Archive for the World Literature Category

Μεχμέτ Γιασίν, Πέντε ποιήματα από το ανθολόγιο Άγγελοι Εκδικητές

Posted in European Poetry, World Literature on Μαΐου 13, 2016 by Le grand écrivain

cover_high

MEHMET YAŞІN

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ     Ζ. Δ. ΑΪΝΑΛΗΣ

 

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΜΙΑΣ ΜΑΝΑΣ

 

Ο πόλεμος τέλειωσε, λένε,

όσοι ήταν στο μέτωπο γύρισαν

έτρεξα στο Σαραιγιονού

ρώτησα για σένα τη στήλη του Ντικιλιτάς

«Δεν τον είδα», απαντάει.

 —

Ρίχτηκα πίσω από ένα παιδί κλαμένο

Πέρασα μπροστά από ένα σπίτι καμένο

Βρήκα μια μικρή κατσίκα νεκρή

Ρώτησα, γιε μου, για σένα.

—-

Ρώτησα την αμυγδαλιά

Ρώτησα το τζιτζίκι

«Δεν τον είδα», απαντάνε

Κοίταξα στους δρόμους παντού έκλαψα

έκλαψα έκλαψα.

—-

Ρώτησα για σένα τον πόλεμο

Ρώτησα το αίμα που κυλάει

τα μυρμήγκια, το χώμα.

 —-

Τραγούδησα τα τραγούδια που σ’ άρεσαν

Έδειξα τις φωτογραφίες σου

Ήταν μόλις δεκαεφτά, είπα,

«Δεν τον είδα, δεν τον είδα, δεν τον είδα…»

 —-

Κοίταξα στον πόλεμο παντού έκλαψα

έκλαψα έκλαψα.

—-

Περνάνε μπροστά απ’ την πόρτα μας τανκς

εσύ δεν περνάς,

περνάν οι φυλακισμένοι

οι μέρες κι οι μήνες

εσύ δεν περνάς.

 —-

Περίμενα, αφουγκράστηκα, πρόσμενα

καρτέρεψα, γιε μου, την επιστροφή σου.

 —

Μια φωτογραφία σου μου ‘μεινε μόνο

καμιόνια κουβαλούν τους νεκρούς

το ράδιο παίζει νικητήρια εμβατήρια

κανένας δεν σ’ είδε,

κανένας.

 —-

Πήρα τους δρόμους της Λευκωσίας έκλαψα

έκλαψα έκλαψα.

 —-

Λευκωσία, 1980

 

***

 —-

ΒΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

 —-

Βγαίνοντας από το καταφύγιο δεν αναγνωρίσαμε τον τόπο

χρώματα και ήχοι άλλαξαν

των προαστίων οι ονομασίες και των οδών μία-μία.

«Πώς θα βρούμε τώρα τα σπίτια μας;»

Αδιέξοδα όπου κι αν στρίψουμε

δρόμοι κλειστοί από οδοφράγματα.

 —-

Πήραμε ν’ αναζητούμε ορόσημα

«Το σχολείο ήτανε στη γωνία… κοντά στο μπαρ Ατλαντίς

πέρα από τα τρία ψηλά πεύκα…»

Στρατώνες τώρα υψώνονται στις γωνίες, καήκαν τα δέντρα,

πρέπει να την ονειρευτήκαμε την Ατλαντίδα

δεν απομένει ούτ’ ένα ίχνος της.

—-

Μας ‘δωσαν καινούργια σπίτια με τα κουφάρια τους

ήμασταν σαν τις αρκούδες ψάχνοντας για φωλιές να βγάλουμε το χειμώνα

με καινούργιες ταυτότητες και πιστοποιητικά γέννησης

λέγαμε και πάλι «εμείς» – ποιοι εμείς; –

αν ό,τι μας καθόριζε μόνο ήταν πως ήμασταν οι αντίποδες

των προσφύγων γειτόνων μας, είχαμε στ’ αλήθεια υπάρξει;

 —

Σ’ ένα ταξίδι προς Ανατολάς

τρέξαμε στο λιμάνι με τις κάμερες

οικογένειες αποίκων από Πέρα πλησίασαν.

Μεγαλαυχώντας τους είπαμε «εσείς»

ενώ εκείνοι φιλοδοξούσαν να γίνουν «εμείς».

Αλλά όταν πετάξαμε τα κράνη μας μείναμε γυμνοί.

—-

Σήκωσα τ’ ακουστικό σ’ ένα ρημαγμένο από τον πόλεμο σπίτι

– κανείς δεν απαντά· είν’ όλοι νεκροί; –

Είμαι ο μόνος επιζών στα χαλάσματα;

Οι παλιοί τους βρίσκουν παράξενους

οι έφηβοι βλέπουν τους στίχους μου

σαν μια λησμονημένη γραφή σε κάποια αρχαία ταφόπλακα.

 —-

Μέσα σε τούτη τη καταστροφή ίσως να είν’ η θάλασσα που δίνει ελπίδα

μια ανήσυχη φωνή από μέσα:

– Ποτέ ακόμα η Κύπρος, τα παιδικά μου χρόνια, δεν διαγράφτηκαν

από τα περιβόλια όπου ανθίζουν οι πορτοκαλιές…

Ανθρώπινα όντα αναζητούν τους εαυτούς τους,  νησιά τα διαβατήρια

για να εισέλθουν από τις πύλες του κόσμου.

 

 —-

Λευκωσία, 1984

 

***

 —-

Συνέχεια

Fazil Hûsnû Dağlarca, Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…

Posted in European Poetry, World Literature on Φεβρουαρίου 2, 2016 by Le grand écrivain

fazil-husnu-daglarca-

Fazil Hûsnû Dağlarca

Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…
(1945 – 1955: Ανθολογία μιας σχεδόν παγανιστικής δεκαετίας)

Μετάφραση
Ζ. Δ. Αϊναλής – Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

Το Έπος του Τζακίρ
(απόσπασμα)

– Διαύγεια, με τη μορφή χεριών και ποδιών,
ανησυχούσε.

Αποφάσισα πως θα ‘πρεπε να πεθάνω
Χωρίς φόβο στη δίνη ταραγμένων ρευμάτων.
Μέσα στο φως και να μακραίνουν οι επιγραφές,
Το τετελεσμένο να κρέμεται στο λαιμό
Καθώς που φυλαχτό και προσευχή πικρή.

Πριν χρόνια, πριν τη γαλάζια εποχή του σπόρου,
Αποφάσισα, με τη συναίνεση νυκτόβιων πουλιών,
Πως θα ‘πρεπε να περιβάλλω τον εαυτό μου ολάκερο
Μ’ άδεια μεγάλα κύπελλα και με τη δίψα πτωμάτων αφυδατωμένων,
Πως σαν σουλτάνος θα ‘πρεπε να τ’ ατενίζω με πόθο.

Πιο λαφριά από τον αγέρα, πιο παλιά από κάποιες γυναίκες
Η μόνη αλήθεια της αγέρωχης γυμνής μας γέννησης…
Αιώνιος σε πόλεις και λόφους ο κόσμος
Πέρα από την ομορφιά του χρόνου λικνίζεται στη βλάστηση,
Ανάμνηση επάξια επωασμένη με στοργή.

Αργά, καθώς που βράχοι και δέντρων κορμοί κομμένοι
Μέσα στη σκοτεινή μοιχεία του μυαλού,
Και κάτω απ’ το λευκό και φωτεινό ουρανό της ιστορίας
Αποφάσισα πως θα ‘πρεπε να πεθάνω
Και να μοιραστώ με ζώων σκελετούς της ζωής το μυστήριο.

Μετάφραση Ζ. Δ. Α.

Από τη συλλογή Το Έπος του Τζακίρ (1945)

***

Το θήραμα που σκοτώσαμε

Οι κόρες των ματιών του
Γυαλίζανε στο σκοτάδι,
Και δεν φοβότανε τίποτα.

Εμείς οι άλλοι λιμοκτονούσαμε.
Στην είσοδο της σπηλιάς,
Κάποτε καιροφυλακτήσαμε
Και όπως περνούσε
Σπρώξαμε κείνο το βράχο:
Κι έπειτα μια μεγάλη κραυγή
Κι ύστερα τίποτα
Κι ο σύντροφος των νυχτών
Και των δασών σώπασε.

Δεν πίνει πια, δεν θα πιει,
Δεν κινείται πια, δεν θα κινηθεί,
Δεν κοιμάται πια, δεν θα κοιμηθεί,
Πια δεν θα κάνει εκείνα που έκανε.

Εμείς οι άλλοι φτιάξαμε φυλακτά
Απ’ τ’ απομεινάρια της ομορφιάς του,
Απλά φυλακτά και παράξενα
Που θα είναι τόσο φωτεινά,
Τόσο τυφλά όσο το τρίχωμα του.

Το τσιμπούσι της νίκης
Στην οικειότητα των πραγμάτων:
Ότι τα χέρια μας, τα κεφάλια μας, οι καρδιές μας, άπληστα τώρα
Επιτέλους χορταίνανε.

 

Μετάφραση Ζ. Δ. Α.

 

Τα νερά είναι πιο σοφά από μας

Τα νερά είναι πιο σοφά από μας• διαισθάνονται τη νύχτα νωρίτερα
Απ’ τον ουρανό αποσύρονται στο σκοτάδι
Κι εξαφανίζονται σαν ένα γιγάντιο ψάρι
Ενώ τριγύρω οι λόφοι διαλύονται.

Τα νερά είναι πιο σοφά από μας• μπορούν να βρουν τη χαρά
Στα δέντρα μόνο
Όχι στους ξένους
Υποχρεώνοντας μας να ζούμε στη μοναξιά.

Τα νερά είναι πιο σοφά από μας• δεν κοιμούνται
Κρατούν τα μάτια τους ανοιχτά εκεί όπου ευδοκιμεί το γαλάζιο
Καραδοκώντας στο μυστικό του θανάτου
Κάποιο μέρος για τις ζωές τους.

Μετάφραση Ζ. Δ. Α.

Από τη συλλογή Η εποχή του Λίθου (1945)

***

Εν Παρόδῳ

Κάτω απ’ τ’ αστέρια ο κόσμος μας είναι τόσο δα μικρός
Και το σπίτι μας φαντάζει μικροσκοπικό.
Άγρια άνθη ψελλίζουν τα ξόρκια τους πριν την αυγή
Με δίχως ύπνο και χωρίς αναμνήσεις.
Δυόσμος το μόνο τους δόλωμα.

Οι άνθρωποι σε καταληψία από την εποχή αρχέγονων ημερών.
Και τα πράγματα, με μιαν έννοια, σε έκσταση.
Η μυξοπαρθένα κυρά αποθεώνεται στο χλευαστικό διάστημα.
Στον αιθέρα τα πουλιά γλιστρούν με αγάπη
Κι οι ουρανοί αλλάζουν διαστάσεις.

Η καρδιά δεν παρατηρεί τίποτα.
Η παραφροσύνη της γνήσια.
Μέσα απ’ το κορμί και μέσα απ’ την ψυχή
Ο χρόνος διαβαίνει
Βασανιστήριο ατέρμονο.

 

Μετάφραση Ζ. Δ. Α.

Από τη συλλογή Πεινασμένη Γραφή (1951)

***

Οι μάχες του Ινονού

η γη αμύνεται

Αδέλφια, η γη διψάει για μάνες, γιους και κόρες.
Το νερό
διψάει για χρόνο.

Τι κι αν εμείς ζαρώνουμε από τρόμο –
το ξεραμένο χόρτο τρέφει ελπίδα, πατριώτες,
η νοτισμένη μας σοδειά θα ρίχτει στη μάχη.

Λέτε: ο θάνατος παραφυλάει τον πιο μεγάλο θάνατο
επάνω στα βουνά που ορθώνουν – με ενέχυρο την πίστη μας –
κι άλλο τις κορυφές τους.

Μα δείτε: όλα που ζήσαμε σ’ αυτήν τη γη
εδώ και αιώνες
πιάνονται χέρι χέρι τώρα διψασμένα.

 

Μετάφραση Μ. Π.

Από τη συλλογή Ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας (1951)

***

Συνέχεια

Etgar Keret, Υπομονή (Μια ανέκδοτη μετάφραση του Γ. Παλαβού)

Posted in World Literature on Απρίλιος 17, 2011 by Le grand écrivain

Etgar Keret


Υπομονή

Ο πιο υπομονετικός άνθρωπος του κόσμου καθόταν σ’ ένα παγκάκι έξω από το εμπορικό κέντρο Ντίζεγκοφ. Κανείς δεν καθόταν δίπλα του, ούτε καν περιστέρια. Η φασαρία που έκαναν οι έκφυλοι στις δημόσιες τουαλέτες ήταν τόσο έντονη και παράξενη που ήταν αδύνατο να μείνεις αδιάφορος. Ο πιο υπομονετικός άνθρωπος του κόσμου κρατούσε μια εφημερίδα κι έκανε ότι διαβάζει.

Αλλά δεν διάβαζε· κάτι περίμενε. Κανείς δεν ήξερε τι.

Μια γερμανική σκανδαλοθηρική εφημερίδα πρόσφερε αμοιβή δέκα χιλιάδες ευρώ σ’ όποιον μάθαινε τι περίμενε αυτός ο άνθρωπος, αλλά κανείς δεν έμαθε. Σε μια αποκλειστική συνέντευξη που δέχθηκε να δώσει στον απεσταλμένο του CNN, ο πιο υπομονετικός άνθρωπος του κόσμου είπε ότι περίμενε ένα σωρό πράγματα, αλλά δεν ήταν το κατάλληλο μέρος για να τα απαριθμήσει. «Και ποιο είναι το κατάλληλο μέρος;» επέμεινε ο δημοσιογράφος, αλλά ο πιο υπομονετικός άνθρωπος του κόσμου δεν απάντησε, απλώς περίμενε σιωπηλός την επόμενη ερώτηση. Και περίμενε, περίμενε, περίμενε, ώσπου τελικά διέκοψαν τη μετάδοση.

Άνθρωποι απ’ όλον τον κόσμο έρχονταν να τον προσκυνήσουν και να ρωτήσουν ποιο ήταν το μυστικό του. Πολυάσχολοι χρηματιστές, υστερικοί φοιτητές, καλλιτέχνες που διψούσαν για τα υπεσχημένα δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας. Ο πιο υπομονετικός άνθρωπος του κόσμου δεν ήξερε τι ακριβώς να τους πει. «Να ξυρίζεστε» κατέληγε πάντοτε να λέει, «να ξυρίζεστε με καυτό νερό. Είναι πολύ καταπραϋντικό». Κι όλοι οι άνδρες έτρεχαν στο μπάνιο τους και κόβονταν σ’ εκατό σημεία. Οι γυναίκες έλεγαν ότι είναι σοβινιστής. Έλεγαν ότι η προκλητικά ανδροπρεπής απάντησή του καταργούσε αυτόματα το δικαίωμα της γυναίκας στην εσωτερική ηρεμία. Επίσης οι γυναίκες τον θεωρούσαν πολύ άσχημο. Μάλιστα η Λόρι Άντερσον έγραψε γι’ αυτόν ένα τραγούδι με τίτλο «Ένας Πολύ Υπομονετικός Και Άσχημος Σοβινιστής». Το ρεφρέν έλεγε: «Το βιολογικό του ρολόι / θέλει το χρόνο του».

Ο πιο υπομονετικός άνθρωπος του κόσμου αποκοιμήθηκε στο παγκάκι με τα μάτια μισόκλειστα. Στα όνειρά του, μετεωρίτες συντρίβονταν στο έδαφος υπό τους απόμακρους ήχους των λεωφορείων που φρενάρουν, αποκρουστικά ηφαίστεια έσκαγαν με τον ήχο από τα καζανάκια που τραβούσαν οι έκφυλοι, και το κορίτσι που για χρόνια αγαπούσε έλεγε στο σύζυγό της ότι τον εγκαταλείπει υπό το γουργούρισμα των περιστεριών. Τέσσερα μέτρα πιο πέρα, δυο πουλιά ράμφιζαν το ένα το άλλο, προσπαθούσε το ένα να βγάλει τα μάτια του άλλου, χωρίς λόγο. Ούτε καν μάλωναν για τροφή. «Να ξυρίζεστε», είπε ο άνδρας στον ύπνο του. «Να ξυρίζεστε με καυτό νερό. Είναι πολύ καταπραϋντικό».

Μετάφραση (από τα αγγλικά): Γιάννης Παλαβός.

Πηγή: από τη συλλογή «The girl on the fridge», Farrar, Straus and Giroux: New York, 2008, σε μετάφραση των Miriam Schlesinger και Sondra Silverston.

Έτγκαρ Κέρετ (Etgar Keret. Τελ Αβίβ, 1967): Ο Έτγκαρ Κέρετ είναι ο σημαντικότερος και δημοφιλέστερος ισραηλινός συγγραφέας της νεότερης γενιάς. Πρωτοεμφανίστηκε το 1992 με τη συλλογή διηγημάτων «Σωλήνες». Έκτοτε έχει δημοσιεύσει άλλες πέντε συλλογές, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές. Καθώς το έργο του Κέρετ ενέπνευσε πολλούς νεότερους να τον μιμηθούν, σ’ αυτόν οφείλεται εν πολλοίς το γεγονός ότι η διηγηματογραφία στο Ισραήλ γνωρίζει τα τελευταία χρόνια ποιοτική και ποσοτική άνθηση. Στα ελληνικά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη οι συλλογές διηγημάτων «Ο οδηγός λεωφορείου που ήθελε να γίνει Θεός» (2004), «Τα μπλουζ της Γάζας» (2005) και «Ο Εκείνος» (2007), όλα σε μετάφραση της Μάγκυ Κοέν.

Mahmoud Darwich (محمود درويش), Κατάσταση Πολιορκίας

Posted in Επικαιρότητα, World Literature on Ιουνίου 2, 2010 by Le grand écrivain

Israeli commandos on the board of Mavi Marmara

—————

Mahmoud Darwich (محمود درويش)

———————

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ

(μετάφραση Γιώργος Μπλάνας)

——————

————————

1
Εδώ, στων λόφων τις πλαγιές, κατάντικρυ στη δύση
Στο αβυσσαλέο κατάντικρυ κανόνι του χρόνου

κλεισμένοι μες σε κήπους σκιών

φυλακισμένοι εμείς

άνεργοι εμείς

καλλιεργούμε ελπίδες

2
Σε μια πατρίδα που ασθμαίνει καταπάνω στην αυγή,
παρέλυσαν οι σκέψεις μας
για να φυλάμε να φανεί της νίκης η στιγμή:
και μόνο οι πυροβολισμοί αστράφτουν νύχτα

μες στη νύχτα μας
και μόνο οι βάρδιες των εχθρών
φωτίζουνε τον δρόμο μας
μες στο πυκνό σκοτάδι των κελαριών.

3
Εδώ, μετά τους στίχους του Ιώβ,

δεν προσδοκούμε τίποτα.

4
Αυτή η πολιορκία θα κρατήσει
ώσπου να τους διδάξουμε να γράφουν
όμορφη ποίηση: την ποίησή μας.

5
Μολύβι όλη-μέρα ο ουρανός

πύρινο τη νύχτα πορτοκάλι.
Μα η καρδιά μας σταθερή
σαν λουλούδι σκαλισμένο σε ασπίδα.

6
Εδώ δεν έχει «Εγώ».Εδώ ο Αδάμ θυμάται τον πηλό του.

7

Λέει, στην άκρη του γκρεμού που ξεψυχάει:

«Δεν έχω πια άλλη χούφτα γη να χάσω», λέει.

«Είμαι ελεύθερος: δυο ανάσες δρόμο
απ’ την υπέρτατη ελευθερία.
Κρατώ στα χέρια μου το μέλλον μου.

Να, τώρα δα, αρχίζω πάλι απ’ την αρχή,

γεννιέμαι ελεύθερος, δίχως γονείς
και διαλέγω απ’ το γαλάζιο τ’ ουρανού
τα γράμματα του ονόματός μου.

8
Όταν σε πολιορκούν,
η ζωή είναι η στιγμή
ανάμεσα στην ανάμνηση
της πρώτης στιγμής
και τη λήθη
της τελευταίας.

9
Εδώ, στα ριζά των βουνών
Που καπνίζουν τα τζάκια μας· εδώ,
μπρος στα κατώφλια των σπιτιών μας

χρόνο δεν έχει ο χρόνος.

Σαν ν’ αφηνόμαστε προς τον θεό,
ξεχνάμε κάθε πόνο.

10
Πόνος είναι να ξεχνά
η γυναίκα σου ν’ απλώσει τα πλυμένα
και να της φτάνει να μην έχει η σημαία της Παλαιστίνης
τον παραμικρό λεκέ.

Συνέχεια

Μικρό Αφιέρωμα: Ιστορίες για φάλαινες και για φαλαινοθήρες (Μέρος B’)

Posted in World Literature on Απρίλιος 7, 2010 by Le grand écrivain

Moby Dick (Gravure)

——–

Herman Melville

(1819-1891)

——–

Moby Dick

(Chapters 7 – 9)

———————–

————————

CHAPTER 7

The Chapel

In this same New Bedford there stands a Whaleman’s Chapel, and few are the moody fishermen, shortly bound for the Indian Ocean or Pacific, who fail to make a Sunday visit to the spot. I am sure that I did not.

Returning from my first morning stroll, I again sallied out upon this special errand. The sky had changed from clear, sunny cold, to driving sleet and mist. Wrapping myself in my shaggy jacket of the cloth called bearskin, I fought my way against the stubborn storm. Entering, I found a small scattered congregation of sailors, and sailors’ wives and widows. A muffled silence reigned, only broken at times by the shrieks of the storm. Each silent worshipper seemed purposely sitting apart from the other, as if each silent grief were insular and incommunicable. The chaplain had not yet arrived; and there these silent islands of men and women sat steadfastly eyeing several marble tablets, with black borders, masoned into the wall on either side the pulpit. Three of them ran something like the following, but I do not pretend to quote:

SACRED
TO THE MEMORY
OF
JOHN TALBOT,
Who, at the age of eighteen, was lost overboard
Near the Isle of Desolation, off Patagonia,
November 1st, 1836.
THIS TABLET
Is erected to his Memory
BY HIS SISTER.

————————

Συνέχεια

Μικρό Αφιέρωμα: Ιστορίες για φάλαινες και για φαλαινοθήρες (Μέρος Α’)

Posted in Religious Literature, World Literature on Μαρτίου 31, 2010 by Le grand écrivain

Gustave DORE (1832-1883), Jonas rejeté sur le rivage par la baleine (Gravure)

——–

ΙΩΝΑΣ

—————

1.

Καὶ ἐγένετο λόγος κυρίου πρὸς Ιωναν τὸν τοῦ Αμαθι λέγων· Ἀνάστηθι καὶ πορεύθητι εἰς Νινευη τὴν πόλιν τὴν μεγάλην καὶ κήρυξον ἐν αὐτῇ, ὅτι ἀνέβη ἡ κραυγὴ τῆς κακίας αὐτῆς πρός με. καὶ ἀνέστη Ιωνας τοῦ φυγεῖν εἰς Θαρσις ἐκ προσώπου κυρίου καὶ κατέβη εἰς Ιοππην καὶ εὗρεν πλοῖον βαδίζον εἰς Θαρσις καὶ  ἔδωκεν τὸ ναῦλον αὐτοῦ καὶ ἐνέβη εἰς αὐτὸ τοῦ πλεῦσαι μετ’ αὐτῶν εἰς Θαρσις ἐκ προσώπου κυρίου. καὶ κύριος ἐξήγειρεν πνεῦμα εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ἐγένετο κλύδων μέγας ἐν τῇ θαλάσσῃ, καὶ τὸ πλοῖον ἐκινδύνευεν συντριβῆναι. καὶ ἐφοβήθησαν οἱ ναυτικοὶ καὶ ἀνεβόων ἕκαστος πρὸς τὸν θεὸν αὐτῶν καὶ ἐκβολὴν ἐποιήσαντο τῶν σκευῶν τῶν ἐν τῷ πλοίῳ εἰς τὴν θάλασσαν τοῦ κουφισθῆναι ἀπ’ αὐτῶν· Ιωνας δὲ κατέβη εἰς τὴν κοίλην τοῦ πλοίου καὶ ἐκάθευδεν καὶ ἔρρεγχεν. καὶ προσῆλθεν πρὸς αὐτὸν ὁ πρωρεὺς καὶ εἶπεν αὐτῷ Τί σὺ ῥέγχεις; ἀνάστα καὶ ἐπικαλοῦ τὸν θεόν σου, ὅπως διασώσῃ ὁ θεὸς ἡμᾶς καὶ μὴ ἀπολώμεθα.  καὶ εἶπεν ἕκαστος πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ Δεῦτε βάλωμεν κλήρους καὶ ἐπιγνῶμεν τίνος ἕνεκεν ἡ κακία αὕτη ἐστὶν ἐν ἡμῖν. καὶ ἔβαλον κλήρους, καὶ ἔπεσεν ὁ κλῆρος ἐπὶ Ιωναν.  καὶ εἶπον πρὸς αὐτόν· Ἀπάγγειλον ἡμῖν τίνος ἕνεκεν ἡ κακία αὕτη ἐστὶν ἐν ἡμῖν. τίς σου ἡ ἐργασία  ἐστίν; καὶ πόθεν ἔρχῃ, καὶ ἐκ ποίας χώρας καὶ ἐκ ποίου λαοῦ εἶ σύ; καὶ εἶπεν πρὸς αὐτούς Δοῦλος κυρίου ἐγώ εἰμι καὶ τὸν κύριον θεὸν τοῦ οὐρανοῦ ἐγὼ σέβομαι, ὃς ἐποίησεν τὴν θάλασσαν καὶ τὴν ξηράν. καὶ ἐφοβήθησαν οἱ ἄνδρες φόβον μέγαν καὶ εἶπαν πρὸς αὐτόν Τί τοῦτο ἐποίησας; διότι ἔγνωσαν οἱ ἄνδρες ὅτι ἐκ προσώπου κυρίου ἦν φεύγων, ὅτι ἀπήγγειλεν αὐτοῖς. καὶ εἶπαν πρὸς αὐτόν Τί σοι ποιήσωμεν καὶ κοπάσει ἡ θάλασσα ἀφ’ ἡμῶν; ὅτι ἡ θάλασσα ἐπορεύετο καὶ ἐξήγειρεν μᾶλλον κλύδωνα. καὶ εἶπεν Ιωνας πρὸς αὐτούς Ἄρατέ με καὶ ἐμβάλετέ με εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ κοπάσει ἡ θάλασσα ἀφ’ ὑμῶν· διότι ἔγνωκα ἐγὼ ὅτι δι’ ἐμὲ ὁ κλύδων ὁ μέγας οὗτος ἐφ’ ὑμᾶς ἐστιν.  καὶ παρεβιάζοντο οἱ ἄνδρες τοῦ ἐπιστρέψαι πρὸς τὴν γῆν καὶ οὐκ ἠδύναντο, ὅτι ἡ θάλασσα ἐπορεύετο καὶ ἐξηγείρετο μᾶλλον ἐπ’ αὐτούς. καὶ ἀνεβόησαν πρὸς κύριον καὶ εἶπαν Μηδαμῶς, κύριε, μὴ ἀπολώμεθα ἕνεκεν τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου τούτου, καὶ μὴ δῷς ἐφ’ ἡμᾶς αἷμα δίκαιον, ὅτι σύ, κύριε, ὃν τρόπον ἐβούλου πεποίηκας. καὶ ἔλαβον τὸν Ιωναν καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ἔστη ἡ θάλασσα ἐκ τοῦ σάλου αὐτῆς.  καὶ ἐφοβήθησαν οἱ ἄνδρες φόβῳ μεγάλῳ τὸν κύριον καὶ ἔθυσαν θυσίαν τῷ κυρίῳ καὶ εὔξαντο εὐχάς.

———– Συνέχεια

Από «Το Ημερολόγιο ενός Τρελού»

Posted in World Literature on Ιουνίου 22, 2008 by Le grand écrivain

LU HSUN (1881-1936)

LU HSUN (1881-1936)

Lu Hsun

(1881-1936)

I

Σήμερα το φεγγάρι λάμπει καταπληκτικά.

Είχα τριάντα χρόνια να το δω, κι όταν το αντίκρισα μου έφτιαξε το κέφι. Αρχίζω να συνειδητοποιώ πως τα τελευταία τριάντα-κάτι χρόνια ήμουν στο σκοτάδι. Τώρα όμως πρέπει να προσέχω πολύ. Αλλιώς, γιατί με κοίταξε δύο φορές εκείνο το σκυλί στο σπίτι των Τσάο;

Έχω σοβαρό λόγο να φοβάμαι.

II

Απόψε δεν έχει καθόλου φεγγάρι. Κακό σημάδι αυτό· το ξέρω. Το πρωί βγήκα έξω προσεκτικά και ο κ. Τσάο είχε κάτι παράξενο στο βλέμμα του, σαν να με φοβόταν, σαν να ήθελε να με σκοτώσει. Ήταν κι άλλοι έξι εφτά και με κουβέντιαζαν ψιθυριστά. Τρόμαξαν όταν τους είδα. Κι οι άλλοι που συνάντησα έτσι ήταν όλοι τους. Ο πιο αγριεμένος μού χαμογέλασε ειρωνικά· οπότε ανατρίχιασα απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια, γιατί κατάλαβα πως τα είχαν ετοιμάσει όλα.

Τέλος πάντων, δεν φοβήθηκα. Συνέχισα τον δρόμο μου. Λίγο παρακάτω ήταν κάτι παιδιά και μιλούσαν για μένα, και με κοίταζαν όπως με κοίταζε ο κ. Τσάο, αλλά τα πρόσωπά τους ήταν τρομερά ωχρά. Δεν μπορώ να καταλάβω τι τους έφταιξα και μου συμπεριφέρονται έτσι. Δεν κατάφερα να μην τους φωνάξω: «Τι λέτε; Πείτε μου!» Αλλά το έβαλαν στα πόδια.

Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί μου έχει θυμώσει ο κ. Τσάο, τι είχαν εναντίον μου όλοι στον δρόμο. Άλλη άκρη δεν βγάζω παρά μόνο πως πριν από είκοσι χρόνια είχα πάρει σβάρνα τους λογαριασμούς που κρατούσε από παλιά ο κ. Κου Τσίου. Ο κ. Τσάο δεν τον γνωρίζει, αλλά κάπου θ’ άκουσε να κουβεντιάζουν την υπόθεση κι αποφάσισε να εκδικηθεί για λογαριασμό του. Γι’ αυτό συνωμότησε με τους άλλους στον δρόμο. Τα παιδιά όμως; Εκείνη την εποχή δεν είχαν γεννηθεί ακόμα. Τότε γιατί με κοίταζαν τόσο παράξενα σήμερα, σαν να με φοβούνταν, σαν να ήθελαν να με σκοτώσουν; Αυτό με τρομάζει πραγματικά. Σαστίζω, αναστατώνομαι.

Το βρήκα. Θα τους το είπαν οι γονείς τους!

III

Το βράδυ δεν μπορώ να κοιμηθώ. Είναι τόσα πράγματα που πρέπει να ψιλοκοσκινίσω, για να τα καταλάβω.

Αυτοί οι άνθρωποι –άλλους τους ξεφτίλισε ο δικαστής, άλλους τους χαστούκισε ο άρχοντας, άλλων τις γυναίκες τις άρπαξαν οι χωροφύλακες κι άλλων οι γονείς αυτοκτόνησαν από τα χρέη στους τοκογλύφους– δεν ήταν ποτέ τόσο τρομαγμένοι ούτε τόσο μοχθηροί όσο χθες· αυτοί οι άνθρωποι.

Το πιο παράξενο ήταν εκείνη η γυναίκα στον δρόμο, χθες. Καταχέρισε τον γιο της και του είπε: «Διαβολόπαιδο! Δεν θα ησυχάσω αν δεν σε φάω ζωντανό!» Αλλά κοίταζε συνέχεια εμένα. Πετάχτηκα μέχρι εκεί πάνω. Δεν μπόρεσα να κρατηθώ. Τότε άρχισαν όλοι να χαμογελάνε –με κορόιδευαν– με κείνα τα πράσινα πρόσωπα και τα μακριά τους δόντια. Ο γερο-Τσιν όρμησε και μ’ άρπαξε και με πήγε σέρνοντας στο σπίτι.

Με πήγε σπίτι σέρνοντας, κι εκεί έκαναν όλοι πως δεν με γνώριζαν. Με κοίταζαν όπως οι άλλοι στον δρόμο. Όταν μπήκα στο γραφείο, με κλείδωσαν μέσα, σαν καμιά κότα ή καμιά πάπια στο κοτέτσι. Αυτό μ’ έκανε να σαστίσω ακόμα περισσότερο.

Πριν από κάμποσες μέρες ήρθε απ’ το Λυκόχωρο ένας που του νοικιάζουμε χωράφια να μας ενημερώσει πως καταστράφηκε η σοδειά, και είπε στον μεγάλο μου αδελφό πως πιάσανε οι χωριανοί κάποιον γνωστό κακούργο και τον σκοτώσανε στο ξύλο, κι ύστερα κάνα δυο του βγάλανε την καρδιά και το συκώτι, τα τηγάνισαν και τα έφαγαν, για να πάρουν το κουράγιο του. Όταν τους διέκοψα, κάρφωσαν πάνω μου τα μάτια τους. Σήμερα μόλις, κατάλαβα πως με κοίταζαν όπως ακριβώς κι οι άλλοι έξω.

Μόνο που το σκέφτομαι ανατριχιάζω απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια.

Έφαγαν ανθρώπους, άρα μπορεί να φάνε κι εμένα.

Τώρα ξέρω πως εκείνο το «Δεν θα ησυχάσω αν δεν σε φάω ζωντανό!» της γυναίκας, και τα χαμόγελα των ανθρώπων με τα πράσινα πρόσωπα και τα μακριά δόντια, κι η ιστορία του νοικάρη, την άλλη μέρα, είναι όλα σημάδια μυστικά. Είμαι βέβαιος. Φαίνεται το πράγμα. Νιώθω το φαρμάκι στα λόγια τους, το στιλέτο στα χαμόγελά τους. Τα δόντια τους είναι κάτασπρα κι αστράφτουν: είναι όλοι τους ανθρωποφάγοι.

Δεν είμαι κακός άνθρωπος, αλλά μου φαίνεται πως από τότε που πήρα σβάρνα τους λογαριασμούς του κ. Κου στενέψανε τα πράγματα για μένα. Θα ’χουν τίποτα μυστικά που δεν περνάνε απ’ το μυαλό μου, κι έτσι και θυμώσουν, όλους παλιάνθρωπους τους βλέπουν. Θυμάμαι πως όταν ο μεγάλος μου αδελφός με μάθαινε να γράφω εκθέσεις, άσχετα πόσο καλός ήταν ο άνθρωπος που έπρεπε να περιγράψω, υπογράμμιζε πάντα τα επιχειρήματα που έφερνα εναντίον του, για να μου δείξει πως ήταν ικανοποιημένος. Ενώ όταν δικαιολογούσα καμιά κακή πράξη, μου έλεγε: «Μπράβο! Αυτό δείχνει πως σκέπτεσαι πρωτότυπα.

Πώς να ξέρω τα μυστικά τους, αφού είναι έτοιμοι να φάνε άνθρωπο;

Πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός όταν πρόκειται να καταλάβεις κάτι. Νομίζω πως οι αρχαίοι έτρωγαν συχνά ανθρώπους, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Προσπάθησα να το ξεκαθαρίσω αυτό, αλλά η ιστορία μου δεν έχει χρονολογίες· μόνο σε κάθε σελίδα την ίδια καλικαντζούρα: «Ήθος και Αρετή». Ε, δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι. Διάβαζα όλη νύχτα, μέχρι που κάτι άρχισα να διακρίνω. Όλο το βιβλίο ήταν γραμμένο μόνο με δύο λέξεις: «Φάτε άνθρωπο».

Αυτές οι λέξεις που ήταν γραμμένες στο βιβλίο, κι αυτές οι λέξεις που ξεστόμισε ο νοικάρης μας, όλες με κοίταζαν παράξενα και χαμογελούσαν με νόημα.

Είμαι άνθρωπος και θέλουν να με φάνε!

IV

Το πρωί ησύχασα λίγη ώρα. Ο γερο-Τσεν μού έφερε κολατσιό: ένα πιατάκι με λαχανικά κι ένα πιατάκι με ψάρι στον ατμό. Τα μάτια του ψαριού ήταν άσπρα και σκληρά, και το στόμα του ανοιχτό σαν τα στόματα εκείνων των ανθρώπων που θέλουν να φάνε άνθρωπο. Μετά από δυο τρεις μπουκιές δεν ήξερα να πω αν αυτό που είχα στο στόμα μου ήταν ψάρι ή κρέας ανθρώπινο.

Είπα στον γερο-Τσεν να πει στον αδελφό μου πως πνιγόμουν εκεί μέσα και πως ήθελα να βγω λίγο στον κήπο. Ο γερο-Τσεν δεν έβγαλε κουβέντα. Έφυγε κι ύστερα γύρισε κι άνοιξε την πόρτα.

Δεν σάλεψα. Κοίταξα να δω πως θα με αντιμετωπίσουν. Ήμουν σίγουρος πως δεν θα με άφηναν να βγω. Σίγουρος, σιγουρότατος! Εμφανίστηκε ο μεγάλος μου αδελφός, κι οδηγούσε προσεκτικά έναν γέρο. Το βλέμμα του ήταν δολοφονικό, κι επειδή φοβήθηκε πως θα το καταλάβω, χαμήλωσε το κεφάλι κι άρχισε να μου ρίχνει ματιές πάνω απ’ τα γυαλιά του.

―Μια χαρά φαίνεσαι σήμερα, είπε ο αδελφός μου.

―Ναι, είπα εγώ.

―Κάλεσα τον κ. Χο σήμερα εδώ, για να σε εξετάσει, είπε ο αδελφός μου.

―Εντάξει, είπα εγώ. Στην πραγματικότητα, ήξερα πολύ καλά πως ο γέρος ήταν ο εκτελεστής μεταμφιεσμένος! Ήρθε τάχα για να μετρήσει τον σφυγμό μου, αλλά σίγουρα θέλει να δει αν είμαι αρκετά παχύς. Μόλις μου πιάσει τον καρπό θα καταλάβει πόσο κρέας έχω. Εγώ δεν φοβήθηκα όμως. Μπορεί να μην τρώω ανθρώπους, αλλά είμαι πιο δυνατός απ’ αυτούς. Άπλωσα και τα δυο μου χέρια να δω τι θα κάνει. Ο γέρος κάθισε, έκλεισε τα μάτια, με πασπάτεψε καλά καλά, κι έμεινε ακίνητος κάμποση ώρα. Ύστερα άνοιξε τα πονηρά του μάτια και είπε:

―Μην αφήσεις τη φαντασία σου να σε βάλει κάτω. Ξεκουράσου μερικές μέρες και θα είσαι πάλι μια χαρά.

«Μην αφήσεις τη φαντασία σου να σε βάλει κάτω! Ξεκουράσου μερικές μέρες!» Ε, βέβαια, όταν παχύνω εκείνοι θα έχουν περισσότερο φαΐ. Εγώ όμως τι έχω να κερδίσω; Πώς γίνεται να είμαι «μια χαρά»; Όλοι αυτοί θέλουν να φάνε άνθρωπο αλλά κρύβονται, δεν τολμάνε να το κάνουν ξεκάθαρα. Είναι να πεθαίνεις απ’ τα γέλια. Δεν μπόρεσα να κρατηθώ, έβαλα τα γέλια. Δυνατά γέλια. Μα ήταν πραγματικά ξεκαρδιστικό. Ξέρω πως το γέλιο μου έδειχνε δύναμη και τιμιότητα. Ο γέρος κι ο αδελφός μου κιτρίνισαν. Τρόμαξαν από τη δύναμη και την τιμιότητά μου.

Αλλά επειδή είμαι γενναίος θέλουν να με φάνε. Λυσσάξανε από τη ζήλια τους και θέλουν να με φάνε, για να πάρουν κάτι από τη δύναμή μου κι αυτοί. Ο γέρος πήγε στην πόρτα, αλλά πριν φύγει, είπε σιγά στον αδελφό μου:

―Να φαγωθεί αμέσως! Κι ο αδελφός μου συμφώνησε.

Είσαι κι εσύ στο κόλπο, ε; Με τάραξε αυτή η απίστευτη ανακάλυψη, αλλά δεν ήταν κάτι που δεν το περίμενα: ο μεγάλος μου αδελφός είναι συνεργός αυτών που θέλουν να με φάνε!

Ο μεγάλος μου αδελφός είναι ανθρωποφάγος!

Είμαι ο μικρός αδελφός ενός ανθρωποφάγου!

Μπορεί να με φάνε, αλλά δεν παύω να είμαι ο μικρός αδελφός ενός ανθρωποφάγου!

V

Το ξανασκέφτηκα τις τελευταίες μέρες. Ας υποθέσουμε πως ο γέρος δεν ήταν ο εκτελεστής μεταμφιεσμένος, αλλά πραγματικός γιατρός. Τι πάει να πει αυτό; Μια χαρά ανθρωποφάγος μπορεί να είναι ένας γιατρός. Στο βιβλίο για τα βότανα, που έγραψε ο προκάτοχός του, ο Λι Σιτζεν, δηλώνεται καθαρά πως το ανθρώπινο κρέας μπορεί να μαγειρευτεί και να φαγωθεί. Λοιπόν; Τολμάει ακόμα να λέει πως δεν έχει φάει άνθρωπο;

Όσο για τον αδελφό μου, έχω τους λόγους μου να τον υποπτεύομαι. Όταν μου μάθαινε γράμματα, τον άκουσα με τα ίδια μου τ’ αυτιά να λέει: «Πουλούσανε τους γιους τους για να φάνε». Κι ύστερα, μια φορά που κουβεντιάζαμε για κάποιον παλιάνθρωπο, είπε: «Να τον εκτελέσουν; Να τον φάνε ζωντανό πρέπει, να τον γδάρουν και να πουλήσουν το τομάρι του». Τότε ήμουν μικρός και η καρδιά μου πήγε να σπάσει. Εκείνος ούτε που έδειξε να παραξενεύεται όταν ο ενοικιαστής από το Λυκόχωρο τού είπε πως έφαγαν συκώτι και καρδιά ανθρώπου. Μόνο κούνησε το κεφάλι του. Σκληρός ήτανε πάντα. Αφού, λοιπόν, μπορούν να «πουλήσουν τους γιους τους για να φάνε», τότε μπορούν να πουλήσουν τους πάντες. Όλοι τρώγονται. Παλιότερα άκουγα τις εξηγήσεις του και επαναπαυόμουν. Τώρα ξέρω πως, την ώρα που μου μιλούσε, τα χείλια του ήταν πασαλειμμένα με ανθρώπινο ξύγκι. Και μόνο αυτό; Του άρεσε κιόλας. Χόρταινε με την καρδιά του.

VI

Σκοτάδι πίσσα. Δεν ξέρω πότε είναι μέρα και πότε νύχτα. Το σκυλί των Τσάο άρχισε πάλι να γαυγίζει. Είναι άγριο σαν λιοντάρι, φοβητσιάρικο σαν λαγός, πονηρό σαν αλεπού…

VII

Ξέρω πώς δουλεύουν. Δεν θέλουν να σκοτώσουν εν ψυχρώ, δεν τολμούν, φοβούνται τις συνέπειες. Όμως έφτιαξαν μια συμμορία και στήνουν παγίδες παντού, για να με κάνουν να σκοτωθώ μόνος μου. Το κατάλαβα από τη συμπεριφορά των αντρών και των γυναικών στον δρόμο τις προάλλες, κι απ’ τον τρόπο του μεγάλου μου αδελφού προχθές. Τι λαχταράνε; Να βγάλω το ζωνάρι μου και να κρεμαστώ απ’ το πατερό. Τότε θα χορτάσουν με την καρδιά τους, χωρίς να κατηγορηθούν για φόνο. Γι’ αυτό είναι όλο χαμόγελα. Κι αν το θύμα φοβάται να σκοτωθεί, κι αρρωστήσει, κι αδυνατίσει, αυτοί πάλι θα χαμογελάνε.

Τρώνε μόνο πεθαμένους! Θυμάμαι που διάβαζα κάπου για ένα πρόστυχο ζώο με κακό βλέμμα. Ύαινα το λένε και τρώει πτώματα. Ακόμα και τα μεγάλα κόκαλα τα ροκανίζει και τα καταπίνει. Ούτε που να το σκέφτεσαι! Οι ύαινες έχουν σχέση με τους λύκους και οι λύκοι ανήκουν στα κυνοειδή. Τις προάλλες, το σκυλί των Τσάο με κοίταζε επίμονα. Προφανώς είναι κι αυτό στο κόλπο. Συνένοχός τους είναι. Ο γέρος κατέβασε το κεφάλι για να μην δω το βλέμμα του, αλλά εγώ δεν ξεγελάστηκα!

Ο πιο ελεεινός είναι ο μεγάλος μου αδελφός. Άνθρωπος είναι κι αυτός. Γιατί δεν φοβάται; Γιατί συμφώνησε με τους άλλους να με φάνε; Το συνήθισε και δεν το παίρνει πια για έγκλημα; Ή μήπως ξέρει πως είναι κακό, αλλά κάνει την καρδιά του πέτρα;

Από τον αδελφό μου θ’ αρχίσω να παλεύω με τους ανθρωποφάγους. Με τον αδελφό μου θα προσπαθήσω ν’ αλλάξω μυαλά στους ανθρωποφάγους.

VIII

Στην πραγματικότητα, τα επιχειρήματά τους είναι πολύ παλιά…

Ξαφνικά κάποιος μπήκε μέσα. Δεν ήταν πάνω από είκοσι χρονών, αλλά δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω τα χαρακτηριστικά του. Χαμογελούσε συνέχεια. Ωστόσο, όταν με κοίταξε, δεν μου φάνηκε αληθινό το χαμόγελό του. Τον ρώτησα:

―Είναι σωστό να τρώνε ανθρώπους;

―Αν δεν πέσει λοιμός, πώς γίνεται να φάνε ανθρώπους; απάντησε και χαμογελούσε ακόμα.

Κατάλαβα αμέσως πως ήταν ένας απ’ αυτούς, αλλά έκανα κουράγιο και ξαναρώτησα:

―Είναι σωστό;

―Γιατί ρωτάς τέτοιο πράγμα; Δεν μπορεί… θ’ αστειεύεσαι… ωραία μέρα είναι σήμερα.

―Μια χαρά είναι· και το φεγγάρι λάμπει καταπληκτικά. Αλλά εγώ άλλο σε ρωτάω. Είναι σωστό;

Θορυβήθηκε και μουρμούρισε:

―Όχι…

―Όχι; Τότε γιατί το κάνουν ακόμα;

―Τι εννοείς;

―Τι εννοώ; Αυτή την στιγμή τρώνε ανθρώπους στο Λυκόχωρο και τα βιβλία είναι γεμάτα μ’ αυτό το πράγμα. Το γράφουνε με κατακόκκινο μελάνι.

Η έκφρασή του άλλαξε, χλόμιασε, έφριξε.

―Μπορεί… είπε και με κοίταζε. Πάντα έτσι ήταν…

―Και είναι σωστό επειδή πάντα έτσι ήταν;

―Δεν θέλω τέτοιες κουβέντες. Τέλος πάντων, μην το πεις πουθενά. Όποιος μιλάει για τέτοια πράγματα βγαίνει χαμένος!

Πετάχτηκα πάνω κι άνοιξα τα μάτια μου καλά καλά, μα εκείνος χάθηκε από μπρος μου, κι έμεινα εκεί μούσκεμα στον ιδρώτα. Ήταν πολύ πιο νέος από τον μεγάλο μου αδελφό, μα είχε μπει κιόλας στο κόλπο. Θα τον δασκάλεψαν οι γονείς του. Και φοβάμαι πως θα δασκάλεψε κι αυτός τον γιο του. Γι’ αυτό με κοίταζαν έτσι άγρια ως και τα παιδιά.

IX

Θέλουν να φάνε άνθρωπο και περιμένουν τη σειρά τους, και περιμένοντας φοβούνται μην τους φάνε κι αυτούς με τη σειρά τους, και κοιτάζουν καχύποπτα ο ένας τον άλλον…

Τι άνετη που θα ήταν η ζωή τους αν δεν τους βάραινε αυτή η μανία, και πήγαιναν στη δουλειά τους, κι έβγαιναν περίπατο, κι έτρωγαν κι έπεφταν για ύπνο γλυκά γλυκά. Τώρα δεν έχουν στο μυαλό τους παρά μόνο αυτό. Πατέρες και γιοι, άντρες και γυναίκες, αδέλφια, φίλοι, δάσκαλοι και μαθητές, άσπονδοι εχθροί και ξένοι –ως κι αυτοί– ανήκουν στην ίδια συμμορία και κρατάνε ο ένας τον άλλο μην πάει και κάνει πρώτος αυτό που έχει στο μυαλό του.

X

Νωρίς το πρωί πήγα να βρω τον αδελφό μου. Ήταν στην πόρτα και κοίταζε τον ουρανό. Πήγα σιγά σιγά από πίσω, στάθηκα ατάραχος μπροστά στην πόρτα, και του είπα ευγενικά:

―Αδελφέ, έχω κάτι να σου πω.

―Τι πράγμα; ρώτησε και γύρισε απότομα κουνώντας το κεφάλι.

―Δεν είναι τίποτα σπουδαίο, αλλά κομπιάζω. Αδελφέ, μπορεί οι πρωτόγονοι άνθρωποι να έτρωγαν και λίγο ανθρώπινο κρέας –αρχή ήτανε– όμως ύστερα άλλαξε το παρουσιαστικό τους, και μερικοί σταμάτησαν να τρώνε ανθρώπους, και προσπάθησαν να είναι καλοί κι έγιναν άνθρωποι, πραγματικοί άνθρωποι. Κάποιοι όμως συνεχίζουν ακόμα να τρώνε ανθρώπους. Όπως οι σαύρες. Μερικές άλλαξαν κι έγιναν ψάρια, πουλιά, μαϊμούδες κι ύστερα άνθρωποι. Κάποιες όμως δεν ήθελαν να είναι καλές κι έμειναν σαύρες. Λοιπόν, αυτοί οι άνθρωποι που τρώνε ανθρώπους πρέπει να ντρέπονται, όταν συγκρίνουν τους εαυτούς τους με κείνους που δεν τρώνε ανθρώπους. Πρέπει να ντρέπονται πολύ. Περισσότερο από μια σαύρα μπροστά σε μια μαϊμού. Κάποτε ο Γι Για μαγείρεψε τον γιο του κι έκανε τραπέζι στον Τσιεν και τον Τσου. Αυτά είναι αρχαία πράγματα, κι όμως απ’ τον καιρό που έπλασε ο Παν Κου τη θάλασσα και τη στεριά, οι άνθρωποι έτρωγαν συνέχεια τους ανθρώπους. Πρώτα ο γιος του Γι Για, ύστερα ο Χσου Χσιλίν, τώρα εκείνος ο άνθρωπος που τον έπιασαν στο Λυκόχωρο… Πέρσι εκτέλεσαν στην πόλη κάποιον, κι ένας φυματικός βούτηξε ψωμί στο αίμα του και το έφαγε. Θέλουν να με φάνε, και ξέρω πως δεν έχεις τη δύναμη να τους κρατήσεις. Αλλά γιατί τους βοηθάς; Αυτοί είναι ανθρωποφάγοι. Ό,τι θέλουν κάνουν. Σήμερα τρώνε εμένα, αύριο εσένα. Πως είσαι στην ίδια συμμορία δεν έχει σημασία. Αυτοί τρώγονται μεταξύ τους. Μ’ αν αλλάξεις αμέσως μυαλά, τότε θα ησυχάσουν όλοι. Πάει πολύς καιρός που γίνεται αυτό το πράγμα –χρόνια αμνημόνευτα– όμως σήμερα αξίζει να γίνουμε καλοί, να προσπαθήσουμε, έστω, να πούμε: «Όχι, αποκλείεται!» Είμαι σίγουρος πως μπορείς, αδελφέ. Τις προάλλες που σου ζήτησε ο ενοικιαστής να μειώσεις το νοίκι των χωραφιών, του είπες: «Όχι, αποκλείεται!»

Στην αρχή χαμογελούσε κυνικά, ύστερα όμως το βλέμμα του πήρε κάτι δολοφονικό, κι όταν ανέφερα τα περί συμμορίας έγινε κατακίτρινος. Έξω απ’ την πόρτα είχαν μαζευτεί κάμποσοι άνθρωποι –κι ο κ. Τσάο με τον σκύλο του– και ξελαιμιάζονταν να δούνε τι τρέχει. Δεν μπορούσα να τους ξεχωρίσω καλά, γιατί φορούσαν πλερέζες. Μερικοί φαίνονταν κατακίτρινοι κι ακίνητοι σαν πτώματα, αλλά από μέσα χαμογελούσαν. Συμμορία ήταν· ανθρωποφάγοι όλοι τους. Όμως αυτό δεν πάει να πει πως έκαναν τις ίδιες σκέψεις. Κάποιοι νόμιζαν πως αφού γίνεται από παλιά, τότε θα μπορούσαν να φάνε άνθρωπο. Κάποιοι άλλοι πίστευαν πως δεν είναι σωστό, αλλά το ήθελαν πολύ και φοβούνταν μην τους ανακαλύψουν. Γι’ αυτό αγρίεψαν όταν με άκουσαν να τους ξεμπροστιάζω. Συνέχισαν να χαμογελάνε όμως· κυνικά, με σφιγμένα χείλη.

Ξαφνικά ο αδελφός μου αγρίεψε κι έβαλε τις φωνές:

―Ξεκουμπιστείτε όλοι! Σας αρέσει να κοιτάτε τον τρελό;

Τότε κατάλαβα πόσο πανούργοι ήταν. Δεν υπήρχε περίπτωση ν’ αλλάξουν. Είχαν καταστρώσει καλά το σχέδιό τους. Διέδωσαν πως είμαι τρελός κι έτσι, όταν θα μ’ έτρωγαν, δεν θα είχαν κανένα πρόβλημα με τον κόσμο. Μπορεί να τους ευχαριστούσαν κιόλας. Το ίδιο έγινε και με κείνον τον παλιάνθρωπο που έφαγαν στο Λυκόχωρο. Παλιό κόλπο.

Ο γερο-Τσεν εξοργίστηκε κι όρμησε μέσα, αλλά δεν μπόρεσαν να μου κλείσουν το στόμα. Έπρεπε να μιλήσω σε κείνους τους ανθρώπους:

―Πρέπει ν’ αλλάξετε! Πρέπει ν’ αλλάξετε βαθιά μες στην καρδιά σας! τους είπα. Πρέπει να ξέρετε πως αύριο δεν θα έχουν θέση στον κόσμο οι ανθρωποφάγοι. Αν δεν αλλάξουν οι ανθρωποφάγοι, θα φαγωθούν μεταξύ τους. Όσο κι αν γεννοβολάνε, θα τους εξαφανίσουν οι πραγματικοί άνθρωποι, όπως εξαφανίζουν οι κυνηγοί τους λύκους. Όπως τα ερπετά!

Ο γερο-Τσεν τους έδιωξε όλους. Ο αδελφός μου είχε εξαφανιστεί. Ο γερο-Τσεν με συμβούλευσε να πάω στην κάμαρά μου. Πίσσα σκοτάδι ήταν εκεί μέσα. Τα σανίδια και τα πατερά έτρεμαν πάνω απ’ το κεφάλι μου. Ύστερα έσπασαν κι έπεσαν και με σκέπασαν.

Ασήκωτο το βάρος τουςq ούτε να σαλέψω δεν μπορούσα. Νόμιζαν πως θα πέθαινα. Εγώ ήξερα πως το βάρος δεν ήταν το σωστό, πάλεψα κι ελευθερώθηκα μούσκεμα στον ιδρώτα, και δεν είπα παρά:

―Πρέπει ν’ αλλάξετε! Πρέπει ν’ αλλάξετε βαθιά μες στην καρδιά σας! Πρέπει να ξέρετε πως αύριο δεν θα έχουν θέση στον κόσμο οι ανθρωποφάγοι.

XI

Ο ήλιος δεν φωτίζει, η πόρτα δεν ανοίγει, δύο γεύματα την ημέρα.

Έπιασα τα ξυλάκια μου και ύστερα σκέφτηκα τον αδελφό μου. Τώρα ξέρω πώς πέθανε η μικρή μου αδελφή. Αυτός το έκανε. Πέντε χρονών ήταν τότε η αδελφούλα μου. Ακόμα θυμάμαι τι γλυκό, τι τρυφερό που ήταν το βλέμμα της. Η μάνα έκλαιγε ασταμάτητα κι εκείνος την παρακαλούσε να μην κλαίει, μάλλον επειδή είχε φάει μόνος του τη μικρή και ντρεπόταν. Τέλος πάντων. Αν του είχε μείνει μια σταλιά ντροπή…

Ο αδελφός μου έφαγε την αδελφή μου, αλλά δεν ξέρω αν και πότε το κατάλαβε η μάνα μου.

Νομίζω πως το ήξερε, αλλά όταν έκλαιγε δεν μπορούσε να το πει ανοιχτά, να το φωνάξει· ίσως επειδή το θεωρούσε κι αυτή σωστό. Θυμάμαι μια φορά –τεσσάρων πέντε χρονών ήμουν– καθόμουν στη δροσιά, στην είσοδο, και ήρθε ο αδελφός μου και μου είπε πως αν πέσουν άρρωστοι οι γονείς σου και κόψεις ένα κομμάτι από πάνω σου και το μαγειρέψεις και τους δώσεις να φάνε, τότε θα ξέρουν πως έχουν μάλαμα παιδί. Η μάνα μου δεν έβγαλε κουβέντα. Αλλά αν κάποιος μπορεί να φάει ένα κομμάτι ανθρώπινο κρέας, τότε γιατί να μην φάει κι ολόκληρο άνθρωπο; Και μόνο που θυμάμαι τα κλάματά τους, σπαράζει η καρδιά μου. Αυτό είναι το παράξενο!

XII

Δεν αντέχω να το σκέπτομαι.

Μόλις συνειδητοποίησα πως τόσο καιρό ζω σ’ έναν τόπο που επί τέσσερις χιλιάδες χρόνια τρώνε ανθρώπους. Τότε που πέθανε η αδελφή μου, ο αδελφός μου είχε το κουμάντο του σπιτιού, και μπορεί να μαγείρεψε το κρέας της με ρύζι και να τη φάγαμε χωρίς να το ξέρουμε.

Μπορεί να έφαγα ένα σωρό κομμάτια από την αδελφή μου, χωρίς να το ξέρω, και τώρα να ήρθε η σειρά μου…

Πώς μπορώ, μετά από τέσσερις χιλιάδες χρόνια ανθρωποφάγας ιστορίας –ακόμα κι αν δεν το ήξερα απ’ την αρχή– ν’ αντικρίσω κατά πρόσωπο τους πραγματικούς ανθρώπους;

XIII

Υπάρχουν άραγε ακόμα παιδιά που δεν έφαγαν άνθρωπο; Σώστε τα παιδιά…

***

Λου Xσουν: Tο ημερολόγιο ενός τρελού (Mτφρ.: Γιώργος Μπλάνας). Aπό το βιβλίο Tο Hμερολόγιο ενός Tρελού [Eκδ. Hλέκτρα, 2008] που περιλαμβάνει επίσης τα διηγήματα Ένας τρελός του Γκυ Nτε Mωπασάν και Tο ημερολόγιο ενός τρελού του Nικολάι Γκόγκολ.