απαντήσει κι αρχίζει να τρώει. Δε του αρέσει να δημιουργεί φασαρίες στα καλά καθούμενα, χωρίς λόγο.

Κι αν τη νύχτα του αρνηθούν ένα κρεβάτι: «Πως; Δεν ήρθατε βέβαια από τόσο μακριά για να κοιμηθείτε! Εμπρός, πάρτε τα μπαγκάζια και τα μπαούλα σας και πηγαίνετε να περπατήσετε. Είναι οι μόνες στιγμές μες τη μέρα που περπατά κανείς τόσο ευχάριστα.»

«Μα βέβαια, βέβαια… φυσικά. Ένα αστειάκι ήτανε. Έτσι για να γελάσουμε.» Και ξαναφεύγει μέσα στη μαύρη νύχτα.

Κι όταν τον πετάν έξω απ’ το τρένο: «Μα καλά, είναι δυνατόν να σκεφτήκατε πως ζεσταίναμε επί τρεις ώρες τη μηχανή αυτής της αμαξοστοιχίας και συνδέσαμε οχτώ βαγόνια στη σειρά, έτσι; Μόνο και μόνο για να μεταφέρουμε έναν νεαρό της ηλικίας σας, που χαίρει άκρας υγείας – και που μπορεί να αποδειχτεί ιδιαιτέρως χρήσιμος εδώ –  και ο οποίος, συν τοις άλλοις, δεν έχει κανένα, μα κανένα, λόγο να κουβαληθεί εκεί χάμω ή μήπως νομίζετε πως γι αυτό ανοίξαμε τα πολύτιμα τούνελ μας κι ανατινάξαμε τόνους βράχους σπαταλώντας τόσο δυναμίτη και τοποθετούσαμε εκατοντάδες χιλιόμετρα ράγες τόσο καιρό, δίχως να υπολογίζουμε το προσωπικό που εξαιτίας του φόβου των σαμποτάζ είμαστε υποχρεωμένοι να μισθώνουμε για να επιβλέπει τις ράγες, κι όλα αυτά…»

«Φυσικά, φυσικά. Καταλαβαίνω απόλυτα. Άλλωστε, εγώ ανέβηκα έτσι, πιο πολύ για να ρίξω μια ματιά. Αυτό είναι όλο. Από απλή περιέργεια. Και ευχαριστώ. Χίλιες φορές ευχαριστώ.» Και ξαναπαίρνει τους δρόμους φορτωμένος με τα μπαγκάζια του.

Κι αν στη Ρώμη τύχει να ζητήσει να τον αφήσουν να δει το Κολοσσαίο: «Α, όχι, κύριε μου! Το όλο ζήτημα είναι ήδη από μόνο του κακώς διευθετημένο Κι έπειτα ο κύριος θα θέλει να το αγγίξει, κάπου να στηριχτεί, κάπου να κάτσει… γι αυτό δεν βλέπεις παντού παρά μόνο ερείπια στις μέρες μας. Όλη αυτή η ιστορία πρέπει κάποτε να τελειώνει. Θα είναι ένα μάθημα για σας, ένα σκληρό μάθημα, αλλά τουλάχιστον στο μέλλον θα ξέρετε. Όχι;»

«Μα βέβαια, βέβαια! Εγώ άλλωστε ήθελα μόνο να σας ζητήσω μια καρτ-ποστάλ, μια φωτογραφία ίσως, κάτι… Αλλά ας είναι…». Κι εγκαταλείπει την πόλη δίχως να δει τίποτα.

Κι όταν στο κρουαζιερόπλοιο τον δείξει στα καλά καθούμενα με το δάκτυλο ο καπετάνιος και πει: «Τι κάνει αυτός εδώ; Μου φαίνεται χάσαμε κάθε ίχνος πειθαρχίας εδώ μέσα, έτσι; Πρέπει μόνος μου δηλαδή να τον ξανακλείσω στ’ αμπάρια; Άντε, κουνηθείτε, η δεύτερη βάρδια δεν θ’ αργήσει να ‘ρθει.» Και σφυρίζοντας ξαναφεύγει. Κι ο Plume κατά τη διάρκεια της κρουαζιέρας στ’ αμπάρια να ξεπατώνεται.

Μα δε λέει τίποτα, δεν παραπονιέται καθόλου. Σκέφτεται μονάχα όλους εκείνους τους δύσμοιρους που δεν μπορούν να ταξιδέψουν καθόλου, ενώ εκείνος ταξιδεύει, ταξιδεύει συνέχεια.

***

IV

Στα διαμερίσματα της βασίλισσας


Καθώς ο Plume κατέφτασε στο παλάτι, με τα διαπιστευτήρια του υπό μάλης, η Βασίλισσα του λέει:

– Βλέπετε… ο Μεγαλειότατος είναι εξόχως απασχολημένος αυτήν τη στιγμή. Θα σας δει όμως εξάπαντος αργότερα. Μπορούμε μάλιστα να πάμε να τον αναζητήσουμε μαζί κατά τις πέντε, αν βέβαια το επιθυμείτε κι εσείς. Η Αυτού Εξοχότης, βλέπετε, αγαπά πολύ τους Δανούς. Μη φοβάστε καθόλου. Η Αυτού Εξοχότης θα σας δεχθεί, το δίχως άλλο, μετά πλείστης προθυμίας. Εν τω μεταξύ, περιμένοντας, θα μπορούσατε να μου κρατήσετε συντροφιά κατά τη διάρκεια του περίπατου μου.

Βλέπετε, καθώς το παλάτι είναι ειλικρινά αχανές, έχω διαρκώς αυτόν τον ανόητο φόβο μήπως χαθώ και βρεθώ ξαφνικά μπροστά στις κουζίνες, κάτι, που όπως καταλαβαίνετε, για μία Βασίλισσα, θα ήταν εξόχως γελοίο. Ορίστε, περάστε από δω. Α, μη φοβάστε, τη γνωρίζω καλά τη διαδρομή. Αυτή είναι η κρεβατοκάμαρα μου.

Και μπήκανε στην κρεβατοκάμαρα.

– Καθώς έχουμε δυο ολόκληρες ώρες μπροστά μας, θα μπορούσατε ενδεχομένως να μου διαβάσετε κάτι, αν και πολύ φοβάμαι πως εδώ, δυστυχώς, δεν θα βρείτε τίποτα πραγματικά ενδιαφέρον. Θα μπορούσαμε ενδεχομένως να παίξουμε χαρτιά. Αλλά θα πρέπει να σας εξομολογηθώ πως είμαι τόσο ανεπίδεκτη που χάνω πάντα αμέσως.

Σε κάθε περίπτωση δεν χρειάζεται να στέκεστε όρθιος! Είναι τόσο ανυπόφορα κουραστικό… Απ’ την άλλη καθιστοί, θα βαρεθούμε, φοβάμαι γρήγορα. Ελάτε, λοιπόν, ας ξαπλώσουμε στο ντιβάνι…

Η Μεγαλειότητα της όμως δεν πρόλαβε να ξαπλώσει και ξανασηκώθηκε αμέσως.

– Αχ, γιατί πρέπει πάντα να βασιλεύει σ’ αυτό το δωμάτιο μια τέτοια ανυπόφορη ζέστη! Αν θα είχατε την ευγενή καλοσύνη να με βοηθήσετε να γδυθώ, θα μ’ ευχαριστούσατε ιδιαιτέρως. Κι  έπειτα μπορούμε να μιλήσουμε σαν άνθρωποι, με την ησυχία μας, καθώς πρέπει. Αχ, δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο θα επιθυμούσα να μου μαθαίνατε ορισμένα πράγματα περί της Δανιμαρκίας! Κι όχι τίποτ’ άλλο, μα τούτο το φόρεμα βγαίνει τόσο εύκολα. Απορώ πως κάθομαι έτσι ντυμένη όλη τη μέρα. Κι είναι αυτό ένα πονηρό φορεματάκι! Βγαίνει χωρίς να το πάρεις χαμπάρι! Βλέπετε; Σηκώνω το χέρι, να έτσι, και τώρα κάποιο απ’ τα παρατρεχάμενα παιδιά το τραβά προς το μέρος του. Υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν θα τα άφηνα να το κάνουνε. Τα αγαπάω πολύ τα καημενούλια, αλλά σ’ ένα παλάτι, καταλαβαίνετε, ο κόσμος κουτσομπολεύει με την παραμικρή ευκαιρία. Κι έπειτα τα παιδιά παρεκτρέπονται πάντα.

Κι ο Plume την έγδυσε.

– Μα κοιτάξτε, μην κάθεστε έτσι! Το να παραμένει κανείς έτσι αυστηρά ντυμένος μέσα σ’ ένα δωμάτιο παραείναι επιτηδευμένο, κι έπειτα δεν μπορώ να σας βλέπω έτσι! Αισθάνομαι πως από στιγμή σε στιγμή θα φύγετε παρατώντας με ολομόναχη μέσα σε τούτο το αφόρητα αχανές παλάτι!

Κι ο  Plume γδύθηκε. Και φορώντας μόνο το πουκάμισο ξάπλωσε δίπλα της.

– Αχ, τι θα κάνουμε τώρα; Η ώρα είναι μόλις τρεις και τέταρτο. Πιστεύετε πραγματικά πως γνωρίζετε τόσα περί της Δανιμαρκίας ώστε να μπορέσετε να μου μιλάτε επί μια ώρα και σαράντα πέντε λεπτά; Δεν είμαι δα και τόσο απαιτητική! Καταλαβαίνω καλά πως κάτι τέτοιο θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο. Θα σας παραχωρήσω ακόμα μερικά λεπτά για να σκεφτείτε. Α, σταθείτε, μιας κι είστε εδώ, θα ήθελα να σας δείξω κάτι που με ιντριγκάρει απεριόριστα. Είμαι πολύ περίεργη να μάθω τι σκέφτεται γι αυτό ένας Δανός.

Εδώ, ακριβώς κάτω απ’ το δεξί στήθος, έχω τρία μικρά σημάδια. Δηλαδή, για την ακρίβεια, δύο μικρά κι ένα μεγάλο. Κοιτάξτε, κοιτάξτε, το βλέπετε το μεγάλο; Δεν μοιάζει κάπως σαν να… αχ, δεν ξέρω πώς να το περιγράψω! Δεν είναι πολύ περίεργο αλήθεια; Και κοιτάξτε το αριστερό στήθος. Τίποτα! Ολόλευκο!

Μα κοιτάξτε, πείτε μου κάτι για το Θεό! Αλλά εξετάστε το προσεκτικά πρώτα, όχι, όχι έτσι, καλύτερα, να έτσι, ναι, ναι έτσι, με την άνεση σας, δεν βιαζόμαστε…

Και να λοιπόν ο Plume που το εξετάζει. Το αγγίζει, το ψηλαφεί με τ’ αβέβαια δάχτυλα του, και η αναζήτηση της αλήθειας το κάνει να τρέμει. Τα δάχτυλα ξανά και ξανά στην καμπύλη τους διαδρομή.

Κι ο Plume σκέπτεται.

– Α, βλέπω πως αναρωτιέστε, είπε η Βασίλισσα μετά από κάποια δευτερόλεπτα, (και το βλέπω μόνο τώρα που όσο να ‘ναι γνωριζόμαστε κάπως καλύτερα), πως θα θέλατε να μάθετε αν έχω κάποιον άλλον. Ε λοιπόν όχι, είπε, κι αμέσως αισθάνθηκε άσχημα κι έγινε κατακόκκινη.

Μα μιλήστε μου επιτέλους για τη Δανιμαρκία! Μόνο ελάτε πιο κοντά μου, λιγάκι πιο σφιχτά, ναι, κάπως έτσι, αχ ναι, έτσι, για να σας ακούω καλύτερα.

Ο Plume λοιπόν προχωράει ακάθεκτος. Ξαπλώνει τόσο κοντά της που δεν μπορούσε τίποτα πια να κρατήσει κρυφό.

Και πράγματι:

– Ακούστε, λέει εκείνη, ειλικρινά πίστευα πως τρέφατε μεγαλύτερο σεβασμό για τη Βασίλισσα! Μα, τέλος πάντων, εδώ που φτάσαμε καθόλου δεν θα ήθελα αυτό να εμποδίσει την συνέχεια της αφήγησης σας περί της Δανιμαρκίας.

Και η βασίλισσα τον τραβά προς το μέρος της.

– Αχ ναι, τα μπούτια, κυρίως τα μπούτια να μου χαϊδεύετε, έλεγε εκείνη, ειδάλλως κινδυνεύω αμέσως ν’ αφαιρεθώ και δεν θα ξέρω πια γιατί ξάπλωσα…

Και  να ‘τος που μπαίνει τώρα μέσα ο Βασιλιάς!

……………………………………………………………………………………………

Φρικτές περιπέτειες, όποιες κι αν είναι οι διαδρομές κι οι αφετηρίες σας, πικρές περιπέτειες κινημένες από κάποιο χέρι θαρρείς θανάσιμο, εχθρικό.

***

V

Η νύχτα των Βουλγάρων

– Λοιπόν, ήμασταν στο δρόμο του γυρισμού. Έλα όμως που μπερδευτήκαμε και πήραμε λάθος τρένο. Καθώς λοιπόν βρισκόμασταν εκεί περικυκλωμένοι από ένα τσούρμο Βουλγάρων που μουρμουρίζανε αναμεταξύ τους ένας Θεός ξέρει τι, και που δεν κάθονταν λεπτό σ’ ησυχία, αποφασίσαμε να ξεμπερδέψουμε μια και καλή. Τραβήξαμε λοιπόν τα εξάσφαιρα μας κι αρχίσαμε να πυροβολούμε. Πυροβολούσαμε βιαστικά γιατί καθόλου δεν τους εμπιστευόμασταν. Ήτανε προτιμότερο να τους βγάλουμε μια και καλή εκτός μάχης. Εκείνοι βέβαια φαίνονταν έκπληκτοι, αλλά τους Βούλγαρους δεν πρέπει ποτέ κανείς να τους εμπιστεύεται.

– Ακούστε να δείτε, είπε ο επιστάτης του τρένου, στον επόμενο σταθμό πρόκειται ν’ ανεβούν αρκετοί επιβάτες, στοιβάχτε τα, λοιπόν, στην μπάντα (έδειχνε τα κουφάρια), για να πιάνουν όσο το δυνατόν λιγότερο χώρο. Πλέον δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος για να καταλαμβάνετε εσείς και αυτοί ξεχωριστές κουκέτες.

Και τους κοιτούσε μ’ ένα ύφος αρκετά αυστηρό είναι αλήθεια.

– Μα βέβαια, βέβαια, θα το κανονίσουμε. Αλίμονο! Αυτό εννοούταν. Δεν χρειαζόταν καν να το πείτε. Πως αλλιώς θα γινόταν!

Και ζωηρά βάλθηκαν να τακτοποιούνται πλάι στους νεκρούς στηρίζοντας τους.

Όπως θα μπορούσε ο καθένας να φανταστεί, αυτή η διαδικασία δεν είναι κάτι και τόσο απλό. Εφτά νεκροί και τρεις ζωντανοί. Διότι πρέπει να τακτοποιηθείς προσεκτικά ανάμεσα στα παγωμένα κουφάρια ενώ τα κεφάλια των «κοιμώμενων» δεν σταματάνε να ταλαντεύονται αριστερά – δεξιά. Και τα παγωμένα τούτα κεφάλια δεν παύουν όλην την ώρα να πέφτουν πάνω στο σβέρκο των τριών νεαρών καθώς οι στάμνες που κουβαλούν οι κοπελιές στον ώμο. Καθώς πορώδεις στάμνες, κόντρα στις παρίες, τούτα τα σκληρά γένια, που εντελώς ξαφνικά παίρνουν ν’ αυξάνονται με μια ταχύτητα πολλαπλασιασμένη.

Άντε να περάσει έτσι η νύχτα! Πρωί – πρωί θα πρέπει να το βάλουμε στα πόδια. Ο  επιστάτης του τρένου μπορεί και να το έχει ξεχάσει. Προς το παρόν, αυτό που χρειάζεται είναι να παραμείνουμε ήρεμοι. Να μην εγείρουμε την γενική προσοχή. Πρέπει να φανούμε δυνατοί, όπως είπε κι εκείνος. Να επιδείξουμε καλή θέληση και πνεύμα, βέβαια, συνεργασίας. Και το πρωί θα την κάνουμε στα κλεφτά. Προτού να φτάσει στα σύνορα, το τρένο συνήθως μειώνει ταχύτητα. Τότε η φυγή θα είναι πιο εύκολη. Θα περάσουμε τα σύνορα μέσα απ’ το δάσος, λίγο πιο πέρα, με τη βοήθεια ενός οδηγού.

Κι έτσι παρότρυνε ο ένας τον άλλο να κάνουν υπομονή.

Έτσι μέσα στο τρένο τώρα οι νεκροί κουνιόνταν πολύ περισσότερο απ’ τους ζωντανούς. Η ταχύτητα τους ανησυχεί. Δεν μπορούν να μείνουν λεπτό σε ησυχία, ταλαντεύονται από δω κι από κει, κλίνουν ολοένα και περισσότερο κι έρχονται τέλος να σας μιλήσουν με θρασύτητα, δεν μπορούν άλλο.

Πρέπει να τους επιβλέπεις αυστηρά και να μη χαλαρώνεις δευτερόλεπτο. Να τους ισιώνεις πάνω στα καθίσματα, ο ένας λίγο πιο αριστερά, ο άλλο λίγο πιο δεξιά, και να σκάνε στο τέλος με τη μούρη στο πάτωμα.

Πρέπει να τους κρατάς δυνατά. Αυτό είναι το πιο σημαντικό.

– Μα καλά, είναι δυνατόν να μην κάνει κανείς από τόσους κυρίους λίγο στην άκρη για να κάτσει μία κακόμοιρη γιαγιά;

Άντε τώρα να της αρνηθείς. Ο Plume παίρνει στα γόνατα του ένα κουφάρι (με το δεξί κρατούσε ακόμη ένα στην αγκαλιά του) κι η γηραιά κυρία έρχεται να κάτσει στ’ αριστερά του. Μα έλα που σε λιγάκι η κακόμοιρη η γιαγιά αποκοιμιέται και το κεφάλι της κλίνει ελαφρώς προς τ’ αριστερά. Και το κεφάλι της ακουμπά στο κεφάλι του πτώματος. Μα το κεφάλι της γιαγιάς ξυπνά μόνο του, κι εκείνη παρατηρεί πως ο άλλος είναι πολύ παγωμένος κι εκείνη φοβάται.

Όλοι μαζί τότε εν χορώ φωνάζουνε ζωηρά πως κάνει πολύ κρύο.

Εκείνη δεν έχει παρά να τους αγγίξει. Και χέρια εκτείνονται προς το μέρος της, της αγγίζουν τα χέρια, χέρια εντελώς παγωμένα. Ίσως θα έκανε καλύτερα ν’ αναζητούσε κάποια κουκέτα πιο ζεστή. Εκείνη σηκώνεται. Επιστρέφει αμέσως συνοδευόμενη απ’ τον ελεγκτή. Ο ελεγκτής εντούτοις επιβεβαιώνει πως η θέρμανση δουλεύει κανονικά. «Μα αγγίξτε, λοιπόν, τούτα τα χέρια», λέει η γιαγιά. Όλοι αρχίζουνε να ουρλιάζουν: «όχι, όχι, μη, είναι η ακινησία, δεν είναι τίποτα. Είναι που τα δάκτυλα έχουν παγώσει απ’ την ακινησία. Είμαστε όλοι αρκετά ζεστά, εδώ. Ιδρώνουμε κιόλας, να πιάστε το μέτωπο, να δείτε, αν δεν μας πιστεύετε. Το ένα μέρος του σώματος κρυώνει ενώ το άλλο ζεσταίνεται. Πάντα έτσι συμβαίνει. Φταίει η ακινησία γι αυτό. Δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ακινησία. Αλήθεια.»

– Όσοι κρυώνουν, λέει ο Plume, μπορούν να καλύψουνε το κεφάλι τους με μια εφημερίδα. Θα τους κρατήσει όσο να ‘ναι ζεστούς.

Οι άλλοι καταλαβαίνουν. Οσονούπω όλα τα πτώματα είναι κουκουλωμένα με εφημερίδες, κουκουλωμένα απ’ το άσπρο, θορυβώδεις κουκουλωμένοι. Είναι πολύ πιο πρακτικό έτσι. Τους ξεχωρίζουμε αμέσως ακόμη και στο ημίφως. Κι έπειτα η γριά δεν κινδυνεύει ν’ αγγίξει κάνα παγωμένο κεφάλι.

Ωστόσο, τώρα ανεβαίνει μία κοπέλα. Τακτοποιήσανε πρώτα στο διάδρομο τα μπαγκάζια της. Εκείνη με τη σειρά της δεν φαίνεται να ψάχνει να κάτσει. Μία κοπέλα πολύ συγκρατημένη, μα την αλήθεια, η κούραση κι η αιδώς πιέζουν τα βλέφαρα της. Μα όσο να ‘ναι πρέπει να της κάνουμε τόπο. Εκείνοι με τη σειρά τους το θέλουν απεγνωσμένα καθώς αρχίζουνε να φαντάζονται πως οι νεκροί ξεκινάν να κυλούν, σιγά-σιγά να κυλούν. Μα δεδομένης της περίστασης, πρέπει οπωσδήποτε να τους βγάλουν έξω αμέσως, τον έναν μετά τον άλλο, διότι βέβαια τη γιαγιά μπορούσαν να τη γελάσουν, μα αν ερχόντουσαν ακόμα δυο-τρία άγνωστα άτομα το πράγμα θα γινόταν πολύ δύσκολο.

Κατεβάζουν λοιπόν το μεγάλο παράθυρο με προφύλαξη κι η επιχείρηση ξεκινά. Τους αφήνουμε ίσαμε τη μέση, να πάρουνε τον αέρα τους, κι έπειτα, με τρόπο, τους πετάμε από κάτω. Μα πρέπει να φροντίζουν να τους λυγίζουν τα γόνατα για να μην κρέμονται – διότι αν μένουν μετέωροι, το κεφάλι τους χτυπά βίαια στην εξωτερική πόρτα, ακριβώς σαν να θέλει να ξαναμπεί.

Εμπρός, παλικάρια! Κουράγιο! Και σε λίγο θα μπορούμε και πάλι ν’ αναπνεύσουμε άνετα κι εμείς, σαν άνθρωποι. Ακόμα ένα κουφάρι και θα ‘χουν όλα τελειώσει! Σκατά! Ο παγωμένος αέρας απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο ξύπνησε τη γριά!

Περιμένοντας λοιπόν να κινηθούμε εκ νέου, ο ελεγκτής έρχεται πάλι, εξαιτίας μιας κάποιας απροσδόκητης ευσυνειδησίας και διάθεσης φιλοφρόνησης, για να επαληθεύσει αυτή τη φορά αν υπάρχει κάποια θέση στο εσωτερικό της κουκέτας, – κάτι βέβαια που το γνωρίζει άριστα εκ των προτέρων –, ώστε να βολευτεί η νεαρή που περιμένει στο διάδρομο.

– Μα βέβαια, βέβαια, φωνάζουνε όλοι.

– Μα… έξοχα, έξοχα, κάνει ο ελεγκτής… αν και θα ορκιζόμουνα πως…

– Πράγματι έξοχα, λέει η γιαγιά, αλλά ο ύπνος αναβάλλει γι αργότερα τις υπόλοιπες ερωτήσεις.

Φτάνει τώρα μόνο να κοιμηθεί η κοπέλα! Σε κάθε περίπτωση την παρουσία ενός πτώματος μπορεί κανείς να την εξηγήσει πολύ ευκολότερα από την παρουσία πέντε. Αλλά καλό θα ήτανε ν’ αποφύγουν όλες τις ερωτήσεις. Διότι όταν σε ρωτούν τα χάνεις εύκολα. Οι αντιφάσεις και τα παραστρατήματα εμφανίζονται από παντού. Είναι πάντα προτιμότερο να μην ταξιδεύεις μ’ έναν νεκρό. Ιδίως αν αυτός πυροβολήθηκε από ένα εξάσφαιρο, διότι το χυμένο αίμα δημιουργεί πάντα μια κάποια εντύπωση αρνητική.

Μα καθώς η κοπέλα με μια σπάνια σύνεση αρνείται επίμονα να κοιμηθεί πριν από κείνους, και καθώς η νύχτα είναι ακόμη μακρά, και καθώς δεν πρόκειται να φτάσουν στο επόμενο σταθμό πριν τις τέσσερις-ήμισυ, δεν ψάχνουνε πια άλλο τρόπο να ξεφορτωθούν το κουφάρι κι αποκαμωμένοι αποκοιμιούνται.

Και ξαφνικά ο Plume συνειδητοποιεί πως είναι τέσσερις και τέταρτο ήδη, ξυπνάει τον Pon… συμφωνούν κι οι δυο πως πρέπει να πανικοβληθούν. Και δίχως ν’ ασχολούνται με τίποτ’ άλλο εκτός απ’ την επόμενη στάση και την άφιξη της μέρας αμείλικτης αργή που θα τ’ αποκαλύψει όλα, γρήγορα-γρήγορα πετάν το πτώμα απ’ το παράθυρο. Κι ενώ ήδη σφουγγίζουν το μέτωπο, αισθάνονται στα πόδια τους τον νεκρό! Ποιος ήταν λοιπόν αυτός που πετάξαν απ’ το παράθυρο; Μα πως είν’ αυτό δυνατόν; Αφού είχε στο κεφάλι του την εφημερίδα! Τέλος πάντων, δεν είναι ώρα τώρα για ερωτήσεις! Αρπάζουνε τον νεκρό και τον πετάνε στη νύχτα. Ουφ…

Πόσο ωραία είν’ η ζωή για τους ζωντανούς! Και τι χαρούμενη που είναι τώρα η κουκέτα! Ξυπνάνε τον σύντροφο. Στάσου, ήταν ο Δ.! Ξυπνάνε τις γυναίκες.

– Ξυπνήστε, πλησιάζουμε. Όπου να ‘ναι φτάνουμε. Πως ήτανε το ταξίδι; Εξαίρετο τρένο, δεν είναι έτσι; Κοιμηθήκατε, τουλάχιστον, καλά;

Και βοηθούν τη γριά να κατέβει. Κι έπειτα την κοπέλα. Εκείνη τους κοιτάζει επίμονα δίχως να πει κάτι. Εκείνοι μένουν. Δεν ξέρουνε πια τι να κάνουν. Είναι σαν να τελείωσαν όλα.

Ο επιστάτης του τρένου εμφανίζεται και λέει:

– Άντε, κουνηθείτε. Κατεβείτε μαζί με τους μάρτυρες σας.

– Μα, δεν έχουμε μάρτυρες, λένε αυτοί.

– Ε, λοιπόν, λέει ο επιστάτης του τρένου, εφόσον δεν έχετε μάρτυρες, υπολογίζετε πάνω μου. Περιμέντε ένα λεπτάκι στην άλλη πλευρά του σταθμού, μπροστά στα εκδοτήρια. Επιστρέφω αμέσως, έτσι. Ορίστε η άδεια σας. Έρχομαι σ’ ένα λεπτό. Περιμέντε με.

Φτάνουν και με το που φτάνουν εκεί δραπετεύουνε, δραπετεύουν.

Ω! ζήτω τώρα η ζωή! Ω! Επιτέλους, ζωή!

***

VI

Το όραμα του Plume

Ένα τυρί αργό, κιτρινωπό, με βήμα αλόγου καταφάλκου[1], ένα τυρί αργό, κιτρινωπό, με βήμα αλόγου καταφάλκου, κυκλοφορούσε μοναχό, πόδι του κόσμου παράταιρο μεγάλο. Όχι δεν ήτανε τυρί, ήταν μαστός, θηλή, μια θημωνιά γριά από σάρκα και που οκλαδόν κρατιόταν από ένα τεράστιο νομό φρικτά πολύ ιδρωμένο.

Στ’ αριστερά ξεχύνοταν το ιππικό. Θα ‘πρεπε να δεις τα άλογα να φρενάρουνε στις πίσω οπλές. Και τούτοι οι κορδωμένοι καβαλάρηδες δεν ανεβαίνουνε ποτέ; Όχι, ποτέ.

Κι ο αρχηγός που έκανε χειρονομίες έντονες διαμαρτυρίας, μα η φωνή του είχε γίνει ξάφνου τόσο χαμηλή που αναρωτιόμασταν αν μπορούσε κανείς ν’ ακούσει αυτά που έλεγε, σαν ένας κόκκος ρύζι που πήρε ξάφνου να μιλά.

Κι έπειτα φανήκαν να μπερδεύονται και πια δεν τους ξανάδαμε. Κι έπειτα ξαφνικά καθώς ένα ντεκλίκ, καθώς που τ’ αμπραγιάζ βυθίζεται μέσα σ’ εκείνο το τεράστιο πράμα μαλακό και που τ’ απομεινάρια απαρνημένα από παντού φορμάροντας παράξενη κορδέλα μακριά, μακριά, πολύ μακριά μα τόσο πρόστυχα σφικτή που ‘λεγες που όλο το ιππικό μαζί μπορούσε να διασχίσει με καλπασμό φρενήρη. Μα όλα τούτα τα στοιχεία εξαφανίζονται. Και μένει μόνη η όψη του αρχηγού να ξεχωρίζει. Και ακόμα θα ‘καιγε ο πειρασμός να βλέπουμε τη συμπεριφορά διαμαρτυρίας να καπνίζει, αν τ’ οργισμένο κεφάλι του δεν είχε τώρα σωριαστεί. Κι αφού το κεφάλι ίσαμε τώρα ήτανε που τον κρατούσε κορδωμένο, φαρδύς-πλατύς χάμω ξαπλώθηκε μεμιάς. Κι ολόκληρος σαν κάποιος κύλινδρος λαφρύς οπού κατρακυλούσε αβίαστα επάνω στην κορδέλα, που κατακρημνιζότανε μέσα σε κάποιον θόρυβο διαυγή κι οπού ‘μοιαζε τόσο μοναδικά χαρούμενος και κούφιος.

Όσο για τον Plume, καθισμένος στα πόδια του κρεβατιού παρακολουθούσε το θέαμα αναλογιζόμενος σιωπηλά…

Επίμετρο

Το πορτρέτο του Α.

Όταν πρόκειται για τον Ατλαντικό θα πεις ο Ωκεανός! ο «Ωκεανός»! Και θα στρέψεις τα μάτια εσώτερα.

Εν τω μεταξύ έκανε την εμφάνιση της στη γη μια ύπαρξη καχεκτική και τόσο ανυπόφορα γήινη, χοϊκή, σαν αυτή ενός ποντικού τον οποίο μόλις και μετά βίας αντιλαμβανόμαστε – κι αυτό πάλι δεν είναι καθόλου βέβαιο – εξαιτίας του θορύβου που βγάζουν τα δόντια του καθώς μασουλίζει, κι οι τρίχες του έπειτα στο πάτωμα κι η φυγή. Κι εκ νέου η σιωπή. Ο βίος του Α., ένας ακόμα από εκείνους τους ολότελα ασήμαντους βίους κι ωστόσο ο Ωκεανός, ο Ωκεανός, που περνά, και που πηγαίνει; Και μυστήριο μόνο το εγώ του.

***

Αναρωτιέται που έγκειται η ζωή του. Εκείνη του παρουσιάζεται ενίοτε εκ των προτέρων, σπανίως περασμένη ή επίκαιρη. Καλύτερο είναι μάλλον να πράττεις. Την κουβαριάζει, την κατευθύνει, την δοκιμάζει. Δεν την θέλει.

Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για τη δική του ζωή.

Περισσότερο διαυγής παρά άδεια, περισσότερο εστιασμένη παρά διαυγής κι ακόμα περισσότερο ατμοσφαιρική.

***

Αναζητεί την νεότητα όσο γερνά. Την ήλπιζε. Την προσμένει ακόμα. Μα όπου να ‘ναι θα πεθάνει.

***

Οι άλλοι περάσανε μέσα στην πλάνη την ζωή τους. Αυτό είναι βέβαιο. Εκείνος, όμως; Εκείνος πως όφειλε να ζήσει; Η πράξη πάντα πριν τη γνώση…

***

Ίσαμε το κατώφλι της εφηβείας σχημάτιζε μια σφαίρα ερμητική και αυτάρκη, ένα σύμπαν συμπαγές και προσωπικό και σκιώδες όπου δεν εισχωρούσε κανένας και τίποτα. Μήτε γονείς, μήτε παθήσεις, μήτε τα αντικείμενα μήτε και οι εικόνες τους. Ούτε καν η ύπαρξη τους η ίδια. Αν μη τι άλλο δεν θα μπορούσαν ποτέ να τον εκβιάσουν. Στην πραγματικότητα τον απεχθάνονταν, λέγανε πως δεν θα γινόταν ποτέ άνθρωπος.

Ήταν προορισμένος το δίχως άλλο για την αγιότητα. Η κατάσταση του άλλωστε ήταν απ’ τις πιο σπάνιες, ήδη. Επιβίωνε, καθώς λεγόταν, με το τίποτα, δίχως ποτέ να εξαντλείται τελείως, να διατηρείται όσο το δυνατόν περισσότερο αδύνατος αλλά κλειστός, και συναισθανόμενος να περνούνε εντός του τρένα μεγάλα υλών μυστηριωδών.

Οι γιατροί, όμως, σιγά-σιγά θα ξεσπάσουνε πάνω του με μανία, κατεχόμενοι από την έμμονη ιδέα της διατροφής και των σωματικών αναγκών, και στέλνοντας τον μακριά, ανάμεσα σ’ ένα άγνωστο πλήθος μικρών αγυρτών χωρικών βρομιάρηδων, θα καταφέρουν στο τέλος κάπως να τον κάμψουν. Κι η τέλεια σφαίρα του θ’ αναστομωθεί, θα αποσυντεθεί με τρόπο αισθητό.

***

Ο πατέρας του δεν είχε παρά μόνο ένα ιδανικό: να πάρει σύνταξη και ν’ αποσυρθεί. Ουδέποτε είχε κάτι αξιόλογο να προσφέρει. Υπήρξε συνετός, υπερβολικά συνετός. Και αναλόγου διαθέσεως. Και θλιβερός. Και υπήρχανε φορές που εξαφανιζόταν σαν λεκές. Είχε επίσης τις ανυπόφορες κρίσεις του, υστερικές και επίπονες, αν και υπερβολικά σπάνιες. Σαν εκείνες που παρουσιάζουν κάποτε οι ελέφαντες όταν, εγκαταλείποντας τη μακαριότητα που τους στοίχισε χρόνια επίβλεψης, αφήνονται έρμαια της δυσανάλογης οργής τους για μικροπράγματα.

***

Για την εξάρθρωση της σφαίρας υπήρχε ακόμα το ψύχος κι ο άνεμος του βορρά, που είναι σκληρός και δεσπότης σε τούτο τον τόπο τον τόσο τέλεια επίπεδο και που τον διαπερνά σαν ξυράφι.

Ποτέ κανένας δεν επικαλέστηκε για ‘κείνον τη χαρά.

***

Μια μεγάλη αποχαύνωση, η σφαίρα. Μια μεγάλη αδράνεια, μια βραδύτητα. Μια περιφορά ισχυρή. Μια αδράνεια, μια μαεστρία, μία ασφάλεια. Εκείνο το κάτι εξωφρενικά σταθερό που συχνά συναντάμε στα βίτσια ή στις νοσηρές καταστάσεις.

***

Τα χοντρά χείλη του Βούδα, κλειστά στο ψωμί και τη λέξη.

***

Έτσι η σφαίρα απώλεσε την τελειότητα της.

Απολεσθείσης της τελειότητας, έρχεται η διατροφή, έρχονται η διατροφή κι η κατανόηση. Στην ηλικία των επτά ετών έμαθε το αλφάβητο κι έφαγε.

***

Οι πρώτες του σκέψεις ήταν γύρω από το πρόσωπο του Θεού.

Ο Θεός είναι σφαίρα. Ο Θεός είναι. Είναι φυσικός. Πρέπει να είναι. Η τελειότητα είναι. Είναι αυτός. Είναι μόνον νοητός. Είναι. Και είναι ατέρμονος.

***

Έζησε για χρόνια, το βλέμμα στην εσώτερη μέσα λεκάνη.

***

Ό,τι είναι θεϊκό είναι η φύση. Τα άμεσα πράγματα είναι η φύση. Η μετουσίωση είναι η φύση. Τα θαύματα είναι η φύση. Τα θαύματα, ο υπνωτικός μετεωρισμός. Η απόλυτη χαρά. Η ένωση στον έρωτα είναι η φύση. Η ελευθερία της ψυχής.

***

Η πτώση του ανθρώπου είναι η δική μας ιστορία. Η απώλεια της θέας του Θεού είναι η δική μας ιστορία. Η δική μας τιμωρία είναι η δική μας ιστορία. Ο σταυρός, οι λύπες και οι απόπειρες, οι δυσκολίες που πρέπει να ξεπεράσουμε κι οι ελπίδες μας.

Η δική μας ιστορία και η δική μας εξήγηση.

***

Καθώς οι Ισπανοί νιώθουνε την αμείλικτη αναγκαιότητα της αμαρτίας, κι ενός Χριστού μάρτυρα, εξαθλιωμένου, αντικείμενο των πιο άδικων και σκληρών αντιμετωπίσεων που υπήρξανε ποτέ, αυτή η φυλή φτιαγμένη για το τραγικό δεν θα είχε ποτέ εκπληρωθεί αν αυτός ο σύντροφος που τόσο την αναστατώνει είχε αδικηθεί: έτσι η έννοια του παραδείσου και της πτώσης του ανθρώπου της ήταν βαθέως αναγκαία.

Α: ο άνθρωπος μετά την πτώση.

***

Τα πράγματα είναι μια πρόσοψη, ένας φλοιός. Ο θεός μόνον είναι. Μα στα βιβλία υπάρχει κάτι το θεϊκό.

Ο κόσμος είναι μυστήριο, τα προφανή πράγματα είναι μυστήριο, οι πέτρες και τα φυτά. Μα στα βιβλία υπάρχει ίσως μία εξήγηση, ένα κλειδί.

Τα πράγματα είναι σκληρά, η ύλη, οι άνθρωποι, οι άνθρωποι είναι σκληροί, και ακίνητοι.

Το βιβλίο είναι μαλακό, είναι ανοιχτό. Το βιβλίο δεν είναι φλοιός. Αναδύεται. Το πιο βρώμικο, το πιο βαρύ αναδύεται. Είναι αγνό. Είναι της ψυχής. Είναι θεϊκό. Κι επιπλέον σου δίνεται.

***

Τα βιβλία, η μόνη του εμπειρία, το μόνο του βίωμα.

***

Στερούτανε προσοχής. Ακόμα κι όταν ενδιαφερόταν για κάτι δεν παρατηρούσε και πολλά πράγματα. Θαρρείς και μονάχα ένα εξωτερικό στρώμα της προσοχής διανοιγόταν εντός του αλλά όχι και το «εγώ» της. Παρέμενε εκεί, ταλαντευόμενος. Διάβαζε ακατάπαυστα, πολύ γρήγορα, πολύ βιαστικά. Ήταν η μορφή που έπαιρνε σ’ αυτόν η προσοχή. Κι όσο τα βάθη παρέμεναν ακαθόριστα και μυστηριώδη κι ελάχιστα απτά η προσοχή του συνίστατο στο να εντοπίζει σ’ ένα βιβλίο το ίδιο εκείνο υφέρπων και δίχως περίγραμμα σύμπαν. Και διαβάζοντας με τον τρόπο που εκείνος διάβαζε, ένα εγχειρίδιο μαθηματικών γινότανε τόσο νεφελώδες όσο κι ένα έργο του François Coppée[2].

Κι αν αποφάσιζε να επιδοθεί σε μια πιο αργή, πιο προσεκτική ανάγνωση, θέλοντας να ‘συγκρατήσει’: τίποτα! Ήταν σαν να κοιτούσε σελίδες λευκές. Μπορούσε εντούτοις κάλλιστα να ξεκινήσει εκ νέου το διάβασμα άπαξ κι αυτό εκτελούτανε γρήγορα. Αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό. Σχημάτιζε έτσι ένα διαφορετικό, ένα καινούργιο νεφέλωμα κάθε φορά. Και η οικειότητα που προερχόταν απ’ την θαλπωρή της ανάμνησης αυτής ερχόταν και πάλι να τον στηρίξει.

***

Ψάχνει στα βιβλία την αποκάλυψη. Τα διατρέχει δίχως ανάσα καθώς το βέλος τον άνεμο. Και εντελώς ξαφνικά, η ύψιστη ευτυχία, μια φράση… ένα περιστατικό… ένα κι εγώ δεν ξέρω τι, κι όμως να υπάρχει κάτι εκεί… να νιώθει πως εξαϋλώνεται, πως μετεωρίζεται προς αυτό το κάτι με ό,τι περισσότερο μπορεί απ’ το είναι του, να νιώθει πως προσκολλάται σ’ αυτό το κάτι, πως εξομοιώνεται μαζί του καθώς το σίδερο στο μαγνήτη. Να φωνάζει εναγώνια στις άλλες διαστάσεις του, στις άλλες πτυχές του, στον υπόλοιπο εαυτό του: «ελάτε, ελάτε». Στέκεται εκεί για λίγο άφωνος μέσα στον στρόβιλο και στις σερπαντίνες μέσα σε μια διαύγεια εκθαμβωτική να του ψιθυρίζει: «είναι εδώ». Μετά από κάποιο διάστημα, κομμάτι-κομμάτι, λίγο-λίγο, νάτος που τελικά αποσπάται, πέφτει λιγάκι, πολύ, μα ποτέ τόσο χαμηλά όσο προηγουμένως. Έχει γίνει κατάτι ανώτερος απ’ τον εαυτό του.

Πάντα σκεφτόταν πως μια ιδέα ακόμα δεν είναι απλά μία πρόσθεση. Όχι, μια αταξία μεθυσμένη, μια απώλεια της ψυχραιμίας, μία φωτοβολίδα, και στη συνέχεια μια ανάληψη εντελής.

Τα βιβλία του προσέφεραν όντως κάποιες αποκαλύψεις. Για παράδειγμα: τα άτομα. Τα άτομα, μικροί θεοί. Ο κόσμος δεν είναι μια πρόσοψη, ένα φαινόμενο. Αυτός είναι: αυτά είναι. Είναι, οι αναρίθμητοι μικροί θεοί, ακτινοβολούν και εξακτινώνονται. Μία ατέρμονη κίνηση, επιμηκυμμένη ατέρμονα.

***

Να κατανοήσει τον κόσμο αυτή τη φορά, τώρα η ποτέ!

***

Τα χρόνια περνάν…

Αλυσίδες ατέρμονες ατόμων στον κόσμο.

Φαντασία ατέρμονη του αναστοχασμού και της επεξήγησης.

Τα χρόνια περνάν.

Τα μάτια αρχίζουν να βγαίνουν απ’ το κεφάλι του.

Άτομα πεπτωκότα.

***

Επιστήμη αστείρευτη, μονότονη επιστήμη. Αλυσοδεμένος στους μικρούς του θεούς. Καθώς η γαλλική γλώσσα αναχαιτίζει τη γερμανική διάνοια και γενικά ό,τι δεν είναι γαλλικό…

Μονομερής, πάντα περικλεισμένος από την τελειότητα.

***

Μια μέρα, στα είκοσι του χρόνια, του ήρθε μια βίαιη επιφοίτηση. Συνειδητοποίησε τελικά τη μη-ζωή του, κι ότι όφειλε να δοκιμάσει την άλλη άκρη. Να πάει να βρει την οικεία γη να δραπετεύσει του ταπεινού. Έφυγε.

***

Δεν επρόκειτο τόσο για μια απόπειρα να κατευθύνει τη ζωή του, όσο για μια απόπειρα να την αποδομήσει. Αν πετάξεις έναν στοχαστικό άνθρωπο στο νερό, δεν θα προσπαθήσει να κολυμπήσει. Πρώτα θα προσπαθήσει να κατανοήσει το νερό. Και θα πνιγεί.

(Γι αυτό πρέπει να δυσπιστεί κανείς σ’ αυτούς που δίνουν συμβουλές.)

***

Κακόμοιρε Α., τι κάνεις στην Αμερική; Οι μήνες περνούν· να υποφέρεις· να υποφέρεις. Τι κάνεις στο χείλος αυτού του καραβιού; Οι μήνες περνούν· να υποφέρεις· να υποφέρεις. Ναύτη, τι κάνεις; Οι μήνες περνούν· να υποφέρεις· να υποφέρεις. Καθηγητάκο, τι κάνεις; Οι μήνες περνούν. Να υποφέρεις, να υποφέρεις, να μαθαίνεις όλους τους πιθανούς τρόπους ότι αυτή θα είν’ η ζωή σου. Όχι απολύτως όλους, τους επονείδιστους κυρίως, ότι αυτή θα είν’ η ζωή σου.

***

Δεν υπερεκτιμά τον εαυτό του. Με μιας και για πάντα συνειδητοποίησε αμείλικτα την ανεπάρκεια του. Αυτή η αγωνία τώρα κατατρώγει τα έσχατα νοητικά αγαθά του. Μια βδομάδα ήταν υπέρ αρκετή. Έγινε εξαιρετικά μικρός.

***

Η αισχύνη. Διακριτική, δεν ουρλιάζει. Μια ψύχρα εσώτερη, ένα πάγωμα. Τίποτα δεν είναι σ’ αυτόν στιγμιαίο. Ένα συναίσθημα αρχίζει να ωριμάζει, γενικεύεται κι αν είναι του προηγούμενου τύπου, προσελκύει αμέσως τα άλλα.

***

Όταν δεν ξέρουμε να κάνουμε τίποτα, πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για όλα. Διαθέτει αυτό το είδος ανδρείας. Η ιδέα της δράσης τον στοιχειώνει, όπως η ιδέα του παράδεισου είναι ξένη στη φύση του, η απίθανη ίαση.

Κάθε πρωί εξετάζει τη συνείδηση του και παραμορφώνει τη μέρα του ολόκληρη υπό το πρίσμα της περισυλλογής του και όλων όσων του φαίνονται κατάλληλα για να αλλάξουν. Μα κάθε τόσο προκύπτουνε σφάλματα. Κάθε τόσο πολλαπλασιάζονται οι λεπτομέρειες.

Κάθε πρωί πρέπει να ξεκινήσει απ’ την αρχή… και συλλογίζεται. Μα η μέρα έρχεται κι αυτός πάντα να ξεσκεπάζεται.

Θα ήθελε πολύ να δράσει. Μα η σφαίρα θέλει την τελειότητα, τον κύκλο και την ανάπαυση.

***

Κινείται ωστόσο αδιάκοπα. Από τη σφαίρα του πετάγεται ένας μυς. Ευτυχισμένος. Θα μπορέσει να περπατήσει όπως οι άλλοι επιτέλους. Αλλά ένας μυς από μόνος του δεν είναι δυνατόν να δημιουργήσει το βάδισμα. Όπου να ‘ναι κουράζεται. Και σταματά να κινείται. Είναι το βράδυ της κάθε μέρας.

Έτσι μυριάδες μυς του κινούνται. Αλλά δεν πρόκειται και πάλι για βάδισμα. Νιώθει σαν να θέλουν να γεννήσουν το βάδισμα. Όμως αυτός είναι μια σφαίρα. Πεισματώνει. Ενεδρεύει την κίνηση. Είναι ένα έμβρυο σε κοιλιά. Το έμβρυο δεν θα περπατήσει ποτέ, ποτέ δεν θα περπατήσει. Πρέπει πρώτα να το βγάλεις μα τότε είν’ εντελώς άλλο πράγμα. Και πεισματώνει. Γιατί είναι ένα πλάσμα που ζει.

***

Ωκεανός! Ωκεανός! Ο Α. χρίστηκε καθηγητής! Κουραφέξαλα! Ο Ωκεανός είναι από κάτω· κρύβεται, αμύνεται με όπλα πρόσφορα στον Ωκεανό, που είναι στρώματα, στρώματα και περιτυλίγματα, χωρίς να μετακινείται κι ωστόσο δίχως να είναι εκεί όπου ήταν πριν από μία στιγμή.

***

Μα όπου να ‘ναι θα πεθάνει.

***

ΠΡΩΤΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Το τέταρτο κείμενο («Στα διαμερίσματα της βασίλισσας») δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Βακχικόν, τ. 3, Σεπτέμβριος – Νοέμβριος 2008:

http://www.vakxikon.gr/content/view/115/421/lang,el/

Το πρώτο και το έκτο κείμενο («Ένας φιλήσυχος άνθρωπος» και «Το όραμα του Plume» δημοσιεύτηκαν στον ιστότοπο του περιοδικού Τεφλόν:

http://teflon.wordpress.com/2010/01/05/henri-michaux-%CE%BF%CE%B9-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%BF%CF%85-plume/#more-2111

Το «Πορτραίτο του Α.» δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Τεφλόν, τ. 2, Φθινόπωρο – Χειμώνας 2009 – 2010, σ. 62 – 67.


Σημειώσεις

[1] Catafalque : ξύλινο στολισμένο βάθρο επί του οποίου τοποθετείται το φέρετρο στις καθολικές εκκλησίες. Έτσι όπως ο Michaux χρησιμοποιεί την εικόνα είναι σαν να παρομοιάζει το καταφάλκο με κάρο που το σέρνει ένα άλογο, με τα χαρακτηριστικά αργά βήματα που αρμόζουν σε μια κηδεία.

[2] Ο François Édouard Joachim Coppée γάλλος ποιητής, δραματουργός και μυθιστοριογράφος γεννήθηκε στο Παρίσι στις 26 Ιανουαρίου 1842 και πέθανε στις 23 Μαΐου 1908.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: