Archive for the Meditations Category

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο: Ουρλιάζοντας νευρωτικά σε μια σακατεμένη πόλη

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015, Meditations on 27 Απριλίου, 2016 by Le grand écrivain

cebacebbceb5cf86cf84ceb9cebacebfΓιώργος Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο: Ουρλιάζοντας νευρωτικά σε μια σακατεμένη πόλη

Του Ζ. Δ. Αϊναλή

 

 

«Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά

που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών

Εξάρχεια, Πατήσια, Μεταξουργείο, Μετς

Κάνουν ό,τι λάχει.

Πλασιέ τσελεμεντέδων κι εγκυκλοπαιδειών

φτιάχνουν δρόμους κι ενώνουν ερήμους

διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος

επαγγελματίες επαναστάτες

παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν

τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα να κοιμηθούν

αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται.»

Κατερίνα Γώγου, Τρία Κλικ Αριστερά, 3

 —

 —

          Το Κλέφτικο είναι μια ωρολογιακή βόμβα στο σώμα της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Μια ωρολογιακή βόμβα που δεν έχει ακόμα σκάσει και που πιθανότατα θ’ αργήσει αρκετά να σκάσει. Και μ’ αυτό δεν επιθυμώ να κάνω κάποιου είδους ποιητική μεταφορά. Αυτό που εννοώ είναι απλώς ότι ενώ το Κλέφτικο είναι από τα λίγα ποιητικά βιβλία που είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένα, τόσο ουσιακά συνυφασμένα με τη σύγχρονη του ποιητή βιολογική γενιά και την ιστορική πραγματικότητά της (τη βιολογική γενιά, δηλαδή, που πέρασε την εφηβεία της ή ενηλικιώθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 ή κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 2000), οι ποιητικές δυνάμεις που απελευθερώνει είναι τόσο δραστικά καινούργιες που μάλλον δεν μπορούν να γίνουν απόλυτα κατανοητές απ’ όσους αυτήν τη στιγμή ασχολούνται με την ποίηση στην Ελλάδα. Υποθέτω πως μόνο η επόμενη ποιητική γενιά θα κατανοήσει σε βάθος και θα εκτιμήσει έντιμα, στη σωστή του διάσταση, πέρα από μυθοποιήσεις και παραμορφώσεις, το βιβλίο αυτό.

          Μετά το εισαγωγικό αυτό σχόλιο, θα ήθελα να περάσω παρόλα αυτά σε μια απόπειρα κριτικής προσέγγισης του βιβλίου αυτού, που εκδόθηκε το 2013 από τις εκδόσεις Πανοπτικόν. Αρχικά, βέβαια, υπάρχει ο διακειμενικός ορίζοντας που ξεκινά ήδη από τον πρώτο στίχο του ποιήματος «Είδα τις καλύτερες γενιές του μυαλού μου» και ο οποίος αποτελεί μια παραποίηση του πρώτου στίχου του Ουρλιαχτού του Ginsberg («I saw the best minds of my generation destroyed by madness», «Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου κατεστραμμένα από την τρέλα»). Ο Πρεβεδουράκης συνεπώς χτίζει, συνειδητά και σκόπιμα, τη δική του ποιητική σύνθεση «πατώντας», με τρόπο απορυθμισμένο και σχεδόν γκροτέσκο, επάνω σ’ αυτήν του Ginsberg, και, κατ’ επέκτασιν, οι όποιες συγκλίσεις ή αποκλίσεις έχουν το δικό τους ειδικό βάρος μέσα στο νεώτερο ποίημα. Η σύνθεση του Ginsberg δομείται σε τρία μέρη και μία «Υποσημείωση» («A Footnote to ‘Howl’»). Ο Πρεβεδουράκης αναπαράγει τη δομή αυτή, αλλά με έναν εντελώς ανοίκειο τρόπο, εικονοκλαστικά και με μία διάθεση που σκοινοβατεί με τρόπο παιγνιώδη ανάμεσα στο σεβασμό και την αποκαθήλωση. Επιπροσθέτως, στο επίπεδο της συνειδητής ποιητικής πρόθεσης, ο Πρεβεδουράκης μας πληροφορεί στο «πατάρι» του βιβλίου (σ. 53) ότι το δεύτερο και το τέταρτο μέρος της δικής του σύνθεσης δεν εμπνέονται τόσο από το δεύτερο μέρος και την «Υποσημείωση» του Ουρλιαχτού, αλλά από δύο άλλα ποιήματα του Ginsberg, το «America» και το «To Aunt Rose». Το γεγονός, βέβαια, αυτό, από μόνο του είναι απλά δηλωτικό μιας πρόθεσης. Διότι, σε τελική ανάλυση, και με την προφανή υπερ-επικοινωνία του Πρεβεδουράκη με το Ουρλιαχτό, για τις ανάγκες της δικής του ποιητικής σύνθεσης, ο ποιητής καταλήγει να συνδέει ασυνείδητα το δεύτερο και το τέταρτο μέρος της δικής του σύνθεσης, με το δεύτερο μέρος και την «Υποσημείωση» του Ουρλιαχτού. Έτσι, πρακτικά, κάθε μέρος του Κλέφτικου έχει την αντανάκλασή του σε ένα μέρος του Ουρλιαχτού, με τρόπο που να επιβάλλει την παράλληλη ανάγνωση ανάμεσα στα δύο έργα, με την επισήμανση, ωστόσο, πως ο ορίζοντας αναφοράς του δεύτερου και του τέταρτου μέρους του Κλέφτικου υπερβαίνει το Ουρλιαχτό και μπολιάζεται με στοιχεία από τα ποιήματα «America» και «To Aunt Rose».

Συνέχεια

Antonin Artaud, Ήρθα στο Μεξικό για να δραπετεύσω του ευρωπαϊκού πολιτισμού…

Posted in European Poetry, Meditations on 3 Δεκεμβρίου, 2015 by Le grand écrivain

02

Antonin Artaud

 

Ήρθα στο Μεξικό για να δραπετεύσω του ευρωπαϊκού πολιτισμού…

(Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής)

 

 

Ήρθα στο Μεξικό για να δραπετεύσω του ευρωπαϊκού πολιτισμού, βγαλμένου ούτε λίγο ούτε πολύ από εφτά-οχτώ αιώνες αστικής παιδείας[1], ακριβώς διότι μίσησα βαθιά τόσο τον πολιτισμό αυτόν όσο και την παιδεία που τον υποστηρίζει. Ήλπιζα να βρω εδώ μια διαφορετική, μια ζωτική μορφή παιδείας, αλλά δεν βρήκα τελικά παρά το κουφάρι της παιδείας της Ευρώπης, το οποίο η Ευρώπη έχει ήδη αρχίσει να προσπαθεί να ξεφορτωθεί.

Υπάρχουν, αναμφίβολα, αρκετοί άνθρωποι, τόσο στην Ευρώπη γενικά όσο και στη Γαλλία ειδικά, που έχουν επίγνωση του συγκεκριμένου ζητήματος. Οι άνθρωποι αυτοί είναι ριζοσπάστες κι εγώ θέλω να συγκαταλέγω τον εαυτό μου ανάμεσα τους. Θα ήθελα, όμως, το πρόβλημα της επανάστασης [που θέτει αναπόφευκτα ο ριζοσπαστισμός], να το θέσω με έναν τρόπο απόλυτο και, αν όντως θέλουμε να δώσουμε στον όρο το πραγματικό του περιεχόμενο, μια ιδέα της ολικής επανάστασης, οφείλουμε να εγκαταλείψουμε οριστικά τον Μαρξισμό ως ουσιωδώς ανεπαρκή.

Διότι η επανάσταση του Μαρξ θέτει το πρόβλημα της κοινωνικής επανάστασης με έναν καθαρά τεχνικό τρόπο. Προσωπικά, όμως, σκέφτομαι ότι η κοινωνική επανάσταση δεν είναι παρά μία μόνο πτυχή της ολικής επανάστασης και με το να αντιλαμβάνεται κανείς την επανάσταση αποκλειστικά και μόνο στην κοινωνική της διάσταση είναι σαν να την εμποδίζει να φτάσει σε μια ευτυχή κατάληξη.

Αδυνατώ να αντιληφθώ το πρόβλημα ως υποκατάσταση της μιας τάξης από μιαν άλλη προκειμένου να φτάσουμε, σ’ ένα απώτερο μέλλον, δια της γραφειοκρατικοποίησης της κοινωνίας, στην κατάργηση των τάξεων. Διότι για μένα το πλέον καίριο ζήτημα θα ήταν η αναζήτηση στους τρόπους ζωής του ανθρώπου των αιτιών εκείνων μιας αιώνιας διαστροφής.

Όταν μου λένε λοιπόν ότι ο κόσμος πρέπει να τραφεί αμέσως, απαντώ ότι πρέπει ν’ αναζητήσω ευθύς τα μέσα εκείνα που θα επιτρέψουν σε όλο τον κόσμο να τραφεί αμέσως. Όταν, όμως, μου λένε: να δώσουμε πρώτα στον κοσμάκη να φάει και βλέπουμε ύστερα τι γίνεται με τις τέχνες, τις επιστήμες, τη σκέψη, απαντώ όχι, διότι εδώ ακριβώς είναι που το πρόβλημα δεν τίθεται σωστά.

Δεν υπάρχει κανενός είδους επανάσταση δίχως μια επανάσταση στην παιδεία, δηλαδή στον πανανθρώπινο τρόπο, στον τρόπο αυτόν που προσιδιάζει σε μας, τους ανθρώπους, να αντιλαμβανόμαστε τη ζωή και να θέτουμε τα προβλήματα της ζωής.

Το να αποποιηθούμε αυτά που κατέχουμε είναι εύκολο, αλλά προσωπικά θα το θεωρούσα καλύτερο αν γινόταν ο κάθε άνθρωπος ν’ απαλλαχθεί απ’ την ιδιοκτησία.

Παιδεία σημαίνει τόσο το να μπορείς να φας όσο και να μάθεις το πώς να τρως. Κι όσο για μένα όσο σκέφτομαι, τρώω, καταβροχθίζω, αφομοιώνω τις σκέψεις. Λαμβάνω ως εξωτερικά ερεθίσματα τις εντυπώσεις της φύσης και τα αποβάλλω πάλι προς τα έξω υπό τη μορφή σκέψεων. Πρόκειται για την ίδια ζωτική πράξη, για την ίδια ζωτική λειτουργία που με κάνει και να σκέφτομαι και να τρώω. Επιδιώκοντας κανείς τον χωρισμό της δραστηριότητας του σώματος από την δραστηριότητα της νόησης θέτει λανθασμένα το πρόβλημα της ζωής. Η ματεριαλιστική σύλληψη του κόσμου διαχωρίζει στην πραγματικότητα τις δύο αυτές λειτουργίες. Οι μαρξιστές σκέφτονται πως πρέπει να θρέψεις το σώμα ώστε να επιτρέψεις στο πνεύμα να λειτουργήσει ελεύθερα. Για μένα αυτό δεν είναι παρά μια στάση ζωής αργόσχολη, μια λανθασμένη πρόσληψη της ανθρώπινης ευτυχίας.

Συνέχεια

Βύρων Λεοντάρης, Στον δεύτερο όρο της αντίφασης

Posted in Μικροκείμενα, Meditations on 10 Νοεμβρίου, 2013 by Le grand écrivain

Казимир Малевич, Скачет красная конница

Казимир Малевич, Скачет красная конница

Βύρων Λεοντάρης

Στον δεύτερο όρο της αντίφασης

(1978)

 

Από το βιβλίο Δοκίμια για την ποίηση

(Έρασμος, 1985)

 

    Η ολοκληρωτική δημοκρατία, που σφραγίζει τη σημερινή ιστορική φάση της ανθρωπότητας, επανεντάσσει δυναμικά τον ποιητή στο σύστημα των εξουσιαστικών αξιών. Όταν η ανθρωποκεντρική άποψη για την ποίηση, που πάσχιζε να συγκαλύψει την σοβούσα (ανέκαθεν και οπωσδήποτε από το μεσαίωνα) διάσταση ανάμεσα στον ποιητή και στην ποίηση, κατέρρευσε με την έκρηξη του ρομαντισμού, που αποκάλυψε όλο το χάος αυτής της διάστασης, η κρατούσα κοινωνική τάξη υιοθέτησε σαν κατά παραχώρηση αξία την ποίηση (αναγορεύοντας την σε Ποίηση και θεμελιώνοντας μορφές κοινωνικής συμπεριφοράς και σωσίβιους ηθικούς κομφορμισμούς πάνω στην ιδέα της «ποιητικής αδείας»), αποκλήρωσε όμως τον ρομαντικό και μεταρομαντικό ποιητή, αφήνοντας του μόνο τους δήθεν «πύργους» του εγκλεισμού του και τα παγκάκια των πάρκων. Σήμερα η ολοκληρωτική δημοκρατία, όπως η ανεπτυγμένη βιομηχανία, δεν είναι διατεθειμένη καθόλου να αφήσει ανεκμετάλλευτα τα απόβλητα της. Ο χθεσινός περιθωριακός Σκαρίμπας, με μια επεξεργασία καραγκιοζοποίησης, σέρνεται προς επιθανάτια και μεταθανάτια αναγνώριση και δόξα, ο απόβλητος «τρελλός» Κατσαρός «έχει καλύβην» – και μπουάτ – ο αντικομματικός Αναγνωστάκης με εθελούσια νέα κομματικοποίηση διεκδικεί θέση στα κοινά… Στο χρηματιστήριο των κοινωνικών αξιών ο τίτλος «ποιητής» παίρνει τη ρεβάνς από το παραδοσιακό του αντίκρυσμα (την Ποίηση), αναποδογυρίζει όλα τα μελανοδοχεία της κλασικής αισθητικής και επιβάλλει το νέο ορισμό: ποίηση είναι ότι κάνει ο ποιητής. 

    Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε μια λυτρωτική ταύτιση του ποιητή με την ποίηση προς  δόξαν του ανθρώπου, μπροστά σε έναν εξανθρωπισμό της ποίησης; Θα πρέπει τότε να δεχτούμε το παράδοξο ότι, σ’ αντίθεση με τις ήττες άλλων επαναστάσεων, η ποίηση είναι η μόνη θριαμβεύουσα επανάσταση και ότι ο ποιητής, κατ’ εξαίρεση απ’ όλους τους άλλους ανθρώπους, μόνο αυτός κατέκτησε το προνόμιο να μην του είναι εχθρικό και ξένο το ίδιο του το δημιούργημα… Ή μήπως όλα αυτά σημαίνουν απλώς και μόνο την καθολική προσχώρηση και υποταγή του ποιητή σε μια καθαρά αντεπαναστατική λειτουργία της ποίησης; 

Συνέχεια

Samuel Taylor Coleridge, Περί Ποιήσεως ή Τέχνης

Posted in Meditations, Project Romanticism on 18 Μαρτίου, 2012 by Le grand écrivain

Samuel Taylor Coleridge

 

 

Περί Ποιήσεως ή Τέχνης[1]

Μετάφραση Ζ.Δ. Αϊναλής

(από το βιβλίο Ζ.Δ. Αϊναλής – Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Ρομαντική Αισθητική, Κριτική, Αθήνα, 2011)

 —

    Ο άνθρωπος επικοινωνεί με την άρθρωση ήχων και κυρίως με την υπόμνησή τους στο αυτί. Η φύση, απ’ τη μεριά της, με την αποτύπωση των ορίων και των επιφανειών στον οφθαλμό, διότι δια μέσου του οφθαλμού είναι που σημασιοδοτεί και οικειοποιείται, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτόν τις συνθήκες για την γέννηση της μνήμης ως κατάστασης, ή την ικανότητα της ανάκλησης στην μνήμη, καθώς και τις συνθήκες για την ακοή, την όσφρηση κτλ. Η Τέχνη τώρα (ο όρος χρησιμοποιείται συλλογικά για να δηλώσει την ζωγραφική, την γλυπτική, την αρχιτεκτονική και την μουσική), επιτελεί το ρόλο του μεσάζοντος ανάμεσα τους, το ρόλο του συμφιλιωτή ανάμεσα στην φύση και τον άνθρωπο[2]. Πρόκειται, ως εκ τούτου, για την δύναμη ανθρωποποίησης της φύσης, το ενστάλλαγμα των σκέψεων και των παθών του ανθρώπου σε οτιδήποτε αποτελεί το αντικείμενο της ενατένισής του: χρώμα, σχήμα, κίνηση και ήχος, είναι τα στοιχεία που η φύση συνδυάζει και σφραγίζει σε μια κατάσταση ενότητας στο εκμαγείο μιας ηθικής ιδέας.

    Η πυρηνική τέχνη είναι η γραφή[3]· πυρηνική, αν λάβουμε υπόψη μας την πρόθεση που ανακύπτει αποσπώμενη από τους διάφορους τύπους πραγματοποίησής της, εκείνα τα βήματα προς τα εμπρός των οποίων οι διακριτές στιγμές είναι ακόμα ορατές στις χαμηλότερες βαθμίδες του πολιτισμού. Πρώτα είναι η απλή χειρονομία, έπειτα είναι τα κάθε είδους ροζάρια και τα wampum[4], ακολουθούν τα ιερογλυφικά και τέλος το αλφάβητο. Όλα αυτά όμως συνιστούν εκ μέρους του ανθρώπου μια απόπειρα μετάφρασης της φύσης, την υποκατάσταση του ορατού από το ακουστικό.

    Η ούτως αποκαλούμενη μουσική των πρωτόγονων φυλών, ακόμα κι αν ελάχιστα δικαιούται τον τίτλο μιας τέχνης κατανόησης, το αυτί βεβαιώνει πως πρόκειται περί μουσικής. Στην κατώτατη βαθμίδα της δεν είναι παρά μια ατελέστατη έκφραση των παθών δια μέσου των ήχων, έκφραση την οποία το ίδιο το πάθος υπαγορεύει: στην καλύτερη περίπτωση δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά μια εθελούσια αναπαραγωγή αυτών των ήχων και εν απουσία των περιστασιακών αιτιών, προκειμένου να παραχθεί η ηδονή της αντίθεσης – για παράδειγμα, το πέρασμα από τις ποικίλες πολεμικές ιαχές στα άσματα νίκης και θριάμβου. Η ποίηση ωσαύτως είναι γνήσια ανθρώπινη. Διότι όλα τα υλικά της εκπηγάζουν απ’ τον νου, και όλα τα δημιουργήματα της απευθύνονται στον νου. Συνιστά, εντούτοις, την αποθέωση της παλαιότερης κατάστασης, διότι στην ποίηση, δια της διέγερσης της δυνατότητας των συνειρμών, το πάθος το ίδιο μιμείται την τάξη, και η τάξη καταλήγει να δημιουργήσει ένα τέρπον πάθος, και συνεπώς εξυψώνει τον νου καθιστώντας τα συναισθήματά του το αντικείμενο του στοχασμού του. Όταν, λοιπόν, ανακαλεί τις εικόνες και τους ήχους που είχαν συνοδεύσει τις περιστάσεις κατά τις οποίες γεννήθηκε το πραγματικό πάθος, η ποίηση γονιμοποιεί αυτές τις εικόνες και αυτούς τους ήχους με ένα ενδιαφέρον που δεν θα διέθεταν από μόνα τους, και με τα μέσα ακριβώς των παθών, κι ωστόσο καταλαγιάζει το πάθος με την ήρεμη δύναμη την οποία όλες οι επιμέρους εικόνες ασκούν στην ανθρώπινη ψυχή. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η ποίηση είναι η προετοιμασία για την τέχνη επειδή επωφελείται από τις φυσικές μορφές προκειμένου να ανακαλέσει, να εκφράσει και να τροποποιήσει τις σκέψεις και τα συναισθήματα του νου.

    Παρόλ’ αυτά, η ποίηση μπορεί και δρα μόνο δια της παρέμβασης του αρθρωμένου λόγου, ο οποίος είναι τόσο χαρακτηριστικά ανθρώπινος ώστε σε όλες τις γλώσσες να συνιστά την τυπική έκφραση με την οποία ο άνθρωπος και η φύση αλληλοδιακρίνονται. Η πρωτογενής δύναμη, για παράδειγμα, της λέξης «brute», και ακόμα των λέξεων «mute» και «dumb» είναι ότι δεν αποδίδουν την απουσία ήχου, αλλά την απουσία αρθρωμένων ήχων.

Συνέχεια

Φώτης Τερζάκης, Κρίση

Posted in Επικαιρότητα, Μικροκείμενα, Meditations on 21 Δεκεμβρίου, 2011 by Le grand écrivain

Φώτης Τερζάκης

Κρίση

ΚΑΤΗΦΕΙΑ, ΖΟΦΟΣ και ανασφάλεια πλανιώνται πάνω από την ελληνική κοινωνία. Το πρόγραμμα σταθεροποίησης που επέβαλαν ΔΝΤ και Ευρωπαϊκή Ένωση γίνεται αντιληπτό ως απειλή για τα «κοινωνικά κεκτημένα» της Μεταπολίτευσης και κουρελιάζει οριστικά εκείνη την καταναλωτική ευφορία που συνεπήρε επί τρεις περίπου δεκαετίες μικροαστικά και μεσαία στρώματα, λαθρεπιβάτες στο τραίνο της ευρωπαϊκής «ανάπτυξης» που πίστεψαν ότι έχουν απεριόριστο ελευθέρας στον επί πιστώσει παράδεισο μιας ιλουστρασιόν Δύσης. Με κουτοπόνηρη αμεριμνησία αφέθηκαν να ξεγελαστούν από ανενδοίαστες πολιτικές ηγεσίες, σάρκα εκ της σαρκός τους άλλωστε, για τις οποίες είναι εδώ και μισό αιώνα τουλάχιστον ––και ανεξαρτήτως πολιτικών αποχρώσεων–– άρθρο πίστεως το «ανήκομεν εις την Δύσιν». Ιδού λοιπόν τα επίχειρα της υπολογιστικής δουλικότητας, η δίκαιη αμοιβή τού υποτακτικού που έχει κάνει τέχνη τον προσεταιρισμό των ισχυρών με την ελπίδα ότι θα καρπωθεί και ο ίδιος ένα περίσσευμα ισχύος.

Ασφαλώς η ελληνική κοινωνία έπρεπε να πληρώσει. Για τί πράγμα όμως, είναι το κρίσιμο ερώτημα. Για την ανευθυνότητα, την αναξιοπιστία, τον παρασιτισμό της, λένε ορισμένοι, τα «τριτοκοσμικά» της χαρακτηριστικά – την έλλειψη δηλαδή εκείνης της ορθολογικότητας που θα την έκανε αντάξια του «ανεπτυγμένου κόσμου» στον οποίον φιλοδοξούσε να συμμετάσχει. Ξεχνούν όμως να μας πουν ποιος εξώθησε, και με ποιους εκβιαστικούς τρόπους, μία κοινωνία πρότινος στερημένη και τραυματισμένη από τον εμφύλιο διχασμό, την αμερικανοκίνητη δικτατορία και την ταπεινωτική ΝΑΤΟϊκή κηδεμονία στην υιοθέτηση των μοντέλων της παγκόσμιας αγοράς και σ’ εκείνες τις καταναλωτικές συμπεριφορές που απαιτούσε η αναπαραγωγή του διεθνοποιούμενου κεφαλαίου· ποιος κατέστρεψε την παραγωγική της αυτάρκεια εντάσσοντάς την σ’ έναν πανευρωπαϊκό (αναπόσπαστο τμήμα τού παγκόσμιου) καταμερισμό εργασίας, εξαρθρώνοντας τις αγροτικές της υποδομές, τη μικρή κατά τόπους παραγωγή και τις άτυπες συναλλακτικές σχέσεις, για να την μεταμορφώσει σε εξάρτημα της παγκόσμιας τουριστικής βιομηχανίας, κέντρο διοίκησης επιχειρήσεων και κόμβο χρηματιστικών και χρηματιστηριακών δραστηριοτήτων για την Ανατολική Μεσόγειο, τα Βαλκάνια ή και την υπόλοιπη Ανατολική Ευρώπη – στην προοπτική τού οποίου σχεδιασμού χρηματοδοτήθηκαν φαραωνικά προγράμματα όπως τα μεγάλα έργα στην Αττική, η είσοδος στην ΟΝΕ και το όνειδος της Ολυμπιάδας του 2004· ποιος εξώθησε σε εγκληματικά ανεξέλεγκτο δανεισμό την οικιακή οικονομία, όπως τηρουμένων των αναλογιών και τον ίδιο τον κρατικό προϋπολογισμό, πέραν της ενδημικής διαφθοράς και κακοδιαχείρισης που απλώς επιδείνωσαν την κατάσταση κι επιτάχυναν μια εξέλιξη η οποία ήταν εν πολλοίς δρομολογημένη: διότι όσο απελπιστική κι αν παρουσιάζεται η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας σήμερα, η Ελλάδα κάθε άλλο παρά μόνη βρίσκεται στο ικρίωμα του δημόσιου χρέους, και οι ελληνικές ιδιομορφίες προφανώς δεν αρκούν για να εξηγήσουν την κανονικότητα με την οποία ο δημοσιονομικός στραγγαλισμός καραδοκεί τη μία μετά την άλλη τις χώρες του κόσμου, προχωρώντας αμείλικτα από τις περιφέρειες προς τα κέντρα.

Συνέχεια

Φυλακαί και Φυλακισμένοι

Posted in Meditations on 8 Μαΐου, 2011 by Le grand écrivain

Ηλίας Πετρόπουλος

Εγχειρίδιον του Καλού Κλέφτη

(1979)

Μάθημαν 31ον
Φυλακαί και Φυλακισμένοι


Φυλακή καλείται ο τόπος όπου, αναγκαστικώς, διαβιούν οι φυλακισμένοι. Αυτός είναι ο πλέον αόριστος ορισμός που καταφέρνω να συντάξω. Πλείστοι όσοι άνθρωποι φαντάζονται ότι δεν υπήρξε φυλακή στην Αθήνα του Χρυσού Αιώνος. Ας ξαναδιαβάσουν με προσοχή τον Κρίτων του Πλάτωνος. Ο Foucault φρονεί ότι η Φυλακή ερίζωσε πριν τρακόσια χρόνια. Δεν εκπλήσσομαι. Ο κάθε γάλος μες στον αφαλό του βλέπει όλο τον κόσμο. Ο Foucault πρέπει να ξαναδιαβάσει τους Μύθους των Λαών της Ανατολής. Το κτίριον δεν αποτελεί το ιδιάζον γνώρισμα της Φυλακής. Η Φυλακή είναι ένα σακάκι με πολλές φόδρες. Αναποδογυρίζω το σακάκι: Φυλακισμένος καλείται ο άνθρωπος που, αναγκαστικώς, διαβιοί στην Φυλακή. Αγνοούμε που έγκειται η σχέση Φυλακισμένου και Φυλακής. Φυλακή είναι η κλοπή της προσωπικότητας, διεκήρυξε ο Regis Debray το 1970 στην Oriana Fallaci. Λάθος. Συχνότατα μια φυλάκιση ολοκληρώνει την προσωπικότητα.

Χωρίς να δυνάμεθα να καθορίσουμε τα όρια της Ελευθερίας, καθορίζουμε την Φυλάκιση σαν κατάσταση στέρησης της Ελευθερίας. Αποδώ πηγάζει ο ορισμός: Φυλακή είναι το κτίριον όπου διαβιούν οι Φυλακισμένοι, υπό αναγκαστικόν χωρο-χρονικόν πρόγραμμα. Η πειθαρχία δεν αποτελεί το ιδιάζον γνώρισμα της Φυλακής. Το ωράριον δεν είναι ο στόχος, αλλά μια συνέπεια της Φυλακής. Γενικότερον: η Εξουσία ούτε παράλογη ούτε αναιτιολόγητη είναι. Κατά τον Engels η Ρώμη δεν εξέφραζε καμιάν εθνικότητα, μα μονάχα την έλλειψη εθνικότητας. Και, αναλογικώς, η Φυλακή -ίσως- δεν εκφράζει κανένα αιτιατό, μα μονάχα την έλλειψη αιτιατού. Πιο απλά: ίσως η φυλακή να παίζει το ρόλο του κοινωνικού ψυγείου. Εάν η Ποινή είναι το Ύστερον της Δίκης, τότε δεν διακρίνω καμιά στρατηγική στον τομέα της Αντιμετωπίσεως-Διώξεως του Εγκλήματος. Εγκληματίας είναι ο άνθρωπος που δαγκώνει. Ώσπου να βρεθεί το κοινωνικόν φίμωτρον θέτουμε τον εγκληματία στο κοινωνικόν ψυγείον. Ο Φυλακισμένος δεν είναι παρά ένας Άνθρωπος εν παρενθέσει.

Ιδού μια πρόκλησις:

Θεωρώ τον Κλέφτη πιο επαναστατημένο απ’ τον Κομουνιστή.

Όπερ σημαίνει: θεωρώ την κλοπή επαναστατική πράξη· και, προσέτι, θεωρώ τον Κλέφτην συνεπέστερον απ’ τον Κομουνιστή, αφού αποδέχεται εκ των προτέρων την ποινή.

Η επαναστατικότης του Κλέφτη είναι κλειστή.

Η Φυλακή οικοδομείται αενάως, κάτω από τα φώτα πολλών επιστημών, μα και ψευδο-επιστημών. Η Πολεοδομία προσφέρει το οικόπεδον· όπως το Νεκροταφείον τοιουτοτρόπως και η Φυλακή είναι μια μικρή Πόλη μέσα σε μια μεγάλη Πόλη. Η Σωφρονιστική χαρίζει με το ζόρι τας συμβουλάς της. Τα ίδια δώρα χαρίζει και η Εγκληματολογία, αυτή η νεότερη αδελφή της Σωφρονιστικής. Η Ψυχιατρική επιμένει να γιατρέψει τον Φυλακισμένο· η Ψυχιατρική είναι η πιο ιμπεριαλιστική επιστήμη· αλλά τα πόδια του κατάδικου σηκώνουν την ψυχή του. Η Αρχιτεκτονική μεγαλώνει τα παράθυρα των κελιών· η Φυλακή παραμένει ένα φρούριο, με τα τουφέκια των φρουρών γυρισμένα προς τα μέσα.

[…]

Peter Kropotkin: Anarchism. Its Philosophy and ideal

Posted in Meditations on 1 Μαΐου, 2011 by Le grand écrivain

Пётр Алексеевич Кропоткин

(Peter Kropotkin, 1842 – 1921)

 

Anarchism: Its Philosophy and ideal

 



Ever reviled, accursed,-n’er understood,
Thou art the grisly terror of our age.
«Wreck of all order,» cry the multitude,
«Art thou, and war and murder’s endless rage.»
O, let them cry. To them that ne’er have striven,
The truth that lies behind a word to find,
To them the word’s right meaning was not given.
They shall continue blind among the blind.
But thou, O word, so clear, so strong, so pure,
That sayest all which I for goal have taken.
I give thee to the future! -Thine secure
When each at last unto himself shall waken.
Comes it in sunshine? In the tempest’s thrill?
I cannot tell……but it the earth shall see!
I am an Anarchist! Wherefore I will
Not rule, and also ruled I will not be!
-John Henry Mackay.

It is not without a certain hesitation that I have decided to take the philosophy and ideal of Anarchy as the subject of this lecture.

Those who are persuaded that Anarchy is a collection of visions relating to the future, and an unconscious striving toward the destruction of all present civilization, are still very numerous; and to clear the ground of such prejudices of our education as maintain this view we should have, perhaps, to enter into many details which it would be difficult to embody in a single lecture. Did not the Parisian press, only two or three years ago, maintain that the whole philosophy of Anarchy consisted in destruction, and that its only argument was violence?

Nevertheless Anarchists have been spoken of so much lately, that part of the public has at last taken to reading and discussing our doctrines. Sometimes men have even given themselves trouble to reflect, and at the present moment we have at least gained a point: it is willingly admitted that Anarchists have an ideal. Their ideal is even found too beautiful, too lofty for a society not composed of superior beings.

But is it not pretentious on my part to speak of a philosophy, when, according to our critics, our ideas are but dim visions of a distant future? Can Anarchy pretend to possess a philosophy, when it is denied that Socialism has one?

This is what I am about to answer with all possible precision and clearness, only asking you to excuse me beforehand if I repeat an example or two which I have already given at a London lecture, and which seem to be best fitted to explain what is meant by the philosophy of Anarchism.

You will not bear me any ill-will if I begin by taking a few elementary illustrations borrowed from natural sciences. Not for the purpose of deducing our social ideas from them-far from it; but simply the better to set off certain relations, which are easier grasped in phenomena verified by the exact sciences than in examples only taken from the complex facts of human societies.

Well, then, what especially strikes us at present in exact sciences, is the profound modification which they are undergoing now, in the whole of their conceptions and interpretations of the facts of the universe.

Συνέχεια

Γιώργος Θεοτοκάς, Ελεύθερο Πνεύμα

Posted in Meditations on 9 Μαρτίου, 2011 by Le grand écrivain

Γιώργος Θεοτοκάς

 

Ελεύθερο Πνεύμα [Αποσπάσματα]

1929

 

 

[…] Η Ευρώπη είναι ένα σύμπλεγμα από άπειρες αντιθέσεις. Διαφορετικές και πολύ συχνά αντίθετες ψυχικές διαθέσεις γεννιούνται στο Βορρά και στη μεσημβρία, στη Δύση και στην Ανατολή. Διαφορετικούς τρόπους του αισθάνεσθαι και του σκέπτεσθαι εκδηλώνουν οι Λατίνοι, οι Αγγλοσάξονες, οι Γερμανοί, οι Σλαύοι. Δεν ακούει κανείς την ίδια μουσική στις όχθες του Δούναβη, του Σηκουάνα, του Τάμεση. Κάθε νότα της ευρωπαϊκής συναυλίας μοιάζει να είναι μια παραφωνία και κάθε παραφωνία περιέχει νέες αντιθέσεις. Στα Βρετανικά νησιά παραφωνεί η Ιρλανδία. Η Αυστρία παραφωνεί ανάμεσα στους γερμανικούς λαούς. Στη Γαλλία ο Νότος διαψεύδει το Βορρά. Στη Βαλκανική, που υπήρξε ολόκληρους αιώνες μια χώρα με πολιτισμό σχεδόν ενιαίο, παραφωνεί σήμερα η Ελλάδα που πετά μονομιάς στη θάλασσα όλες τις βυζαντινές και βαλκανικές παραδόσεις της και γυρεύει ένα δρόμο καινούργιο. […]

 

 

[…] Αυτός ο σχολαστικισμός των τοπικών σχολών δείχνει καλά τη στενότητα των οριζόντων μας. Έχουμε διανοούμενους γερμανομαθείς, γαλλομανείς, αγγλομανείς, μοσχοβίτες, όπως έχουμε και αγνούς εντόπιους διαννοούμενους, προσκολλημένους στις στενά τοπικές παραδόσεις μας (προγονολατρεία, βυζαντινή παράδοση, δημοτικό τραγούδι) μα δεν έχουμε πολλούς αληθινούς Ευρωπαίους. […]

 

 

[…] Μεσ’ στο δημιουργικό αναβρασμό της σημερινής Ευρώπης τι θέση κρατά η Ελλάδα; Τι συμβολή προσφέρουμε στις μεγάλες προσπάθειες που καταβάλλουνται τριγύρω μας; Τίποτα! Το αισθανόμαστε βαθιά μόλις περάσουμε τα σύνορά μας πώς δεν αντιπροσωπεύουμε τίποτα, πως κανείς δεν μας λογαριάζει στα σοβαρά, πως δεν μπορούμε να δικαιολογήσουμε τη θέση που κρατούμε στην Ευρώπη, πως είμαστε στα μάτια των ξένων μονάχα χτηματομεσίτες, βαπορτζήδες και μικρομπακάληδες και τίποτα περισσότερο. Αφού περιπλανηθούμε αρκετά μες στον ευρωπαϊκό πολιτισμό γυρνούμε κάποτε στο σπίτι με σφιγμένη καρδιά. Που είναι λοιπόν οι Έλληνες; Τους γυρέψαμε παντού και δεν τους βρήκαμε πουθενά. […]

 

 

[…] Πολύς κόσμος διδάσκει στην Ελλάδα, από τις έδρες, τις επίσημες και τις ανεπίσημες, από τα μπαλκόνια, από τα πεζοδρόμια, από παντού. Πολλοί, πάρα πολλοί σοβαρότατοι και κατσουφιασμένοι άνθρωποι ιδρύουν σχολές και απειλούν το σύμπαν με κοινωνικά, φιλοσοφικά, αισθητικά συστήματα, αρχαϊκά ή νεογέννητα, σε μια εποχή που η Ευρώπη αμφισβητεί την αξία όλων, συλλήβδην και αθρόως, των συστημάτων και γυρεύει το δρόμο της έξω απ’ αυτά. Σεβόμαστε βέβαια όπως ταιριάζει τους ανθρώπους που διδάσκουν με αξιωματικό ύφος και τα βιβλία τα φορτωμένα με παραπομπές, μα προκοπή δεν βλέπουμε. Αυτό το ποικιλόχρωμο και θορυβώδες πλήθος των θεωριών που μας έχουν πλημμυρίσει, δεν κατορθώνει να μας δώσει δυνάμεις. Παρά την τόση σοφία, παρά τις ογκώδεις βιβλιογραφίες που κουβαλά το εξπρές στο σταθμό Λαρίσης από τα πανεπιστήμια της Εσπερίας, η πνευματική ζωή στην Ελλάδα εξακολουθεί να είναι τρομερά φτωχή και στείρα. Είμαστε σαν ένας άρρωστος που τον έχουν σκεπάσει οι γιατροί με συνταγές, που στερείται όμως τις φυσικές προϋποθέσεις της ανάπτυξης, τον ήλιο, τον καθαρό αέρα, την υγιεινή τροφή. Λησμονήσαμε στην Ελλάδα πως οι φυσικές προϋποθέσεις της πνευματικής ανάπτυξης δεν είναι οι βαρείς οπλισμοί αυτού του ξερού, στενού και αδιάλλαχτου επιστημονισμού που σκεπάζει τα πάντα με φίσες και με σκόνη, αλλά η ελεύθερη σκέψη, οι πλατείς ορίζοντες, ο πλούτος κι η γενναιότητα της καρδιάς. Όταν δεν χτυπούν οι καρδιές, όταν ο νους δεν έχει τη δύναμη να απλωθεί ελεύθερα και πλατιά στους κόσμους των ιδεών, οι πιο επιβλητικές θεωρίες, οι πιο περισπούδαστες βιβλιογραφίες, είναι γράμμα κενό. […]

Συνέχεια

Sir Francis Bacon, The New Atlantis

Posted in European Prose, Meditations on 13 Φεβρουαρίου, 2010 by Le grand écrivain

Ambrosius Holbein, Overview of More's Utopia, 1518

Sir Francis Bacon

(1561 – 1626)

The New Atlantis

(1627)

We sailed from Peru, (where we had continued for the space of one whole year) for China and Japan, by the South Sea; taking with us victuals for twelve months; and had good winds from the east, though soft and weak, for five months space, and more. But the wind came about, and settled in the west for many days, so as we could make little or no way, and were sometime in purpose to turn back. But then again there arose strong and great winds from the south, with a point east, which carried us up (for all that we could do) towards the north; by which time our victuals failed us, though we had made good spare of them. So that finding ourselves, in the midst of the greatest wilderness of waters in the world, without victuals, we gave ourselves for lost men and prepared for death. Yet we did lift up our hearts and voices to God above, who showeth his wonders in the deep, beseeching him of his mercy, that as in the beginning he discovered the face of the deep, and brought forth dry land, so he would now discover land to us, that we might not perish.

And it came to pass that the next day about evening we saw within a kenning before us, towards the north, as it were thick clouds, which did put us in some hope of land; knowing how that part of the South Sea was utterly unknown; and might have islands, or continents, that hitherto were not come to light. Wherefore we bent our course thither, where we saw the appearance of land, all that night; and in the dawning of the next day, we might plainly discern that it was a land; flat to our sight, and full of boscage; which made it show the more dark. And after an hour and a half’s sailing, we entered into a good haven, being the port of a fair city; not great indeed, but well built, and that gave a pleasant view from the sea: and we thinking every minute long, till we were on land, came close to the shore, and offered to land. But straightways we saw divers of the people, with bastons in their hands (as it were) forbidding us to land; yet without any cries of fierceness, but only as warning us off, by signs that they made. Whereupon being not a little discomforted, we were advising with ourselves, what we should do.

During which time, there made forth to us a small boat, with about eight persons in it; whereof one of them had in his hand a tipstaff of a yellow cane, tipped at both ends with blue, who came aboard our ship, without any show of distrust at all. And when he saw one of our number, present himself somewhat before the rest, he drew forth a little scroll of parchment (somewhat yellower than our parchment, and shining like the leaves of writing tables, but otherwise soft and flexible,) and delivered it to our foremost man. In which scroll were written in ancient Hebrew, and in ancient Greek, and in good Latin of the school, and in Spanish, these words: Land ye not, none of you; and provide to be gone from this coast, within sixteen days, except you have further time given you. Meanwhile, if you want fresh water or victuals, or help for your sick, or that your ship needeth repairs, write down your wants, and you shall have that, which belongeth to mercy. This scroll was signed with a stamp of cherubim: wings, not spread, but hanging downwards; and by them a cross. This being delivered, the officer returned, and left only a servant with us to receive our answer.

Συνέχεια

Walter Benjamin, Sur le concept d’histoire

Posted in Meditations on 27 Ιανουαρίου, 2010 by Le grand écrivain

Paul Klee, Angelus Novus (1920)

Walter Benjamin

Sur le concept d’histoire[1]

(La version française)

I

On connaît l’histoire de cet automate qui, dans une partie d’échecs, était censé pouvoir trouver à chaque coup de son adversaire la parade qui lui assurait la victoire. Une marionnette en costume turc, narghilé à la bouche, était assise devant une grande table, sur laquelle l’échiquier était installé. Un système de miroirs donnait l’impression que cette table était transparente de tous côtés. En vérité, elle dissimulait un nain bossu, maître dans l’art des échecs, qui actionnait par des fils la main de la marionnette. On peut se représenter en philosophie l’équivalent d’un tel appareil. La marionnette appelée « matérialisme historique » est conçue pour gagner à tout coup. Elle peut hardiment se mesurer à n’importe quel adversaire, si elle prend à son service la théologie, dont on sait qu’elle est aujourd’hui petite et laide, et qu’elle est de toute manière priée de ne pas se faire voir.

II

« L’un des traits les plus remarquables de la nature humaine est, […] à côté de tant d’égoïsme individuel, l’absence générale d’envie que chaque présent porte à son avenir[2]. » Cette réflexion de Lotze conduit à penser que notre image du bonheur est tout entière colorée par le temps dans lequel il nous a été imparti de vivre. Il ne peut y avoir de bonheur susceptible d’éveiller notre envie que dans l’atmosphère que nous avons pu parler, des femmes qui auraient pu se donner à nous. Autrement dit, l’image du bonheur est inséparable de celle de la rédemption. Il en va de même de l’image du passé, dont s’occupe l’histoire. Le passé est marqué d’un indice secret, qui le renvoie à la rédemption. Ne sentons-nous pas nous-mêmes un faible souffle de l’air dans lequel vivaient les hommes d’hier ? Les voix auxquelles nous prêtons l’oreille n’apportent-elles pas un écho de voix désormais éteintes ? Les femmes que nous courtisons n’ont-elles pas des sœurs qu’elles n’ont plus connues ? S’il en est ainsi, alors il existe un rendez-vous tacite entre les générations passées et la nôtre. Nous avons été attendus sur la terre. À nous, comme à chaque génération précédente, fut accordée une faible force messianique sur laquelle le passé fait valoir une prétention. Cette prétention, il est juste de ne point la repousser. L’historien matérialiste en a conscience.

III

Le chroniqueur, qui rapporte les événements sans distinguer entre les grands et les petits, fait droit à cette vérité : que rien de ce qui eut jamais lieu n’est perdu pour l’histoire. Certes, ce n’est qu’à l’humanité rédimée qu’échoit pleinement son passé. C’est-à-dire que pour elle seule son passé est devenu intégralement citable. Chacun des instants qu’elle a vécus devient une « citation à l’ordre du jour[3] » – et ce jour est justement celui du Jugement dernier.

IV

« Occupez-vous d’abord de vous nourrir et de
vous vêtir,
alors vous échoira de lui-même le Royaume
de Dieu. »
Hegel, 1807[4]

La lutte des classes, que jamais ne perd de vue un historien instruit à l’école de Marx, est une lutte pour ces choses brutes et matérielles sans lesquelles il n’en est point de raffinées ni de spirituelles. Celles-ci interviennent pourtant dans la lutte des classes autrement que comme l’idée d’un butin qu’emportera le vainqueur. Comme confiance, courage, humour, ruse, fermeté inébranlable, elles prennent une part vivante à la lutte et agissent rétrospectivement dans les profondeurs du temps. Elles remettront toujours en question chaque nouvelle victoire des maîtres. De même que certaines fleurs tournent leur corolle vers le soleil, le passé par un mystérieux héliotropisme, tend  se tourner vers le soleil qui est en train de se lever au ciel de l’histoire. L’historien matérialiste doit savoir discerner ce changements, le mois ostensible de tous.

V

L’image vraie du passé passe en un éclair. On ne peut retenir le passé que dans une image qui surgit et s’évanouit pour toujours à l’instant même où elle s’offre à la connaissance. « La vérité n’a pas de jambes pour s’enfuir devant nous » – ce mot de Gottfried Keller désigne, dans la conception historiciste de l’histoire, l’endroit exact où le matérialisme historique enfonce son coin. Car c’est une image irrécupérable du passé qui risque de s’évanouir avec chaque présent qui ne s’est pas reconnu visé par elle.

Συνέχεια

Αντρέι Μπιέλι, Η μαγεία των λέξεων

Posted in Meditations on 13 Ιανουαρίου, 2010 by Le grand écrivain

Казимир Малевич (1879 - 1935), Супрематизм

Андрей Белый (Andreï Biély)

(1880 – 1934)

Η μαγεία των λέξεων


[…] Ο δημιουργικός λόγος είναι ένας λόγος ενσαρκωμένος (ο λόγος είναι σάρκα) και μ’ αυτή την έννοια είναι πραγματικός· η ζώσα σάρκα του ανθρώπου είναι το σύμβολο του· η λέξη-όρος είναι ένας σκελετός· κανείς δεν θα προσπαθούσε να αρνηθεί τη σημασία ενός οστεολόγου· η γνώση του είναι απαραίτητη και εξυπηρετεί μια πρακτική ανάγκη της ζωής. Η γνώση της ανατομίας είναι, πάνω απ’ όλα, ένας από τους προαπαιτούμενους όρους για τη θεραπεία της αρρώστιας (πρέπει να μπορεί κανείς να ισιώνει καμπούρες, να ξαναδένει σωστά τα σπασμένα κόκαλα κτλ.), όμως κανείς δεν θα ισχυριζόταν ότι ο σκελετός είναι ο κεντρικός άξονας ενός πολιτισμού. Αποδίδοντας πρωταρχική μάλλον παρά δευτερεύουσα και επικουρική σημασία στο ορολογικό νόημα της λέξης, σκοτώνουμε τη γλώσσα, δηλαδή τον ζωντανό λόγο. Υπάρχει μια αδιάκοπη άσκηση των δημιουργικών δυνάμεων της γλώσσας στον ζωντανό λόγο. Ουσιαστικά ασκούμε δύναμη δημιουργώντας και συνδυάζοντας ηχοεικόνες. Μπορεί να μας πουν ότι μια τέτοια άσκηση είναι ένα παιχνίδι, αλλά μήπως ένα παιχνίδι δεν είναι στην πραγματικότητα μια άσκηση δημιουργίας; Μια ειδική ποικιλία μορφών προβάλλει πάντα από ένα τέτοιο παιχνίδι· το ίδιο το παιχνίδι είναι ένα ζωτικό ένστικτο· στα αθλητικά παιχνίδια ασκούνται και δυναμώνουν οι μυώνες – ένας μαχητής χρειάζεται μυώνες όταν αντιμετωπίζει τον αντίπαλο του· στη ζωντανή ομιλία η δημιουργική δύναμη του πνεύματος ασκείται και δυναμώνει γιατί αυτό χρειάζεται όταν ο άνθρωπος απειλείται. Έτσι, αν και φαίνεται γελοίο για το αυτί του μη ανεπτυγμένου, η άσκηση του πνεύματος στο να συνδυάζει τους ήχους των λέξεων έχει τεράστια σημασία· με τη δημιουργία λέξεων, με την ονομασία των αγνώστων φαινομένων, υποτάσσουμε και μαγεύουμε αυτά τα φαινόμενα με ήχους· ολόκληρη η ζωή στηρίζεται στη ζωτική δύναμη της ομιλίας· έξω από αυτήν δεν έχουμε άλλα άμεσα σήματα για να επικοινωνούμε. Όλα τα άλλα σήματα (παραστατικές χειρονομίες ή αφηρημένα σύμβολα) είναι απλώς δευτερεύοντα, επικουρικά μέσα ομιλίας. Όλ’ αυτά δεν είναι τίποτα μπροστά στη ζωντανή γλώσσα. Η ζωντανή γλώσσα είναι μια αιωνίως ρέουσα δημιουργική δραστηριότητα, που υψώνει μπροστά στα μάτια μας ένα σύνολο εικόνων και μύθων· η συνείδηση μας αντλεί δύναμη και σιγουριά από αυτές τις εικόνες, είναι τα όπλα που με αυτά διαπερνούμε τα σκοτάδια. Μόλις τα σκοτάδια νικηθούν, οι εικόνες διαλύονται και η ποίηση φθείρεται όλο και περισσότερο· ταυτίζουμε ήδη τις λέξεις με αφηρημένες έννοιες, μολονότι όχι, κατά κύριο λόγο, για να πειστούμε για το άσκοπο των εικόνων της γλώσσας· κομματιάζουμε τη ζωντανή γλώσσα σε έννοιες για να την αποσπάσουμε από τη ζωή, να τις συσκευάσουμε σε χιλιάδες τόμους και να τις αφήσουμε να μένουν στην σκόνη των αρχείων και των βιβλιοθηκών. Ύστερα η ζωντανή ζωή στερημένη από τις ζωντανές λέξεις γίνεται τρέλα και χάος για μας. Ο χώρος και ο χρόνος αρχίζουν πάλι να μας απειλούν. Νέα σύννεφα του αγνώστου συσσωρευμένα στον ορίζοντα του γνωστού μας φοβερίζουν με φωτιά και κεραυνούς, απειλώντας να σαρώσουν την ανθρωπότητα από το πρόσωπο της γης. Τότε έρχεται η περίοδος της λεγόμενης παρακμής· ο άνθρωπος καταλήγει να δει πως η ορολογία δεν τον έσωσε. Παραλοϊσμένος από την επικείμενη καταστροφή, ο άνθρωπος έντρομος αρχίζει να εξακοντίζει με τον λόγο το ξόρκι του εναντίον των αγνώστων κινδύνων· βλέπει αμήχανος πως οι λέξεις είναι τα μόνα μέσα που διαθέτει για την πραγματική ενσάρκωση· τότε κάτω από την κρούστα των φθαρμένων λέξεων αναβρύζει ένα αστραφτερό ρεύμα καινούργιων λεκτικών νοημάτων. Νέες λέξεις γεννιούνται. Η παρακμή μετατρέπεται σε ρωμαλέο βαρβαρισμό. Η αιτία της παρακμής είναι ο θάνατος της ζωντανής λέξης. Ο αγώνας με την παρακμή είναι η δημιουργία νέων λέξεων. Σε κάθε πολιτισμική παρακμή η αναγέννηση είχε εξαγγελθεί και συνοδευτεί από μιαν εξαιρετική λατρεία των λέξεων· αλλά η λατρεία των λέξεων είναι η ενεργός αιτία της νέας δημιουργίας. Η περιορισμένη γνώση συγχέει διαρκώς αίτια και αποτελέσματα· η αιτία (ο θάνατος της ζωντανής λέξης) έχοντας ονομαστεί αποτέλεσμα (αντεπίδραση του θανάτου μέσω της λατρείας της λέξης) συγχέεται με το αποτέλεσμα· η δημιουργική λατρεία της λέξης συνδέεται διαρκώς με την παρακμή· το αντίθετο αληθεύει: η παρακμή είναι η συνέπεια της φθοράς των λέξεων. Η λατρεία της λέξης είναι η αρχή της αναγέννησης.

Συνέχεια

Asger Jorn, Guy Debord and the Problem of the Accursed

Posted in Meditations on 13 Δεκεμβρίου, 2009 by Le grand écrivain

Agern Jorn, Le Soldat et son passé (1957)

Asger Jorn

Guy Debord and the Problem of the Accursed

«. . . outlaws impelled by that energy springing from bad passions, alone capable of overthrowing the old world and giving back to the forces of life their creative liberty.» Alain Sergent and Claude Harmel, Histoire de l’Anarchie

«It would have been better for mankind if this man never existed.» This is what The Gentlemen’s Magazine wrote on the occasion of the death of Godwin, who was an inspiration to Shelley, Coleridge, Wordsworth, William Blake, and many others, just as Proudhon was the inspiration for Courbet’s painting. From this group comes a large part of modern poetry, the «plein air» school in landscape painting, Impressionism, and a whole continuous creative development whose continuation belonged and still belongs to the forces of life, constituting creative freedom itself. But such a development cannot be understood if one separates it from its solidarity with this bad passion that is «alone capable of overthrowing the old world» — the passion carried by creative rule-breakers who are cursed for being themselves.

This state of affairs is no longer at odds with society’s general attitude toward modernism. Paradoxically, the general sympathy toward modernism since the turn of the century, and especially since World War II, when it was proclaimed that «the accursed artist no longer exists,» represses these creative forces even more radically. The reality of social malediction is wrapped in a tranquilizing and antiseptic appearance of emptiness: the problem has disappeared; there never was a problem. At the same time, the journalistic label of «accursed» becomes, on the contrary, an immediate valorization. To be all the rage, it is enough to get yourself cursed. And this is fairly simple, since any kind of aggression provokes curses from its victim. Thus the very principle of the accursed is altered; we rediscover the simple romantic notion of the unrecognized genius. He’s the thinker whom one willingly considers as «ahead of his time,» and one attempts, further, to leave him unrecognized for as brief a time as possible.

Συνέχεια

Hannah Arendt, Η ανθρώπινη κατάσταση

Posted in Meditations on 14 Οκτωβρίου, 2009 by Le grand écrivain





Hannah Arendt


[…] Η αδιαφορία για τον κόσμο είναι δυνατή ως πολιτικό φαινόμενο μόνο αν στηριχτεί στην υπόθεση ότι ο κόσμος δεν θα διαρκέσει· αν όμως υποτεθεί αυτό, είναι σχεδόν αναπόφευκτο ότι η αδιαφορία για τον κόσμο, με τη μία ή την άλλη μορφή, θ’ αρχίσει να κυριαρχεί στην πολιτική σκηνή. Αυτό συνέβη μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και φαίνεται να συμβαίνει πάλι στις μέρες μας, μολονότι για εντελώς διαφορετικούς λόγους και με πολύ διαφορετικές, ίσως ακόμα πιο δυσάρεστες μορφές. Η χριστιανική αποχή από τα πράγματα του κόσμου τούτου δεν είναι κατά κανέναν τρόπο η μόνη κατάληξη, στην οποία μπορεί να φτάσει κανείς από την πεποίθηση ότι το ανθρώπινο οικοδόμημα, όντας προϊόν ανθρώπινων χεριών, είναι εξίσου θνητό με τους δημιουργούς του. Η πεποίθηση αυτή, απεναντίας, μπορεί να εντατικοποιήσει την απόλαυση και την κατανάλωση των πραγμάτων του κόσμου τούτου, όπως και όλους τους τρόπους επικοινωνίας, στους οποίους ο κόσμος δεν κατανοείται ως κάτι που είναι κοινόν για όλους. Μόνο η ύπαρξη μιας δημόσιας σφαίρας και ο παρεπόμενος μετασχηματισμός του κόσμου σε μια κοινότητα πραγμάτων, η οποία συγκεντρώνει τους ανθρώπους και τους συνδέει μεταξύ τους στηρίζεται ολοκληρωτικά στη διάρκεια. Αν ο κόσμος πρόκειται να περιλαμβάνει ένα δημόσιο χώρο, αυτός δεν μπορεί να οικοδομείται μόνο για μια γενεά και να σχεδιάζεται μόνο για τους ζώντες· πρέπει να υπερβαίνει το χρονικό διάστημα της ζωής των θνητών.

Χωρίς αυτή την υπέρβαση σε μια δυνάμει επίγεια αθανασία, καμιά πολιτική, με την αυστηρή έννοια της λέξης, κανένας κοινός κόσμος και κανένας δημόσιος χώρος δεν είναι δυνατός. Διότι αντίθετα από το κοινό καλό όπως το εννοούσε ο Χριστιανισμός – η σωτηρία μιας ψυχής ως ένα κοινό για όλους συμφέρον – ο κοινός κόσμος είναι ο χώρος στον οποίον μπαίνουμε όταν γεννιόμαστε, και ο χώρος, τον οποίο αφήνουμε πίσω μας όταν πεθαίνουμε. Υπερβαίνει τον χρόνο ζωής μας τόσο προς το παρελθόν όσο και προς το μέλλον· υπήρχε πριν έλθουμε και θα διαρκέσει περισσότερο από τη σύντομη διαμονή μας σ’ αυτόν. Είναι ότι έχουμε από κοινού όχι μόνο με όσους ζουν μαζί μας, αλλά και με όσους υπήρξαν εδώ πριν και με όσους θα έλθουν μετά από μας. Αλλά ένας τέτοιος κοινός κόσμος μπορεί να επιβιώσει των ερχόμενων και απερχόμενων γενεών μόνο στο βαθμό που εμφανίζεται δημοσίως. Ακριβώς η δημοσιότητα της δημόσιας σφαίρας μπορεί να ενσωματώσει και να αγλαΐσει δια μέσου των αιώνων οτιδήποτε θελήσουν ίσως οι άνθρωποι να διασώσουν από τη φυσική φθορά του χρόνου. Οι άνθρωποι για πολλούς αιώνες πριν από μας – αλλά όχι τώρα πλέον – εισέρχονταν στο δημόσιο χώρο διότι επιθυμούσαν κάτι τι δικό τους ή κάτι τι που είχαν από κοινού με άλλους να διαρκέσει περισσότερο από τη γήινη ύπαρξη τους. (Έτσι η κατάρα της δουλείας δεν ήταν μόνο ότι στερούσε από τους δούλους την ελευθερία και την ορατή ύπαρξη, αλλά και ο φόβος των ίδιων των αφανών εκείνων ανθρώπων «ότι περνώντας από την αφάνεια της ζωής τους στον θάνατο δεν θα άφηναν πίσω τους κανένα σημάδι να μαρτυράει πως κάποτε υπήρξαν»). Δεν υπάρχει ίσως σαφέστερη μαρτυρία για την απώλεια της δημόσιας σφαίρας κατά τους νεότερους χρόνους από την ολοκληρωτική σχεδόν απώλεια του αυθεντικού ενδιαφέροντος για την αθανασία, μια απώλεια η οποία επισκιάστηκε κάπως από την ταυτόχρονη απώλεια του μεταφυσικού ενδιαφέροντος για την αιωνιότητα. Η δεύτερη, η αιωνιότητα, αποτελώντας μέριμνα των φιλοσόφων και της vita contemplativa πρέπει να παραμείνει έξω απ’ το πεδίο τούτων των σκέψεων μας. Αλλά η πρώτη, η αθανασία, επιβεβαιώνεται από την συνηθισμένη σήμερα κατάταξη του αγώνα για την κατάκτηση της αθανασίας στο ιδιωτικό ελάττωμα της ματαιοδοξίας. Κάτω από τις σύγχρονες συνθήκες είναι πράγματι τόσο απίθανο να φιλοδοξεί κανείς στα σοβαρά μια επίγεια αθανασία, ώστε πιθανώς δίκαια να θεωρούμε τη φιλοδοξία αυτή σκέτη ματαιοδοξία.

Το περίφημο εδάφιο του Αριστοτέλη: «Κατά την εξέταση των ανθρωπίνων υποθέσεων δεν πρέπει κανείς… να εξετάζει τον άνθρωπο ως έχει, δεν πρέπει να εξετάζει τι είναι θνητό στα θνητά πράγματα, αλλά να στοχάζεται γι αυτά [μόνο] στον βαθμό που έχουν την δυνατότητα να καταστούν αθάνατα», βρίσκεται με τρόπο πολύ ταιριαστό στα πολιτικά του γραπτά. Διότι η πόλις για τους Έλληνες, όπως η res publica για τους Ρωμαίους, ήταν πριν απ’ όλα εγγύηση κατά της ασημαντότητας της ατομικής ζωής, χώρος προφυλαγμένος απέναντι σε αυτήν την ασημαντότητα και προορισμένος για την σχετική διάρκεια, αν όχι για την αθανασία, των θνητών.

Η αντίληψη της νεότερης εποχής για τη δημόσια σφαίρα, μετά τη θεαματική αύξηση της δημόσιας σημασίας της «κοινωνίας», εκφράζεται από τον Adam Smith, όταν, με αφοπλιστική ειλικρίνεια, αναφέρει «την ανεπρόκοπη εκείνη ράτσα των ανθρώπων που κοινώς αποκαλούνται άνθρωποι των γραμμάτων», για τους οποίους «η δημόσια αναγνώριση… αποτελεί πάντα ένα μέρος της αμοιβής τους…· ένα σημαντικό μέρος για το επάγγελμα του γιατρού, ένα ακόμα μεγαλύτερο ίσως για το επάγγελμα του νομικού, ενώ για τον ποιητή και τον φιλόσοφο αποτελεί σχεδόν το σύνολο». Εδώ είναι αυταπόδεικτο ότι η δημόσια αναγνώριση και η χρηματική αμοιβή είναι της αυτής φύσεως και μπορούν να πάρουν το ένα τη θέση του άλλου. Η δημόσια αναγνώριση είναι κι αυτή κάτι που χρησιμοποιείται και καταναλώνεται, και το γόητρο, καθώς θα λέγαμε σήμερα, ικανοποιεί μιαν ανάγκη όπως η τροφή ικανοποιεί μιαν άλλη: η δημόσια αναγνώριση καταναλώνεται από την ατομική ματαιοδοξία όπως καταναλώνεται η τροφή από την πείνα. Είναι προφανές ότι απ’ αυτήν την άποψη το κριτήριο της πραγματικότητας δεν έγκειται στην δημόσια παρουσία των άλλων, αλλά μάλλον στην μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτακτικότητα των αναγκών εκείνων που την ύπαρξη ή μη ύπαρξη τους δεν μπορεί να βεβαιώσει κανείς άλλος εκτός από όσους τις νιώθουν. Και αφού η ανάγκη της τροφής έχει την αυταπόδεικτη πραγματική βάση της στην ίδια τη λειτουργία της ζωής, είναι επίσης προφανές ότι οι εντελώς υποκειμενικές σουβλιές της πείνας είναι πιο ‘πραγματικές’ από την ‘ματαιοδοξία’ όπως ονόμαζε ο Hobbes την δίψα της δημόσιας αναγνώρισης. Όμως, κι αν ακόμη αυτές τις ανάγκες, μ’ ένα θαύμα συμπόνοιας, τις συμμερίζονταν και οι άλλοι, πάλι η ίδια κενότητα τους θα τις εμπόδιζε πάντα να εγκαθιδρύσουν κάτι τόσο στέρεο και τόσο διαρκές όσο ένας κοινός κόσμος. Το θέμα λοιπόν δεν είναι ότι υπάρχει μια έλλειψη κοινής αναγνώρισης για την ποίηση και την φιλοσοφία στον σύγχρονο κόσμο, αλλά ότι αυτή η αναγνώριση δεν συνιστά ένα χώρο όπου διασώζονται τα πράγματα από την φθορά του χρόνου. Η ματαιότητα της κοινής αναγνώρισης, η οποία καταναλώνεται καθημερινά σε όλο και μεγαλύτερες ποσότητες, είναι τέτοια, ώστε, αντίθετα, η χρηματική αμοιβή, ένα από τα πιο μάταια πράγματα που υπάρχουν, μπορεί να γίνει πιο ‘αντικειμενική’ και πιο ‘πραγματική’.

Σε αντιδιαστολή μ’ αυτήν την ‘αντικειμενικότητα’, της οποίας μόνη βάση είναι το χρήμα ως κοινός παρανομαστής για την ικανοποίηση όλων των αναγκών, η πραγματικότητα της δημόσιας σφαίρας στηρίζεται στην ταυτόχρονη παρουσία αναρίθμητων προοπτικών και όψεων, με τις οποίες δεν μπορεί ποτέ να επινοηθεί κοινό μέτρο ή κοινός παρανομαστής. Διότι αν και ο κοινός κόσμος αποτελεί το κοινό πεδίο συνάντησης όλων, όμως όσοι είναι παρόντες έχουν διαφορετικές θέσεις μέσα σ’ αυτό, και η θέση του ενός δεν μπορεί να συμπίπτει με τη θέση του άλλου, όπως δεν μπορεί να συμπίπτει η θέση δύο αντικειμένων. Το να είναι κανείς ορατός και ακουστός από τους άλλους αντλεί τη σημασία του από το γεγονός ότι καθένας βλέπει και ακούει από διαφορετική θέση. Αυτό είναι το νόημα του δημόσιου βίου, σε σύγκριση με τον οποίο ακόμη και η πιο πλούσια και πιο ικανοποιητική οικογενειακή ζωή δεν μπορεί να προσφέρει σε κάποιον παρά μόνο της επέκταση ή τον πολλαπλασιασμό της θέσης του με τις συνακόλουθες όψεις και προοπτικές της. Η υποκειμενικότητα της ιδιωτικότητας μπορεί να επεκταθεί και να πολλαπλασιαστεί σε μια οικογένεια, μπορεί να ισχυροποιηθεί τόσο, ώστε το βάρος της να γίνει αισθητό στη δημόσια σφαίρα· αλλά αυτή η «δημόσια» οικογένεια δεν μπορεί ποτέ να αντικαταστήσει την πραγματικότητα που προκύπτει από το ολικό άθροισμα των όψεων που παρουσιάζει ένα αντικείμενο σ’ ένα πλήθος θεατών. Μόνον όπου είναι δυνατόν να αντικρύζονται τα πράγματα από τους πολλούς στην ποικιλία των όψεων τους χωρίς να μεταβάλλουν ταυτότητα, ούτως ώστε όσοι συγκεντρώνονται γύρω τους να ξέρουν πως βλέπουν την ταυτότητα στην απόλυτη διαφορά, εκεί μπορεί αληθινά και αξιόπιστα να εμφανιστεί η εγκόσμια πραγματικότητα.

Κάτω από τις συνθήκες ενός κοινού κόσμου, την πραγματικότητα δεν την εγγυάται κατά κύριο λόγο η «κοινή φύση» όλων των ανθρώπων που την συνιστούν, αλλά μάλλον το γεγονός ότι, παρά τις διαφορές θέσεως και την ποικιλία όψεων που προκύπτει, όλοι ενδιαφέρονται πάντα για το ίδιο αντικείμενο. Αν η ταυτότητα του αντικειμένου δεν είναι πλέον δυνατόν να διακριθεί, καμιά κοινή φύση των ανθρώπων, και λιγότερο απ’ όλα ο αφύσικος κομφορμισμός μιας μαζικής κοινωνίας, δεν μπορεί να αποτρέψει την καταστροφή του κοινού κόσμου, που συνήθως ακολουθεί την καταστροφή των πολλών όψεων, με τις οποίες εμφανίζεται στο ανθρώπινο πλήθος. Αυτό μπορεί να συμβεί κάτω από συνθήκες απόλυτης απομόνωσης, όπου κανείς πια δεν μπορεί να συμφωνήσει με κανέναν άλλον, όπως συμβαίνει συνήθως στις τυραννίες. Αλλά αυτό μπορεί επίσης να συμβεί και κάτω από τις συνθήκες μιας μαζικής κοινωνίας ή μιας μαζικής υστερίας, όπου βλέπουμε όλους τους ανθρώπους να συμπεριφέρονται ξαφνικά σαν να ήταν μέλη μιας οικογένειας, αποτελώντας καθένας μιαν επέκταση κι ένα αντίγραφο του πλησίον του. Και στις δύο περιπτώσεις οι άνθρωποι έχουν μεταβληθεί πέρα για πέρα σε ιδιώτες, δηλαδή έχουν στερηθεί το να βλέπουν και να ακούνε τους άλλους ή το να τους βλέπουν και να τους ακούνε οι άλλοι. Βρίσκονται όλοι έγκλειστοι στην υποκειμενικότητα της δικής τους ατομικής εμπειρίας, η οποία δεν παύει να είναι ατομική έστω κι αν πολλαπλασιάζεται απειράριθμες φορές. Το τέλος του κοινού κόσμου έχει επέλθει όταν αυτός αντικρύζεται από μια μόνο πλευρά κι όταν έχει την δυνατότητα να παρουσιάζεται σε μια μόνο προοπτική. […]


***



Hannah Arendt, The Human Condition, Chicago, 1958 (ελλ. μτφρ., Χάννα Άρεντ, Η ανθρώπινη κατάσταση, μτφρ. Γ. Λυκιαρδόπουλος – Σ. Ροζάνης, Αθήνα, 2008, σ. 80 – 85).

Δύο κείμενα του 1906 του Albert Libertad για τις εκλογές

Posted in Meditations on 31 Μαΐου, 2009 by Le grand écrivain

Albert Libertad

Albert Libertad

————————————————————

Προς τα εκλογικά κοπάδια

Υπό την πίεση των ενδιαφερόμενων ατόμων τα πολιτικά κόμματα εγκαινιάζουν την πολυαναμενόμενη περίοδο των προεκλογικών αψιμαχιών.

Ως συνήθως, θα προσβάλλουν ο ένας τον άλλον, θα σπιλώνουν ο ένας τον άλλον, θα αντιδικούν. Ύβρεις θα ανταλλάσσονται προς όφελος κάποιου τρίτου λωποδύτη, έτοιμου πάντα να εκμεταλλευτεί την ηλιθιότητα του πλήθους.

Εσύ τι προσδοκάς απ’ όλ’ αυτά;

Ζεις με τα παιδιά σου σε χαμόσπιτα. Τρως – όταν μπορείς – τροφή φτηνή και νοθευμένη από την απληστία των εμπόρων. Έκθετος στον αφανισμό από το αλκοόλ κι από την φυματίωση, να σκοτώνεσαι απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ στη δουλειά. Μία δουλειά πάντα τόσο ηλίθια κι άχρηστη κι απ’ την οποία τίποτα δεν πρόκειται ποτέ να κερδίσεις. Αύριο θ’ αρχίσεις πάλι απ’ την αρχή, και θα κυλήσει έτσι η ζωή σου μέχρι να πεθάνεις.

Δεν υπάρχει περίπτωση λοιπόν να τα αλλάξεις όλα αυτά;

Πρόκειται άραγε να σου δώσουν τα μέσα να πραγματώσεις τις υποσχέσεις της ζωής σου, της δικής σου και των συνανθρώπων σου; Θα είσαι ποτέ ικανός να πηγαίνεις και να έρχεσαι, να τρως, να πίνεις, να αναπνέεις χωρίς περιορισμούς, να αγαπάς με χαρά, να αναπαύεσαι, να απολαμβάνεις τις επιστημονικές ανακαλύψεις και τις εφαρμογές τους, μειώνοντας τους μόχθους σου, αυξάνοντας την ευημερία σου; Πρόκειται άραγε να ζήσεις δίχως να σιχαίνεσαι ή να φοβάσαι τη πραγματική ζωή, την έντονη ζωή;

Όχι, λένε οι πολιτικοί που σου ζητούν την ψήφο σου. Αυτό δεν είναι παρά ένα απόμακρο ιδανικό… πρέπει να είσαι υπομονετικός… είστε πολλοί, σίγουρα, αλλά πρέπει να αποκτήσετε συνείδηση της δύναμης σας ούτως ώστε να την εμπιστεύεστε στα άξια χέρια των επαγγελματιών «σωτήρων» σας μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια.

Τι θα κάνουν εκείνοι για χάρη σου;

ΝΟΜΟΥΣ! Τι είναι ο Νόμος; Η καταπίεση του μεγαλύτερου μέρους από μια κλίκα που ισχυρίζεται πως αντιπροσωπεύει την πλειοψηφία. Σε κάθε περίπτωση, το σφάλμα που διακηρύσσεται από την πλειοψηφία δεν επαληθεύεται, και μόνο εκείνοι που δεν σκέφτονται σκύβουνε το κεφάλι στωικά μπροστά σε κάθε νόμιμο ψεύδος. Η αλήθεια δεν μπορεί να καθοριστεί δια της ψηφοφορίας!

Όποιος ψηφίζει δέχεται να καταπιέζεται.

Γιατί λοιπόν υπάρχουν νόμοι; Γιατί υπάρχει ιδιοκτησία. Η προκατάληψη περί ιδιοκτησίας είναι που οφείλεται για τη μιζέρια μας, για όλο τον ανθρώπινο πόνο. Κι αυτοί που υποφέρουν απ’ αυτήν έχουν κάθε συμφέρον να επιχειρήσουν να την καταστρέψουν και μαζί της να καταστρέψουνε τους νόμους. Το μόνο εύλογο μέσο για να υπερνικήσεις τους νόμους είναι να πάψεις να τους φτιάχνεις.

Ποιος φτιάχνει νόμους; Οι αριβίστες των κοινοβουλίων.

Σε τελική ανάλυση δεν είναι μια χούφτα εξουσιαστών που μας συνθλίβει, αλλά η απερισκεψία, η ηλιθιότητα της αγέλης εκείνων των προβάτων του Πανούργου που απαρτίζουνε το εκλογικό κοπάδι.

Δεν θα σταματήσουμε να παλεύουμε για την κατάκτηση της «άμεσης ευτυχίας» παραμένοντας θιασώτες της μοναδικής μεθόδου και διακηρύσσοντας με όσους απέχοντες συντρόφους μας:

Ο ψηφοφόρος είναι ο εχθρός!

Και τώρα, στις κάλπες, μοσχάρι.

———————————————————————-

Συνέχεια

Civil Disobedience, III

Posted in Meditations on 12 Ιουνίου, 2008 by Le grand écrivain

Henry David Thoreau

(1817 – 1862)

Civil Disobedience

(1849)

Part 3

The night in prison was novel and interesting enough. The prisoners in their shirt-sleeves were enjoying a chat and the evening air in the doorway, when I entered. But the jailer said, «Come, boys, it is time to lock up»; and so they dispersed, and I heard the sound of their steps returning into the hollow apartments. My room-mate was introduced to me by the jailer as «a first-rate fellow and a clever man.» When the door was locked, he showed me where to hang my hat, and how he managed matters there. The rooms were whitewashed once a month; and this one, at least, was the whitest, most simply furnished, and probably the neatest apartment in the town. He naturally wanted to know where I came from, and what brought me there; and, when I had told him, I asked him in my turn how he came there, presuming him to be an honest man, of course; and, as the world goes, I believe he was. «Why,» said he, «they accuse me of burning a barn; but I never did it.» As near as I could discover, he had probably gone to bed in a barn when drunk, and smoked his pipe there; and so a barn was burnt. He had the reputation of being a clever man, had been there some three months waiting for his trial to come on, and would have to wait as much longer; but he was quite domesticated and contented, since he got his board for nothing, and thought that he was well treated.

He occupied one window, and I the other; and I saw that if one stayed there long, his principal business would be to look out the window. I had soon read all the tracts that were left there, and examined where former prisoners had broken out, and where a grate had been sawed off, and heard the history of the various occupants of that room; for I found that even here there was a history and a gossip which never circulated beyond the walls of the jail. Probably this is the only house in the town where verses are composed, which are afterward printed in a circular form, but not published. I was shown quite a long list of verses which were composed by some young men who had been detected in an attempt to escape, who avenged themselves by singing them.

I pumped my fellow-prisoner as dry as I could, for fear I should never see him again; but at length he showed me which was my bed, and left me to blow out the lamp.

It was like travelling into a far country, such as I had never expected to behold, to lie there for one night. It seemed to me that I never had heard the town-clock strike before, nor the evening sounds of the village; for we slept with the windows open, which were inside the grating. It was to see my native village in the light of the Middle Ages, and our Concord was turned into a Rhine stream, and visions of knights and castles passed before me. They were the voices of old burghers that I heard in the streets. I was an involuntary spectator and auditor of whatever was done and said in the kitchen of the adjacent village-inn — a wholly new and rare experience to me. It was a closer view of my native town. I was fairly inside of it. I never had seen its institutions before. This is one of its peculiar institutions; for it is a shire town.(1) I began to comprehend what its inhabitants were about.

In the morning, our breakfasts were put through the hole in the door, in small oblong-square tin pans, made to fit, and holding a pint of chocolate, with brown bread, and an iron spoon. When they called for the vessels again, I was green enough to return what bread I had left; but my comrade seized it, and said that I should lay that up for lunch or dinner. Soon after he was let out to work at haying in a neighboring field, whither he went every day, and would not be back till noon; so he bade me good-day, saying that he doubted if he should see me again.

When I came out of prison — for some one interfered, and paid that tax — I did not perceive that great changes had taken place on the common, such as he observed who went in a youth and emerged a tottering and gray-headed man; and yet a change had to my eyes come over the scene — the town, and State, and country — greater than any that mere time could effect. I saw yet more distinctly the State in which I lived. I saw to what extent the people among whom I lived could be trusted as good neighbors and friends; that their friendship was for summer weather only; that they did not greatly propose to do right; that they were a distinct race from me by their prejudices and superstitions, as the Chinamen and Malays are; that in their sacrifices to humanity, they ran no risks, not even to their property; that after all they were not so noble but they treated the thief as he had treated them, and hoped, by a certain outward observance and a few prayers, and by walking in a particular straight though useless path from time to time, to save their souls. This may be to judge my neighbors harshly; for I believe that many of them are not aware that they have such an institution as the jail in their village.

It was formerly the custom in our village, when a poor debtor came out of jail, for his acquaintances to salute him, looking through their fingers, which were crossed to represent the grating of a jail window, «How do ye do?» My neighbors did not thus salute me, but first looked at me, and then at one another, as if I had returned from a long journey. I was put into jail as I was going to the shoemaker’s to get a shoe which was mended. When I was let out the next morning, I proceeded to finish my errand, and, having put on my mended shoe, joined a huckleberry party, who were impatient to put themselves under my conduct; and in half an hour — for the horse was soon tackled — was in the midst of a huckleberry field, on one of our highest hills, two miles off, and then the State was nowhere to be seen.

This is the whole history of «My Prisons.»(2)

I have never declined paying the highway tax, because I am as desirous of being a good neighbor as I am of being a bad subject; and as for supporting schools, I am doing my part to educate my fellow-countrymen now. It is for no particular item in the tax-bill that I refuse to pay it. I simply wish to refuse allegiance to the State, to withdraw and stand aloof from it effectually. I do not care to trace the course of my dollar, if I could, till it buys a man or a musket to shoot one with — the dollar is innocent — but I am concerned to trace the effects of my allegiance. In fact, I quietly declare war with the State, after my fashion, though I will still make what use and get what advantage of her I can, as is usual in such cases.

If others pay the tax which is demanded of me, from a sympathy with the State, they do but what they have already done in their own case, or rather they abet injustice to a greater extent than the State requires. If they pay the tax from a mistaken interest in the individual taxed, to save his property, or prevent his going to jail, it is because they have not considered wisely how far they let their private feelings interfere with the public good.

This, then, is my position at present. But one cannot be too much on his guard in such a case, lest his action be biased by obstinacy or an undue regard for the opinions of men. Let him see that he does only what belongs to himself and to the hour.

I think sometimes, Why, this people mean well; they are only ignorant; they would do better if they knew how: why give your neighbors this pain to treat you as they are not inclined to? But I think, again, This is no reason why I should do as they do, or permit others to suffer much greater pain of a different kind. Again, I sometimes say to myself, When many millions of men, without heat, without ill-will, without personal feeling of any kind, demand of you a few shillings only, without the possibility, such is their constitution, of retracting or altering their present demand, and without the possibility, on your side, of appeal to any other millions, why expose yourself to this overwhelming brute force? You do not resist cold and hunger, the winds and the waves, thus obstinately; you quietly submit to a thousand similar necessities. You do not put your head into the fire. But just in proportion as I regard this as not wholly a brute force, but partly a human force, and consider that I have relations to those millions as to so many millions of men, and not of mere brute or inanimate things, I see that appeal is possible, first and instantaneously, from them to the Maker of them, and, secondly, from them to themselves. But, if I put my head deliberately into the fire, there is no appeal to fire or to the Maker of fire, and I have only myself to blame. If I could convince myself that I have any right to be satisfied with men as they are, and to treat them accordingly, and not according, in some respects, to my requisitions and expectations of what they and I ought to be, then, like a good Mussulman (3) and fatalist, I should endeavor to be satisfied with things as they are, and say it is the will of God. And, above all, there is this difference between resisting this and a purely brute or natural force, that I can resist this with some effect; but I cannot expect, like Orpheus,(4) to change the nature of the rocks and trees and beasts.

I do not wish to quarrel with any man or nation. I do not wish to split hairs, to make fine distinctions, or set myself up as better than my neighbors. I seek rather, I may say, even an excuse for conforming to the laws of the land. I am but too ready to conform to them. Indeed, I have reason to suspect myself on this head; and each year, as the tax-gatherer comes round, I find myself disposed to review the acts and position of the general and State governments, and the spirit of the people, to discover a pretext for conformity.

«We must affect our country as our parents,
And if at any time we alienate
Our love or industry from doing it honor,
We must respect effects and teach the soul
Matter of conscience and religion,
And not desire of rule or benefit.»
(5)

I believe that the State will soon be able to take all my work of this sort out of my hands, and then I shall be no better a patriot than my fellow-countrymen. Seen from a lower point of view, the Constitution, with all its faults, is very good; the law and the courts are very respectable; even this State and this American government are, in many respects, very admirable and rare things, to be thankful for, such as a great many have described them; but seen from a point of view a little higher, they are what I have described them; seen from a higher still, and the highest, who shall say what they are, or that they are worth looking at or thinking of at all?

However, the government does not concern me much, and I shall bestow the fewest possible thoughts on it. It is not many moments that I live under a government, even in this world. If a man is thought-free, fancy-free, imagination-free, that which is not never for a long time appearing to be to him, unwise rulers or reformers cannot fatally interrupt him.

I know that most men think differently from myself; but those whose lives are by profession devoted to the study of these or kindred subjects, content me as little as any. Statesmen and legislators, standing so completely within the institution, never distinctly and nakedly behold it. They speak of moving society, but have no resting-place without it. They may be men of a certain experience and discrimination, and have no doubt invented ingenious and even useful systems, for which we sincerely thank them; but all their wit and usefulness lie within certain not very wide limits. They are wont to forget that the world is not governed by policy and expediency. Webster never goes behind government, and so cannot speak with authority about it. His words are wisdom to those legislators who contemplate no essential reform in the existing government; but for thinkers, and those who legislate for all time, he never once glances at the subject. I know of those whose serene and wise speculations on this theme would soon reveal the limits of his mind’s range and hospitality. Yet, compared with the cheap professions of most reformers, and the still cheaper wisdom and eloquence of politicians in general, his are almost the only sensible and valuable words, and we thank Heaven for him. Comparatively, he is always strong, original, and, above all, practical. Still, his quality is not wisdom, but prudence. The lawyer’s truth is not truth, but consistency or a consistent expediency. Truth is always in harmony with herself, and is not concerned chiefly to reveal the justice that may consist with wrong-doing. He well deserves to be called, as he has been called, the Defender of the Constitution. There are really no blows to be given by him but defensive ones. He is not a leader, but a follower. His leaders are the men of ’87.(6) «I have never made an effort,» he says, «and never propose to make an effort; I have never countenanced an effort, and never mean to countenance an effort, to disturb the arrangement as originally made, by which the various States came into the Union.» Still thinking of the sanction which the Constitution gives to slavery, he says, «Because it was a part of the original compact — let it stand.»(7) Notwithstanding his special acuteness and ability, he is unable to take a fact out of its merely political relations, and behold it as it lies absolutely to be disposed of by the intellect — what, for instance, it behooves a man to do here in America to-day with regard to slavery, but ventures, or is driven, to make some such desperate answer as the following, while professing to speak absolutely, and as a private man — from which what new and singular code of social duties might be inferred? «The manner,» says he, «in which the governments of those States where slavery exists are to regulate it is for their own consideration, under their responsibility to their constituents, to the general laws of propriety, humanity, and justice, and to God. Associations formed elsewhere, springing from a feeling of humanity, or any other cause, have nothing whatever to do with it. They have never received any encouragement from me, and they never will.»

They who know of no purer sources of truth, who have traced up its stream no higher, stand, and wisely stand, by the Bible and the Constitution, and drink at it there with reverence and humility; but they who behold where it comes trickling into this lake or that pool, gird up their loins once more, and continue their pilgrimage toward its fountain-head.

No man with a genius for legislation has appeared in America. They are rare in the history of the world. There are orators, politicians, and eloquent men, by the thousand; but the speaker has not yet opened his mouth to speak who is capable of settling the much-vexed questions of the day. We love eloquence for its own sake, and not for any truth which it may utter, or any heroism it may inspire. Our legislators have not yet learned the comparative value of free-trade and of freedom, of union, and of rectitude, to a nation. They have no genius or talent for comparatively humble questions of taxation and finance, commerce and manufacturers and agriculture. If we were left solely to the wordy wit of legislators in Congress for our guidance, uncorrected by the seasonable experience and the effectual complaints of the people, America would not long retain her rank among the nations. For eighteen hundred years, though perchance I have no right to say it, the New Testament has been written; yet where is the legislator who has wisdom and practical talent enough to avail himself of the light which it sheds on the science of legislation?

The authority of government, even such as I am willing to submit to — for I will cheerfully obey those who know and can do better than I, and in many things even those who neither know nor can do so well — is still an impure one: to be strictly just, it must have the sanction and consent of the governed. It can have no pure right over my person and property but what I concede to it. The progress from an absolute to a limited monarchy, from a limited monarchy to a democracy, is a progress toward a true respect for the individual. Even the Chinese philosopher (8) was wise enough to regard the individual as the basis of the empire. Is a democracy, such as we know it, the last improvement possible in government? Is it not possible to take a step further towards recognizing and organizing the rights of man? There will never be a really free and enlightened State until the State comes to recognize the individual as a higher and independent power, from which all its own power and authority are derived, and treats him accordingly. I please myself with imagining a State at least which can afford to be just to all men, and to treat the individual with respect as a neighbor; which even would not think it inconsistent with its own repose if a few were to live aloof from it, not meddling with it, nor embraced by it, who fulfilled all the duties of neighbors and fellow-men. A State which bore this kind of fruit, and suffered it to drop off as fast as it ripened, would prepare the way for a still more perfect and glorious State, which also I have imagined, but not yet anywhere seen.

Notes

1. At the time, Concord was a county seat
2. Reference to Le Mie Prigioni by Silvio Pellico (1789-1854), about his 8 years as a political prisoner, English translation 1833
3. A Muslim
4. In Greek mythology, a musician whose songs could charm rocks and trees and beasts
5. George Peele (1557?-1597?), Battle of Alcazar (in later editions only)
6. Writers of the Constitution in 1787
7. Danial Webster (1782-1852) from speech in U.S. Senate
8. Probably Confucius (551-479 B.C.)