Archive for the Religious Literature Category

«Γιατί απ’ της καρδιάς την πλησμονή λαλεί το στόμα»

Posted in Greek Prose, Religious Literature on Ιουνίου 29, 2011 by Le grand écrivain

Pier Paolo Pasolini, Il Vangelo secondo Matteo

ΚΑΤΑ ΤΟ ΜΑΘΘΑΙΟ

Μετάφραση Αλέξανδρος Πάλλης

(1902)

Κατάλογος του γένους του Ιησού Χριστού, γιου του Δαυείδ, γιου του Αβραάμ.

Ο Αβραάμ έκανε τον Ισαάκ κι’ ο Ισαάκ έκανε τον Ιακώβ κι’ ο Ιακώβ έκανε τον Ιούδα και τους αδερφούς του κι’ ο Ιούδας έκανε το Φαρές και το Ζαρέ από τη Θά- [μαρ κι’ ο Φαρές έκανε τον Εσρώμ κι’ ο Εσρώμ έκανε τον Αράμ κι’ ο Αράμ έκανε τον Αμειναδάβ κι’ ο Αμειναδάβ έκανε το Ναασσών κι’ ο Ναασσών έκανε το Σαλμών κι’ ο Σαλμών έκανε το Βοές από τη Ραχάβ κι’ ο Βοές έκανε τον Ιωβήδ από τη Ρουθ κι’ ο Ιωβήδ έκανε τον Ιεσσαί

2. κι’ ο Ιεσσαί έκανε το Δαυείδ το βασιλέα κι’ ο Δαυείδ έκανε το Σολομώνα από τη γυναίκα του Ουρεία κι’ ο Σολομώνας έκανε το Ροβοάμ κι’ ο Ροβοάμ έκανε τον Αβιά κι’ ο Αβιά έκανε τον Ασάφ κι’ ο Ασάφ έκανε τον Ιωσαφάτ κι’ ο Ιωσαφάτ έκανε τον Ιωράμ κι’ ο Ιωράμ έκανε τον Οζεία κι’ ο Οζείας έκανε τον Ιωάθαμ κι’ ο Ιωάθαμ έκανε τον Άχαζ κι’ ο Άχαζ έκανε τον Εζεκία κι’ ο Εζεκίας έκανε το Μανασσή κι’ ο Μανασσή έκανε τον Αμώς κι’ ο Αμώς έκανε τον Ιωσεία κι’ ο Ιωσείας έκανε τον Ιεχονία και τους αδερφούς του στον καιρό της τοπαλλαξιάς της Βαβυλώ- νας. 3. Κι’ ύστερα από την τοπαλλαξιά της Βαβυλώνας ο Ιεχονίας κάνει το Σελαθιήλ κι’ ο Σελαθιήλ κάνει το Ζοροβάβελ κι’ ο Ζοροβάβελ κάνει τον Αβιούδ κι’ ο Αβιούδ έκανε τον Ελιακείμ κι’ ο Ελιακείμ έκανε τον Αζώρ κι’ ο Αζώρ έκανε το Σαδώκ κι’ ο Σαδώκ έκανε τον Αχείμ κι’ ο Αχείμ έκανε τον Ελιούδ κι’ ο Ελιούδ έκανε τον Ελεάζαρ κι’ ο Ελεάζαρ έκανε το Μαθθάν κι’ ο Μαθθάν έκανε τον Ιακώβ κι’ ο Ιακώβ έκανε τον Ιωσήφ τον άντρα της Μαρίας, που γέννησε τον Ιησού, αυτόν που λέγεται Χριστός.

4. Όλες λοιπόν οι γενεές από Αβραάμ ως Δαυείδ γενεές δεκατέσσερεις, κι’ από Δαυείδ ως στην τοπαλλαξιά της Βαβυλώνας γενεές δεκατέσσερεις, κι’ από την τοπαλλαξιά της Βαβυλώνας ως στο Χριστό γενεές δεκατέσσερεις.

5. Και του Χριστού Ιησού η γέννηση έγινε έτσι. Όταν αρρεβωνιάστηκε η μητέρα του η Μαρία τον Ιωσήφ, πριν πάνε μαζί, βρέθηκε έγκυα από πνέμα άγιο. Κι’ ο Ιωσήφ ο άντρας της, όντας ενάρετος και μη θέλοντας ναν την πομπέψει, βουλήθηκε ναν τη χωρίσει κρυφά. Κι’ αυτό αφού το συλλογίστηκε, να άγγελος Κυρίου του παρουσιάστη στ’ όνειρό του, κι’ είπε «Ιωσήφ, γιε του Δαυείδ, μη φοβηθείς να πάρεις τη Μαρία τη γυναίκα σου· γιατί το γεννημένο μέσα της είναι από πνέμα άγιο. Και θα γεννήσει γιο, και τ’ όνομά του ναν το πεις Ιησού· γιατί αυτός θα σώσει το λαό του από τις αμαρτίες τους.» Κι’ όλα αυτά έγιναν για ν’ αληθέψει ό,τι είπε ο Κύριος μέσο του Προφήτη, που λέει Να η παρθένα θα συλλάβει και γεννήσει γιο, και θα πουν τ’ όνομά του Εμμανουήλ, που ξηγημένο σημαίνει « Μαζί μας ο Θεός». 6. Και σα σηκώθηκε ο Ιωσήφ από τον ύπνο, έκανε όπως τον πρόσταξε ο άγγελος Κυρίου και πήρε τη γυναίκα του, και δεν τη γνώριζε ως που γέννησε γιο. Κι’ έβγαλε τ’ όνομά του Ιησού.

7. Και σα γεννήθηκε ο Ιησούς στη Βηθλεέμ της [2] Ιουδαίας στον καιρό του Ηρώδη του βασιλέα, νά μάγοι από την ανατολή φτάσανε στην Ιερουσαλήμ και λέγανε «Πού ‘ναι ο γεννημένος βασιλέας των Ιουδαίων; Γιατί είδαμε τ’ άστρο του στην ανατολή κι’ ήρθαμε ναν τον προσκυνήσουμε». Και σαν τ’ άκουσε ο βασιλέας Ηρώδης, ταράχτη. [καθώς] κι’ όλη η Ιερουσαλήμ μαζί του, και συνάζοντας όλους τους πρωτοπαπάδες και τους διαβασμένους του λαού, τους ρώταε πού γεννιέται ο Χριστός. Κι’ εκείνοι τούπανε «Στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας· γιατί έτσι » είναι γραμένο μέσο του Προφήτη Κι εσύ Βηθλέεμ γη του Ιούδα, δεν είσαι όχι η πιο ασήμαντη από τις πρωτεύουσες του Ιούδα· γιατί από σένανε θα βγει αρχηγός που θα βοσκήσει το λαό » μου τον Ισραήλ».

8. Τότες ο Ηρώδης έκραξε κρυφά τους μάγους και ξακρίβωσε τον καιρό τ’ άστρου που φαίνουνταν, και στέλνοντάς τους στη Βηθλεέμ είπε «Πηγαίνετε και ξετάστε σωστά για το παιδί, και σαν το βρείτε, μηνύστε μου, για να πάω κι’ εγώ και ναν το προσκυνήσω». Κι’ αυτοί σαν άκουσαν το βασιλέα, μίσεψαν. Και να τ’ άστρο πούδανε στην ανατολή προχωρούσε ομπρός τους ως που πήγε και στάθηκε απάνου εκεί πούταν το παιδί. Και σαν είδαν τ’ άσ- τρο, χάρηκαν χαρά μεγάλη υπερβολικά, και πήγανε στο σπίτι κι’ είδαν το παιδί με τη Μαρία τη μητέρα του, κι’ έπεσαν και το προσκύνησαν. Κι’ ανοίγοντας τους θησαυρούς τους του προσφέρανε χαρίσματα, χρυσάφι και λιβάνι και μύρρα. Κι’ αφού φωτίστηκαν σ’ όνειρό τους να μην ξαναγυρίσουνε στον Ηρώδη, απ’ άλλο δρόμο μίσεψαν πίσω στον τόπο τους.

9. Κι’ αυτοί σα μίσεψαν πίσω στον τόπο τους, να άγγελος Κυρίου φάνηκε στ’ όνειρό του του Ιωσήφ και λέει «Σήκω πάρε το παιδί και τη μητέρα του » και φεύγα στην Αίγυπτο, και μένε εκεί ως που να σου πω· γιατί ‘ναι ο Ηρώδης να ζητήσει το παιδί με σκοπό ναν το σκοτώσει». Κι’ εκείνος σηκώθηκε και πήρε νύχτα το παιδί και τη μητέρα του κι’ έφυγε στην Αίγυφτο, κι’ έμενε εκεί ως στο θάνατο του Ηρώδη, για ν’ αληθέψει ό,τι είπε ο Κύριος μέσο του Προφήτη, που λέει Από την Αίγυφτο έκραξα το γιο μου .

10. Τότες ο Ηρώδης όταν είδε πως γελάστη από τους μάγους, θύμωσε υπερβολικά, κι’ έστειλε και θανάτωσε τ’ αγόρια όλα μέσα στη Βηθλεέμ και σ’ όλα της τα σύνορα από διο χρονών και κάτου σύφωνα με τον καιρό που ξακρίβωσε από τους μάγους. Τότες αλήθεψε το ειπωμένο μέσο του Ιερεμία του προφήτη, που λέει Φωνή ακούστηκε στη Ραμά, κλάμα και ξεφωνητό πολύ· η Ραχήλ πούκλαιγε τα τέκνα της, και παρηγοριά δεν είχε τι δε ζουν.

11. Και σαν πέθανε ο Ηρώδης, να άγγελος Κυρίου τού φαίνεται στ’ όνειρό του του Ιωσήφ στην Αίγυφτο και λέει «Σήκω πάρε το παιδί με τη μητέρα του και πήγαινε στον τόπο του Ισραήλ· γιατί πέθαναν όσοι ζητούσαν τη ζωή του παιδιού». Κι’ εκείνος σηκώθηκε και πήρε το παιδί και τη μητέρα του και πήγε στον τόπο του Ισραήλ. Κι’ όταν άκουσε πως ο Αρχέλαος βασιλεύει την Ιουδαία αντίς τον πατέρα του τον Ηρώδη, φοβήθη εκεί να πάει, μόνε, καθώς φωτίστηκε σ’ όνειρό του, έφυγε στα μέρη της Γαλιλαίας και πήγε και κατοίκησε χώρα που λέγεται Ναζαρέτ, για ν’ αληθέψει το ειπωμένο μέσο των Προφητών, πως Ναζωραίο θαν τον κράξουν.

12. Κι’ εκείνες τις ημέρες βγαίνει ο Ιωάνης ο βαφτιστής, που κήρυχνε στην έρημο της Ιουδαίας λέγοντας «Μετανιώστε, γιατί σίμωσε η βασιλεία των ουρανών». Γιατί αυτός είναι ο ειπωμένος μέσο του Ησαΐα του προφήτη, που λέει Φωνή που κάπιος κράζει στην έρημο Ετοιμάστε το δρόμο του Κυρίου, ίσια κάντε τα μονοπάτια του. Κι’ ο ίδιος ο Ιωάνης είχε το φόρεμά του από γκαμή- λας τρίχα και ζουνάρι δερμάτινο γύρω στη μέση του, κι’ είταν η θροφή του ακρίδες και μέλι άγριο.

13. Τότες πηγαίνανε όξω στον Ιωάνη τα Ιεροσόλυμα κι’ η Ιουδαία όλη κι’ όλα τα περίχωρα του Ιορδάνη, και τους βάφτιζε μέσα στον Ιορδάνη τον ποταμό αφού ξομολογούνταν τις αμαρτίες τους. Και σαν είδε και πήγαιναν πολλοί από τους Φαρισαίους και Σαδδουκαίους στο βάφτισμα, τους είπε «Γεννήματα οχιών, πιος σας οδήγησε να γλυτώστε από την οργή που φτάνει; Κάντε λοιπόν καρπό άξιο του μετανιωμού, και μη λέτε τάχα μέσα σας Πατέρα έχουμε τον Αβραάμ γιατί σας λέω πως απ’ αυτές τις πέτρες ο Θεός μπορεί να βγάλει του παιδιά του Αβραάμ. Και πια το ξινάρι τώρα στέκει κοντά στη ρίζα των δέντρων· κάθε λοιπόν δέντρο που δεν κάνει καρπό καλό κόβεται και ρήχνεται στη φωτιά. Εγώ σας βαφτίζω με νερό για μετανιωμό, μα αυτός που φτάνει πίσω μου είναι δυνατώτερός μου, που δεν είμαι άξιος να σηκώσω τα σαντάλια του· αυτός θα σας βαφτίσει με πνέμα άγιο και φωτιά. Που το φτιάρι ‘ναι στο χέρι του και θα παστρέψει πέρα ως πέρα τ’ αλώνι του, και θα μαζέψει το στάρι του στην αποθήκη του, και τ’ άχερο θα κάψει μ’ άσβυστη φωτιά».

14. Τότες φτάνει ο Ιησούς από τη Γαλιλαία στον Ιορδάνη να βρει τον Ιωάνη για να βαφτιστεί. Κι’ εκείνος τον αμπόδιζε κι’ έλεγε «Εγώ ‘χω ανάγκη από σένα να βαφτιστώ, κι’ εσύ έρχεσαι σ’ εμένα;» Κι’ ο Ιησούς αποκρίθηκε και τούπε «Άφισε τώρα· γιατί έτσι πρέπει να κάνουμε κάθε μας χρέος». Τότες τον αφίνει. Κι’ άμα βαφτίστηκε ο Ιησούς, ευτύς ανέβηκε από τα νερά, και να άνοιξαν τα ουράνια κι’ είδε πνέμα του Θεού που κατεβαίνοντας σαν περιστέρι έρχουνταν απάνω του, και να φωνή από τα ουράνια κι’ έλεγε «Αυτός είναι ο γιος μου ο αγαπητός πούχει την καλή μου γνώμη».

16. Τότες το πνέμα πήγε τον Ιησού απάνου στην έρημο για ναν τον πειράξει ο Διάβολος. Κι’ αφού νήστεψε μέρες σαράντα και νύχτες σαράντα, ύστερα πείνασε. Και πήγε ο Πειρασμός και τούπε « Αν είσαι γιος του Θεού, πες οι πέτρες αυτές να γίνουν ψωμιά». Κι’ εκείνος αποκρίθη κι’ είπε «Είναι γραμένο Με ψωμί μονάχα δε θα ζήσει ο άνθρωπος, μόνε μ’ όπιο λόγο βγαίνει από το στόμα τον Θεού».

17. Τότες τον πηγαίνει ο Διάβολος στην άγια χώρα και τον έστησε στην άκρη απάνου του ναού, και του λέει «Αν είσαι γιος του Θεού, ρήξου κάτου· γιατί ‘ναι γραμένο πως Τους αγγέλους του για σένα θα προστάζει, και θα σε σηκώσουνε στα χέρια μήπως χτυπήσεις σε πέτρα το πόδι σου» . Του είπε ο Ιησούς «Πάλι ‘ναι γραμένο Να μη δοκιμάζεις τον » Κύριο το Θεό σου ». Πάλι τον πηγαίνει ο Διάβολος σε βουνό αψηλό υπερβολικά και του δείχνει όλα τα βασίλεια του κόσμου και τη δόξα τους, και τούπε «Αυτά όλα θα σ’ τα δώσω αν πέσεις και με προσκυνήσεις». Τότες του λέει ο Ιησούς «Πήγαινε, Σατανά· γιατί ‘ναι γραμένο Τον Κύριο το Θεό σου να προσκυνάς κι’ εκείνονε μονάχα να λατρεύεις ». Τότες τον παραιτάει ο Διάβολος, και να άγγελοι ήρθαν και τον υπερετούσαν.

19. Και σαν άκουσε πως παράδωσαν τον Ιωάνη, έφυγε στη Γαλιλαία, κι’ αφίνοντας τη Ναζαρά πήγε και κατοίκησε την Καφαρναούμ την παράλιμνη στα σύνορα, του Ζαβουλών και του Νεφταλείμ για ν’ αληθέψει το ειπωμένο μέσο του Ησαΐα του προφήτη, που λέει Εσύ γη του Ζαβουλών και γη του Νεφταλείμ στο δρόμο της λίμνης αντίπερα από τον Ιορδάνη, εσύ Γαλιλαία των εθνών, ο λαός ο καθισμένος σε σκοτάδι φως είδε μεγάλο, και στους καθισμένους σε τόπο κι’ ήσκιο θανάτου φως τους ανάτειλε.

Από τότες άρχισε ο Ιησούς να κηρύχνει και λέει « Μετανιώστε, γιατί σίμωσε η βασιλεία των ουρανών».

20. Και περπατώντας κοντά στη λίμνη της Γαλιλαίας είδε διο αδερφούς, το Σίμωνα που τον έλεγαν Πέτρο και τον Αντρέα τον αδερφό του, ενώ έρρη- χναν πλεμμάτι στη λίμνη — γιατί ‘ταν ψαράδες — και τους λέει «Ελάτε πίσω μου και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων». Κι’ εκείνοι αμέσως άφισαν τα δίχτια και τον κολούθησαν. Και προχωρώντας από κει, είδε άλλους διο αδελφούς, τον Ιάκωβο το γιο του Ζεβεδαίου και τον Ιωάνη τον αδερφό του, μέσα στο καράβι με το Ζεβεδαίο τον πατέρα τους ενώ διόρθωναν τα δίχτια τους, και τους έκραξε. Κι’ εκείνοι αμέσως άφισαν το καράβι και τον πατέρα τους και τον ακολούθησαν.

21. Και γύριζε όλη τη Γαλιλαία διδάσκοντας μέσα στα συναγώγια τους και κηρύχνοντας το καλό το μήνυμα της βασιλείας και γιατρεύοντας κάθε αρ- ρώστια και κάθε πάθος του λαού. 22. Και πήγε η φήμη του σ’ όλη τη Συρία, και του φέρανε όλους τους παθιασμένους, πιασμένους από κάθε λογής αρ- ρώστια και βάσανο, δαιμονισμένους και σεληνιασμένους και παραλυτικούς· και τους γιάτρεψε. Και τον ακολούθησαν πλήθη πολλά από τη Γαλιλαία και Δεκάπολη κι’ Ιεροσόλυμα κι’ Ιουδαία κι’ αντίπερα από τον Ιορδάνη.

23. Κι’ όταν είδε τα πλήθη, ανέβηκε το βουνό. Κι’ αφού κάθησε, ήρθαν κοντά του οι μαθητάδες του, κι’ άνοιξε το στόμα και τους δίδασκε λέγοντας « Καλότυχοι οι φτωχοί από νου, γιατί δική τους είναι η βασιλεία των ουρανών. Καλότυχοι οι λυπημένοι, γιατί αυτοί θα παρηγορηθούν. Καλότυχοι οι ήμεροι, γιατί αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη. » Καλότυχοι οι πεινασμένοι και διψασμένοι την αρετή, γιατί αυτοί θα χορταστούν. Καλότυχοι οι σπλαχνικοί, γιατί αυτοί θα δούνε σπλαχνιά. Καλότυχοι οι με καθαρή καρδιά, γιατί αυτοί θα δούνε το Θεό. Καλότυχοι όσοι φέρνουν ειρήνη, γιατί αυτούς θα πούνε γιους του Θεού. Καλότυχοι οι κατατρεμένοι για αρετή, γιατί δική τους είναι η βασιλεία των ουρανών. Καλότυχοι ‘στε ότα σας βρίσουν και σας κατατρέξουν, και σας καταλαλήσουνε για μένα κάθε κακό ψευτολογώντας. Χαίρεστε κι’ αναγαλλιάζετε, γιατί η αξία σας μεγάλη στα ουράνια· γιατί έτσι κατάτρεξαν τους προφήτες τους προτύτερά σας.

» Εσείς είστε τ’ αλάτι της γης· κι’ αν τ’ αλάτι μωραθεί, με τι θ’ αλατιστεί; Τίποτα πια δεν αξίζει παρά ναν το ρήξεις όξω κι’ οι ανθρώποι ναν το καταπατούν. Εσείς είστε το φως του κόσμου. Δε μπορεί χώρα να κρυφτεί απάνου σε βουνό χτισμένη. Μήτ’ ανάβουνε λύχνο και τόνε βάζουν κάτου από το κοιλό, μόνε στο λυχνοστάτη απάνου, και φέγγει σ’ όλους μέσα στο σπίτι. Έτσι ας λάμψει το φως σας μπροστά στους ανθρώπους, για να δουν τα καλά σας έργα και δοξάσουν τον πατέρα σας στα ουράνια.

26.» Μη νομίστε πως ήρθα να χαλάσω το Νόμο » ή τους Προφήτες· δεν ήρθα να χαλάσω, μόνε ν’ αληθέψω. Γιατί αληθινά σας λέω, πριν περάσει ο ουρανός κι’ η γη, ένα γιώτα ή μια γραμμίτσα δε θα περάσει από το Νόμο, πρι να γίνουν όλα. Όπιος λοιπόν χαλάσει μια από κείνες τις εντολές — τις μικρότατες — κι’ έτσι διδάξει τους ανθρώπους, μικρότατο θαν τον πούνε στη βασιλεία των ουρανών όπιος όμως κάνει και διδάξει, αυτόνε μεγάλο θαν » τον πούνε στη βασιλεία των ουρανών. Γιατί σας » λέω, πως α δεν πληθήνει η αρετή σας πιότερο από των διαβασμένων και Φαρισαίων, αδύνατο να μπείτε στη βασιλεία των ουρανών.

27.» Ακούσατε πως ειπώθηκε στους παλιούς Να μη σκοτώνεις· κι’ όπιος σκοτώσει, του πρέπει το κριτήρι. Εγώ όμως σας λέω, πως όπιος θυμώνει τ’ αδερφού του, του πρέπει το κριτήρι· κι’ όπιος πει τ’ αδερφού του Ρακά, του πρέπει η σύνοδο· κι’ όπιος πει Βλάκα, του πρέπει η γέεννα της φωτιάς. Α λοιπόν προσφέρνεις το χάρισμά σου στο θυσιαστήρι απάνου κι’ εκεί θυμηθείς πως έχει τίποτα μαζί σου ο αδερφός σου, άφισέ το εκεί το χάρισμά σου στο θυσιαστήρι ομπρός, και σήρε πρώτα και φιλιώσου με τον αδερφό σου, και τότες έλα πρόσφερε το χάρισμά σου. Κέρδισε την καλογνωμιά τ’ αντιδίκου σου γλήγορα όσο βρίσκεσαι στο δρόμο μαζί του, μήπως σε παραδώσει ο αντίδικος στον κριτή κι’ ο κριτής στον κλητήρα και φυλακιστείς· αληθινά σου λέω, δε θα βγεις από κει ως να γυρίσεις το στερνό κοδράντη.

28.» Ακούσατε πως ειπώθηκε Να μη μοιχεύεις. Εγώ όμως σας λέω, πως όπιος βλέπει γυναίκα με σκοπούς αποθυμιάς, τήνε μοίχεψε κι’ όλας μέσα στην καρδιά του. Κι’ αν το μάτι σου το δεξύ σε σκανταλίζει, βγάλ’ το και ρήξε το μακριά σου· γιατί σε συφέρνει ένα σου μέλος να » χαθεί, κι’ όχι όλο σου το κορμί να ρηχτεί σε γέεννα. Κι’ αν το δεξύ σου χέρι σε σκανταλίζει, κόψ’ το και ρήξε το μακριά σου· γιατί σε συφέρνει ένα σου μέλος να χαθεί, κι’ όχι όλο σου το κορμί να » πάει σε γέενα.

29. » Κι’ ειπώθηκε Όπιος χωρίσει τη γυναίκα του, ας της δώσει χωρισοχάρτι. Εγώ όμως σας λέω, πως όπιος χωρίσει τη γυναίκα του εξόν από λόγο ατιμίας, την κάνει και μοιχεύεται· κι’ όπιος χωρισμένη παντρευτεί, μοιχεύει.

30. » Πάλι ακούσατε πως ειπώθηκε στους παλιούς Να μην ψευτορκείς, μόνε να πλερώνεις στον Κύριο τους όρκους σου . Εγώ όμως σας λέω, να μην ορκίζεσαι ολότελα, μήτε στον ουρανό γιατί ‘ναι θρόνος του Θεού, μήτε στη γη γιατί ‘ναι των » ποδιών του σκαμνί, μήτε στα Ιεροσόλυμα γιατί ‘ναι πολιτεία του μεγάλου βασιλέα, μήτε στην κεφαλή σου να μην ορκίζεσαι γιατί δε μπορείς μια τρίχα να κάνεις άσπρη ή μαύρη. Μόνε ας είναι ο λόγος σας ναι ναι, όχι όχι· το παραπάνου έρχεται από τον Κακό.

31. Ακούσατε πως ειπώθη Μάτι για μάτι και δόντι για δόντι. Εγώ όμως σας λέω, μην αντιστέκεις στον κακό, μόνε όπιος σε χτυπά στο δεξύ σου μάγουλο, γύρισ’ του και τ’ άλλο· κι’ όπιος σου θέλει δίκες και να πάρει σου το ρούχο, άφισέ του και το πανωφόρι· κι’ όπιος σ’ αγγαρέψει ένα μίλι, πήγαινε μαζί του διο. Σ’ όπιονε σου γυρεύει δώσε, κι’ όπιος θέλει να σου δανειστεί μην του γυρίσεις ράχη.

32. » Ακούσατε πως ειπώθη Ν’ αγαπάς το γείτονά σου και να μισείς τον εχτρό σου . Εγώ όμως σας λέω, αγαπάτε τους εχτρούς σας και προσεύκεστε για το καλό όσωνε σας κατατρέχουν, έτσι να γίνετε γιοι του πατέρα σας στα ουράνια, γιατί τον ήλιο του τον ανατέλλει σε κακούς και σε καλούς και βρέχει σε δίκιους κι’ άδικους. Τι ανίσως αγαπήστε όσους σας αγαπούν, τι αξία έχετε; Το ίδιο δεν κάνουν κι’ οι τελώνες; Κι’ α χαιρετήστε τους αδερφούς σας μοναχά, τι παραπάνου κάνετε; Το ίδιο δεν κάνουνε κι’ οι εθνικοί; Γίνετε λοιπόν εσείς τέλειοι, όπως τέλειος είναι ο πατέρας σας ο ουράνιος.

33.» Προσέχετε τα χρέη σας να μην τα κάνετε μπροστά στους ανθρώπους, έτσι για να σας καμαρώσουν· ειδεμή, αξία δεν έχετε με τον πατέρα μου στα ουράνια. Ότα λοιπόν ελεείς, μη σαλπίζεις μπροστά σου, όπως κάνουν οι υποκριτάδες μέσα στα συναγώγια και στενά για να παινεθούν από τους ανθρώπους. Αληθινά σας λέω, έλαβαν την πλερωμή τους. Μονάχα εσύ σαν ελεείς, ας μη μάθει το ζερβύ σου το τι κάνει το δεξύ σου, για να μείνει η ελεημοσύνη σου κρυφή· κι’ ο πατέρας σου που βλέπει στο κρυφό θα σε πλερώσει.

34. »Κι’ όταν κάντε προσευχή, μη γίνεστε σαν τους υποκριτάδες· γιατί αγαπούνε μέσα στα συναγώγια και στων μεγάλων δρόμων τις γωνιές να στέκουν και προσεύκουνται, για να φανούνε στους ανθρώπους. Αληθινά σας λέω, έλαβαν την πλερωμή τους. Μονάχα εσύ σαν κάνεις προσευκή, έμπα μέσα στα κελλί σου, και κλείνοντας την πόρτα σου προσευκήσου στον πατέρα σου πούναι στο κρυφό· κι’ ο πατέρας σου που βλέπει στο κρυφό θα σε πλερώσει. Και στην προσευκή σας μη μωρολογάτε σαν τους υποκριτάδες, γιατί νομίζουν πως με την πολυλογιά τους θα συνακουστούν. Μην τους μιάστε λοιπόν· γιατί ξέρει ο Θεός ο πατέρας σας το τι σας χρειάζεται πριν του ζητήστε. Λοιπόν έτσι εσείς να προσεύχεστε Πατέρα μας εσύ μέσ’ στα ουράνια, άγιο ας είναι τ’ όνομά σου, ας έρθει η βασιλεία σου, ας γίνει το θέλημά σου, όπως στον ουρανό [έτσι] και στη γη· το ψωμί μας όσο μας πέφτει δώσε μας σήμερα, και χάρισέ μας τα χρέη μας όπως κι’ εμείς χαρίσαμε σ’ όσους μας χρωστούν και μη μας βάλεις σε πειρασμό, μόνε γλύτωσέ μας από τον Κακό. Γιατί α συχωρέστε των ανθρώπων τα φταιξίματά τους, θα συχωρέσει και σ’ εσάς ο πατέρας σας ο ουράνιος· μα α δε συχωρέστε των ανθρώπων τα φταιξίματά τους, δε θα συχωρέσει μήτ’ ο πατέρας σας τα δικά σας φταιξίματα.

35. » Και σα νηστεύετε, μη γίνεστε σαν τους υποκριτάδες σκυθρωποί· γιατί αφανίζουνε τα πρόσωπά τους για να φανούνε στους ανθρώπους πως νηστεύουν. Αληθινά σας λέω, έλαβαν την πλερωμή τους. Μόνε εσύ σα νηστεύεις, λάδωσε το κεφάλι σου και νίψε το πρόσωπό σου για να μη φανείς στους ανθρώπους πως νηστεύεις, μόνε στον πάτερα σου στο κρυφό· κι’ ο πατέρας σου που βλέπει στο κρυφό θα σε πλερώσει.

36. » Μη θησαυρίζετε θησαυρούς στη γη, όπου σκουλήκι και φάγωμα αφανίζει κι’ όπου κλέφτες τρυπούν και κλέβουνε· μόνε θησαυρίζετε θησαυρούς στον ουρανό, όπου μήτε σκουλήκι μήτε φάγωμα αφανίζει κι’ όπου κλέφτες δεν τρυπούν μήτε κλέβουνε. Γιατί όπου ‘ναι ο θησαυρός σου, εκεί θάναι κι’ η καρδιά σου.

37. » Ο λύχνος του κορμιού ‘ναι το μάτι σου. Α λοιπόν το μάτι σού ‘ναι αθώο, όλο το κορμί σου θάναι φωτεινό· μα αν είναι αχαμνό το μάτι σου, όλο τα κορμί σου θάναι σκοτεινό. Α λοιπόν σκοτάδι ‘ναι το φως το μέσα σου, το σκοτάδι πόσο;

38. » Διο αφεντάδες να δουλεύει δε μπορεί κανείς· γιατί ή τον ένα θα μισήσει και τον άλλο θ’ αγαπήσει, ή στον ένα θα προσκολληθεί και τον άλλο θ’ αψηφίσει. Δε μπορείτε Θεό να δουλεύετε και Μαμωνά. Γι’ αυτό σας λέω, μη φροντίζετε για τη ζωή σας τι θα φάτε ή τι θα πιείτε, μήτε για το σώμα σας τι θα φορέστε. Δεν είναι η ζωή πια πολύ από τη θροφή και το σώμα από το φόρεμα; Κοιτάξτε τα πουλιά τ’ ουρανού, τι δε σπαίρνουν ούτε θερίζουν ούτε συνάζουνε σ’ αποθήκες, κι’ ο πατέρας σας ο ουράνιος τα θρέφει· εσείς δεν αξίζετε πιο πολύ τους; Και πιος φροντίζοντας μπορεί στα χρόνια του μια πήχη να βάλει παραπάνου; Και για φόρεμα τι φροντίζετε; Παρατηρήστε τους κρίνους του κάμπου πώς γίνουνται· δε δουλεύουνε μήτε γνέθουν· όμως σας λέω πως κι’ ο Σολομώνας μέσα σ’ όλη του τη δόξα σαν κανένα τους δε φόρεσε στολή. Α λοιπόν του κάμπου τα χορτάρι πούναι σήμερα και ταχιά το ρήχνουνε σε φούρνο, έτσι ο Θεός το στολίζει, όχι πολύ περισσότερο εσάς, λιγόπιστοι; Μη λοιπόν φροντίζετε λέγοντας τι θα φάμε ή τι θα πιούμε ή τι θα βάλουμε (επειδή όλα αυτά τα ζητούν οι εθνικοί), γιατί ξέρει ο πατέρας σας πως όλα αυτά σας χρειάζουνται· μόνε ζητάτε πρώτα την αγιοσύνη και τη βασιλεία του, κι’ όλα αυτά θα σας δοθούνε μαζί. Μη λοιπόν φροντίζετε για την αυρινή, γιατί η αυρινή θα φροντιστεί μονάχη της· της σώνει της ημέρας » το δικό της βάσανο.

39.» Μη δικάζετε για να μη δικαστήτε· γιατί μ’ ό,τι δίκη δικάζετε θα δικαστήτε και μ’ ό,τι μέτρο μετράτε θα σας μετρηθεί. Και τι βλέπεις το ξυλάκι μέσα στο μάτι τ’ αδερφού σου, και το πατερό μέσα στο δικό σου μάτι δεν το νιώθεις; Ή πώς θα πεις τ’ αδερφού σου. Άφισε να βγάλω το ξυλάκι από το μάτι σου, και νά το πατερό μέσα στο δικό σου μάτι; Υποκριτή, βγάλε πρώτα το πατερό μέσ’ από το μάτι σου, και τότες κοίταξε να βγάλεις το ξυλάκι από το μάτι τ’ αδερφού σου. Μη δώστε τίποτ’ αγιασμένο στα σκυλιά, μήτε να ρήξτε τα μαργαριτάρια σας μπροστά στους χοίρους, μήπως τα καταπατήσουνε με τα πόδια τους και γυρνώντας σας ξεσκίσουν.

Συνέχεια

Advertisements

Μαρτύριον Περπέτουας και των συν αυτή

Posted in Medieval Greek Literature, Religious Literature on Δεκέμβριος 19, 2010 by Le grand écrivain

ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΠΕΡΠΕΤΟΥΑΣ

Μαρτύριον τῆς ἁγίας Περπετούας καὶ τῶν σὺν αὐτῇ τελειωθέντων ἐν  Ἀφρικῇ· τῇ πρὸ τεσσάρων νονῶν Φευρουαρίων. Εὐλόγησον.

(P.) Ἐπὶ Οὐαλεριάνου καὶ Γαλιηνοῦ διωγμὸς ἐγένετο, ἐν ᾧ ἐμαρτύρησαν οἱ ἅγιοι Σάτυρος, Σατουρνῖλος, Ῥεουκάτος, Περπετούα, Φηλικητάτη, νόναις Φευρουαρίαις.

(1.) Εἰ τὰ παλαιὰ τῆς πίστεως δόγματα, καὶ δόξαν θεοῦ φανεροῦντα καὶ οἰκοδομὴν ἀνθρώποις ἀποτελοῦντα, διὰ τοῦτό ἐστιν γεγραμμένα, ἵνα τῇ ἀναγνώσει αὐτῶν ὡς παρουσίᾳ τῶν πραγμάτων χρώμεθα καὶ ὁ θεὸς δοξασθῇ, διατί μὴ καὶ τὰ καινὰ  παραδείγματα, ἅτε δὴ ἑκάτερα ἐργαζόμενα ὠφέλειαν, ὡσαύτως  γραφῇ παραδοθείη; ἢ γὰρ τὰ νῦν πραχθέντα οὐ τὴν αὐτὴν παρρησίαν ἔχει, ἐπεὶ δοκεῖ πως εἶναι τὰ ἀρχαῖα σεμνότερα; πλὴν καὶ ταῦτα ὕστερόν ποτε γενόμενα παλαιά, ὡσαύτως τοῖς μεθ’ ἡμᾶς γενήσεται καὶ ἀναγκαῖα καὶ τίμια. ἀλλ’ ὄψωνται οἵτινες μίαν δύναμιν ἑνὸς ἁγίου πνεύματος κατὰ τὰς ἡλικίας  κρίνουσι τῶν χρόνων· ὅτε δὴ δυνατώτερα ἔδει νοεῖσθαι τὰ καινότερα, ὡς ἔχοντα αὐξανομένης τῆς χάριτος τῆς εἰς τὰ τέλη τῶν καιρῶν ἐπηγγελμένης. Ἐν ἐσχάταις γὰρ ἡμέραις, λέγει ὁ κύριος, ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός μου ἐπὶ πᾶσαν σάρκα, καὶ προφητεύσουσιν οἱ υἱοὶ ὑμῶν καὶ αἱ θυγατέρες ὑμῶν· καὶ οἱ νεανίσκοι ὑμῶν ὁράσεις ὄψονται, καὶ οἱ πρεσβῦται ὑμῶν ἐνυπνίοις ἐνυπνιασθήσονται. ἡμεῖς δὲ οἵτινες προφητείας καὶ ὁράσεις καινὰς δεχόμεθα καὶ ἐπιγινώσκομεν καὶ τιμῶμεν πάσας τὰς δυνάμεις τοῦ ἁγίου πνεύματος, ὡς χορηγεῖ τῇ ἁγίᾳ ἐκκλησίᾳ πρὸς ἣν καὶ ἐπέμφθη πάντα τὰ χαρίσματα ἐν πᾶσιν διοικοῦν,  ἑκάστῳ ὡς ἐμέρισεν ὁ θεός, ἀναγκαίως καὶ ἀναμιμνήσκομεν καὶ πρὸς οἰκοδομὴν εἰσάγομεν, μετὰ ἀγάπης ταῦτα ποιοῦντες εἰς δόξαν θεοῦ, καὶ ἵνα μή πως ᾖ ἀβέβαιός τις καὶ ὀλιγόπιστος, ἢ καὶ τοῖς παλαιοῖς μόνον τὴν χάριν καὶ τὴν δύναμιν δίδοσθαι νομίσῃ, εἴτε ἐν τοῖς τῶν μαρτύρων εἴτε ἐν τοῖς τῶν ἀποκαλύψεων ἀξιώμασιν· πάντοτε ἐργαζομένου τοῦ θεοῦ ἃ ἀπηγγείλατο εἰς μαρτύριον μὲν τῶν ἀπίστων εἰς ἀντίληψιν δὲ τῶν πιστῶν. καὶ ἡμεῖς ἃ ἠκούσαμεν καὶ ἑωράκαμεν καὶ ἐψηλαφήσαμεν εὐαγγελιζόμεθα ἡμῖν ἀδελφοὶ καὶ τέκνα· ἵνα καὶ οἱ συμπαρόντες ἀναμνησθῶσιν δόξης θεοῦ, καὶ οἱ νῦν δι’ ἀκοῆς γινώσκοντες  κοινωνίαν ἔχητε μετὰ τῶν ἁγίων μαρτύρων, καὶ δι’ αὐτῶν μετὰ τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ἀμήν.

(2.) Ἐν πόλει Θουρβιτάνων τῇ μικροτέρᾳ συνελήφθησαν νεανίσκοι κατηχούμενοι, Ῥεουκάτος καὶ Φηλικητάτη σύνδουλοι, καὶ Σατουρνῖλος καὶ Σεκοῦνδος· μετ’ αὐτῶν δὲ καὶ Οὐιβία Περπετούα, ἥτις ἦν γεννηθεῖσα εὐγενῶς καὶ τραφεῖσα πολυτελῶς γαμηθεῖσά τε ἐξόχως. αὕτη εἶχεν πατέρα καὶ μητέρα καὶ δύο ἀδελφοὺς, ὧν ὁ ἕτερος ἦν ὡσαύτως κατηχούμενος· εἶχεν δὲ καὶ τέκνον, ὃ πρὸς τοῖς μασθοῖς ἔτι ἐθήλαζεν· ἦν δὲ αὕτη ἐτῶν εἴκοσι δύο· ἥτις πᾶσαν τὴν τάξιν τοῦ μαρτυρίου ἐντεῦθεν διηγήσατο, ὡς καὶ τῷ νοῒ αὐτῆς καὶ τῇ χειρὶ συγγράψασα κατέλιπεν οὕτως εἰποῦσα.

(3.) Ἔτι, φησίν, ἡμῶν παρατηρουμένων ἐπεχείρει ὁ πατήρ μοι λόγοις πείθειν με κατὰ τὴν ἑαυτοῦ εὐσπλαγχνίαν τῆς προκειμένης ὁμολογίας ἐκπεσεῖν· κἀγὼ πρὸς αὐτόν· Πάτερ, ἔφην, ὁρᾶς λόγου χάριν σκεῦος κείμενον ἢ ἄλλο τι τῶν τοιούτων; κἀκεῖνος ἀπεκρίθη· Ὁρῶ. κἀγώ· Ἄλλο ὀνομάζειν  αὐτὸ μὴ θέμις; οὐδὲ δύναμαι, εἰμὴ ὃ εἰμί, τουτέστι χριστιανή. τότε ὁ πατήρ μου ταραχθεὶς τῷδε τῷ λόγῳ ἐπελθὼν ἠθέλησεν τοὺς ὀφθαλμούς μου ἐξορύξαι· ἔπειτα μόνον κράξας, ἐξῆλθεν νικηθεὶς μετὰ τῶν τοῦ διαβόλου μηχανῶν. τότε ὀλίγας ἡμέρας ἀποδημήσαντος αὐτοῦ, ηὐχαρίστησα τῷ κυρίῳ, καὶ ἥσθην ἀπόντος αὐτοῦ· καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς ἡμέραις ἐβαπτίσθημεν· καὶ ἐμὲ ὑπηγόρευσεν τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον μηδὲν ἄλλο αἰτήσασθαι ἀπὸ τοῦ ὕδατος τοῦ βαπτίσματος εἰ μὴ σαρκὸς ὑπομονήν. μετὰ δὲ ὀλίγας ἡμέρας ἐβλήθημεν εἰς φυλακὴν, καὶ ἐξενίσθην· οὐ γὰρ πώποτε τοιοῦτον ἑωράκειν σκότος· ὡς δεινὴν ἡμέραν καῦμά́ τε σφοδρόν· καὶ γὰρ ἀνθρώπων πλῆθος ἦν ἐκεῖ  ἄλλως τε καὶ στρατιωτῶν συκοφαντίαις πλείσταις· μεθ’ ἃ δὴ πάντα κατεπονούμην διὰ τὸ νήπιον τέκνον. τότε Τέρτιος καὶ Πομπόνιος, εὐλογημένοι διάκονοι οἳ διηκόνουν ἡμῖν, τιμὰς δόντες ἐποίησαν ἡμᾶς εἰς ἡμερώτερον τόπον τῆς φυλακῆς μεταχθῆναι. τότε ἀναπνοῆς ἐτύχομεν, καὶ δὴ ἕκαστοι προσαχθέντες ἐσχόλαζον ἑαυτοῖς· καὶ τὸ βρέφος ἠνέχθη πρός με, καὶ ἐπεδίδουν αὐτῷ γάλα, ἤδη αὐχμῷ μαρανθέν· τῇ μητρὶ προσελάλουν, τὸν  ἀδελφὸν προετρεπόμην, τὸ νήπιον παρετιθέμην· ἐτηκόμην δὲ ὅτι ἐθεώρουν αὐτοὺς δι’ ἐμὲ λυπουμένους· οὕτως περίλυπος πλείσταις  ἡμέραις οὖσα, ᾔτησα καὶ τὸ βρέφος ἐν τῇ φυλακῇ μετ’ ἐμοῦ μένειν· κἀκεῖνο ἀνέλαβεν καὶ ἐγὼ ἐκουφίσθην ἀπὸ ἀνίας καὶ πόνου, καὶ ἰδοὺ ἡ φυλακὴ ἐμοὶ γέγονεν πραιτώριον, ὡς μᾶλλόν με ἐκεῖ θέλειν εἶναι, καὶ οὐκ ἀλλαχοῦ.

Συνέχεια

Πράξεις Παύλου και Θέκλης

Posted in Medieval Greek Literature, Religious Literature on Σεπτεμβρίου 26, 2010 by Le grand écrivain

——–

Πράξεις Παύλου καὶ Θέκλης

——–

(1.) Ἀναβαίνοντος Παύλου εἰς Ἰκόνιον μετὰ τὴν φυγὴν τὴν ἀπὸ Ἀντιοχείας ἐγενήθησαν σύνοδοι αὐτῷ Δημᾶς καὶ Ἑρμογένης ὁ χαλκεύς, ὑποκρίσεως γέμοντες, καὶ ἐξελιπάρουν τὸν Παῦλον ὡς ἀγαπῶντες αὐτόν. ὁ δὲ Παῦλος ἀποβλέπων εἰς μόνην τὴν ἀγαθοσύνην τοῦ Χριστοῦ οὐδὲν φαῦλον ἐποίει αὐτοῖς, ἀλλ’ ἔστεργεν αὐτοὺς σφόδρα, ὥστε πάντα τὰ λόγια κυρίου [καὶ τῆς διδασκαλίας καὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ εὐαγγελίου] καὶ τῆς γεννήσεως καὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ ἠγαπημένου ἐγλύκαινεν αὐτούς, καὶ τὰ μεγαλεῖα τοῦ Χριστοῦ, πῶς ἀπεκαλύφθη αὐτῷ, κατὰ ῥῆμα διηγεῖτο αὐτοῖς.

(2.) Καί τις ἀνὴρ ὀνόματι Ὀνησιφόρος ἀκούσας τὸν Παῦλον παραγενόμενον εἰς Ἰκόνιον, ἐξῆλθεν σὺν τοῖς τέκνοις αὐτοῦ Σιμμίᾳ καὶ Ζήνωνι καὶ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ Λέκτρᾳ εἰς συνάντησιν Παύλου, ἵνα αὐτὸν ὑποδέξηται· διηγήσατο γὰρ αὐτῷ Τίτος  ποταπός ἐστιν τῇ εἰδέᾳ ὁ Παῦλος· οὐ γὰρ εἶδεν αὐτὸν σαρκὶ ἀλλὰ μόνον πνεύματι.

(3.) Καὶ ἐπορεύετο κατὰ τὴν βασιλικὴν ὁδὸν τὴν ἐπὶ Λύστραν, καὶ εἱστήκει ἀπεκδεχόμενος αὐτόν, καὶ τοὺς ἐρχομένους ἐθεώρει κατὰ τὴν μήνυσιν Τίτου. εἶδεν δὲ τὸν Παῦλον ἐρχόμενον, ἄνδρα μικρὸν τῷ μεγέθει, ψιλὸν τῇ κεφαλῇ, ἀγκύλον ταῖς κνήμαις, εὐεκτικόν, σύνοφρυν, μικρῶς ἐπίρρινον, χάριτος πλήρη· ποτὲ μὲν γὰρ ἐφαίνετο ὡς ἄνθρωπος, ποτὲ δὲ ἀγγέλου πρόσωπον εἶχεν.

(4.) Καὶ ἰδὼν ὁ Παῦλος τὸν Ὀνησιφόρον ἐμειδίασεν, καὶ εἶπεν ὁ Ὀνησιφόρος Χαῖρε, ὑπηρέτα τοῦ εὐλογημένου θεοῦ· κἀκεῖνος εἶπεν Ἡ χάρις μετὰ σοῦ καὶ τοῦ οἴκου σου. Δημᾶς δὲ καὶ Ἑρμογένης ἐζήλωσαν καὶ πλείονα τὴν ὑπόκρισιν ἐκίνησαν, ὡς εἰπεῖν τὸν Δημᾶν Ἡμεῖς οὐκ ἐσμὲν τοῦ εὐλογημένου, ὅτι ἡμᾶς οὐκ ἠσπάσω οὕτως; καὶ εἶπεν ὁ Ὀνησιφόρος Οὐχ ὁρῶ ἐν ὑμῖν καρπὸν δικαιοσύνης· εἰ δὲ ἔστε τινές, δεῦτε καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν οἶκόν μου καὶ ἀναπαύσασθε.

(5.) Καὶ εἰσελθόντος Παύλου εἰς τὸν τοῦ Ὀνησιφόρου οἶκον ἐγένετο χαρὰ μεγάλη, καὶ κλίσις γονάτων καὶ κλάσις ἄρτου καὶ λόγος θεοῦ περὶ ἐγκρατείας καὶ ἀναστάσεως, λέγοντος τοῦ Παύλου Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν θεὸν ὄψονται. μακάριοι οἱ ἁγνὴν τὴν σάρκα τηρήσαντες, ὅτι αὐτοὶ  ναὸς θεοῦ γενήσονται. Μακάριοι οἱ ἐγκρατεῖς, ὅτι αὐτοῖς λαλήσει ὁ θεός. μακάριοι οἱ ἀποταξάμενοι τῷ κόσμῳ τούτῳ, ὅτι αὐτοὶ εὐαρεστήσουσιν τῷ θεῷ. μακάριοι οἱ ἔχοντες γυναῖκας ὡς μὴ ἔχοντες, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσιν τὸν θεόν. μακάριοι οἱ φόβον ἔχοντες θεοῦ, ὅτι αὐτοὶ ἄγγελοι θεοῦ γενήσονται.

(6.) Μακάριοι οἱ τρέμοντες τὰ λόγια τοῦ θεοῦ, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται. μακάριοι οἱ σοφίαν λαβόντες Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ ὑψίστου κληθήσονται. μακάριοι οἱ τὸ βάπτισμα τηρήσαντες, ὅτι αὐτοὶ ἀναπαύσονται πρὸς τὸν πατέρα καὶ τὸν υἱόν. μακάριοι οἱ σύνεσιν Ἰησοῦ Χριστοῦ χωρήσαντες, ὅτι αὐτοὶ ἐν φωτὶ γενήσονται. μακάριοι οἱ δι’ ἀγάπην θεοῦ ἐξελθόντες τοῦ σχήματος τοῦ κοσμικοῦ, ὅτι αὐτοὶ ἀγγέλους κρινοῦσιν καὶ ἐν δεξιᾷ τοῦ πατρὸς εὐλογηθήσονται. μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται καὶ οὐκ ὄψονται ἡμέραν κρίσεως πικράν. Μακάρια τὰ σώματα τῶν παρθένων, ὅτι αὐτὰ εὐαρεστήσουσιν τῷ θεῷ καὶ οὐκ ἀπολέσουσιν τὸν μισθὸν τῆς ἁγνείας αὐτῶν· ὅτι ὁ λόγος τοῦ πατρὸς ἔργον αὐτοῖς γενήσεται σωτηρίας εἰς ἡμέραν τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, καὶ ἀνάπαυσιν ἕξουσιν εἰς αἰῶνα αἰῶνος.

(7.) Καὶ ταῦτα τοῦ Παύλου λέγοντος ἐν μέσῳ τῆς ἐκκλησίας ἐν τῷ Ὀνησιφόρου οἴκῳ, Θέκλα τις παρθένος Θεοκλείας μητρὸς μεμνηστευμένη ἀνδρὶ Θαμύριδι, καθεσθεῖσα ἐπὶ τῆς σύνεγγυς θυρίδος τοῦ οἴκου ἤκουεν νυκτὸς καὶ ἡμέρας τὸν περὶ ἁγνείας λόγον λεγόμενον ὑπὸ τοῦ Παύλου· καὶ οὐκ ἀπένευεν ἀπὸ τῆς θυρίδος, ἀλλὰ τῇ πίστει ἐπήγετο ὑπερευφραινομένη. ἔτι δὲ καὶ βλέπουσα πολλὰς γυναῖκας καὶ παρθένους εἰσπορευομένας πρὸς τὸν Παῦλον, ἐπεπόθει καὶ αὐτὴ καταξιωθῆναι κατὰ πρόσωπον στῆναι Παύλου καὶ ἀκούειν τὸν τοῦ Χριστοῦ λόγον· οὐδέπω γὰρ τὸν χαρακτῆρα Παύλου ἑωράκει, ἀλλὰ τοῦ λόγου ἤκουεν μόνον.

Συνέχεια

Μικρό Αφιέρωμα: Ιστορίες για φάλαινες και για φαλαινοθήρες (Μέρος Α’)

Posted in Religious Literature, World Literature on Μαρτίου 31, 2010 by Le grand écrivain

Gustave DORE (1832-1883), Jonas rejeté sur le rivage par la baleine (Gravure)

——–

ΙΩΝΑΣ

—————

1.

Καὶ ἐγένετο λόγος κυρίου πρὸς Ιωναν τὸν τοῦ Αμαθι λέγων· Ἀνάστηθι καὶ πορεύθητι εἰς Νινευη τὴν πόλιν τὴν μεγάλην καὶ κήρυξον ἐν αὐτῇ, ὅτι ἀνέβη ἡ κραυγὴ τῆς κακίας αὐτῆς πρός με. καὶ ἀνέστη Ιωνας τοῦ φυγεῖν εἰς Θαρσις ἐκ προσώπου κυρίου καὶ κατέβη εἰς Ιοππην καὶ εὗρεν πλοῖον βαδίζον εἰς Θαρσις καὶ  ἔδωκεν τὸ ναῦλον αὐτοῦ καὶ ἐνέβη εἰς αὐτὸ τοῦ πλεῦσαι μετ’ αὐτῶν εἰς Θαρσις ἐκ προσώπου κυρίου. καὶ κύριος ἐξήγειρεν πνεῦμα εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ἐγένετο κλύδων μέγας ἐν τῇ θαλάσσῃ, καὶ τὸ πλοῖον ἐκινδύνευεν συντριβῆναι. καὶ ἐφοβήθησαν οἱ ναυτικοὶ καὶ ἀνεβόων ἕκαστος πρὸς τὸν θεὸν αὐτῶν καὶ ἐκβολὴν ἐποιήσαντο τῶν σκευῶν τῶν ἐν τῷ πλοίῳ εἰς τὴν θάλασσαν τοῦ κουφισθῆναι ἀπ’ αὐτῶν· Ιωνας δὲ κατέβη εἰς τὴν κοίλην τοῦ πλοίου καὶ ἐκάθευδεν καὶ ἔρρεγχεν. καὶ προσῆλθεν πρὸς αὐτὸν ὁ πρωρεὺς καὶ εἶπεν αὐτῷ Τί σὺ ῥέγχεις; ἀνάστα καὶ ἐπικαλοῦ τὸν θεόν σου, ὅπως διασώσῃ ὁ θεὸς ἡμᾶς καὶ μὴ ἀπολώμεθα.  καὶ εἶπεν ἕκαστος πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ Δεῦτε βάλωμεν κλήρους καὶ ἐπιγνῶμεν τίνος ἕνεκεν ἡ κακία αὕτη ἐστὶν ἐν ἡμῖν. καὶ ἔβαλον κλήρους, καὶ ἔπεσεν ὁ κλῆρος ἐπὶ Ιωναν.  καὶ εἶπον πρὸς αὐτόν· Ἀπάγγειλον ἡμῖν τίνος ἕνεκεν ἡ κακία αὕτη ἐστὶν ἐν ἡμῖν. τίς σου ἡ ἐργασία  ἐστίν; καὶ πόθεν ἔρχῃ, καὶ ἐκ ποίας χώρας καὶ ἐκ ποίου λαοῦ εἶ σύ; καὶ εἶπεν πρὸς αὐτούς Δοῦλος κυρίου ἐγώ εἰμι καὶ τὸν κύριον θεὸν τοῦ οὐρανοῦ ἐγὼ σέβομαι, ὃς ἐποίησεν τὴν θάλασσαν καὶ τὴν ξηράν. καὶ ἐφοβήθησαν οἱ ἄνδρες φόβον μέγαν καὶ εἶπαν πρὸς αὐτόν Τί τοῦτο ἐποίησας; διότι ἔγνωσαν οἱ ἄνδρες ὅτι ἐκ προσώπου κυρίου ἦν φεύγων, ὅτι ἀπήγγειλεν αὐτοῖς. καὶ εἶπαν πρὸς αὐτόν Τί σοι ποιήσωμεν καὶ κοπάσει ἡ θάλασσα ἀφ’ ἡμῶν; ὅτι ἡ θάλασσα ἐπορεύετο καὶ ἐξήγειρεν μᾶλλον κλύδωνα. καὶ εἶπεν Ιωνας πρὸς αὐτούς Ἄρατέ με καὶ ἐμβάλετέ με εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ κοπάσει ἡ θάλασσα ἀφ’ ὑμῶν· διότι ἔγνωκα ἐγὼ ὅτι δι’ ἐμὲ ὁ κλύδων ὁ μέγας οὗτος ἐφ’ ὑμᾶς ἐστιν.  καὶ παρεβιάζοντο οἱ ἄνδρες τοῦ ἐπιστρέψαι πρὸς τὴν γῆν καὶ οὐκ ἠδύναντο, ὅτι ἡ θάλασσα ἐπορεύετο καὶ ἐξηγείρετο μᾶλλον ἐπ’ αὐτούς. καὶ ἀνεβόησαν πρὸς κύριον καὶ εἶπαν Μηδαμῶς, κύριε, μὴ ἀπολώμεθα ἕνεκεν τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου τούτου, καὶ μὴ δῷς ἐφ’ ἡμᾶς αἷμα δίκαιον, ὅτι σύ, κύριε, ὃν τρόπον ἐβούλου πεποίηκας. καὶ ἔλαβον τὸν Ιωναν καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ἔστη ἡ θάλασσα ἐκ τοῦ σάλου αὐτῆς.  καὶ ἐφοβήθησαν οἱ ἄνδρες φόβῳ μεγάλῳ τὸν κύριον καὶ ἔθυσαν θυσίαν τῷ κυρίῳ καὶ εὔξαντο εὐχάς.

———– Συνέχεια

Άσμα Ασμάτων

Posted in Religious Literature on Φεβρουαρίου 17, 2010 by Le grand écrivain

Marc Chagall, Le Cantique des Cantiques II

Ἆισμα ᾀσμάτων, ὅ ἐστιν τῷ Σαλωμῶν.

1.

Φιλησάτω με ἀπὸ φιλημάτων στόματος αὐτοῦ,

ὅτι ἀγαθοὶ μαστοί σου ὑπὲρ οἶνον,

καὶ ὀσμὴ μύρων σου ὑπὲρ πάντα τὰ ἀρώματα,

μύρον ἐκκενωθὲν ὄνομά σου.

διὰ τοῦτο νεάνιδες ἠγάπησάν σε,

εἵλκυσάν σε,

ὀπίσω σου εἰς ὀσμὴν μύρων σου δραμοῦμεν.

Εἰσήνεγκέν με ὁ βασιλεὺς εἰς τὸ ταμίειον αὐτοῦ.

Ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν σοί,

ἀγαπήσομεν μαστούς σου ὑπὲρ οἶνον·

εὐθύτης ἠγάπησέν σε.

Μέλαινά εἰμι καὶ καλή, θυγατέρες Ιερουσαλημ,

ὡς σκηνώματα Κηδαρ, ὡς δέρρεις Σαλωμων.

μὴ βλέψητέ με, ὅτι ἐγώ εἰμι μεμελανωμένη,

ὅτι παρέβλεψέν με ὁ ἥλιος·

υἱοὶ μητρός μου ἐμαχέσαντο ἐν ἐμοί,

ἔθεντό με φυλάκισσαν ἐν ἀμπελῶσιν·

ἀμπελῶνα ἐμὸν οὐκ ἐφύλαξα.

Ἀπάγγειλόν μοι, ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου,

ποῦ ποιμαίνεις, ποῦ κοιτάζεις ἐν μεσημβρίᾳ,

μήποτε γένωμαι ὡς περιβαλλομένη ἐπ’ ἀγέλαις ἑταίρων σου.

Ἐὰν μὴ γνῷς σεαυτήν, ἡ καλὴ ἐν γυναιξίν,

ἔξελθε σὺ ἐν πτέρναις τῶν ποιμνίων

καὶ ποίμαινε τὰς ἐρίφους σου

ἐπὶ σκηνώμασιν τῶν ποιμένων.

Τῇ ἵππῳ μου ἐν ἅρμασιν Φαραω

ὡμοίωσά σε, ἡ πλησίον μου.

τί ὡραιώθησαν σιαγόνες σου ὡς τρυγόνες,

τράχηλός σου ὡς ὁρμίσκοι;

ὁμοιώματα χρυσίου ποιήσομέν σοι

μετὰ στιγμάτων τοῦ ἀργυρίου.

Ἕως οὗ ὁ βασιλεὺς ἐν ἀνακλίσει αὐτοῦ,

νάρδος μου ἔδωκεν ὀσμὴν αὐτοῦ.

ἀπόδεσμος τῆς στακτῆς ἀδελφιδός μου ἐμοί,

ἀνὰ μέσον τῶν μαστῶν μου αὐλισθήσεται·

βότρυς τῆς κύπρου ἀδελφιδός μου ἐμοὶ

ἐν ἀμπελῶσιν Εγγαδδι.

Ἰδοὺ εἶ καλή, ἡ πλησίον μου,

ἰδοὺ εἶ καλή, ὀφθαλμοί σου περιστεραί.

Ἰδοὺ εἶ καλός, ὁ ἀδελφιδός μου, καί γε ὡραῖος·

πρὸς κλίνη ἡμῶν σύσκιος,

δοκοὶ οἴκων ἡμῶν κέδροι,

φατνώματα ἡμῶν κυπάρισσοι.

Συνέχεια

Άγιος Αυγουστίνος, Εξομολογήσεις, Ι, 9.14 – 10.15

Posted in Religious Literature on Νοέμβριος 23, 2007 by Le grand écrivain

Botticelli, St. Augustine

Θεέ μου, Θεέ μου, τι βάσανα δεν γνώρισα και τι εξευτελισμούς όταν ήμουν παιδί, και το μόνο που μου πρότειναν σαν κανόνα ενάρετης ζωής ήταν να είμαι υπάκουος σε ανθρώπους που μοναδικό τους ενδιαφέρον ήταν να με διδάξουν ένα πράγμα: πώς να λάμψω εδώ, σ’ αυτό τον κόσμο, και πώς να διαπρέψω στις τέχνες της φλυαρίας για να κερδίσω ανθρώπινες τιμές και πλούτη. Με στείλαν τότε στο σχολείο να μάθω γράμματα. Όμως μου ήταν αδύνατον να καταλάβω ο άμοιρος γιατί είναι τέλος πάντων τόσο χρήσιμα. Και όμως, λίγο να έκανα πως τεμπελιάζω, οι μεγάλοι με έδερναν, και έβρισκαν άριστη αυτήν τη μέθοδο. Και σ’ αυτούς τους δρόμους προχωρούσα, δρόμους γεμάτους αγκάθια που είχαν ανοίξει αμέτρητοι πρόγονοι μας για να περάσουμε κι εμείς, φορτωμένοι με διπλούς κόπους και βάσανα, εμείς οι γιοι του Αδάμ.
Όμως από τότε, Κύριε, γνωρίζαμε ανθρώπους που προσεύχονταν στ’ όνομα σου. Από αυτούς τους ανθρώπους μάθαμε, όσο βέβαια μπορούσαμε, να σε σκεφτόμαστε σαν κάποιον μεγάλο που μπορεί, ακόμα κι αν δεν μας φανερώνεται, να μας ακούει και να μας συντρέχει. Κι έτσι άρχισα, παιδί ακόμη, να προσεύχομαι σε σένα, «στήριγμα και καταφυγή μου», κι έσπασα τα δεσμά της γλώσσας – ήμουν μικρός, μα τι φωνή έβγαλα! – για να σ’ επικαλεστώ και να σε εκλιπαρήσω να μη με δέρνουν στο σχολείο. Και όταν δεν άκουγες τα παρακάλια μου, «για να μην παραδοθώ στην ανοησία», τότε οι μεγάλοι, ακόμη και οι γονείς μου που ήθελαν μόνο το καλό μου, γελούσαν όταν έτρωγα τις ξυλιές, που τότε ήταν για μένα ό,τι χειρότερο και ό,τι πιο προσβλητικό.
Κύριε, έχω τούτη την απορία. Μπορεί άραγε να υπάρξει ένας άνθρωπος με γενναία καρδιά, που να σου έχει δοθεί με μιαν αγάπη άνευ ορίων – όμως αυτό μπορεί επίσης να το κάνει και μια απλοϊκή καρδιά – αναρωτιέμαι λοιπόν, μπορεί άραγε να υπάρξει ένας άνθρωπος με τόσο μεγάλη αγάπη μέσα του, τόσο δεμένος μαζί σου που να μην λογαριάζει πια ούτε τα σουβλιά ούτε τα σιδερένια νύχια και όλα τα άλλα σύνεργα των βασανιστηρίων – δηλαδή όλα αυτά που τα τρέμουν οι άνθρωποι σ’ ολόκληρη την οικουμένη, και σου προσπέφτουν και σε ικετεύουν για να τους γλιτώσεις –, και αυτός ο ίδιος άνθρωπος να γελά με αυτούς που τα φοβούνται; Και όμως αυτό έκαναν οι γονείς μου όταν γελούσαν βλέποντας με να τρώω ξύλο από το δάσκαλο. Γιατί, αληθινά, αυτό το ξύλο το έτρεμα σαν βασανιστήριο, και με την ίδια δύναμη σε ικέτευα να με προφυλάξεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι λιγόστευαν και οι αταξίες μου, αφού δεν έγραφα ούτε διάβαζα και δεν είχα το μυαλό στα γράμματα όσο μου ζητούσαν.
Δεν υστερούσα σε μνήμη ή σε ευφυΐα. Ευδόκησες, Κύριε, να έχω αρκετή για την ηλικία μου. Μου άρεσε όμως να παίζω, και γι αυτό με τιμωρούσαν άνθρωποι που έκαναν τα ίδια και απαράλλαχτα. Όμως οι μεγάλοι τα παιχνίδια τους τα ονομάζουν «σοβαρές υποθέσεις». Δηλαδή οι μεγάλοι τιμωρούν τα παιδιά για πράγματα που κάνουν οι ίδιοι, και κανείς δεν λυπάται ούτε αυτά ούτε εκείνους, ενώ θα έπρεπε να τους λυπάται όλους. Τώρα ένας δίκαιος κριτής ίσως να το έβρισκε σωστό που ως παιδί τιμωρήθηκα, όταν ξεμυαλιζόμουν και αφοσιωνόμουν στην μπάλα και τα παιχνίδια, αντί να μαθαίνω τα μαθήματα που, όταν μεγάλωνα, θα γίνονταν στα χέρια μου ένα άλλο επιζήμιο παιχνίδι. Αυτός όμως που με χτυπούσε δεν έκανε και τίποτε διαφορετικό από εκείνο που κάνει ένας μεγάλος όταν συμβεί να τον νικήσει, ακόμη και στην πιο ασήμαντη συζήτηση, ένας συνάδελφος του. Η οργή και η ζήλια που πνίγουν τους μεγάλους είναι διπλάσια από αυτά που δοκίμαζα εγώ όταν με κέρδιζε στη μπάλα ο συμπαίκτης μου.

Μετάφραση Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Αθήνα 1997.

Συνομιλίες, I (πίστις, ελπίς, αγάπη…)

Posted in European Poetry, Συνομιλίες, Religious Literature on Νοέμβριος 18, 2007 by Le grand écrivain

Απόστολος Παύλος, Προς Κορινθίους Α’, 13.

 

Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, κἂν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν ὥστε ὄρη μεθιστάναι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐθέν εἰμι. κἂν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυχήσωμαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι. Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται ἡ ἀγάπη, οὐ ζηλοῖ, οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει. εἴτε δὲ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· εἴτε γλῶσσαι, παύσονται· εἴτε γνῶσις, καταργηθήσεται. ἐκ μέρους γὰρ γινώσκομεν καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν· ὅταν δὲ ἔλθῃ τὸ τέλειον, τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται. ὅτε ἤμην νήπιος, ἐλάλουν ὡς νήπιος, ἐφρόνουν ὡς νήπιος, ἐλογιζόμην ὡς νήπιος· ὅτε γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τὰ τοῦ νηπίου. βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην. νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη.

***

 

 

T. S. Eliot

EAST COKER

III.

Το σκότος το σκότος το σκότος. Όλα κυλάνε στο σκότος,
Τα κενά αστρικά διαστήματα, το κενό εντός του κενού,
Οι καπετάνιοι, τραπεζίτες έμπορες, πολλά υποσχόμενοι ανθρώποι των γραμμάτων,
Μαικήνες γενναιόδωροι, πολιτευτές κι ηγέτες,
Διακεκριμένοι κρατικοί θεράποντες, καρεκλοκένταυροι
Βιομήχανοι εξέχοντες και ταπεινοί συμβασιούχοι, όλοι κυλάνε στο σκότος
Και σκότος ο Ήλιος και η Σελήνη, και το χρυσό βιβλίο της Γκότα
Κι η Εφημερίς του Επενδυτή, των Διευθυντών το Διευθυντήριο,
Και μαρμαρωμένο το νόημα και χαμένο το κίνητρο της δράσης.
Κι όλοι βουλιάζουμε μαζί τους, μες τη βωβή πομπή,
Πομπή του κανενός κηδεία, αφού κανένας δεν υπάρχει για να θάψεις.
Είπα στην ψυχή μου, ακίνητη στάσου, κι άσε το σκότος να ‘ρθει εντός σου
Ότι το σκοτάδι θα ‘ναι του Θεού το σκοτάδι. Καθώς που στο θέατρο
Τα φώτα ψοφάνε για ν’ αλλαχτεί το σκηνικό
Μ’ ένα υπόκωφο βουητό φτερών, με μια κίνηση απ’ το σκοτάδι στο σκοτάδι
Και ξέρουμε που τα δέντρα κι οι λόφοι, το μακρυσμένο πανόραμα
Κι οι επιβλητικές προσόψεις προπετείς, όλα σαρώνονται –
Ή καθώς που το μετρό στη σήραγγα σκαλώνει ανάμεσα στις στάσεις
Κι οι συζητήσεις θάλλουν κι έπειτ’ αργά μες στη σιωπή να ξεθωριάζουν
Και βλέπεις πίσ’ από κάθε πρόσωπο το κενό να βαθαίνει
Μην αφήνοντας πίσω του παρά κείνον τον αύξοντα τρόμο του να μην έχεις τίποτα να σκεφτείς•
Ή όταν υπό την επήρεια του αιθέρα ο νους μένει συνειδητός αλλά γεμάτος τίποτα –
Είπα στην ψυχή μου, ακίνητη στάσου, και πρόσμενε δίχως ελπίδα
Ότι η ελπίδα θα ‘ναι του λάθος πράγματος η ελπίδα• πρόσμενε δίχως αγάπη
Ότι η αγάπη θα ‘ναι του λάθος πράγματος η αγάπη• νυνί δε μένει πίστις
Πίστις, ελπίς, αγάπη, είναι όμως κι οι τρεις στο περίμενε.
Πρόσμενε δίχως σκέψη, ότι δεν είσ’ έτοιμος ακόμη για σκέψη:
Ώστε εγένετω φως το σκοτάδι, και χορός η αδράνεια.
Νερά καθάρια ψίθυρος και κεραυνός χειμώνας.
Τ’ άγριο θυμάρι αθέατο κι η αγριοφραουλιά,
Ο γέλωτας στον κήπο που ν’ αντηχώντας έκσταση
Όχι χαμένη μόνο, χρήζοντας, σημαίνοντας την αγωνία
Του Θανάτου και της Γέννησης.

Επαναλαμβάνω λες
Κάτι που ήδη είπα. Ε, θα το ξαναπώ λοιπόν.
Να το ξαναπώ; Αν θες να φτάσεις εκεί,
Να φτάσεις εκεί όπου είσαι, να φύγεις απ’ όπου δεν είσαι,
Πρέπει να διέλθεις ένα δρόμο που δεν ξέρει από έκσταση.
Αν θες να φτάσεις σ’ αυτό που δεν ξέρεις
Πρέπει να διέλθεις ένα δρόμο που θα ‘ναι της άγνοιας.
Αν θες να φτάσεις σε κείνο που δεν κατέχεις
Πρέπει να διέλθεις ένα δρόμο ακτημοσύνης.
Αν θες κάποτε να φτάσεις σ’ αυτό που τώρα δεν είσαι
Πρέπει να διέλθεις το δρόμο όπου δεν είσαι.
Και το εν οίον οίδας ότι ουδέν οίδας.
Και το εν οίον έχεις ότι ουδέν έχεις.
Κι εκεί όπου είσαι είν’ εκεί που δεν είσαι.

 Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής