Archive for the Meditations Category

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο: Ουρλιάζοντας νευρωτικά σε μια σακατεμένη πόλη

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015, Meditations on Απρίλιος 27, 2016 by Le grand écrivain

cebacebbceb5cf86cf84ceb9cebacebfΓιώργος Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο: Ουρλιάζοντας νευρωτικά σε μια σακατεμένη πόλη

Του Ζ. Δ. Αϊναλή

 

 

«Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά

που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών

Εξάρχεια, Πατήσια, Μεταξουργείο, Μετς

Κάνουν ό,τι λάχει.

Πλασιέ τσελεμεντέδων κι εγκυκλοπαιδειών

φτιάχνουν δρόμους κι ενώνουν ερήμους

διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος

επαγγελματίες επαναστάτες

παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν

τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα να κοιμηθούν

αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται.»

Κατερίνα Γώγου, Τρία Κλικ Αριστερά, 3

 —

 —

          Το Κλέφτικο είναι μια ωρολογιακή βόμβα στο σώμα της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Μια ωρολογιακή βόμβα που δεν έχει ακόμα σκάσει και που πιθανότατα θ’ αργήσει αρκετά να σκάσει. Και μ’ αυτό δεν επιθυμώ να κάνω κάποιου είδους ποιητική μεταφορά. Αυτό που εννοώ είναι απλώς ότι ενώ το Κλέφτικο είναι από τα λίγα ποιητικά βιβλία που είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένα, τόσο ουσιακά συνυφασμένα με τη σύγχρονη του ποιητή βιολογική γενιά και την ιστορική πραγματικότητά της (τη βιολογική γενιά, δηλαδή, που πέρασε την εφηβεία της ή ενηλικιώθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 ή κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 2000), οι ποιητικές δυνάμεις που απελευθερώνει είναι τόσο δραστικά καινούργιες που μάλλον δεν μπορούν να γίνουν απόλυτα κατανοητές απ’ όσους αυτήν τη στιγμή ασχολούνται με την ποίηση στην Ελλάδα. Υποθέτω πως μόνο η επόμενη ποιητική γενιά θα κατανοήσει σε βάθος και θα εκτιμήσει έντιμα, στη σωστή του διάσταση, πέρα από μυθοποιήσεις και παραμορφώσεις, το βιβλίο αυτό.

          Μετά το εισαγωγικό αυτό σχόλιο, θα ήθελα να περάσω παρόλα αυτά σε μια απόπειρα κριτικής προσέγγισης του βιβλίου αυτού, που εκδόθηκε το 2013 από τις εκδόσεις Πανοπτικόν. Αρχικά, βέβαια, υπάρχει ο διακειμενικός ορίζοντας που ξεκινά ήδη από τον πρώτο στίχο του ποιήματος «Είδα τις καλύτερες γενιές του μυαλού μου» και ο οποίος αποτελεί μια παραποίηση του πρώτου στίχου του Ουρλιαχτού του Ginsberg («I saw the best minds of my generation destroyed by madness», «Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου κατεστραμμένα από την τρέλα»). Ο Πρεβεδουράκης συνεπώς χτίζει, συνειδητά και σκόπιμα, τη δική του ποιητική σύνθεση «πατώντας», με τρόπο απορυθμισμένο και σχεδόν γκροτέσκο, επάνω σ’ αυτήν του Ginsberg, και, κατ’ επέκτασιν, οι όποιες συγκλίσεις ή αποκλίσεις έχουν το δικό τους ειδικό βάρος μέσα στο νεώτερο ποίημα. Η σύνθεση του Ginsberg δομείται σε τρία μέρη και μία «Υποσημείωση» («A Footnote to ‘Howl’»). Ο Πρεβεδουράκης αναπαράγει τη δομή αυτή, αλλά με έναν εντελώς ανοίκειο τρόπο, εικονοκλαστικά και με μία διάθεση που σκοινοβατεί με τρόπο παιγνιώδη ανάμεσα στο σεβασμό και την αποκαθήλωση. Επιπροσθέτως, στο επίπεδο της συνειδητής ποιητικής πρόθεσης, ο Πρεβεδουράκης μας πληροφορεί στο «πατάρι» του βιβλίου (σ. 53) ότι το δεύτερο και το τέταρτο μέρος της δικής του σύνθεσης δεν εμπνέονται τόσο από το δεύτερο μέρος και την «Υποσημείωση» του Ουρλιαχτού, αλλά από δύο άλλα ποιήματα του Ginsberg, το «America» και το «To Aunt Rose». Το γεγονός, βέβαια, αυτό, από μόνο του είναι απλά δηλωτικό μιας πρόθεσης. Διότι, σε τελική ανάλυση, και με την προφανή υπερ-επικοινωνία του Πρεβεδουράκη με το Ουρλιαχτό, για τις ανάγκες της δικής του ποιητικής σύνθεσης, ο ποιητής καταλήγει να συνδέει ασυνείδητα το δεύτερο και το τέταρτο μέρος της δικής του σύνθεσης, με το δεύτερο μέρος και την «Υποσημείωση» του Ουρλιαχτού. Έτσι, πρακτικά, κάθε μέρος του Κλέφτικου έχει την αντανάκλασή του σε ένα μέρος του Ουρλιαχτού, με τρόπο που να επιβάλλει την παράλληλη ανάγνωση ανάμεσα στα δύο έργα, με την επισήμανση, ωστόσο, πως ο ορίζοντας αναφοράς του δεύτερου και του τέταρτου μέρους του Κλέφτικου υπερβαίνει το Ουρλιαχτό και μπολιάζεται με στοιχεία από τα ποιήματα «America» και «To Aunt Rose».

Συνέχεια

Advertisements

Antonin Artaud, Ήρθα στο Μεξικό για να δραπετεύσω του ευρωπαϊκού πολιτισμού…

Posted in European Poetry, Meditations on Δεκέμβριος 3, 2015 by Le grand écrivain

02

Antonin Artaud

 

Ήρθα στο Μεξικό για να δραπετεύσω του ευρωπαϊκού πολιτισμού…

(Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής)

 

 

Ήρθα στο Μεξικό για να δραπετεύσω του ευρωπαϊκού πολιτισμού, βγαλμένου ούτε λίγο ούτε πολύ από εφτά-οχτώ αιώνες αστικής παιδείας[1], ακριβώς διότι μίσησα βαθιά τόσο τον πολιτισμό αυτόν όσο και την παιδεία που τον υποστηρίζει. Ήλπιζα να βρω εδώ μια διαφορετική, μια ζωτική μορφή παιδείας, αλλά δεν βρήκα τελικά παρά το κουφάρι της παιδείας της Ευρώπης, το οποίο η Ευρώπη έχει ήδη αρχίσει να προσπαθεί να ξεφορτωθεί.

Υπάρχουν, αναμφίβολα, αρκετοί άνθρωποι, τόσο στην Ευρώπη γενικά όσο και στη Γαλλία ειδικά, που έχουν επίγνωση του συγκεκριμένου ζητήματος. Οι άνθρωποι αυτοί είναι ριζοσπάστες κι εγώ θέλω να συγκαταλέγω τον εαυτό μου ανάμεσα τους. Θα ήθελα, όμως, το πρόβλημα της επανάστασης [που θέτει αναπόφευκτα ο ριζοσπαστισμός], να το θέσω με έναν τρόπο απόλυτο και, αν όντως θέλουμε να δώσουμε στον όρο το πραγματικό του περιεχόμενο, μια ιδέα της ολικής επανάστασης, οφείλουμε να εγκαταλείψουμε οριστικά τον Μαρξισμό ως ουσιωδώς ανεπαρκή.

Διότι η επανάσταση του Μαρξ θέτει το πρόβλημα της κοινωνικής επανάστασης με έναν καθαρά τεχνικό τρόπο. Προσωπικά, όμως, σκέφτομαι ότι η κοινωνική επανάσταση δεν είναι παρά μία μόνο πτυχή της ολικής επανάστασης και με το να αντιλαμβάνεται κανείς την επανάσταση αποκλειστικά και μόνο στην κοινωνική της διάσταση είναι σαν να την εμποδίζει να φτάσει σε μια ευτυχή κατάληξη.

Αδυνατώ να αντιληφθώ το πρόβλημα ως υποκατάσταση της μιας τάξης από μιαν άλλη προκειμένου να φτάσουμε, σ’ ένα απώτερο μέλλον, δια της γραφειοκρατικοποίησης της κοινωνίας, στην κατάργηση των τάξεων. Διότι για μένα το πλέον καίριο ζήτημα θα ήταν η αναζήτηση στους τρόπους ζωής του ανθρώπου των αιτιών εκείνων μιας αιώνιας διαστροφής.

Όταν μου λένε λοιπόν ότι ο κόσμος πρέπει να τραφεί αμέσως, απαντώ ότι πρέπει ν’ αναζητήσω ευθύς τα μέσα εκείνα που θα επιτρέψουν σε όλο τον κόσμο να τραφεί αμέσως. Όταν, όμως, μου λένε: να δώσουμε πρώτα στον κοσμάκη να φάει και βλέπουμε ύστερα τι γίνεται με τις τέχνες, τις επιστήμες, τη σκέψη, απαντώ όχι, διότι εδώ ακριβώς είναι που το πρόβλημα δεν τίθεται σωστά.

Δεν υπάρχει κανενός είδους επανάσταση δίχως μια επανάσταση στην παιδεία, δηλαδή στον πανανθρώπινο τρόπο, στον τρόπο αυτόν που προσιδιάζει σε μας, τους ανθρώπους, να αντιλαμβανόμαστε τη ζωή και να θέτουμε τα προβλήματα της ζωής.

Το να αποποιηθούμε αυτά που κατέχουμε είναι εύκολο, αλλά προσωπικά θα το θεωρούσα καλύτερο αν γινόταν ο κάθε άνθρωπος ν’ απαλλαχθεί απ’ την ιδιοκτησία.

Παιδεία σημαίνει τόσο το να μπορείς να φας όσο και να μάθεις το πώς να τρως. Κι όσο για μένα όσο σκέφτομαι, τρώω, καταβροχθίζω, αφομοιώνω τις σκέψεις. Λαμβάνω ως εξωτερικά ερεθίσματα τις εντυπώσεις της φύσης και τα αποβάλλω πάλι προς τα έξω υπό τη μορφή σκέψεων. Πρόκειται για την ίδια ζωτική πράξη, για την ίδια ζωτική λειτουργία που με κάνει και να σκέφτομαι και να τρώω. Επιδιώκοντας κανείς τον χωρισμό της δραστηριότητας του σώματος από την δραστηριότητα της νόησης θέτει λανθασμένα το πρόβλημα της ζωής. Η ματεριαλιστική σύλληψη του κόσμου διαχωρίζει στην πραγματικότητα τις δύο αυτές λειτουργίες. Οι μαρξιστές σκέφτονται πως πρέπει να θρέψεις το σώμα ώστε να επιτρέψεις στο πνεύμα να λειτουργήσει ελεύθερα. Για μένα αυτό δεν είναι παρά μια στάση ζωής αργόσχολη, μια λανθασμένη πρόσληψη της ανθρώπινης ευτυχίας.

Συνέχεια

Βύρων Λεοντάρης, Στον δεύτερο όρο της αντίφασης

Posted in Μικροκείμενα, Meditations on Νοέμβριος 10, 2013 by Le grand écrivain

Казимир Малевич, Скачет красная конница

Казимир Малевич, Скачет красная конница

Βύρων Λεοντάρης

Στον δεύτερο όρο της αντίφασης

(1978)

 

Από το βιβλίο Δοκίμια για την ποίηση

(Έρασμος, 1985)

 

    Η ολοκληρωτική δημοκρατία, που σφραγίζει τη σημερινή ιστορική φάση της ανθρωπότητας, επανεντάσσει δυναμικά τον ποιητή στο σύστημα των εξουσιαστικών αξιών. Όταν η ανθρωποκεντρική άποψη για την ποίηση, που πάσχιζε να συγκαλύψει την σοβούσα (ανέκαθεν και οπωσδήποτε από το μεσαίωνα) διάσταση ανάμεσα στον ποιητή και στην ποίηση, κατέρρευσε με την έκρηξη του ρομαντισμού, που αποκάλυψε όλο το χάος αυτής της διάστασης, η κρατούσα κοινωνική τάξη υιοθέτησε σαν κατά παραχώρηση αξία την ποίηση (αναγορεύοντας την σε Ποίηση και θεμελιώνοντας μορφές κοινωνικής συμπεριφοράς και σωσίβιους ηθικούς κομφορμισμούς πάνω στην ιδέα της «ποιητικής αδείας»), αποκλήρωσε όμως τον ρομαντικό και μεταρομαντικό ποιητή, αφήνοντας του μόνο τους δήθεν «πύργους» του εγκλεισμού του και τα παγκάκια των πάρκων. Σήμερα η ολοκληρωτική δημοκρατία, όπως η ανεπτυγμένη βιομηχανία, δεν είναι διατεθειμένη καθόλου να αφήσει ανεκμετάλλευτα τα απόβλητα της. Ο χθεσινός περιθωριακός Σκαρίμπας, με μια επεξεργασία καραγκιοζοποίησης, σέρνεται προς επιθανάτια και μεταθανάτια αναγνώριση και δόξα, ο απόβλητος «τρελλός» Κατσαρός «έχει καλύβην» – και μπουάτ – ο αντικομματικός Αναγνωστάκης με εθελούσια νέα κομματικοποίηση διεκδικεί θέση στα κοινά… Στο χρηματιστήριο των κοινωνικών αξιών ο τίτλος «ποιητής» παίρνει τη ρεβάνς από το παραδοσιακό του αντίκρυσμα (την Ποίηση), αναποδογυρίζει όλα τα μελανοδοχεία της κλασικής αισθητικής και επιβάλλει το νέο ορισμό: ποίηση είναι ότι κάνει ο ποιητής. 

    Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε μια λυτρωτική ταύτιση του ποιητή με την ποίηση προς  δόξαν του ανθρώπου, μπροστά σε έναν εξανθρωπισμό της ποίησης; Θα πρέπει τότε να δεχτούμε το παράδοξο ότι, σ’ αντίθεση με τις ήττες άλλων επαναστάσεων, η ποίηση είναι η μόνη θριαμβεύουσα επανάσταση και ότι ο ποιητής, κατ’ εξαίρεση απ’ όλους τους άλλους ανθρώπους, μόνο αυτός κατέκτησε το προνόμιο να μην του είναι εχθρικό και ξένο το ίδιο του το δημιούργημα… Ή μήπως όλα αυτά σημαίνουν απλώς και μόνο την καθολική προσχώρηση και υποταγή του ποιητή σε μια καθαρά αντεπαναστατική λειτουργία της ποίησης; 

Συνέχεια

Samuel Taylor Coleridge, Περί Ποιήσεως ή Τέχνης

Posted in Meditations, Project Romanticism on Μαρτίου 18, 2012 by Le grand écrivain

Samuel Taylor Coleridge

 

 

Περί Ποιήσεως ή Τέχνης[1]

Μετάφραση Ζ.Δ. Αϊναλής

(από το βιβλίο Ζ.Δ. Αϊναλής – Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Ρομαντική Αισθητική, Κριτική, Αθήνα, 2011)

 —

    Ο άνθρωπος επικοινωνεί με την άρθρωση ήχων και κυρίως με την υπόμνησή τους στο αυτί. Η φύση, απ’ τη μεριά της, με την αποτύπωση των ορίων και των επιφανειών στον οφθαλμό, διότι δια μέσου του οφθαλμού είναι που σημασιοδοτεί και οικειοποιείται, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτόν τις συνθήκες για την γέννηση της μνήμης ως κατάστασης, ή την ικανότητα της ανάκλησης στην μνήμη, καθώς και τις συνθήκες για την ακοή, την όσφρηση κτλ. Η Τέχνη τώρα (ο όρος χρησιμοποιείται συλλογικά για να δηλώσει την ζωγραφική, την γλυπτική, την αρχιτεκτονική και την μουσική), επιτελεί το ρόλο του μεσάζοντος ανάμεσα τους, το ρόλο του συμφιλιωτή ανάμεσα στην φύση και τον άνθρωπο[2]. Πρόκειται, ως εκ τούτου, για την δύναμη ανθρωποποίησης της φύσης, το ενστάλλαγμα των σκέψεων και των παθών του ανθρώπου σε οτιδήποτε αποτελεί το αντικείμενο της ενατένισής του: χρώμα, σχήμα, κίνηση και ήχος, είναι τα στοιχεία που η φύση συνδυάζει και σφραγίζει σε μια κατάσταση ενότητας στο εκμαγείο μιας ηθικής ιδέας.

    Η πυρηνική τέχνη είναι η γραφή[3]· πυρηνική, αν λάβουμε υπόψη μας την πρόθεση που ανακύπτει αποσπώμενη από τους διάφορους τύπους πραγματοποίησής της, εκείνα τα βήματα προς τα εμπρός των οποίων οι διακριτές στιγμές είναι ακόμα ορατές στις χαμηλότερες βαθμίδες του πολιτισμού. Πρώτα είναι η απλή χειρονομία, έπειτα είναι τα κάθε είδους ροζάρια και τα wampum[4], ακολουθούν τα ιερογλυφικά και τέλος το αλφάβητο. Όλα αυτά όμως συνιστούν εκ μέρους του ανθρώπου μια απόπειρα μετάφρασης της φύσης, την υποκατάσταση του ορατού από το ακουστικό.

    Η ούτως αποκαλούμενη μουσική των πρωτόγονων φυλών, ακόμα κι αν ελάχιστα δικαιούται τον τίτλο μιας τέχνης κατανόησης, το αυτί βεβαιώνει πως πρόκειται περί μουσικής. Στην κατώτατη βαθμίδα της δεν είναι παρά μια ατελέστατη έκφραση των παθών δια μέσου των ήχων, έκφραση την οποία το ίδιο το πάθος υπαγορεύει: στην καλύτερη περίπτωση δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά μια εθελούσια αναπαραγωγή αυτών των ήχων και εν απουσία των περιστασιακών αιτιών, προκειμένου να παραχθεί η ηδονή της αντίθεσης – για παράδειγμα, το πέρασμα από τις ποικίλες πολεμικές ιαχές στα άσματα νίκης και θριάμβου. Η ποίηση ωσαύτως είναι γνήσια ανθρώπινη. Διότι όλα τα υλικά της εκπηγάζουν απ’ τον νου, και όλα τα δημιουργήματα της απευθύνονται στον νου. Συνιστά, εντούτοις, την αποθέωση της παλαιότερης κατάστασης, διότι στην ποίηση, δια της διέγερσης της δυνατότητας των συνειρμών, το πάθος το ίδιο μιμείται την τάξη, και η τάξη καταλήγει να δημιουργήσει ένα τέρπον πάθος, και συνεπώς εξυψώνει τον νου καθιστώντας τα συναισθήματά του το αντικείμενο του στοχασμού του. Όταν, λοιπόν, ανακαλεί τις εικόνες και τους ήχους που είχαν συνοδεύσει τις περιστάσεις κατά τις οποίες γεννήθηκε το πραγματικό πάθος, η ποίηση γονιμοποιεί αυτές τις εικόνες και αυτούς τους ήχους με ένα ενδιαφέρον που δεν θα διέθεταν από μόνα τους, και με τα μέσα ακριβώς των παθών, κι ωστόσο καταλαγιάζει το πάθος με την ήρεμη δύναμη την οποία όλες οι επιμέρους εικόνες ασκούν στην ανθρώπινη ψυχή. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η ποίηση είναι η προετοιμασία για την τέχνη επειδή επωφελείται από τις φυσικές μορφές προκειμένου να ανακαλέσει, να εκφράσει και να τροποποιήσει τις σκέψεις και τα συναισθήματα του νου.

    Παρόλ’ αυτά, η ποίηση μπορεί και δρα μόνο δια της παρέμβασης του αρθρωμένου λόγου, ο οποίος είναι τόσο χαρακτηριστικά ανθρώπινος ώστε σε όλες τις γλώσσες να συνιστά την τυπική έκφραση με την οποία ο άνθρωπος και η φύση αλληλοδιακρίνονται. Η πρωτογενής δύναμη, για παράδειγμα, της λέξης «brute», και ακόμα των λέξεων «mute» και «dumb» είναι ότι δεν αποδίδουν την απουσία ήχου, αλλά την απουσία αρθρωμένων ήχων.

Συνέχεια

Φώτης Τερζάκης, Κρίση

Posted in Επικαιρότητα, Μικροκείμενα, Meditations on Δεκέμβριος 21, 2011 by Le grand écrivain

Φώτης Τερζάκης

Κρίση

ΚΑΤΗΦΕΙΑ, ΖΟΦΟΣ και ανασφάλεια πλανιώνται πάνω από την ελληνική κοινωνία. Το πρόγραμμα σταθεροποίησης που επέβαλαν ΔΝΤ και Ευρωπαϊκή Ένωση γίνεται αντιληπτό ως απειλή για τα «κοινωνικά κεκτημένα» της Μεταπολίτευσης και κουρελιάζει οριστικά εκείνη την καταναλωτική ευφορία που συνεπήρε επί τρεις περίπου δεκαετίες μικροαστικά και μεσαία στρώματα, λαθρεπιβάτες στο τραίνο της ευρωπαϊκής «ανάπτυξης» που πίστεψαν ότι έχουν απεριόριστο ελευθέρας στον επί πιστώσει παράδεισο μιας ιλουστρασιόν Δύσης. Με κουτοπόνηρη αμεριμνησία αφέθηκαν να ξεγελαστούν από ανενδοίαστες πολιτικές ηγεσίες, σάρκα εκ της σαρκός τους άλλωστε, για τις οποίες είναι εδώ και μισό αιώνα τουλάχιστον ––και ανεξαρτήτως πολιτικών αποχρώσεων–– άρθρο πίστεως το «ανήκομεν εις την Δύσιν». Ιδού λοιπόν τα επίχειρα της υπολογιστικής δουλικότητας, η δίκαιη αμοιβή τού υποτακτικού που έχει κάνει τέχνη τον προσεταιρισμό των ισχυρών με την ελπίδα ότι θα καρπωθεί και ο ίδιος ένα περίσσευμα ισχύος.

Ασφαλώς η ελληνική κοινωνία έπρεπε να πληρώσει. Για τί πράγμα όμως, είναι το κρίσιμο ερώτημα. Για την ανευθυνότητα, την αναξιοπιστία, τον παρασιτισμό της, λένε ορισμένοι, τα «τριτοκοσμικά» της χαρακτηριστικά – την έλλειψη δηλαδή εκείνης της ορθολογικότητας που θα την έκανε αντάξια του «ανεπτυγμένου κόσμου» στον οποίον φιλοδοξούσε να συμμετάσχει. Ξεχνούν όμως να μας πουν ποιος εξώθησε, και με ποιους εκβιαστικούς τρόπους, μία κοινωνία πρότινος στερημένη και τραυματισμένη από τον εμφύλιο διχασμό, την αμερικανοκίνητη δικτατορία και την ταπεινωτική ΝΑΤΟϊκή κηδεμονία στην υιοθέτηση των μοντέλων της παγκόσμιας αγοράς και σ’ εκείνες τις καταναλωτικές συμπεριφορές που απαιτούσε η αναπαραγωγή του διεθνοποιούμενου κεφαλαίου· ποιος κατέστρεψε την παραγωγική της αυτάρκεια εντάσσοντάς την σ’ έναν πανευρωπαϊκό (αναπόσπαστο τμήμα τού παγκόσμιου) καταμερισμό εργασίας, εξαρθρώνοντας τις αγροτικές της υποδομές, τη μικρή κατά τόπους παραγωγή και τις άτυπες συναλλακτικές σχέσεις, για να την μεταμορφώσει σε εξάρτημα της παγκόσμιας τουριστικής βιομηχανίας, κέντρο διοίκησης επιχειρήσεων και κόμβο χρηματιστικών και χρηματιστηριακών δραστηριοτήτων για την Ανατολική Μεσόγειο, τα Βαλκάνια ή και την υπόλοιπη Ανατολική Ευρώπη – στην προοπτική τού οποίου σχεδιασμού χρηματοδοτήθηκαν φαραωνικά προγράμματα όπως τα μεγάλα έργα στην Αττική, η είσοδος στην ΟΝΕ και το όνειδος της Ολυμπιάδας του 2004· ποιος εξώθησε σε εγκληματικά ανεξέλεγκτο δανεισμό την οικιακή οικονομία, όπως τηρουμένων των αναλογιών και τον ίδιο τον κρατικό προϋπολογισμό, πέραν της ενδημικής διαφθοράς και κακοδιαχείρισης που απλώς επιδείνωσαν την κατάσταση κι επιτάχυναν μια εξέλιξη η οποία ήταν εν πολλοίς δρομολογημένη: διότι όσο απελπιστική κι αν παρουσιάζεται η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας σήμερα, η Ελλάδα κάθε άλλο παρά μόνη βρίσκεται στο ικρίωμα του δημόσιου χρέους, και οι ελληνικές ιδιομορφίες προφανώς δεν αρκούν για να εξηγήσουν την κανονικότητα με την οποία ο δημοσιονομικός στραγγαλισμός καραδοκεί τη μία μετά την άλλη τις χώρες του κόσμου, προχωρώντας αμείλικτα από τις περιφέρειες προς τα κέντρα.

Συνέχεια

Φυλακαί και Φυλακισμένοι

Posted in Meditations on Μαΐου 8, 2011 by Le grand écrivain

Ηλίας Πετρόπουλος

Εγχειρίδιον του Καλού Κλέφτη

(1979)

Μάθημαν 31ον
Φυλακαί και Φυλακισμένοι


Φυλακή καλείται ο τόπος όπου, αναγκαστικώς, διαβιούν οι φυλακισμένοι. Αυτός είναι ο πλέον αόριστος ορισμός που καταφέρνω να συντάξω. Πλείστοι όσοι άνθρωποι φαντάζονται ότι δεν υπήρξε φυλακή στην Αθήνα του Χρυσού Αιώνος. Ας ξαναδιαβάσουν με προσοχή τον Κρίτων του Πλάτωνος. Ο Foucault φρονεί ότι η Φυλακή ερίζωσε πριν τρακόσια χρόνια. Δεν εκπλήσσομαι. Ο κάθε γάλος μες στον αφαλό του βλέπει όλο τον κόσμο. Ο Foucault πρέπει να ξαναδιαβάσει τους Μύθους των Λαών της Ανατολής. Το κτίριον δεν αποτελεί το ιδιάζον γνώρισμα της Φυλακής. Η Φυλακή είναι ένα σακάκι με πολλές φόδρες. Αναποδογυρίζω το σακάκι: Φυλακισμένος καλείται ο άνθρωπος που, αναγκαστικώς, διαβιοί στην Φυλακή. Αγνοούμε που έγκειται η σχέση Φυλακισμένου και Φυλακής. Φυλακή είναι η κλοπή της προσωπικότητας, διεκήρυξε ο Regis Debray το 1970 στην Oriana Fallaci. Λάθος. Συχνότατα μια φυλάκιση ολοκληρώνει την προσωπικότητα.

Χωρίς να δυνάμεθα να καθορίσουμε τα όρια της Ελευθερίας, καθορίζουμε την Φυλάκιση σαν κατάσταση στέρησης της Ελευθερίας. Αποδώ πηγάζει ο ορισμός: Φυλακή είναι το κτίριον όπου διαβιούν οι Φυλακισμένοι, υπό αναγκαστικόν χωρο-χρονικόν πρόγραμμα. Η πειθαρχία δεν αποτελεί το ιδιάζον γνώρισμα της Φυλακής. Το ωράριον δεν είναι ο στόχος, αλλά μια συνέπεια της Φυλακής. Γενικότερον: η Εξουσία ούτε παράλογη ούτε αναιτιολόγητη είναι. Κατά τον Engels η Ρώμη δεν εξέφραζε καμιάν εθνικότητα, μα μονάχα την έλλειψη εθνικότητας. Και, αναλογικώς, η Φυλακή -ίσως- δεν εκφράζει κανένα αιτιατό, μα μονάχα την έλλειψη αιτιατού. Πιο απλά: ίσως η φυλακή να παίζει το ρόλο του κοινωνικού ψυγείου. Εάν η Ποινή είναι το Ύστερον της Δίκης, τότε δεν διακρίνω καμιά στρατηγική στον τομέα της Αντιμετωπίσεως-Διώξεως του Εγκλήματος. Εγκληματίας είναι ο άνθρωπος που δαγκώνει. Ώσπου να βρεθεί το κοινωνικόν φίμωτρον θέτουμε τον εγκληματία στο κοινωνικόν ψυγείον. Ο Φυλακισμένος δεν είναι παρά ένας Άνθρωπος εν παρενθέσει.

Ιδού μια πρόκλησις:

Θεωρώ τον Κλέφτη πιο επαναστατημένο απ’ τον Κομουνιστή.

Όπερ σημαίνει: θεωρώ την κλοπή επαναστατική πράξη· και, προσέτι, θεωρώ τον Κλέφτην συνεπέστερον απ’ τον Κομουνιστή, αφού αποδέχεται εκ των προτέρων την ποινή.

Η επαναστατικότης του Κλέφτη είναι κλειστή.

Η Φυλακή οικοδομείται αενάως, κάτω από τα φώτα πολλών επιστημών, μα και ψευδο-επιστημών. Η Πολεοδομία προσφέρει το οικόπεδον· όπως το Νεκροταφείον τοιουτοτρόπως και η Φυλακή είναι μια μικρή Πόλη μέσα σε μια μεγάλη Πόλη. Η Σωφρονιστική χαρίζει με το ζόρι τας συμβουλάς της. Τα ίδια δώρα χαρίζει και η Εγκληματολογία, αυτή η νεότερη αδελφή της Σωφρονιστικής. Η Ψυχιατρική επιμένει να γιατρέψει τον Φυλακισμένο· η Ψυχιατρική είναι η πιο ιμπεριαλιστική επιστήμη· αλλά τα πόδια του κατάδικου σηκώνουν την ψυχή του. Η Αρχιτεκτονική μεγαλώνει τα παράθυρα των κελιών· η Φυλακή παραμένει ένα φρούριο, με τα τουφέκια των φρουρών γυρισμένα προς τα μέσα.

[…]

Peter Kropotkin: Anarchism. Its Philosophy and ideal

Posted in Meditations on Μαΐου 1, 2011 by Le grand écrivain

Пётр Алексеевич Кропоткин

(Peter Kropotkin, 1842 – 1921)

 

Anarchism: Its Philosophy and ideal

 



Ever reviled, accursed,-n’er understood,
Thou art the grisly terror of our age.
«Wreck of all order,» cry the multitude,
«Art thou, and war and murder’s endless rage.»
O, let them cry. To them that ne’er have striven,
The truth that lies behind a word to find,
To them the word’s right meaning was not given.
They shall continue blind among the blind.
But thou, O word, so clear, so strong, so pure,
That sayest all which I for goal have taken.
I give thee to the future! -Thine secure
When each at last unto himself shall waken.
Comes it in sunshine? In the tempest’s thrill?
I cannot tell……but it the earth shall see!
I am an Anarchist! Wherefore I will
Not rule, and also ruled I will not be!
-John Henry Mackay.

It is not without a certain hesitation that I have decided to take the philosophy and ideal of Anarchy as the subject of this lecture.

Those who are persuaded that Anarchy is a collection of visions relating to the future, and an unconscious striving toward the destruction of all present civilization, are still very numerous; and to clear the ground of such prejudices of our education as maintain this view we should have, perhaps, to enter into many details which it would be difficult to embody in a single lecture. Did not the Parisian press, only two or three years ago, maintain that the whole philosophy of Anarchy consisted in destruction, and that its only argument was violence?

Nevertheless Anarchists have been spoken of so much lately, that part of the public has at last taken to reading and discussing our doctrines. Sometimes men have even given themselves trouble to reflect, and at the present moment we have at least gained a point: it is willingly admitted that Anarchists have an ideal. Their ideal is even found too beautiful, too lofty for a society not composed of superior beings.

But is it not pretentious on my part to speak of a philosophy, when, according to our critics, our ideas are but dim visions of a distant future? Can Anarchy pretend to possess a philosophy, when it is denied that Socialism has one?

This is what I am about to answer with all possible precision and clearness, only asking you to excuse me beforehand if I repeat an example or two which I have already given at a London lecture, and which seem to be best fitted to explain what is meant by the philosophy of Anarchism.

You will not bear me any ill-will if I begin by taking a few elementary illustrations borrowed from natural sciences. Not for the purpose of deducing our social ideas from them-far from it; but simply the better to set off certain relations, which are easier grasped in phenomena verified by the exact sciences than in examples only taken from the complex facts of human societies.

Well, then, what especially strikes us at present in exact sciences, is the profound modification which they are undergoing now, in the whole of their conceptions and interpretations of the facts of the universe.

Συνέχεια