Μεταφράσεις: Μέρος III: Κλασική Ιαπωνική Ποίηση

Tensho Shubun (1414 – 1463), Reading in a bamboo grove

Tensho Shubun (1414 – 1463), Reading in a bamboo grove

Κλασική Ιαπωνική Ποίηση

Μετάφραση

Ζ. Δ. Αϊναλής

Haiku της περιόδου των Tokugawa (1568 – 1868)

Matsuo Bashô

(1644 – 1694)

Πρώτη μέρα του χρόνου

σκέφτομαι τη μοναξιά

των δειλινών του φθινοπώρου

***

Το φθινόπωρο πλησιάζει

η δαμασκηνιά κι η σελήνη

τα πάντα αγγέλουν τον ερχομό του

***

Σ’ ένα κλαρί νεκρό

κάποιο κοράκι στάθηκε

του φθινοπώρου δείλι.

***

Δεν καίει λάδι πια στη λάμπα μου,

ξάπλωσα. Νύχτα,

κι απ’ το παράθυρο το φεγγάρι.

***

Φεγγάρι ολόγιομο.

Τριγύρω απ’ τη λίμνη όλη τη νύχτα

περιπλανήθηκα.

***

Τα νερά του καταρράκτη διαυγή.

Μέσα στα κύματα άσπιλα

λάμπει η σελήνη καλοκαιρινή.

***

Μιαν αστραπή:

Μες το σκοτάδι αστράφτει

του ερωδιού η κραυγή.

***

Μπροστά σε μιαν αστραπή

αξιοθαύμαστος

αυτός που δεν καταλαβαίνει!

***

Ένα πέπλο βροχή

μια μέρα χωρίς το Fuji να δω

η χαρά.

***

Ξύπνα, ξύπνα, φωνάζω,

φίλη μου εσύ μοναχή,

πεταλούδα, που τώρα κοιμήθηκες.

***

Τη μοναξιά αυτή

θα ‘ρθεις να τη μοιραστείς μαζί μου

φύλλο παυλόβνιας;

***

Όταν λείπει ο Θεός

τα πάντα μοιάζουν παρατημένα

και τα φύλλα νεκρά.

***

Έφτασ’ η άνοιξη

στο βουνό χωρίς όνομα

ομίχλη πρωινή.

***

Τ’ άνθη ποιου δέντρου

αδύνατο να πεις

κι όμως τι άρωμα!

***

Στο άρωμα των δαμασκηνιών

ξάφνου σηκώνετ’ ο ήλιος

μονοπάτι μες τα βουνά

***

Των τζιτζικιών το άσμα

ίσαμε την καρδιά των βράχων

γαλήνη.

***

Όπου να ‘ναι θα πεθάνουνε

τα τζιτζίκια. Όσο τ’ ακούμε

δεν το σκεφτόμαστε.

***

Ανάκατα ψείρες και ψύλλοι

κι ένα φαρί που κατουρά

στο προσκεφάλι μου πλάι.

***

Πρώτη του χειμώνα νεροποντή.

Ο πίθηκος μοιάζει κι αυτός

ένα βρόχινο να ζητάει παλτό.

***

Χειμωνιάτικος ήλιος

εγώ καβαλάρης

και παγωμέν’ η σκιά μου

***

Αρρώστησα ταξιδεύοντας,

τώρα σ’ ένα λειμώνα πλανώνται

τα όνειρα μου γυμνό.

Hasegawa Tohaku (1539-1610), Pine Trees

Hasegawa Tohaku (1539-1610), Pine Trees

Yamaguchi Sodô

(1642 – 1716)

Κάτω από τη σελήνη στιλπνή

με μόνη συντροφιά γυρίζω στο σπίτι μου

τη σκιά μου.

Sugiyama Sampû

(1647 – 1732)

Θα τον περιμένουνε τα παιδιά του

όσο ο κορυδαλλός

ανεβαίνει ψηλά!

Ikenishi Gonsui

(1650 – 1722)

Κόπασε του χειμώνα

ο άγριος άνεμος,

μην αφήνοντας πίσω του παρά τον αχό των κυμάτων.

Mukai Kyorai

(1651 – 1704)

Μπείτε! Μπείτε λοιπόν!

Ούρλιαζα, μα συνεχίζαμε να χτυπάμε τη θύρα

σκεπασμένη με χιόνι.

Hattori Ransetsu

(1654 – 1707)

Φθινόπωρο φεγγάρι γεμάτο

έρπουνε οι ατμοί

στην επιφάνεια του νερού.

Enomoto Kikaku

(1661 – 1707)

Στο καπέλο μου

το χιόνι μου φαντάζει λαφρύ

ότι είναι δικό μου.

***

Έφτασε ο χειμώνας.

Στα σκιάχτρα

κουρνιάζουνε τα κοράκια.

***

Το γεμάτο φεγγάρι λαμπρό.

Στο ψάθινο δάπεδο, των πεύκων

αντανακλώνται οι σκιές.

Tachibana Hokushi

(† 1718)

Όλα καήκαν.

Ευτυχώς οι ανθοί

είχαν προλάβει ν’ ανθίσουν.

***

Ομπρέλες…

Πόσες περάσαν

Τούτη τη βραδιά μες το χιόνι;

Yosa Buson

(1716 – 1783)

Καθ’ όλην τη διάρκεια της μέρας

στου φθινοπώρου τη θάλασσα

η φουσκοθαλασσιά κυματίζει.

Ôshima Ryôta

(1718 – 1787)

Κρύβονται

οι πυγολαμπίδες κυνηγημένες

στις ακτίνες του φεγγαριού.

Kobayashi Issa

(1763 – 1827)

Με τι βλέμμα ζηλόφθονο

την πεταλούδα ακολουθεί

στο κλουβί το πουλί!

Suzuki Michihiko

(1757 – 1819)

Ω! υπέροχη, με το χιόνι

όπου παντρεύεται η ομίχλη

και τη σελήνη, αυγή!

Miyamoto Musashi on the back of a whale

Miyamoto Musashi on the back of a whale

Μύθοι και Θρύλοι από τα βιβλία του Manyôshû (8ος αι.)

Ανωνύμου

Ο θρύλος του Urashima

Περασμένο φθινόπωρο μέρα βαριά

Ομίχλη τριγύρω παχιά

Κι εγώ κάτω στο Suminoe

Στην ακτή περπατώντας αργά

Τις ψαρόβαρκες που στα κύματα

Κοιτώντας να ταλαντεύονται

Μιαν ιστορία απ’ τα παλιά

Όταν μου ‘ρθε στο μυαλό ξαφνικά.

Ήτανε κάποτε ένας νέος λαμπρός,

Ο Urashima, του Mizunoe ο γιος,

Και για τα δίχτυα του όπού ‘ταν ξακουστός,

Κι όπου στο ψάρεμα του τόνου, της τσιπούρας

Δεν τον παράβγαινε κανείς.

Μα να κάποια που έφυγε βραδιά

Μα να που κιόλα μέρες πέρασαν επτά

Και που στο σπίτι του δε γύρισε ξανά.

Και να που με τη βάρκα του

Τώρα στο χείλος της θάλασσας μπροστά.

Και να που μπροστά του προβάλλει ξαφνικά

Του θεού των θαλασσών χωρίς βιασύνη

Κωπηλατώντας η θυγατέρα αργά.

Κι ώρα θα μιλήσουν οι δυο τους για πολλά

Και θα ερωτευτούν παράφορα πολύ.

Και να που όρκους θ’ ανταλλάξουνε καυτούς

Και να που στη χώρα της αιώνιας ζωής

Στο τέλος θα επιστρέψουνε μαζί.

Έτσι απ’ το χέρι τώρα πιασμένοι τρυφερά

Με καρδιοχτύπι μπαίνουν κι οι δυο διστακτικά

Στη κατοικία τη μελλοντική,

Σαν που ταιριάζει μεγαλόπρεπη και οχυρή.

Κι έτσι ανέμελα καιρός πολλής περνά

Δίχως καθόλου να γερνάν

Μήτε και να πεθαίνουνε ποτέ

Μες στα παλάτια του θεού των θαλασσών θαλασσινά.

Μ’ αυτός ο αλαφρόμυαλος,

Ο γιος του κόσμου αυτού,

Στη σύζυγο του έτσι μιλά κι έτσι της λέει:

Είναι φορές που θα ‘θελα στο σπίτι μου το πατρικό

Σαν βέλος γρήγορο να πεταχτώ

Και νέα να μάθω του γέρου του πατέρα μου

Και της γριάς της μάνας μου ν’ ακούσω τη φωνή,

Κι ευτύς αμέσως πίσω να γυρίσω πλάι σου ξανά.

Κι έτσι αφού μίλησε τα λόγια αυτά

Έτσι τ’ αποκρίθηκ’ η γυναίκα του

Μια πίκρα τρίζει τη φωνή:

Πίσω, σαν το θελήσεις, στον κόσμο τούτο

Της αιώνιας ζωής να γυρίσεις ξανά

Και μαζί μου να ζήσεις σαν και πρώτα και πάλι,

Σ΄ ότι έχεις, να χαρείς, στον κόσμο σ’ ικετεύω, ιερό,

Με τα ψιμύθια πάρε το σεντουκάκι μου τούτο το μικρό

Που μου ‘ναι ακριβό πολύ κι αγαπητό

Και μην τ’ ανοίξεις πλάι μου ίσαμε να γυρίσεις πίσω πάλι εδώ.

Και να που τον βάζει να το επαναλάβει

Και να που τον βάζει να ορκιστεί.

Κι εκείνος το επόμενο πρωί

Στο Suminoe ευτύς αμέσως σα βέλος πετάγεται γοργά

Ψάχνει το σπίτι του

Και πια σπίτι δε βλέπει πουθενά,

Ψάχνει το χωριό του

Και πια χωριό δε βλέπει πουθενά.

Κι αμήχανος στέκεται κει στοχαστικός.

Και μέσα του μιλά και έτσι λέει:

Μέσα στα τρία χρόνια μόνο αυτά

Οπού ‘φυγα από το σπίτι μου μακριά

Είν’ έτσι τάχα δυνατόν να χάθηκαν τα πάντα

Και δίχως το ίχνος το παραμικρό

Και σαν να μην υπήρξανε ποτές

Τα πάντα να εξαφανιστούν;

Κι αν άνοιγα άραγε τούτο το σεντουκάκι

Μια ματιά μονάχα, έτσι για να δω,

Λες άραγε το σπίτι μου σαν άλλοτε και το χωριό

Μπροστά στα μάτια μου να εμφανίζονταν ξανά;

Κι ανοίγει ο άμυαλος

Το σεντουκάκι με τα ψιμύθια της ακριβής του τ’ ακριβό

Κι ευτύς αμέσως ξεχύνεται εν’ άσπρο σύννεφο, καπνός

Και φεύγει και χάνεται πέρα μακριά

Και πίσω στη χώρα της αιώνιας ζωής πετά.

Και που τρεκλίζοντας τα πόδια ξαφνικά,

Ουρλιάζει υποφέροντας φριχτά

Τους πόνους σ’ όλο το κορμί

Γκρεμίζεται και να που τώρα σέρνεται στη γη

Με δίχως δύναμη ξανά να σηκωθεί.

Και κάθε που περνά στιγμή

Το πνεύμα ολοένα πιο αδύναμο στα ξαφνικά

Και να που το δέρμα έτσι οπού ‘ταν νέο

Ίσαμε τώρα σφριγηλό

Γρήγορα πως γερνά

Και οι ρυτίδες έτσι πως το καλύπτουνε παντού

Και τα μαλλιά του οπού ‘ταν έτσι όμορφα

Ολόμαυρα και μακριά

Γρήγορα πως ασπρίζουνε

Κι έτσι πως αραιώνουνε τώρα στο κεφάλι τα μαλλιά!

Και μες το στέρνο ευτύς αρχίζει ναν τον πνίγει η πνοή

Και τον αφήνει τελικά, τον παρατάει η ζωή.

Κι από τον Urashima τώρα,

Του Mizunoe το γιο,

Μονάχα βλέπω τώρα το στερνό

Της κατοικίας του το τόπο τον παντοτινό.

Αρέσει σε %d bloggers: