Archive for the Greek Prose Category

Ζ. Δ. Αϊναλής, Η Ληστεία

Posted in Greek Prose on 12 Μαΐου, 2013 by Le grand écrivain

Ζ. Δ. Αϊναλής

Η ΛΗΣΤΕΙΑ

 

 

     Μόλις είχα εξασφαλίσει την τροφή και μου την έπεσε χύμα. Άρπαξε τη σακούλα με το τσίζμπεργκερ και άρχισε να τρέχει. Εγώ για δύο δευτερόλεπτα μένω κάγκελο σα μαλάκας. Ζουμάρω στο μυαλό μου και βλέπω τη σκέψη μου: στην τσέπη μου έχω ακριβώς σαράντα λεπτά, τα ρέστα απ’ το τσίζμπεργκερ – δεν υπάρχει περίπτωση να βρω λεφτά ν’ αγοράσω άλλο πριν περάσουν μια-δυο μέρες – το τσίζμπεργκερ αυτό είναι η τελευταία ελπίδα μου. Αρχίζω να τρέχω. Κατεβαίνει τρέχοντας τη Σόλωνος το μουνί και πάει να χωθεί στην πλατεία. Ταχαίνω κι εγώ. Η γλώσσα μου κατεβαίνει στα πόδια και τα πνευμόνια μου λέω θα σκάσουν. Πριν την Θεμιστοκλέους τον φτάνω και τον αρπάζω απ’ τα μαλλιά. Πέφτουμε χάμω κι οι δύο, κορνάρουν τα αυτοκίνητα. Αρχίζουμε να πλακωνόμαστε. Τον έχω βάλει κάτω και τον βαράω. Εκείνος κοπανά τον αέρα. Βάζει τα χέρια του μες στο στόμα μου. Τραβάει τη σάρκα και μου σκίζει τα χείλια. Εγώ ουρλιάζω και τον αφήνω. Με ρίχνει κάτω και με κλωτσά στα πλευρά. Εγώ διπλώνομαι στα δύο. Με κοπανάει στην σπονδυλική στήλη. Εγώ ουρλιάζω ουρλιάζω. Προσπαθώ να γυρίσω. Με κλωτσάει. Γυρνάω. Τον κλωτσάω στο καλάμι και τσιρίζει. Ανασηκώνομαι και του σκάω κουτουλιά στ’ αρχίδια. Διπλώνεται το μουνί στα δύο. Σηκώνομαι κι αρπάζω το σκατοκέφαλο του και τον κοπανώ με δύναμη στο δρόμο. Πέφτει και αίματα τρέχουν παντού. Αρπάζω το κεφάλι του και το κοπανάω με λύσσα στο πεζοδρόμιο. Ξανά και ξανά και ξανά και ξανά. Αισθάνομαι να σπάνε τα δόντια του, βλέπω το αίμα και τον εγκέφαλο να χύνονται στο δρόμο. Σταματάω και σκουπίζω με την πίσω πλευρά του χεριού μου το μέτωπο. Αίμα κι ιδρώτας. Περνάνε τ’ αυτοκίνητα και κορνάρουν. Εγώ αναπνέω λαχανιασμένος. Μαζεύω το πτώμα του παραμέσα να μην του κόψουν τα πόδια τ’ αυτοκίνητα. Κάθομαι πάνω του. Μαζεύω από δίπλα τη σακούλα με το τσίζμπεργκερ. Την ανοίγω και παίρνω το τσίζμπεργκερ. Βγάζω το χαρτί και το φέρνω στο στόμα μου. Δαγκώνω και νιώθω την μπουκιά να μου κάθεται στον ξεραμένο λαιμό μου. Περνά μια κοπέλα και με κοιτάζει. Της κλείνω το μάτι.  

Γιάννης Παλαβός, Αστείο

Posted in Greek Prose on 6 Ιανουαρίου, 2013 by Le grand écrivain

b177830Γιάννης Παλαβός

Από την αρχή

Θρέψτε άλογα κι άλλα ζωντανά

Αμπέλια και χωράφια καλλιεργήστε·

Κι αν γράμματα δεν ξέρετε, λεφτά

Θα κερδίσετε, αν δουλέψετε με καρδιά

 

Φρανσουά Βιγιόν

«Μπαλάντα της καλής διδαχής προς τους παραστρατημένους»

Να τι απέγινε ο ποιητής και απατεώνας Φρανσουά Βιγιόν μετά την αμνήστευσή του το 1463:

Για ένα εξάμηνο περιπλανήθηκε στη Νορμανδία. Άλλους έξι μήνες τον φιλοξένησαν γνωστοί του στη Ρουέν. Ανάρρωσε. Μπήκε σε σκέψεις. Αρχές του 1464 εγκαταστάθηκε με ψεύτικο όνομα σ’ ένα χωριό κοντά στη θάλασσα, έξω απ’ το Ισινύ. Εργάστηκε αρχικά στους μηλεώνες, έπειτα, με τα πρώτα χρήματα, κι εξασφαλίζοντας την εύνοια του τοπικού εφημέριου, αγόρασε ένα χωράφι, μισό εκτάριο. Καλλιεργούσε σιτάρι και βρώμη. Έμαθε να δουλεύει με τα χέρια. Έκοψε πεύκα, έστησε με σανίδια ένα υποστατικό στη μέση του κτήματος. Κοιμόταν πλάι στα ζώα του. Έτρεφε σκυλιά και γάτες, μουλάρια, γουρούνια. Πρώτα αυτά αγάπησε κι ύστερα τους ανθρώπους.

Από το δεύτερο χρόνο σύχναζε τις Κυριακές στην ταβέρνα. Παίνευε το ντόπιο τυρί και γελούσε μαζί με τους αγρότες. Όταν τον Ιούλιο του 1467 πέρασαν από την περιοχή ο Λουδοβίκος ο Συνετός με τη Μαργαρίτα, προσφέρθηκε να επισκευάσει δωρεάν τη στέγη της εκκλησίας, να μπει η βασίλισσα να κοινωνήσει. Την επόμενη χρονιά πάντρεψε τον ταβερνιάρη. Προσπάθησε τότε, δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί, να συνθέσει για το γάμο μια μπαλάντα. Δεν τα κατάφερε ούτε το ξανατόλμησε.

Το 1469 παντρεύτηκε την ανιψιά του εφημέριου, μια σκυθρωπή δεκαεξάχρονη. Απέκτησαν δυο γιους. Δεν της είπε πώς έζησε πριν γνωριστούν. Ούτε κι αυτή ρώτησε. Τη μέρα έσκυβαν στη δουλειά, το βράδυ δειπνούσαν με τους γείτονες, ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Από μήνα σε μήνα εξοικονόμησαν κάποιο μικροποσό. Τον Οκτώβριο του 1474 η γειτόνισσα έπεσε απ’ την άμαξα και τ’ άλογά της την ποδοπάτησαν. Ο άντρας της πούλησε την περιουσία τους, έφυγε. Ο Βιγιόν δεν είχε πολλά να δώσει, αλλά ο χήρος τον προτίμησε, ένεκα η φιλία τόσα χρόνια κι η βιασύνη του να ξεχάσει.

Απ’ το Δεκέμβριο του 1474 ως το Μάρτιο του 1475 ο Βιγιόν φρόντισε την ιδιοκτησία του γείτονα. Ενίσχυσε την περίφραξη, ξεχέρσωσε τα χωράφια, τράβηξε νερό για πότισμα. Τον Απρίλιο του 1475 φύτεψε κλήματα. Έβαλε εγγυητή το δικαστή, ξάδελφο του ταβερνιάρη, και δανείστηκε λεφτά. Αγόρασε κι άλλη γη, ύστερα λίγη ακόμα. Ως το 1480 όριζε σαράντα εκτάρια, είχε ξοφλήσει τα χρέη του κι απασχολούσε μια οικογένεια κολίγους. Ήταν έξι άτομα, κοιμούνταν σ’ ένα πλίθινο παράσπιτο. Τους πλήρωνε την πρώτη του μηνός. Τον υπάκουαν.

Ο Βιγιόν επέβλεπε με τους γιους του τα πάντα. Το χειμώνα, όταν η δουλειά λιγόστευε, ανοίγονταν οι τρεις τους στη Μάγχη για καλκάνια. Το 1488 ο μικρότερος μαχαιρώθηκε σε καυγά στην Καν. Αυτός έφταιγε, επιτέθηκε μεθυσμένος σ’ έναν σιδερά, αλλά ο δικαστής, σχεδόν συγγενής, έστειλε στη φυλακή τον άλλο. Ο μικρός ψυχορραγούσε επί βδομάδες. Από τότε η γυναίκα του κλείστηκε στον εαυτό της. Το ίδιο κι αυτός. Ο μεγάλος γιος παντρεύτηκε και μετοίκησε στο Μπορντό. Έγινε φούρναρης, πλούτισε γρήγορα. Κάθε καλοκαίρι επισκεπτόταν για ένα δεκαπενθήμερο το κτήμα, ανόρεχτα. Στην αρχή ερχόταν μόνο με τη γυναίκα του, έπειτα και με την κόρη του. Ο Βιγιόν παράγγειλε σ’ ένα ζωγράφο απ’ το Μπαγιό το πορτρέτο της εγγονής του. Σκάλισε ο ίδιος μια κορνίζα όλο μαιάνδρους, κρέμασε τον πίνακα στην τραπεζαρία. Με τον καιρό ο γιος του προφασίστηκε υποχρεώσεις. Δεν ξανάρθε. Το τελευταίο γράμμα ο Βιγιόν το έλαβε στις αρχές του 1496. Έκτοτε δυο φορές ξεκίνησε να τον βρει, αλλά ο γιατρός τον αποθάρρυνε. Η ηλικία, του ’πε.

Τον Ιούνιο του 1501 πυρκαγιά – δεν αποδείχτηκε ότι την έβαλε ο πατέρας του φονιά – κατέκαψε την αποθήκη και τους στάβλους. Όλη νύχτα ο Βιγιόν άκουγε τα ζώα του παγιδευμένα να φωνάζουν. Η γυναίκα του βγήκε απ’ τη σιωπή της μόνο για να τον συγκρατήσει, να μην εκδικηθεί. Έχτισε τα πάντα από την αρχή. Καινούρια σκεπή. Καινούριο βουστάσιο. Πήρε νέα άλογα, τα καλύτερα, τ’ ακριβότερα. Το 1503 η γυναίκα του, καταπονημένη, στεγνή μέσα της επί δεκαπέντε χρόνια, έπεσε στο πηγάδι. Ο Βιγιόν δωροδόκησε το γιατρό να πει ότι ήταν ατύχημα.

Το Σεπτέμβριο του 1505, στον τρύγο, η καρδιά του τρεμόπαιξε σαν μακρινό αστέρι. Τον βρήκε ο επιστάτης μπρούμυτα, λιπόθυμο στο πατητήρι. Ως εδώ, είπε. Το Δεκέμβριο συνέταξε τη διαθήκη του – την τρίτη, την οριστική, την πρώτη σε λόγο πεζό. Άφησε τη μισή του γη στους κολίγους, τα υπόλοιπα στην εγγονή του.

Έζησε μόνος άλλη μια δεκαετία. Στα τελευταία ζήτησε να μάθει φλάουτο. Έφτιαξε ένα κι έπαιζε στα σκυλιά του. Πέθανε τον Μάρτιο του 1515, ένα πρωί που βγήκε αξημέρωτα στον κήπο να σκάψει τα κρεμμύδια.

***

Από τη συλλογή Αστείο (Νεφέλη, 2012)

Κώστας Δεσποινιάδης, Νύχτες που μύριζαν θάνατο

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015, Greek Prose on 10 Σεπτεμβρίου, 2011 by Le grand écrivain

Κώστας Δεσποινιάδης

Νύχτες που μύριζαν θάνατο

(2010)

Ό,τι κι αν κάνουμε θα μας διώξουν

Είναι νύχτα. Είμαστε καθισμένοι με τον αδερφό μου πάνω σε έναν μικρό μαντρότοιχο. Δίπλα μας υπάρχει ένα μεγάλο σπίτι με πολλά, φωτισμένα, παράθυρα. Μέσα απ’ το σπίτι ακούγονται φωνές, γέλια και μουσική. Δεν έχουμε οπτική επαφή με το εσωτερικό του σπιτιού αλλά έχουμε την εντύπωση πως μέσα υπάρχει πολύς κόσμος. Από τα γέλια και τη μουσική συμπεραίνουμε πως κάποια γιορτή γίνεται εκεί.

            Μπροστά στον μαντρότοιχο που καθόμαστε υπάρχει νερό. Δεν μπορώ να διακρίνω αν είναι μια μικρή λίμνη ή κάτι σαν πισίνα. Παίρνω στα χέρια μου πέτρες και τις πετάω μία-μία στο νερό. Κάθε πέτρα που πέφτει κάνει ένα χαρακτηριστικό ήχο – γκλούπ – και σηκώνει ένα μικρό πίδακα νερού, ο οποίος ξαναπέφτει διαλυμένος σε πολλές μικρές σταγόνες στο νερό.

  – Μην κάνεις φασαρία, μου λέει ο αδερφός μου, θα μας διώξουν.

  – Δεν έχει σημασία, του απαντώ, ό,τι κι αν κάνουμε θα μας διώξουν.

Το δωμάτιο

Είναι βράδυ. Έχει κρύο. Περπατάω καπνίζοντας, χωμένος μέσα στο μπουφάν μου. Έχει αρχίσει να ψιλοβρέχει. Στρίβω, χωρίς να ξέρω το γιατί, σ’ ένα στενό δρομάκι. Δεν είναι στην κανονική μου πορεία και μάλλον δεν έχω ξαναπεράσει από εκεί. Το δρομάκι είναι σκοτεινό. Έχει ησυχία. Λάσπες και νερά στις λακκούβες του δρόμου. Όσο προχωράω ο δρόμος γίνεται όλο και στενότερος. Δεξιά και αριστερά δεν έχει σπίτια παρά μόνο πανύψηλους τοίχους. Έχω την εντύπωση ότι ο δρόμος οδηγεί σε αδιέξοδο αλλά  δεν περνάει ούτε στιγμή από το μυαλό μου η σκέψη να γυρίσω πίσω. Συνεχίζω να περπατάω μέσα στο πηχτό σκοτάδι. Βλέπω στα δεξιά μου μια μικρή πόρτα. Την ανοίγω και μπαίνω μέσα σε ένα χαμηλό δωμάτιο. Είναι άδειο και φωτίζεται ελάχιστα από ένα κερί που βρίσκεται σε μία γωνία του δωματίου. Το δωμάτιο στον έναν τοίχο του έχει τρεις πόρτες. Η δεξιά και η αριστερή είναι κλειδωμένες με λουκέτο. Ανοίγω την μεσαία και βλέπω μπροστά μου μια πινακίδα που γράφει, με τεράστια κόκκινα γράμματα, ΝΥΧΤΕΣ ΠΟΥ ΜΥΡΙΖΑΝ ΘΑΝΑΤΟ. Κλείνω την πόρτα τρομαγμένος και ψάχνω να βρω την πόρτα απ’ την οποία μπήκα στο δωμάτιο. Έκπληκτος βλέπω ότι πλέον δεν υπάρχει καμία πόρτα. Το άδειο δωμάτιο έχει γεμίσει τώρα με βιβλία και χαρτιά, στοίβες ολόκληρες, που τις σκουντάω σε κάθε μου κίνηση και σωριάζονται στα πόδια μου. Σε λίγο γίνεται αδύνατο να περπατήσω από τα πεσμένα βιβλία. Μένω ακίνητος στη μέση του δωματίου. Παίρνω ένα βιβλίο και το ανοίγω. Όλα τα φύλλα του είναι λευκά. Το πετάω και παίρνω άλλο. Κι αυτό το ίδιο. Αρχίζω και ψάχνω με μια τρελή μανία τα υπόλοιπα. Σε λίγο διαπιστώνω πως κανένα βιβλίο δεν γράφει τίποτα. Θέλω να φύγω από το μικρό αυτό δωμάτιο αλλά δεν υπάρχει καμία πόρτα. Ξαφνικά νιώθω έναν παγωμένο αέρα να  φυσά στον σβέρκο μου. Δεν μπορώ να καταλάβω από που μπαίνει αυτός ο αέρας, αφού δεν υπάρχουν πόρτες και δεν βλέπω πουθενά κανένα παράθυρο. Ο αέρας γίνεται ολοένα και δυνατότερος. Το κερί σβήνει και το δωμάτιο βυθίζεται στο απόλυτο σκοτάδι.

Κηλίδες αίματος

Κάθομαι αργά το βράδυ στο γραφείο μου και μεταφράζω ένα κείμενο απ’ τα αγγλικά. Συναντώ τη φράση: «red blotches of blood». Δεν είμαι σίγουρος για τη λέξη blotches. Λεκέδες, μουντζούρες ή κηλίδες; Πιάνω το λεξικό κι αρχίζω να ψάχνω. Πριν βρω τη λέξη, χτυπά το τηλέφωνο. Κοιτάω το ρολόι. Η ώρα είναι 2 μετά τα μεσάνυχτα. Το σηκώνω. Ένας φίλος στην εντατική. Σακατεμένος. Οδηγούσε μηχανή. Κλείνω το τηλέφωνο ταραγμένος και αστραπιαία μου ’ρχεται στο μυαλό μια φράση που διάβασα κάπου. «Το αίμα πάντα κηλίδα, ποτέ λεκές.» Συμπληρώνω μηχανικά στη μετάφραση: red blotches of blood, κόκκινες κηλίδες αίματος – τι άλλο;- και σηκώνομαι δακρυσμένος απ’ το γραφείο.

ο τσαλαπετεινός

Το βράδυ είδα στον ύπνο μου πως ήμουν κυνηγός και σκότωσα έναν πανέμορφο τσαλαπετεινό. Εγώ, που ποτέ μου δεν έχω πιάσει όπλο κι απεχθάνομαι το κυνήγι, ένιωσα στο όνειρό μου μια σαδιστική ικανοποίηση που σκότωσα το αθώο πουλάκι.

«Γιατί απ’ της καρδιάς την πλησμονή λαλεί το στόμα»

Posted in Greek Prose, Religious Literature on 29 Ιουνίου, 2011 by Le grand écrivain

Pier Paolo Pasolini, Il Vangelo secondo Matteo

ΚΑΤΑ ΤΟ ΜΑΘΘΑΙΟ

Μετάφραση Αλέξανδρος Πάλλης

(1902)

Κατάλογος του γένους του Ιησού Χριστού, γιου του Δαυείδ, γιου του Αβραάμ.

Ο Αβραάμ έκανε τον Ισαάκ κι’ ο Ισαάκ έκανε τον Ιακώβ κι’ ο Ιακώβ έκανε τον Ιούδα και τους αδερφούς του κι’ ο Ιούδας έκανε το Φαρές και το Ζαρέ από τη Θά- [μαρ κι’ ο Φαρές έκανε τον Εσρώμ κι’ ο Εσρώμ έκανε τον Αράμ κι’ ο Αράμ έκανε τον Αμειναδάβ κι’ ο Αμειναδάβ έκανε το Ναασσών κι’ ο Ναασσών έκανε το Σαλμών κι’ ο Σαλμών έκανε το Βοές από τη Ραχάβ κι’ ο Βοές έκανε τον Ιωβήδ από τη Ρουθ κι’ ο Ιωβήδ έκανε τον Ιεσσαί

2. κι’ ο Ιεσσαί έκανε το Δαυείδ το βασιλέα κι’ ο Δαυείδ έκανε το Σολομώνα από τη γυναίκα του Ουρεία κι’ ο Σολομώνας έκανε το Ροβοάμ κι’ ο Ροβοάμ έκανε τον Αβιά κι’ ο Αβιά έκανε τον Ασάφ κι’ ο Ασάφ έκανε τον Ιωσαφάτ κι’ ο Ιωσαφάτ έκανε τον Ιωράμ κι’ ο Ιωράμ έκανε τον Οζεία κι’ ο Οζείας έκανε τον Ιωάθαμ κι’ ο Ιωάθαμ έκανε τον Άχαζ κι’ ο Άχαζ έκανε τον Εζεκία κι’ ο Εζεκίας έκανε το Μανασσή κι’ ο Μανασσή έκανε τον Αμώς κι’ ο Αμώς έκανε τον Ιωσεία κι’ ο Ιωσείας έκανε τον Ιεχονία και τους αδερφούς του στον καιρό της τοπαλλαξιάς της Βαβυλώ- νας. 3. Κι’ ύστερα από την τοπαλλαξιά της Βαβυλώνας ο Ιεχονίας κάνει το Σελαθιήλ κι’ ο Σελαθιήλ κάνει το Ζοροβάβελ κι’ ο Ζοροβάβελ κάνει τον Αβιούδ κι’ ο Αβιούδ έκανε τον Ελιακείμ κι’ ο Ελιακείμ έκανε τον Αζώρ κι’ ο Αζώρ έκανε το Σαδώκ κι’ ο Σαδώκ έκανε τον Αχείμ κι’ ο Αχείμ έκανε τον Ελιούδ κι’ ο Ελιούδ έκανε τον Ελεάζαρ κι’ ο Ελεάζαρ έκανε το Μαθθάν κι’ ο Μαθθάν έκανε τον Ιακώβ κι’ ο Ιακώβ έκανε τον Ιωσήφ τον άντρα της Μαρίας, που γέννησε τον Ιησού, αυτόν που λέγεται Χριστός.

4. Όλες λοιπόν οι γενεές από Αβραάμ ως Δαυείδ γενεές δεκατέσσερεις, κι’ από Δαυείδ ως στην τοπαλλαξιά της Βαβυλώνας γενεές δεκατέσσερεις, κι’ από την τοπαλλαξιά της Βαβυλώνας ως στο Χριστό γενεές δεκατέσσερεις.

5. Και του Χριστού Ιησού η γέννηση έγινε έτσι. Όταν αρρεβωνιάστηκε η μητέρα του η Μαρία τον Ιωσήφ, πριν πάνε μαζί, βρέθηκε έγκυα από πνέμα άγιο. Κι’ ο Ιωσήφ ο άντρας της, όντας ενάρετος και μη θέλοντας ναν την πομπέψει, βουλήθηκε ναν τη χωρίσει κρυφά. Κι’ αυτό αφού το συλλογίστηκε, να άγγελος Κυρίου του παρουσιάστη στ’ όνειρό του, κι’ είπε «Ιωσήφ, γιε του Δαυείδ, μη φοβηθείς να πάρεις τη Μαρία τη γυναίκα σου· γιατί το γεννημένο μέσα της είναι από πνέμα άγιο. Και θα γεννήσει γιο, και τ’ όνομά του ναν το πεις Ιησού· γιατί αυτός θα σώσει το λαό του από τις αμαρτίες τους.» Κι’ όλα αυτά έγιναν για ν’ αληθέψει ό,τι είπε ο Κύριος μέσο του Προφήτη, που λέει Να η παρθένα θα συλλάβει και γεννήσει γιο, και θα πουν τ’ όνομά του Εμμανουήλ, που ξηγημένο σημαίνει « Μαζί μας ο Θεός». 6. Και σα σηκώθηκε ο Ιωσήφ από τον ύπνο, έκανε όπως τον πρόσταξε ο άγγελος Κυρίου και πήρε τη γυναίκα του, και δεν τη γνώριζε ως που γέννησε γιο. Κι’ έβγαλε τ’ όνομά του Ιησού.

7. Και σα γεννήθηκε ο Ιησούς στη Βηθλεέμ της [2] Ιουδαίας στον καιρό του Ηρώδη του βασιλέα, νά μάγοι από την ανατολή φτάσανε στην Ιερουσαλήμ και λέγανε «Πού ‘ναι ο γεννημένος βασιλέας των Ιουδαίων; Γιατί είδαμε τ’ άστρο του στην ανατολή κι’ ήρθαμε ναν τον προσκυνήσουμε». Και σαν τ’ άκουσε ο βασιλέας Ηρώδης, ταράχτη. [καθώς] κι’ όλη η Ιερουσαλήμ μαζί του, και συνάζοντας όλους τους πρωτοπαπάδες και τους διαβασμένους του λαού, τους ρώταε πού γεννιέται ο Χριστός. Κι’ εκείνοι τούπανε «Στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας· γιατί έτσι » είναι γραμένο μέσο του Προφήτη Κι εσύ Βηθλέεμ γη του Ιούδα, δεν είσαι όχι η πιο ασήμαντη από τις πρωτεύουσες του Ιούδα· γιατί από σένανε θα βγει αρχηγός που θα βοσκήσει το λαό » μου τον Ισραήλ».

8. Τότες ο Ηρώδης έκραξε κρυφά τους μάγους και ξακρίβωσε τον καιρό τ’ άστρου που φαίνουνταν, και στέλνοντάς τους στη Βηθλεέμ είπε «Πηγαίνετε και ξετάστε σωστά για το παιδί, και σαν το βρείτε, μηνύστε μου, για να πάω κι’ εγώ και ναν το προσκυνήσω». Κι’ αυτοί σαν άκουσαν το βασιλέα, μίσεψαν. Και να τ’ άστρο πούδανε στην ανατολή προχωρούσε ομπρός τους ως που πήγε και στάθηκε απάνου εκεί πούταν το παιδί. Και σαν είδαν τ’ άσ- τρο, χάρηκαν χαρά μεγάλη υπερβολικά, και πήγανε στο σπίτι κι’ είδαν το παιδί με τη Μαρία τη μητέρα του, κι’ έπεσαν και το προσκύνησαν. Κι’ ανοίγοντας τους θησαυρούς τους του προσφέρανε χαρίσματα, χρυσάφι και λιβάνι και μύρρα. Κι’ αφού φωτίστηκαν σ’ όνειρό τους να μην ξαναγυρίσουνε στον Ηρώδη, απ’ άλλο δρόμο μίσεψαν πίσω στον τόπο τους.

9. Κι’ αυτοί σα μίσεψαν πίσω στον τόπο τους, να άγγελος Κυρίου φάνηκε στ’ όνειρό του του Ιωσήφ και λέει «Σήκω πάρε το παιδί και τη μητέρα του » και φεύγα στην Αίγυπτο, και μένε εκεί ως που να σου πω· γιατί ‘ναι ο Ηρώδης να ζητήσει το παιδί με σκοπό ναν το σκοτώσει». Κι’ εκείνος σηκώθηκε και πήρε νύχτα το παιδί και τη μητέρα του κι’ έφυγε στην Αίγυφτο, κι’ έμενε εκεί ως στο θάνατο του Ηρώδη, για ν’ αληθέψει ό,τι είπε ο Κύριος μέσο του Προφήτη, που λέει Από την Αίγυφτο έκραξα το γιο μου .

10. Τότες ο Ηρώδης όταν είδε πως γελάστη από τους μάγους, θύμωσε υπερβολικά, κι’ έστειλε και θανάτωσε τ’ αγόρια όλα μέσα στη Βηθλεέμ και σ’ όλα της τα σύνορα από διο χρονών και κάτου σύφωνα με τον καιρό που ξακρίβωσε από τους μάγους. Τότες αλήθεψε το ειπωμένο μέσο του Ιερεμία του προφήτη, που λέει Φωνή ακούστηκε στη Ραμά, κλάμα και ξεφωνητό πολύ· η Ραχήλ πούκλαιγε τα τέκνα της, και παρηγοριά δεν είχε τι δε ζουν.

11. Και σαν πέθανε ο Ηρώδης, να άγγελος Κυρίου τού φαίνεται στ’ όνειρό του του Ιωσήφ στην Αίγυφτο και λέει «Σήκω πάρε το παιδί με τη μητέρα του και πήγαινε στον τόπο του Ισραήλ· γιατί πέθαναν όσοι ζητούσαν τη ζωή του παιδιού». Κι’ εκείνος σηκώθηκε και πήρε το παιδί και τη μητέρα του και πήγε στον τόπο του Ισραήλ. Κι’ όταν άκουσε πως ο Αρχέλαος βασιλεύει την Ιουδαία αντίς τον πατέρα του τον Ηρώδη, φοβήθη εκεί να πάει, μόνε, καθώς φωτίστηκε σ’ όνειρό του, έφυγε στα μέρη της Γαλιλαίας και πήγε και κατοίκησε χώρα που λέγεται Ναζαρέτ, για ν’ αληθέψει το ειπωμένο μέσο των Προφητών, πως Ναζωραίο θαν τον κράξουν.

12. Κι’ εκείνες τις ημέρες βγαίνει ο Ιωάνης ο βαφτιστής, που κήρυχνε στην έρημο της Ιουδαίας λέγοντας «Μετανιώστε, γιατί σίμωσε η βασιλεία των ουρανών». Γιατί αυτός είναι ο ειπωμένος μέσο του Ησαΐα του προφήτη, που λέει Φωνή που κάπιος κράζει στην έρημο Ετοιμάστε το δρόμο του Κυρίου, ίσια κάντε τα μονοπάτια του. Κι’ ο ίδιος ο Ιωάνης είχε το φόρεμά του από γκαμή- λας τρίχα και ζουνάρι δερμάτινο γύρω στη μέση του, κι’ είταν η θροφή του ακρίδες και μέλι άγριο.

13. Τότες πηγαίνανε όξω στον Ιωάνη τα Ιεροσόλυμα κι’ η Ιουδαία όλη κι’ όλα τα περίχωρα του Ιορδάνη, και τους βάφτιζε μέσα στον Ιορδάνη τον ποταμό αφού ξομολογούνταν τις αμαρτίες τους. Και σαν είδε και πήγαιναν πολλοί από τους Φαρισαίους και Σαδδουκαίους στο βάφτισμα, τους είπε «Γεννήματα οχιών, πιος σας οδήγησε να γλυτώστε από την οργή που φτάνει; Κάντε λοιπόν καρπό άξιο του μετανιωμού, και μη λέτε τάχα μέσα σας Πατέρα έχουμε τον Αβραάμ γιατί σας λέω πως απ’ αυτές τις πέτρες ο Θεός μπορεί να βγάλει του παιδιά του Αβραάμ. Και πια το ξινάρι τώρα στέκει κοντά στη ρίζα των δέντρων· κάθε λοιπόν δέντρο που δεν κάνει καρπό καλό κόβεται και ρήχνεται στη φωτιά. Εγώ σας βαφτίζω με νερό για μετανιωμό, μα αυτός που φτάνει πίσω μου είναι δυνατώτερός μου, που δεν είμαι άξιος να σηκώσω τα σαντάλια του· αυτός θα σας βαφτίσει με πνέμα άγιο και φωτιά. Που το φτιάρι ‘ναι στο χέρι του και θα παστρέψει πέρα ως πέρα τ’ αλώνι του, και θα μαζέψει το στάρι του στην αποθήκη του, και τ’ άχερο θα κάψει μ’ άσβυστη φωτιά».

14. Τότες φτάνει ο Ιησούς από τη Γαλιλαία στον Ιορδάνη να βρει τον Ιωάνη για να βαφτιστεί. Κι’ εκείνος τον αμπόδιζε κι’ έλεγε «Εγώ ‘χω ανάγκη από σένα να βαφτιστώ, κι’ εσύ έρχεσαι σ’ εμένα;» Κι’ ο Ιησούς αποκρίθηκε και τούπε «Άφισε τώρα· γιατί έτσι πρέπει να κάνουμε κάθε μας χρέος». Τότες τον αφίνει. Κι’ άμα βαφτίστηκε ο Ιησούς, ευτύς ανέβηκε από τα νερά, και να άνοιξαν τα ουράνια κι’ είδε πνέμα του Θεού που κατεβαίνοντας σαν περιστέρι έρχουνταν απάνω του, και να φωνή από τα ουράνια κι’ έλεγε «Αυτός είναι ο γιος μου ο αγαπητός πούχει την καλή μου γνώμη».

16. Τότες το πνέμα πήγε τον Ιησού απάνου στην έρημο για ναν τον πειράξει ο Διάβολος. Κι’ αφού νήστεψε μέρες σαράντα και νύχτες σαράντα, ύστερα πείνασε. Και πήγε ο Πειρασμός και τούπε « Αν είσαι γιος του Θεού, πες οι πέτρες αυτές να γίνουν ψωμιά». Κι’ εκείνος αποκρίθη κι’ είπε «Είναι γραμένο Με ψωμί μονάχα δε θα ζήσει ο άνθρωπος, μόνε μ’ όπιο λόγο βγαίνει από το στόμα τον Θεού».

17. Τότες τον πηγαίνει ο Διάβολος στην άγια χώρα και τον έστησε στην άκρη απάνου του ναού, και του λέει «Αν είσαι γιος του Θεού, ρήξου κάτου· γιατί ‘ναι γραμένο πως Τους αγγέλους του για σένα θα προστάζει, και θα σε σηκώσουνε στα χέρια μήπως χτυπήσεις σε πέτρα το πόδι σου» . Του είπε ο Ιησούς «Πάλι ‘ναι γραμένο Να μη δοκιμάζεις τον » Κύριο το Θεό σου ». Πάλι τον πηγαίνει ο Διάβολος σε βουνό αψηλό υπερβολικά και του δείχνει όλα τα βασίλεια του κόσμου και τη δόξα τους, και τούπε «Αυτά όλα θα σ’ τα δώσω αν πέσεις και με προσκυνήσεις». Τότες του λέει ο Ιησούς «Πήγαινε, Σατανά· γιατί ‘ναι γραμένο Τον Κύριο το Θεό σου να προσκυνάς κι’ εκείνονε μονάχα να λατρεύεις ». Τότες τον παραιτάει ο Διάβολος, και να άγγελοι ήρθαν και τον υπερετούσαν.

19. Και σαν άκουσε πως παράδωσαν τον Ιωάνη, έφυγε στη Γαλιλαία, κι’ αφίνοντας τη Ναζαρά πήγε και κατοίκησε την Καφαρναούμ την παράλιμνη στα σύνορα, του Ζαβουλών και του Νεφταλείμ για ν’ αληθέψει το ειπωμένο μέσο του Ησαΐα του προφήτη, που λέει Εσύ γη του Ζαβουλών και γη του Νεφταλείμ στο δρόμο της λίμνης αντίπερα από τον Ιορδάνη, εσύ Γαλιλαία των εθνών, ο λαός ο καθισμένος σε σκοτάδι φως είδε μεγάλο, και στους καθισμένους σε τόπο κι’ ήσκιο θανάτου φως τους ανάτειλε.

Από τότες άρχισε ο Ιησούς να κηρύχνει και λέει « Μετανιώστε, γιατί σίμωσε η βασιλεία των ουρανών».

20. Και περπατώντας κοντά στη λίμνη της Γαλιλαίας είδε διο αδερφούς, το Σίμωνα που τον έλεγαν Πέτρο και τον Αντρέα τον αδερφό του, ενώ έρρη- χναν πλεμμάτι στη λίμνη — γιατί ‘ταν ψαράδες — και τους λέει «Ελάτε πίσω μου και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων». Κι’ εκείνοι αμέσως άφισαν τα δίχτια και τον κολούθησαν. Και προχωρώντας από κει, είδε άλλους διο αδελφούς, τον Ιάκωβο το γιο του Ζεβεδαίου και τον Ιωάνη τον αδερφό του, μέσα στο καράβι με το Ζεβεδαίο τον πατέρα τους ενώ διόρθωναν τα δίχτια τους, και τους έκραξε. Κι’ εκείνοι αμέσως άφισαν το καράβι και τον πατέρα τους και τον ακολούθησαν.

21. Και γύριζε όλη τη Γαλιλαία διδάσκοντας μέσα στα συναγώγια τους και κηρύχνοντας το καλό το μήνυμα της βασιλείας και γιατρεύοντας κάθε αρ- ρώστια και κάθε πάθος του λαού. 22. Και πήγε η φήμη του σ’ όλη τη Συρία, και του φέρανε όλους τους παθιασμένους, πιασμένους από κάθε λογής αρ- ρώστια και βάσανο, δαιμονισμένους και σεληνιασμένους και παραλυτικούς· και τους γιάτρεψε. Και τον ακολούθησαν πλήθη πολλά από τη Γαλιλαία και Δεκάπολη κι’ Ιεροσόλυμα κι’ Ιουδαία κι’ αντίπερα από τον Ιορδάνη.

23. Κι’ όταν είδε τα πλήθη, ανέβηκε το βουνό. Κι’ αφού κάθησε, ήρθαν κοντά του οι μαθητάδες του, κι’ άνοιξε το στόμα και τους δίδασκε λέγοντας « Καλότυχοι οι φτωχοί από νου, γιατί δική τους είναι η βασιλεία των ουρανών. Καλότυχοι οι λυπημένοι, γιατί αυτοί θα παρηγορηθούν. Καλότυχοι οι ήμεροι, γιατί αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη. » Καλότυχοι οι πεινασμένοι και διψασμένοι την αρετή, γιατί αυτοί θα χορταστούν. Καλότυχοι οι σπλαχνικοί, γιατί αυτοί θα δούνε σπλαχνιά. Καλότυχοι οι με καθαρή καρδιά, γιατί αυτοί θα δούνε το Θεό. Καλότυχοι όσοι φέρνουν ειρήνη, γιατί αυτούς θα πούνε γιους του Θεού. Καλότυχοι οι κατατρεμένοι για αρετή, γιατί δική τους είναι η βασιλεία των ουρανών. Καλότυχοι ‘στε ότα σας βρίσουν και σας κατατρέξουν, και σας καταλαλήσουνε για μένα κάθε κακό ψευτολογώντας. Χαίρεστε κι’ αναγαλλιάζετε, γιατί η αξία σας μεγάλη στα ουράνια· γιατί έτσι κατάτρεξαν τους προφήτες τους προτύτερά σας.

» Εσείς είστε τ’ αλάτι της γης· κι’ αν τ’ αλάτι μωραθεί, με τι θ’ αλατιστεί; Τίποτα πια δεν αξίζει παρά ναν το ρήξεις όξω κι’ οι ανθρώποι ναν το καταπατούν. Εσείς είστε το φως του κόσμου. Δε μπορεί χώρα να κρυφτεί απάνου σε βουνό χτισμένη. Μήτ’ ανάβουνε λύχνο και τόνε βάζουν κάτου από το κοιλό, μόνε στο λυχνοστάτη απάνου, και φέγγει σ’ όλους μέσα στο σπίτι. Έτσι ας λάμψει το φως σας μπροστά στους ανθρώπους, για να δουν τα καλά σας έργα και δοξάσουν τον πατέρα σας στα ουράνια.

26.» Μη νομίστε πως ήρθα να χαλάσω το Νόμο » ή τους Προφήτες· δεν ήρθα να χαλάσω, μόνε ν’ αληθέψω. Γιατί αληθινά σας λέω, πριν περάσει ο ουρανός κι’ η γη, ένα γιώτα ή μια γραμμίτσα δε θα περάσει από το Νόμο, πρι να γίνουν όλα. Όπιος λοιπόν χαλάσει μια από κείνες τις εντολές — τις μικρότατες — κι’ έτσι διδάξει τους ανθρώπους, μικρότατο θαν τον πούνε στη βασιλεία των ουρανών όπιος όμως κάνει και διδάξει, αυτόνε μεγάλο θαν » τον πούνε στη βασιλεία των ουρανών. Γιατί σας » λέω, πως α δεν πληθήνει η αρετή σας πιότερο από των διαβασμένων και Φαρισαίων, αδύνατο να μπείτε στη βασιλεία των ουρανών.

27.» Ακούσατε πως ειπώθηκε στους παλιούς Να μη σκοτώνεις· κι’ όπιος σκοτώσει, του πρέπει το κριτήρι. Εγώ όμως σας λέω, πως όπιος θυμώνει τ’ αδερφού του, του πρέπει το κριτήρι· κι’ όπιος πει τ’ αδερφού του Ρακά, του πρέπει η σύνοδο· κι’ όπιος πει Βλάκα, του πρέπει η γέεννα της φωτιάς. Α λοιπόν προσφέρνεις το χάρισμά σου στο θυσιαστήρι απάνου κι’ εκεί θυμηθείς πως έχει τίποτα μαζί σου ο αδερφός σου, άφισέ το εκεί το χάρισμά σου στο θυσιαστήρι ομπρός, και σήρε πρώτα και φιλιώσου με τον αδερφό σου, και τότες έλα πρόσφερε το χάρισμά σου. Κέρδισε την καλογνωμιά τ’ αντιδίκου σου γλήγορα όσο βρίσκεσαι στο δρόμο μαζί του, μήπως σε παραδώσει ο αντίδικος στον κριτή κι’ ο κριτής στον κλητήρα και φυλακιστείς· αληθινά σου λέω, δε θα βγεις από κει ως να γυρίσεις το στερνό κοδράντη.

28.» Ακούσατε πως ειπώθηκε Να μη μοιχεύεις. Εγώ όμως σας λέω, πως όπιος βλέπει γυναίκα με σκοπούς αποθυμιάς, τήνε μοίχεψε κι’ όλας μέσα στην καρδιά του. Κι’ αν το μάτι σου το δεξύ σε σκανταλίζει, βγάλ’ το και ρήξε το μακριά σου· γιατί σε συφέρνει ένα σου μέλος να » χαθεί, κι’ όχι όλο σου το κορμί να ρηχτεί σε γέεννα. Κι’ αν το δεξύ σου χέρι σε σκανταλίζει, κόψ’ το και ρήξε το μακριά σου· γιατί σε συφέρνει ένα σου μέλος να χαθεί, κι’ όχι όλο σου το κορμί να » πάει σε γέενα.

29. » Κι’ ειπώθηκε Όπιος χωρίσει τη γυναίκα του, ας της δώσει χωρισοχάρτι. Εγώ όμως σας λέω, πως όπιος χωρίσει τη γυναίκα του εξόν από λόγο ατιμίας, την κάνει και μοιχεύεται· κι’ όπιος χωρισμένη παντρευτεί, μοιχεύει.

30. » Πάλι ακούσατε πως ειπώθηκε στους παλιούς Να μην ψευτορκείς, μόνε να πλερώνεις στον Κύριο τους όρκους σου . Εγώ όμως σας λέω, να μην ορκίζεσαι ολότελα, μήτε στον ουρανό γιατί ‘ναι θρόνος του Θεού, μήτε στη γη γιατί ‘ναι των » ποδιών του σκαμνί, μήτε στα Ιεροσόλυμα γιατί ‘ναι πολιτεία του μεγάλου βασιλέα, μήτε στην κεφαλή σου να μην ορκίζεσαι γιατί δε μπορείς μια τρίχα να κάνεις άσπρη ή μαύρη. Μόνε ας είναι ο λόγος σας ναι ναι, όχι όχι· το παραπάνου έρχεται από τον Κακό.

31. Ακούσατε πως ειπώθη Μάτι για μάτι και δόντι για δόντι. Εγώ όμως σας λέω, μην αντιστέκεις στον κακό, μόνε όπιος σε χτυπά στο δεξύ σου μάγουλο, γύρισ’ του και τ’ άλλο· κι’ όπιος σου θέλει δίκες και να πάρει σου το ρούχο, άφισέ του και το πανωφόρι· κι’ όπιος σ’ αγγαρέψει ένα μίλι, πήγαινε μαζί του διο. Σ’ όπιονε σου γυρεύει δώσε, κι’ όπιος θέλει να σου δανειστεί μην του γυρίσεις ράχη.

32. » Ακούσατε πως ειπώθη Ν’ αγαπάς το γείτονά σου και να μισείς τον εχτρό σου . Εγώ όμως σας λέω, αγαπάτε τους εχτρούς σας και προσεύκεστε για το καλό όσωνε σας κατατρέχουν, έτσι να γίνετε γιοι του πατέρα σας στα ουράνια, γιατί τον ήλιο του τον ανατέλλει σε κακούς και σε καλούς και βρέχει σε δίκιους κι’ άδικους. Τι ανίσως αγαπήστε όσους σας αγαπούν, τι αξία έχετε; Το ίδιο δεν κάνουν κι’ οι τελώνες; Κι’ α χαιρετήστε τους αδερφούς σας μοναχά, τι παραπάνου κάνετε; Το ίδιο δεν κάνουνε κι’ οι εθνικοί; Γίνετε λοιπόν εσείς τέλειοι, όπως τέλειος είναι ο πατέρας σας ο ουράνιος.

33.» Προσέχετε τα χρέη σας να μην τα κάνετε μπροστά στους ανθρώπους, έτσι για να σας καμαρώσουν· ειδεμή, αξία δεν έχετε με τον πατέρα μου στα ουράνια. Ότα λοιπόν ελεείς, μη σαλπίζεις μπροστά σου, όπως κάνουν οι υποκριτάδες μέσα στα συναγώγια και στενά για να παινεθούν από τους ανθρώπους. Αληθινά σας λέω, έλαβαν την πλερωμή τους. Μονάχα εσύ σαν ελεείς, ας μη μάθει το ζερβύ σου το τι κάνει το δεξύ σου, για να μείνει η ελεημοσύνη σου κρυφή· κι’ ο πατέρας σου που βλέπει στο κρυφό θα σε πλερώσει.

34. »Κι’ όταν κάντε προσευχή, μη γίνεστε σαν τους υποκριτάδες· γιατί αγαπούνε μέσα στα συναγώγια και στων μεγάλων δρόμων τις γωνιές να στέκουν και προσεύκουνται, για να φανούνε στους ανθρώπους. Αληθινά σας λέω, έλαβαν την πλερωμή τους. Μονάχα εσύ σαν κάνεις προσευκή, έμπα μέσα στα κελλί σου, και κλείνοντας την πόρτα σου προσευκήσου στον πατέρα σου πούναι στο κρυφό· κι’ ο πατέρας σου που βλέπει στο κρυφό θα σε πλερώσει. Και στην προσευκή σας μη μωρολογάτε σαν τους υποκριτάδες, γιατί νομίζουν πως με την πολυλογιά τους θα συνακουστούν. Μην τους μιάστε λοιπόν· γιατί ξέρει ο Θεός ο πατέρας σας το τι σας χρειάζεται πριν του ζητήστε. Λοιπόν έτσι εσείς να προσεύχεστε Πατέρα μας εσύ μέσ’ στα ουράνια, άγιο ας είναι τ’ όνομά σου, ας έρθει η βασιλεία σου, ας γίνει το θέλημά σου, όπως στον ουρανό [έτσι] και στη γη· το ψωμί μας όσο μας πέφτει δώσε μας σήμερα, και χάρισέ μας τα χρέη μας όπως κι’ εμείς χαρίσαμε σ’ όσους μας χρωστούν και μη μας βάλεις σε πειρασμό, μόνε γλύτωσέ μας από τον Κακό. Γιατί α συχωρέστε των ανθρώπων τα φταιξίματά τους, θα συχωρέσει και σ’ εσάς ο πατέρας σας ο ουράνιος· μα α δε συχωρέστε των ανθρώπων τα φταιξίματά τους, δε θα συχωρέσει μήτ’ ο πατέρας σας τα δικά σας φταιξίματα.

35. » Και σα νηστεύετε, μη γίνεστε σαν τους υποκριτάδες σκυθρωποί· γιατί αφανίζουνε τα πρόσωπά τους για να φανούνε στους ανθρώπους πως νηστεύουν. Αληθινά σας λέω, έλαβαν την πλερωμή τους. Μόνε εσύ σα νηστεύεις, λάδωσε το κεφάλι σου και νίψε το πρόσωπό σου για να μη φανείς στους ανθρώπους πως νηστεύεις, μόνε στον πάτερα σου στο κρυφό· κι’ ο πατέρας σου που βλέπει στο κρυφό θα σε πλερώσει.

36. » Μη θησαυρίζετε θησαυρούς στη γη, όπου σκουλήκι και φάγωμα αφανίζει κι’ όπου κλέφτες τρυπούν και κλέβουνε· μόνε θησαυρίζετε θησαυρούς στον ουρανό, όπου μήτε σκουλήκι μήτε φάγωμα αφανίζει κι’ όπου κλέφτες δεν τρυπούν μήτε κλέβουνε. Γιατί όπου ‘ναι ο θησαυρός σου, εκεί θάναι κι’ η καρδιά σου.

37. » Ο λύχνος του κορμιού ‘ναι το μάτι σου. Α λοιπόν το μάτι σού ‘ναι αθώο, όλο το κορμί σου θάναι φωτεινό· μα αν είναι αχαμνό το μάτι σου, όλο τα κορμί σου θάναι σκοτεινό. Α λοιπόν σκοτάδι ‘ναι το φως το μέσα σου, το σκοτάδι πόσο;

38. » Διο αφεντάδες να δουλεύει δε μπορεί κανείς· γιατί ή τον ένα θα μισήσει και τον άλλο θ’ αγαπήσει, ή στον ένα θα προσκολληθεί και τον άλλο θ’ αψηφίσει. Δε μπορείτε Θεό να δουλεύετε και Μαμωνά. Γι’ αυτό σας λέω, μη φροντίζετε για τη ζωή σας τι θα φάτε ή τι θα πιείτε, μήτε για το σώμα σας τι θα φορέστε. Δεν είναι η ζωή πια πολύ από τη θροφή και το σώμα από το φόρεμα; Κοιτάξτε τα πουλιά τ’ ουρανού, τι δε σπαίρνουν ούτε θερίζουν ούτε συνάζουνε σ’ αποθήκες, κι’ ο πατέρας σας ο ουράνιος τα θρέφει· εσείς δεν αξίζετε πιο πολύ τους; Και πιος φροντίζοντας μπορεί στα χρόνια του μια πήχη να βάλει παραπάνου; Και για φόρεμα τι φροντίζετε; Παρατηρήστε τους κρίνους του κάμπου πώς γίνουνται· δε δουλεύουνε μήτε γνέθουν· όμως σας λέω πως κι’ ο Σολομώνας μέσα σ’ όλη του τη δόξα σαν κανένα τους δε φόρεσε στολή. Α λοιπόν του κάμπου τα χορτάρι πούναι σήμερα και ταχιά το ρήχνουνε σε φούρνο, έτσι ο Θεός το στολίζει, όχι πολύ περισσότερο εσάς, λιγόπιστοι; Μη λοιπόν φροντίζετε λέγοντας τι θα φάμε ή τι θα πιούμε ή τι θα βάλουμε (επειδή όλα αυτά τα ζητούν οι εθνικοί), γιατί ξέρει ο πατέρας σας πως όλα αυτά σας χρειάζουνται· μόνε ζητάτε πρώτα την αγιοσύνη και τη βασιλεία του, κι’ όλα αυτά θα σας δοθούνε μαζί. Μη λοιπόν φροντίζετε για την αυρινή, γιατί η αυρινή θα φροντιστεί μονάχη της· της σώνει της ημέρας » το δικό της βάσανο.

39.» Μη δικάζετε για να μη δικαστήτε· γιατί μ’ ό,τι δίκη δικάζετε θα δικαστήτε και μ’ ό,τι μέτρο μετράτε θα σας μετρηθεί. Και τι βλέπεις το ξυλάκι μέσα στο μάτι τ’ αδερφού σου, και το πατερό μέσα στο δικό σου μάτι δεν το νιώθεις; Ή πώς θα πεις τ’ αδερφού σου. Άφισε να βγάλω το ξυλάκι από το μάτι σου, και νά το πατερό μέσα στο δικό σου μάτι; Υποκριτή, βγάλε πρώτα το πατερό μέσ’ από το μάτι σου, και τότες κοίταξε να βγάλεις το ξυλάκι από το μάτι τ’ αδερφού σου. Μη δώστε τίποτ’ αγιασμένο στα σκυλιά, μήτε να ρήξτε τα μαργαριτάρια σας μπροστά στους χοίρους, μήπως τα καταπατήσουνε με τα πόδια τους και γυρνώντας σας ξεσκίσουν.

Συνέχεια

Γιάννης Σκαρίμπας, Στον πάνω μαχαλά στα Μαρουχλέϊκα

Posted in Greek Prose on 5 Ιουνίου, 2011 by Le grand écrivain

Γιάννης Σκαρίμπας

Καϋμοί στο Γρυπονήσι

(1930)

Στον πάνω μαχαλά στα Μαρουχλέϊκα

 

Πάλε τις φούχτες έκρουε ο Γιάννης ο Μπαρδέλιας ο βαρκάρης, πάλε μεθυσμένος ήταν, πάλε ούλα δικά του. Αυτός πλερώνει.

 

Μαγκίτης θέλει κι αλανάκι

τη ζωή του να περνά,

να μη τον τρώει το μεράκι

με βλαμάκια να γυρνά.

Πώπωπω κυρά του

πώπωπω κυρά του

πώπωπω πώπω πωπώ.

 

Και τ’ αμάξι τράβαε· τράβαε πάνω, κατά τους πάνω μαχαλάδες, κατά κεις που γίνονταν το μάλλι-βράσι με τις μισότριβες και τις πρωτάρες, κατά κεις που πάσα τόσο οι παντρεμένες απαράταγαν τους άντρες των και παίρνανε ρεμπέτες, όπου οι πρωτοστέφανες κ’ οι τριτοχήρες έχουν άντρες –μουστακαλήδες, σέρτικους– που τάχουν μαύρα και στριμένα, κι άλλες άντρες κοροϊδάκια, που τους έχουνε μαγέψει με τα κέρατα και τους παίζουνε στα δάχτυλα.

 

Ψυχή μου! Έλαμπε μες στο κέφι του, αχτινοβόλει.

 

Γαρούφαλλο κόκκινο σαν αίμα είχε στόνα αυτί, τσιγάρο στ’ άλλο. Δυό πιθαμάδες ήταν το ζωνάρι του φαρδύ. Σαν καβουρομάνα μαλλιαρό ήταν το στήθος του.

 

Κ’ εκεί κατά «το βάσανο του» τράβαε. Στα Μαρουχλέικα. Στον αφαλό του κόσμου.

 

Ψυχή βαθιά ! Φαρδιό χαρέμι!

 

Η Φώτω, η Παγώνα, το Λενάκι, η άλλη η Πάτρα, η Κλεονίκη.

 

Μάης και Μάης χρόνος, μήνες έντεκα, γενιές δέκα τέσσερες και τα μισά της χιλιάδας πεντακόσα.

 

Το Μαριώ και το Μαχάκι. Η Νίνα, η Μίνα, η Ρήνα και η Όρσα. Κ’ η άλλη η Ζαμπέτα –η μικρομάνα, η χηρούλα– με τη μάνα της –τη χήρα– την Καλλιόπη, δηλαδή τη μάνα της μάνας του παιδιού της.

 

Άναψε κερί να βρεις το λύχνο. Σόι βασίλειο, γενιά καρπερή, φλέβα μελανούρι.

 

Βαγγελίστρα και Χριστέ μου !

 

— Βάρα, καλό παιδί αμαξά, να ζήσεις.

 

Κι ο αμαξάς βαρούσε. Κ’ η σαρμόνικα τόλεγε. Τόλεγε περίγλυκα, βραχνά, με τσαλιμάκι.

 

Οι δυό καθιστοί κι αυτός ολόρθος… Πώ πω πω κυρά του…

 

Πόρτες και παρεθύρια τρίζανε στο διάβα τους, γρίλιες και κουρτινάκια ανοιγοκλείναν. Χαμογλεπούσες, κλειστοφρύδες πρόβαλαν στα παράθυρα, βεργολυγερές, σκερτσόζες αγνάντευαν. Μπόγια κολώνες, φρύδια σπαθιά, μάτια μαχαίρια. Απριλομάης κι άνοιξη, ζουμπούλια μενεξέδες… Σαμπούκος και σγουρός βασιλικός… .

 

Άστα να πάνε. Κι άστους να λένε. Να φωνάζουν ο χασάπης, ο νοικάρης, ο ψωμάς κ’ εκείνη η καρακάξα η πεθερά του. Τί; Πλούσιος να γίνονταν;

 

Ποιός πλούσιος απόθανε

και πήρε βιό μαζί του;

Πήρε τρεις πήχες σάβανο

να ζώσει το κορμί του.

 

Αυτός τον κόσμο χαίρονταν, τη γλύκα της καρδιάς του.

 

Όσα παγαίναν κι  όσα ‘ρχόσαν. Τίποτες δεν τον έγνοιαζε.

 

Μόνο μιάν απορία είχεν αυτός σε τούτο το ντουνιά, σε τούτ’ τον κόσμο. Νηστικός την συλλοΐζονταν πιωμένος την τραγούδα.

 

Αχού!…   Δε σκέβουμαι που θα ταφώ

μήτε που θα ‘ποθάνω,

μόν’ απερώ στον τάφο μου

μονάχος πώς θα κάνω.

Αμααάν γιαρέρεμ’ αμάν…

μονάχος πώς θα κάνω…

 

Για τ’ άλλα φούρνος ας μη κάπνιζε, τσιμέντο ας γίνονταν. Ας τάβρισκαν οι άλλοι. Γούστο θα γίνονταν αυτός του κόσμου; Θα γίνονταν αργολικός –λέει– και θαπόθνησκε. Άμποτες νάτανε κι απόψε. Μιά ψυχή χρωστούσε, μετά χαράς του να την έδωνε. Ας ζήσουν οι άλλοι χίλια χρόνια. Κι αν ζήσουν τί φελάει; Άχερα καιν μιά και θ’ απόθαιναν. Τί τ’ όφελος τα χρόνια;

 

Για δαύτο κι αυτός μερακώνονταν και τόλεγε γλυκά, παραπονετικά, με τσαλιμάκι, έτσι σκαλιστό με μπιχλιμπίδια –ούλο κεντίδι– σαν αγιορίτικη εικόνα, σα γκλίτσα αγιαθυμιώτικη, εκεί στα κρασοπουλειά ή ανάσκελα στη βάρκα.

 

…Ενόσω υπάρχει θάνατος

και το κορμί θα λυώσει

τί να την κάμεις τη ζωή

κι αν είναι κι άλλη τόση.

 

Εκεί στο «ΠΑΝΤΩΠΟΛΗΟΝ Η ΑΦΗΛΩΚΕΡΔΥΑ» στάθηκε τ’ αμάξι καρσί στα παρεθύρια της Μπαρούτενας (της μάνας της περιπόθητης Αννίκας) της ξεβασκάστρας, της ξορκίστρας, πούχε σώσει κόσμο και κοσμάκι, ζωντανά κι ανθρώπους, ξορκίζοντας το μάτι, το λαιμό, τ’ ανεμοπύρωμα, τις μαγουλήθρες, τη λούγκα και τη σπλήνα· τη χρυσή, τη μυρμηρία, την πεντέρουγα, την τρογυρίστρα, την κλαπάτσα, τ’ ακονάκι, τ’ ανεμογκάστρι και την κόρυζα… Μάλαμα γυναίκα, σωτήρια. Σκέσεις με το Θεό και τσου αγίους είχε, με τσου δαιμόνους είχε παρτίδες και φιλίες. Μάνα της κασίδας ήταν αυτή για πάσα αρρώστια –Μπαρούτενα με τ’ όνομα.

 

Ξόρκιζε με τον απήγανο, σταύρωνε με το αλάτι. Φύσαε και μουρμούριζε, με τα σαράντα κύματα ομίλει. Μάραθο μάσαε και κύμινο, αλαφοκέρατο έτριβε, τεσσερομάτικου σκυλιού την τρίχα έψενε. Στό σταυροδρόμι νύχτα με φεγγάρι έλυνε τα μάγια. Ένα μπουκλί απ’ τα μαλλιά σου έπαιρνε, απ’ το πουκάμισο σου ένα κομμάτι. Μέλεγο και απέλινο σε πότιζε. Μανόγαλα και βοτάνι της αγάπης. Σε σταύρωνε, σε ξόρκιζε, σε γήτευε. Μιά καρφίτσα από το χέρι σου σού ζήταε, μιά ψείρα απ’ τα κορμί σου.

 

Και τέλειωνε.

Συνέχεια

Μιχαήλ Μητσάκης, Το Πανόραμα

Posted in Greek Prose on 3 Απριλίου, 2011 by Le grand écrivain

Η Καπνικαρέα το 1846

Μιχαήλ Μητσάκης

 

 

Το Πανόραμα

(1889)

 

 

Έξωθεν της Καπνικαρέας, περί ώραν έκτην της εσπέρας. Σάββατον, και τα παράθυρα της γηραιάς βυζαντινής εκκλησίας λάμπουν φωτισμένα, αναγινωσκομένου του εσπερινού. Η ερμαϊκή οδός αρχίζει να συσκοτίζεται και οι φανοί του αεριόφωτος δεν είναι ακόμη αναμμένοι. Αι άμαξαι διέρχονται εν πατάγω και καλπασμώ από του εντεύθεν μέρους, παρ’ ολίγον καταπατούσαι αδιαφόρως τους βραδύ βαίνοντας αραιούς διαβάτας, ενώ από του εκείθεν μέγα οδόφραγμα ογκωδών λίθων, συσσωρευμένων χάριν εγειρομένης εγγύς που οικοδομής, έκλεινε το πέρασμα. Ανιαρά φωνή ψάλτου ακούετ’ έσωθεν, ρινοφθογγούσα μονότονα θρησκευτικά τροπάρια. Από καιρού εις καιρόν γραία σπεύδουσα ή μεσήλιξ ανήρ καταβαίνει τας ολίγας βαθμίδας, εισέρχεται ευλαβώς εις τον υπόγειον ναΐσκον, απαραλλάκτως φαντάζεσαι ως θα εισήρχοντο οι πρώτοι χριστιανοί εις τας κατακόμβας. Βίαιαι λιβυκαί πνοαί, κονιορτού λευκοί σιφώνες και χωμάτων στρόβιλοι φαιοί, μαστίζουν κατά διαλείμματα, τυφλούντες και ακατάσχετοι, τον δρόμον, ως να διήλθεν απροσδοκήτως άνωθεν αυτού παραδόξου λαίλαπος η πτέρυξ. Τα πλείστα των πέριξ εμπορικών εσφάλισαν ήδη τας θύρας των και ησυχία πλήρης κατά τα άλλα βασιλεύει. Βραδύναντες όμιλοι μικρών εργατίδων ραπτριών επιφαίνοντ’ ενίοτε ταχύνοντες το βήμα προς επάνοδον εις τα μεμακρυσμένας συνοικίας των ή αγυιόπαις συρίζων παρελαύνει. Και υπεράνω, σιγηλή, ακύμαντος γαληνιαία, κυανούν στέγασμα, ανέφελον κάτοπρτον, μακρά ταινία του αττικού ουρανού σκεπάζει την οδόν.

 

 

Αίφνης, οπίσω του ιερού, παρά το οδόφραγμα, αλλόκοτος ήχησε κραυγή.

– Ορίστε, κύριοι, εις το περίεργο θέαμα, το ωραίον παρόραμα, μία δεκάρα ο άνθρωπος, κύριοι. Ορίστε.

Και κωδωνισμός μακρός, οξύς, συνοδεύει την κραυγήν. Δυο χείρες επιφαίνονται στήνουσαι επί της γης, παρά την ρίζαν του ναού ακριβώς, μέγαν τρίποδα, εξ εκείνων εφ’ ων οι πλανόδιοι στραγαλοπώλαι αποθέτουν συνήθως τας πραγματείας των. Ο τρίπους στερεώνεται καλά και επ’ αυτού εναποτίθεται ευμεγέθες κιβώτιον, κατεσκευασμένον εκ προστύχων σανίδων καρφωμένων προς αλλήλας, ούτως ώστε το κιβώτιον να διαιρήται εις δύο μέρη· εν, το άνωθεν, υψηλόν, επίμηκες, υπερκείμενον· άλλο δε, το κάτωθεν, προεξέχον ως συρτάριον βιβλιοθήκης, χρησιμεύον ως βάσις αυτής και ανοιγόμενον, πλατύτερον, με τρεις μεγάλας οπάς επί της προσόψεως, εντός των οποίων είνε περασμέναι ύαλοι χονδραί.

Επί των σανίδων είναι κολλημέναι γελοιογραφίαι διάφοροι εξ εφημερίδων ή εξώφυλλα χρωματιστά φυλλαδίων σιγαροχάρτου, αποκρύπτοντα του ξύλου την όψιν. Παρά την δεξιάν πλευράν, από κρίκον προσηλωμένον, κινούμενος δια σπάγγου κρεμαμένου απ’ αυτού ήρτηται κωδωνίσκος. Το όπισθεν μέρος του κιβωτίου είνε ανοικτόν, ώστε η χειρ να δύναται να εισάγη και να εξάγη ό,τι θέλει. Το κάτω τμήμα αυτού είναι φωτισμένον και το φως εξέρχεται δια των οπών από μικρού φανού προσκεκολλημένου έσωθεν. Το όλον οικοδόμημα απολήγει προς τα επάνω εις είδος τριγωνικής πυραμίδος, επί της οποίας προσπασσαλευμένοι κυματίζουν τέσσαρες μικροσκοπικαί κυανόλευκοι.

Τα πάντα τοποθετούνται μετά προσοχής, αφαιρούνται τα παρά τους πόδας του τρίποδος λιθάρια, ίνα μη τυχόν πατών επ’ αυτών και ταλαντευόμενος πέση, μετακινείται επ’ αυτού το κιβώτιον επανειλημμένως εωσού εύρη την ισορροπίαν και σταθή ασφαλώς, πλατάγημα δεν των δύο χειρών ακούετ’ εν τέλει κροτουσών προς αλλήλας, εις ένδειξιν φαίνετ’ ευχαριστήσεως.

Το οικοδόμημα ιδρύθη.

Και η φωνή επαναλαμβάνει ισχυρότερον.

– Κύριοι, ορίστε. Το ωραίον πανόραμα, να ιδήτε τα αξιοπερίεργα, τα σπουδαία πρόσωπα της εποχής και άλλα πράγματα! Μία δεκάρα μόνον. Μόνο μία δεκάρα, κύριοι!…

Συνέχεια

Ανδρέας Εμπειρίκος, Ρωμύλος και Ρώμος (ερανισμός Γιάννης Παλαβός)

Posted in Greek Prose on 27 Μαρτίου, 2011 by Le grand écrivain

Ανδρέας Εμπειρίκος

Ρωμύλος και Ρώμος

ή
Άνθρωποι εν πλω εις μητρικήν αγκάλην


Το πλοίον (ένα βαπόρι φορτηγό), πλέει προς τον προορισμόν του. Άνεμοι μέτριοι έως ισχυροί δροσίζουν το θερμό, καλοκαιριάτικο ταξείδι.

Μια γυναίκα, καθισμένη σε σκαμνί, ρεμβάζει στο κατάστρωμα, με ένα μωρό στην αγκαλιά της.

Ένας επιβάτης, ευαίσθητος και οξυδερκής, καθήμενος επί ανακλίντρου, βλέπει, εντεύθεν της κουπαστής, την νέα γυναίκα με το βρέφος, και εκείθεν του κιγκλιδώματος, έχοντας πάντοτε την μάνα και το τέκνον της εντός του οπτικού πεδίου, βλέπει, συγχρόνως, την κυματίζουσα και αφρόεσσα επιφάνεια του πελάγους.

Δελφίνια στιλπνά βυθίζονται και αναδύονται από το ύδωρ. Το ατμόπλοιον λικνίζεται στο κύμα. Το βρέφος λικνίζεται στην μητρικήν αγκάλην. Ο επιβάτης παρατηρεί την μάνα και το βρέφος, και κάποτε αδημονεί, και κάποτε εφησυχάζει.

Ο ορίζων ανέρχεται. Ο ορίζων κατέρχεται. Και ότε μεν υπέρκειται και δεσπόζει, ότε δε κρύπτεται (για μια στιγμή) κάτω απ’ την γραμμή του καταστρώματος.

Ο άνεμος σφυρίζει στους ιστούς και εναρμονίζεται με τους τριγμούς των ξύλων.

Ο ήλιος λάμπει.

Η μάνα ρεμβάζει.

Αίφνης το βρέφος αρχίζει να ουρλιάζη και η μητέρα του (γυνή δολιχοκέφαλος), το ανασηκώνει, του ομιλεί, αλλά δεν ημπορεί να το ησυχάση.

Ο επιβάτης παρατηρεί την νέα γυναίκα και το βρέφος, και μία ελπίς γεννιέται στην καρδιά του… Υπάρχουν μαστοί σαν πορτοκάλλια. Υπάρχουν μαστοί που μοιάζουν με αχλάδια. Υπάρχουν μαστοί που μοιάζουν με ελπίδες.

Το βρέφος εξακολουθεί να ουρλιάζη. Ματαίως η μητέρα του προσπαθεί να το ησυχάση.

Η ελπίς του επιβάτου δυναμώνει.

Το βρέφος ολολύζει πιο πολύ.

Τέλος η μάνα του το αποφασίζει.

Βγάζει γοργά το ένα της βυζί, και δίνει την ρώγα του εις το παιδί της. Το βρέφος, με άμετρη λαχτάρα το αρπάζει, και με ηδονή το πιπιλίζει.

Ο επιβάτης στέκει απότομα στα πόδια του.

Ο ορίζων ανέρχεται.

Ο ορίζων κατέρχεται.

Αστραφτερά, στη θάλασσα, πηδούνε τα δελφίνια.

Το βρέφος πιπιλίζει με μανία. Η μάνα κοιτάζει το παιδί. Ο ήλιος λάμπει. Ο άνεμος μέλπει και σφυρίζει. Με άφατον ηδονήν το βρέφος πιπιλίζει.

Σιγά-σιγά, ο επιβάτης πλησιάζει από πίσω. έπειτα σκύβει, μονομιάς, επάνω απ’ την γυναίκα, και βγάζει το άλλο της βυζί.

Μια αναφώνησις ηχεί. Κανένας δεν ακούει. Ο επιβάτης σκύβει πιο πολύ, και παίρνει στο στόμα του την άλλη ρώγα. Δευτέρα αναφώνησις ηχεί. Μα ο επιβάτης εξακολουθεί.

Άλλη διαμαρτυρία δεν ακούεται. Γιατί να ακουσθή; Ο ήλιος λάμπει. Τα δελφίνια σκιρτούν. Υγρόν ψιμύθιον αφρού αναπηδά από το κύμα. Γιατί να διαμαρτυρηθή η νέα γυναίκα; Γιατί να μεμψιμοιρήση; Τρεις άνθρωποι τέρπονται. Κανένας δεν τους βλέπει.

Η μάνα αφήνεται και αναστενάζει.

Ο έρωτας είναι γλυκός.

Η ζωή ωραία.

 

Αντί επιλόγου

 

Το ίδιο βράδυ, η νεαρά γυνή, δέχθηκε στην καμπίνα της τον άγνωστον επιβάτη. Οσάκις ξυπνούσε το παιδί, το έπαιρνε στην αγκαλιά της. Ο άνδρας, όμως, δεν έφευγε. Γιατί να φύγη; Στην ηδονή υπάρχουν πολλαί στάσεις. Ο έρωτας είναι γλυκός. Η ζωή ωραία.

Γεώργιος Βιζυηνός, Ποιος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου

Posted in Greek Prose on 20 Μαρτίου, 2011 by Le grand écrivain

Paul Cézanne, Le meurtre

Γεώργιος Βιζυηνός


Ποιος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου

(1883)

 


— Σήμερα πια θα φάγω μια βούκα ψωμί να πάγη στην καρδιά μου! — Είπεν η μήτηρ μου καθεζομένη μεταξύ εμού και του αδελφού μου παρά την λιτήν τράπεζαν, ην ο υπηρέτης είχε παραθέσει εις το δωμάτιόν μας.

— Πρώτα κάμε το, και ύστερα πε το, μητέρα.

— Απήντησε πειρακτικώς ο αδελφός μου, διότι από τινος πολλάκις μεν ήκουε την καλήν ταύτην πρόθεσιν, ποτέ όμως δεν την έβλεπε πραγματουμένην.

Η μήτηρ, συνετισμένη εις παρομοίας του νεωτέρου της υιού παρατηρήσεις, ουδ’ επρόσεξε καν εις τους λόγους του. Αλλ’ επιστραφείσα προς την όπισθεν αυτής θύραν, ίνα βεβαιωθή ότι είναι κεκλεισμένη:

— Και μη μου αφήσετε, είπεν, αυτή την σ ε ι σ ο υ ρ ά δ α να ξαναμβή δω μέσα. Ω, χαρά στο μας αλήθεια, σταις τ ο ύ μ π α ι ς και τους σάλτους!

Σ ε ι σ ο υ ρ ά δ α ήτον ο Γάλλος υπηρέτης του επί τον Βόσπορον ξενοδοχείου, εν ώ η μήτηρ μου ήλθε να με συναντήση, μόλις αφικόμενον εκ της Εσπερίας. Το πρωτοφανές δια την επαρχιώτιδα σχήμα του φ ρ ά κ ο υ, αι συνεχείς του καταξυρίστου Γάλλου υποκλίσεις, ενέπνευσαν εις αυτήν ευθύς ες αρχής ακατάληπτον αντιπάθειαν. Και το χειρότερον ήτο, ότι ο δυστυχής υπηρέτης προσπαθών και καλά να κατακτήση την εύνοιάν της επολλαπλασίαζε τους σ ά λ τ ο υ ς και ταις τούμπαις αυτού, υποκλινόμενος ούτω πιθηκιστικώς, ώστε εκορύφωσε, κατ’ αυτάς έτι τας πρώτας ημέρας, την εναντίον αυτού αγανάκτησιν της μητρός μου, ήτις και τον εβάπτισε με το όνομα της σεισοπυγίδος, διότι, έλεγεν, είχε θ η λ υ κ ό, τουτέστι καταξύριστον πρόσωπον και δεν ημπορούσε να σταθή στα ξ ε ρ ά του, χωρίς να σκύψη το κεφάλι και να σείση την ουρά του.

Μετά τινας ούτω πως εμπαικτικάς παρατηρήσεις και επί του όλου παραστήματος και της ενδυμασίας του ατυχούς Λουή, η μήτηρ μου διέκοψεν ανεπαισθήτως το γεύμα της και, προσηλώσασα τους οφθαλμούς εις το παράθυρον, εβυθίσθη ολίγον κατ’ ολίγον εις σκέψεις, κατά την συνήθειάν της.

Ο Βόσπορος εκυλίετο χαριέντως υπό τα βλέμματά μας· πολυάριθμα ισχνοτενή ακάτια διέσχιζον τα κυανά του νερά κατ’ αντιθέτους διευθύνσεις, ως χελιδόνες πετώσαι μετ’ απαραμίλλου ταχύτητος. Η μήτηρ μου τα παρετήρει δι’ απλανών ομμάτων και μετά μακράν σιωπήν αναστενάξασα βαθέως:

— Διες εσύ! είπε, πώς περνούν τα χρόνια, και γυρνούν τα πράγματα! Δεν θα γυρίση το παιδί μου, έλεγα, δεν θα προφθάση να έλθη πίσω, και θ’ αποθάνω, και θα μείνουν τα μάτια μου ανοιχτά, από την λαχτάρα που έχουν να το διούνε! Όλ’ ημερίτσα παραφύλαγα τους δρόμους και ρωτούσα τους διαβάτας. Και όταν εβράδυαζεν, άφην’ ανοιχτή την θύρα έως στα μεσάνυχτα. Μη σφαλείς, Μιχαήλε, μπορεί να έλθ’ ακόμη. Και δεν θέλω να έλθη το παιδί μου και να βρη κλειστή την θύρα μου. Φθάνει που είναι τόσα χρόνια έρημο και ξένο, ας μην έρθη και στο χωριό του να του φανή πως δεν έχει κανέναν εις τον κόσμο, που να φυλάγη τον ερχομό του. Σαν επλάγιαζα, σ’ έβλεπα στον ύπνο μου, και μ’ εφαίνετο πως άκουα την φωνή σου, κ’ εσηκωνόμουν και άνοιγα την θύρα: ήλθες, παιδί μου; — Ήταν ο αγέρας, που σβυντζίνιζε στον δρόμο.

Και έτσι ξημέρωνε, και έτσι βράδυαζε. Οχτώ χρονάκια πέρασαν, ψωμί δεν επήγε στην καρδιά μου. Γιατί, δεν θα προφθάση να έλθη το παιδί μου, έλεγα, και θα πεθάνω και θα μείνουν τα μάτια μ’ ανοιχτά! Και διες εσύ! Τώρα που σ’ έχω κοντά μου, τώρα, που σε θωρώ, μου φαίνεται σαν να ήταν χθες που διάβηκες και σήμερα που ήλθες. Και οι πίκραις που ήπια, παιδί μου, και οι τρομάραις που ετράβηξα είναι σαν να μην ήτανε ποτέ!

Εδώ έκοψε μηχανικώς ολίγον άρτον, ως εάν ήθελε να εξακολουθήση το φαγητόν της· αλλά πριν τον θέση εις το στόμα, ητένισε πάλιν διά του παραθύρου, είδε τον αείρροον Βόσπορον, είδε τα παλινοστούντα σκάφη, και στενάξασα εκ μέσης καρδίας επανέλαβεν αργά και θλιβερά:

— Έτσι περνούν τα χρόνια, και γυρνούν τα πράγματα! Απ’ εκεί που εφοβούμουν δεν έπαθα τίποτε· και απ’ εκεί που ήμουν ήσυχη ήλθε το κακό! Επήγες εις την άκρη του κόσμου, παιδί μου, και δεν εχάθηκες, κ’ εγύρισες. Και ο Χρηστάκης μας — πέντε ώραις δρόμον επήγε, κ’ έμεινεν εκεί!…Ε…μόνον οι νεκροί δεν γυρίζουν πίσου!…

Ήτανε παραμονή των Φωτών — ξεύρεις πώς είναι η καρδία μου σε τέτοιαις επίσημαις ημέραις. Ενθυμήθηκα τον μακαρίτη τον πατέρα σου, κ’ ενθυμήθηκα, πως μια τέτοια παραμονή, σαν είδες του κόσμου τα παιδιά που κρατούσαν ταις σ ο υ ρ β ι έ ς και σ ο ύ ρ β ι ζ α ν τους ανθρώπους μέσ’ στον δρόμο, πήρες και συ μια σκούπα και άρχησες να χτυπάς τον πατέρα σου πα στην ράχη και να τον σουρβίζης: Σούρβα, σούρβα! γερό κορμί, γερό σταυρί, όλο γεια και δύναμι, και του χρόν’ γεροί!» Έτσι μικρό που ήσουνε, ήξευρες τα λόγια. Και το χάρηκεν ο μακαρίτης, και σε πήρε στην αγκαλιά του και σε φίλησε:

— Έχε την ευχή μου, και να μου τρανέψης! — Και σ’ έδωκε μια πεντάρα, και μ’ εκούνησε με το δάχτυλο και με είπε: — Αυτό το παιδί, γυναίκα, θα γένη! — Πού το ήξευρε, πως ύστερ’ από τρεις μήνες θε να σ’ άφην’ ορφανό! Και πού το ήξευρε, πως οι παραμοναίς των Φωτών θε νάρχουνταν και θα περνούσαν και συ θα κακοπάθιαζες στην ξενητειά κι’ εγώ θε νάκλαιγα μονάχη!

Έτσι κ’ εκείνη την παραμονή. Ο Μιχαήλος που με ήξευρεν, επήγεν από νωρίς εις το βουνό και έφερε μια σουρβιά: Ένα μεγάλο κλωνί γεμάτο σφιχτά και πράσινα μάτια. — Μ’ αυτά τα σούρβα, μανά, θα διούμεν απόψε την τύχην μας. — Σαν ήρθεν ο Χρηστάκης στο σπίτι, εκαθήσαμε στο παραγώνι κ’ εχωρίσαμε την φωτιά σε δυο μεριαίς, και άρχισεν ο Μιχαήλος να βάζη τα σούρβα στη μέση πα στην καυτερή την πλάκα, για να διούμε την τύχη μας. Πρώτα πρώτα σ’ ωνομάτισεν εσένα, κ’ έκοψε σούρβο και το έβαλε. Και μόλις τώβαλεν, εβρόντηξε και πήδηξε κι’ εβγήκεν απ’ την στια. Έχε την ευχή μου, Μιχαήλο! του είπα. Απόψε εύφρανες την καρδιά μου. Σαν είν’ ο Γιωργής μας γερός, είμασθ’ όλοι καλά! Ύστερα μ’ ωνομάτισεν εμένα. Ε! κ’ εγώ, πες, καλά πήγα. Ύστερα ωνομάτισε τον Χρηστάκη — και διες εσύ! Το μάτι της σουρβιάς έμεινε πα στην πλάκα που τώβαλε, σιγανό και ακίνητο, ώστε που εμαύρισε κ’ εκάπνισε κ’ έγειρεν ολίγο και εκάηκε! — Χριστός και Παναγιά, παιδάκι μου! του είπα. Δεν έβαλες καλό σούρβο! Κ’ επήρα την σουρβιάν από το χέρι του κ’ εδιάλεξα το πιο καλό το μάτι και άνοιξα καινούριο τόπο στην φωτιά και το έβαλα… Εκάπνισεν ολίγο, εμαύρισεν, ετανίσθη κ’ έμεινε στον τόπο! Τότ’ εγέλασεν ο Χρηστάκης δυνατά κ’ επήρεν ένα δαυλί και ανεκάτωσε τα κάρβουνα και είπε:

— Εγώ, μητέρα, είμαι βασταγερός άνθρωπος, το ξέρεις. Έτσι εύκολα εύκολα δεν πηδώ να φύγω μέσ’ από λίγη ζέστη σαν και λόγου σας. Αν θέλης να ιδής την τύχη μου, φέρ’ εδώ!

Και πήρε το κλωνί από το χέρι μου και το έβαλε μέσ’ στην φωτιά. Κ’ επυρώθηκαν τα σούρβα και άρχισαν να βροντούν και να πηδούνε…

Τώρα, λέγε μου εσύ ό,τι θέλεις.. Σούρβα είναι σούρβα, το ξέρω. Και την τύχη την βλέπουν για την συνήθεια, όχι για την αλήθεια, κι’ αυτό σωστό. Μα όταν θυμηθώ τους κούφιους εκείνους κρότους και ταις μακρυναίς τουφεκιαίς, που ύστερ’ από λίγαις ημέραις άρχισαν ν’ ακούγωνται τριγύρω στα χωριά, μου ξεσηκώνετ’ η καρδιά μου, και δεν μπορώ να ησυχάσω. Το πράγμα ήταν καθαρό και ξάστερο, μα μεις δεν το ψηφήσαμε, μόνο το πήραμ’ ελαφρυά κ’ εγελάσαμεν.

Εκεί πάνου στα γέλοια άνοιξεν η θύρα κ’ εμβήκεν ο Χαραλάμπης του Μητάκου. Τον ξεύρεις. Ήταν συνομήλικος του Χρηστάκη και τον έμοιαζε πολύ στο ανάστημα και ταις πλάταις. Όσον ήτο μικρός ήρχετο συχνά στο σπίτι μας· μα σαν εμεγάλωσε κ’ επήρεν άσχημο δρόμο, δεν ημπορούσα να τον βλέπω μπροστά μου. Γιατί πολλαίς φοραίς έκαμνε το κακό, και τον έπαιρναν για τον Χρηστάκη. Τόσο πολύ τον έμοιαζε· και σαν συντεχνίταις όπου ήτανε φορούσαν και τα ίδια τα ρούχα. Γι’ αυτό τον έβαλα μιαν ημέρα μπροστά. Από τότε δεν εξαναπάτησε στο κατώφλιό μας· κ’ εκείνη την βραδειά ήλθε.

— Καλησπέρα, κυρά! Καλό στα κάμνετε!

— Καλό στον Λαμπή. Αν με φέρνης κάνα γράμμα, κάτσε να σε κεράσω.

— Όχι, κυρά, εγώ την παραίτησα πια την πόστα. Και ήρθα ίσα ίσα να ξαναπώ του Χρηστάκη να μην αφήση να την πάρη κανένας άλλος.

Εκεί, σαν να μ’ εταράχθηκεν η καρδιά μου!

— Και γιατί, Λαμπή:

— Γιατ’ είναι καλή δουλειά η π ό σ τ α, κυρά, καλή δουλειά!

— Και σαν είναι καλή δουλειά η π ό σ τ α, γιατί δεν την κρατείς του λόγου σου, που την είχες ως στα τώρα:

Θαρρείς του έδωκε κανείς μια μαχαιριά, και άλλαξεν η θωριά του και άρχισε να μασά τα λόγια του.

— Εγώ, κυρά, δυο χρόνια πήγα κ’ έφερα την πόστ’ από το σιδερόδρομο, έκαμ’ αρκετούς παράδες. Τώρα πια ας κάμουν και οι φίλοι.

— Άκουσε να σε πω, του είπα τότε, Λαμπή! Εσύ αν έκαμες παράδες, καθώς το λένε — Θεός κ’ η ψυχή σου! Εμείς τέτοιους παράδες δεν τους χρειαζόμασθε. Έπειτα, ξεύρεις· οι κ α ϋ μ έ δ ε ς δεν έχουν πλέον πέραση. Και αυτός που κουβαλεί την π ό σ τ α δεν μπορεί πλέον ν’ αρχοντήνη με τα υστερήματα, που στέλνει κανένα ορφανό, ξενητεμένο, μέσ’ στο γράμμα, να μνημονέψουν τον πατέρα του. Όσο για την άλλη τέχνη που σ’ αρχόντηνε, Λαμπή, να ο Θεός και ας σε κρίνη. Εμένα το παιδί μου είναι χριστιανός και τίμιος άνθρωπος, και ξεύρει να βγάλη το ψωμί του με τον ίδρω του προσώπου του.

Έτσι του είπα, γιατί το ήξευρα πως ήταν κλέφτης. Και κει που τάλεγα, παιδί μου, τον έπιασε μια τρεμούλα και άσπρισαν τα χείλια του, και αγρίεψεν η ματιά του, σαν σεληνιασμένος. — Ω, Παναγία μου! τρεις φοραίς άνοιξε το στόμα του να συντύχη, και τρεις φοραίς άκουσα τα δόντια του να κροτιούνται, παιδί μου, μα την φωνήν του δεν την άκουσα! Έτσι εστριφογύριζε το νεκρόχλωμό του πρόσωπο! Και είδα την άπειρή του φρίκη και την ματιά του την τρομαγμένη, που ξέταξε κλεφτάτα κλεφτάτα τα ρούχα, και το δεξί του χέρι, ως ανάμεσα στα δάχτυλα! Ωσάν να ήτανε χρισμένος κάτι τι κι’ εφοβούνταν μην το διούμε. Και ύστερ’ από τον φρικτόν αγώνα. — Ω, Παναγία μου! σαν κανείς που ψυχομαχά λαιμοπνιγμένος, παιδί μου.

— Μην ακούς τον κόσμο, κυρά! Εγώ είμαι καλός άνθρωπος! είπε, κ’ έκρυψε το πρόσωπο με τα χέρια του, κ’ εβγήκε, και δεν εκαλονύχτισε!..

— Θωρείς, μητέρα; Είπε τότε ο Χρηστάκης. Σε τώλεγα και δεν το πίστευες. Εσκότωσεν άνθρωπο, και τον πιάνει το αίμα. Όλος ο κόσμος το λέγει και συ δεν το πιστεύεις. Άμα πης πως ξεύρεις κάτι τι που έκαμεν — ας είναι και για δοκιμή μονάχα — θαρρεί πως του λες για το φονικό. Θαρρεί πως εφάνηκε το αίμα στα χέρια του, για να τον προδώση.

— Αφού δεν το είδες με τα μάτια σου, του είπα, τι σε μέλει και τον κακολογάς. Κάθε αρνί κρεμιέται από το ίδιο του ποδάρι. Και αν είναι αλήθεια, έχει Θεό που θα τον κρίνη και ας όψεται. Κάμε μου μόνο την χάρι, και μη ανακατώνεσαι στην υπόθεσι της πόστας: Αυτός χωρίς αιτία βέβαια δεν την παραιτά.

— Δεν ακούς που σου το λέγω, μητέρα; Είπε πάλ’ εκείνος. Είναι το αίμα που τον πιάνει! Το αίμα, που έχυσε στον δρόμο του, εστοιχειώθηκε τώρα, και δεν τον αφήνει να περάση. Προχθές αναγκάσθηκε να γυρίσ’ από τα μισόδρομα και ν’ αφήση την πόστα. Ακούεις, είδε κάποιον που τον παραμόνευε: Χωρίς άλλο ήταν το αίμα. Γιατί λέγουν, πως όποιος σκοτώση άνθρωπο και δεν σκεφθή να γλύψη από το μαχαίρι του το αίμα, ή θα στοιχειωθή να τον πνίξη καμμιά μέρα, ή θα τον μαρτυρεύη, ως που να τ’ ομολογήση και να τον κρεμάσουν.

— Νάχης την ευχή μου, παιδάκι μου, μη μου ξεσηκώνης την καρδιά μου περισσότερο. Και, νάχης την ευχή της Παναγίας, μην ανακατώνης αυτά τα πράγματα! Γιατί σ’ ακούει κανείς από την εξουσία κ’ ευρίσκεις τον μπελά σου! Άφησε και την πόστα και τον ποστιέρη να κουρεύωνται, και βλέπε την δουλειά σου, σαν νοικοκυροπαίδι.

Μα κείνος ο μακαρίτης — τον ήξευρες πώς ήτανε — δεν τον εχωρούσεν ο τόπος να καθήση. Τον έμαθα τέχνη και τον άνοιξ’ αργαστήρι, για να πιάση τον τόπο του πατέρα του. Μα, έλα που αγαπούσε να γερνά μέσα στους δρόμους!

— Απ’ εδώ ως στο Λουλεβουργάζι, είπεν, είναι πέντε ώραις δρόμο. Μια φορά κάθε δεκαπέντε θα πάγω και θα έλθω, γιατί ν’ αφήσω να ωφεληθή άλλος;

— Όχι, νάχης την ευχή μου! Δεν σ’ αφήνω να πάρης την πόστα! Υποσχέσου μου πως δεν την παίρνεις, γιατί θα με κάμης να χάσω την ησυχία μου!

— Ε! καλά, είπε τότε. Δεν την παίρνω. Άφησε να μείνης καναδυό μήνες χωρίς γράμμα, και να διης εσύ πως θα το μετανοιώσης.

Αυτό μ’ έγγιξεν εκεί που με πονούσε. Τα γράμματά σου δεν ήρχοντο τακτικά, γιατί τα άνοιγαν στον δρόμο. Και δεν φθάνει, που δεν άφηναν μέσα τίποτε, μόνον ύστερα εντρέπονταν να τα φέρουν ανοιγμένα, και έτσι έμενα εγώ χωρίς ειδήσεις σου, κ’ εκαθόμουν κ’ έκλαια. Μολαταύτα δεν του είπα τίποτε. Τόσον καιρό υπόφερα, ας υποφέρ’ ακόμα.

Όταν ήλθεν η ημέρα της πόστας, τον βλέπω κ’ εμβαίνει με τον σάκκο του κ ο ν α κ ι ο ύ στην αμασχάλη, και με το τουφέκι στον ώμο του.

— Τώρα πια, μητέρα, είπε, το κεραστικό δεν θα πηγαίνη σε ξένα χέρια. Αύριο που θα σε φέρω το γράμμα του Γεωργή, θα μου το δώσης εμένα. Ορίστε;

Είχαν περάσει κοντά δώδεκα μέρες από κείνη τη βραδειά, που του το είχα εμποδίσει. Όπως πάντοτε, έτσι και τότε είχαν ξεχασθή πλέον οι προφητείαις της παραμονής των Φώτων. Μα τον γυιόν του Μητάκου δεν τον ελησμόνησα. Γι’ αυτό άρχισα να τον νειδίζω, πως έκαμε δουλειά του κεφαλιού του. Μα κείνος πού ν’ ακούση! Επήρε την υποχρέωση πάνου του! Υπεσχέθηκε στους προεστούς και στον Καϋμακάμη!

Σαν είδα που παν τα λόγια μου χαμένα, τον έδωσα κ’ εγώ το γράμμα σου, και, έχε τον νουν σου δα, παιδί μου, του είπα, να μη χάσης το γράμμα του Γεωργή μας! — Θαρρώ πως τόνε βλέπω ακόμα! Έβγαλε το φέσι του, εφίλησε το χέρι μου, κ’ επήγε… Ποιος το ήξευρε να μη τον αφήση!…

Συνέχεια

Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Ο τράγος (ερανισμός Γιάννης Παλαβός)

Posted in Greek Prose on 13 Μαρτίου, 2011 by Le grand écrivain

Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος

 

Ο τράγος


Κατέφθασαν ένα απομεσήμερο με το αγροτικό τους αμάξι, κουβαλώντας μερικά δέντρα που είχα παραγγείλει για το χτήμα. Δίπλα στον οδηγό καθόταν η νεαρή γυναίκα του, επάνω στην καρότσα, όπου είχαν φορτώσει τα δέντρα, γελούσαν κι έπαιζαν τα τρία παιδιά τους, ενώ δεμένος στην άλλη άκρη ένας μεγάλος τράγος, μαύρος με τεράστια σκουλαρίκια, όρθιος, κοίταζε ήρεμα και κάπως απόκοσμα.

Με χαιρέτησαν όλοι μαζί, δια βοής, φωνάζοντας και τρέχοντας τα παιδιά κατέβασαν τα δέντρα, τα τοποθέτησαν με προσοχή στη μάντρα και μου ευχήθηκαν «Καλή επιτυχία».

Τους κάλεσα για ένα γλυκό, αλλά αρνήθηκαν. Ανέβηκαν γρήγορα στο αγροτικό, και ο οδηγός μού ζήτησε συγγνώμη που φεύγουν έτσι βιαστικά.

-Βιαζόμαστε, μου λέει, πρέπει να πάμε στο γιαλό να πλύνουμε τον τράγο.

Και ξεκινώντας, πρόσθεσε κάπως ντροπαλά:

-Μεγάλωσε, και μυρίζουν τα αχαμνά του. Πρέπει να τα πλύνουμε και να προλάβουμε να τον σφάξουμε πριν νυχτώσει.

 

 

Ανδρέας Καρκαβίτσας, Το Βασιλόπουλο

Posted in Greek Prose on 20 Φεβρουαρίου, 2011 by Le grand écrivain

Ανδρέας Καρκαβίτσας

 

Λόγια της Πλώρης

(1899)

Το Βασιλόπουλο

Γεροντομπασμένος ο βασιλιάς του Λιβόρνου δεν έχει πλέον όρεξι για τιμές, δεν έχει χέρι για σκήπτρο. Σάρακας τα χρόνια τον έρριξαν στα γηρατειά· τα γηρατειά σαπίλα ενέκρωσαν τις φιλοδοξίες. Χιόνι βρέχει στον Όλυμπο! Άσπρα κάτασπρα τα μαλλιά του κεφαλιού, τρεμάμενα τα πόδια, στείρα ταφόπλακα η καρδιά. Η νέα ζωή πολυθόρυβη, μεγαλοφάνταστη, αντρειωμένη σκορπά τριγύρω του, φεύγει και χάνεται σαν γάργαρο νερό που τρέχει κάτω από ρουπάκι κατάξερο. Πώς να την αισθανθή και πού να την ακολουθήση; Αδύνατον! Κράζει τον γιο του μονάκριβο βλαστό, παρακαλεί και λέγει του με σβυσμένη φωνή, με θολωμένα μάτια:

 

— Καλέ μου και χρυσέ μου έλα και πάρε τα. Ντύσου χλαμύδα το σιδεροπουκάμισο· βάλε το Στέμμα στεφάνι αγκαθερό· κράτει το Σκήπτρο κεντρί του έθνους σου, δέσποζε και κυβέρνα. Κυβέρνα σαν πατέρας και σαν βασιλιάς.

 

Το βασιλόπουλο πεισματικά του απαντά:

 

— Πατέρα σε ονομάζω και βασιλιά σε προσκυνώ. Δεν θέλω τίποτα· δεν πιάνω τίποτα. Κακότροπη Γοργόνα στέκεται δίπλα σου. Βασίλειο δεν ορίζεις· λαό δεν κυβερνάς. Ή τη Γοργόνα διώχνω ή εγώ χάνομαι.

 

Και παίρνει μια μπρατσέρα με κόκκινο πανί, καλά την αρματώνει, βγαίνει στο πέλαγο. Δεν έχει χάρι μόνον την παληκαριά μα σμίγει και τη γνώσι το βασιλόπουλο. Δεν παίρνει μόνον άρματα φονικά, δοξάρια και σαγίτες, σπαθιά και απελατίκια· μα και τροφές, βρώσι και πόσι για ξεγέλασμα. Παίρνει κρέατα — βόδια ολάκερα· παίρνει ψωμιά — φούρνους αδαπάνητους· παίρνει κρασιά — βαρέλια χιλιοστέφανα. Και βάνει πλώρη ίσα κατά το νησί.

Συνέχεια

Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Από μνήμης

Posted in Greek Poetry, Greek Prose on 16 Φεβρουαρίου, 2011 by Le grand écrivain

Γιώργος Χ. Θεοχάρης

 

ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΛΕΒΑΔΕΙΑΣ

Δεν ξέρω αν έχει νόημα αυτή η κουβέντα τούτη την ώρα που είσαι τόσο αδύναμος, ανίσχυρος, ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι του νοσοκομείου σε κωματώδη κατάσταση. Ωστόσο αυτό το ξέπνοο μεσημέρι που σου κρατώ συντροφιά, χωρίς να μπορείς να μιλήσει, χωρίς να είσαι σε θέση να αντιληφθείς οτιδήποτε, με κάποιον τρόπο είναι ανάγκη να χτυπηθώ με το χρόνο. Γνωρίζεις άλλωστε από τον καιρό που είχες το παλιό σου πνεύμα, ότι η τυραννία του χρόνου είναι προδήλως άγρια σ’ ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Ο χρόνος που θα σταλάζει ο ορός. Ο χρόνος που θα γίνει η λήψη των φαρμάκων. Ο χρόνος που θα περάσουν οι γιατροί. Ο χρόνος που τελειώνει το επισκεπτήριο. Ο χρόνος που θα μετρηθεί ο πυρετός. Ο χρόνος που θα τελειώσει ο χρόνος σου. θα σου διηγηθώ, λοιπόν, τα συμβάντα από την Κυριακή 30 Μαΐου 2004, ώρα 16.12, που άρχισες να χάνεις την επαφή με τον κόσμο. Την ώρα που σε μεταφέραμε από το σπίτι στο αυτοκίνητο, κι ενώ εξελισσόταν το εγκεφαλικό επεισόδιο, μέσα στο παραλήρημα θυμήθηκες την κιθάρα σου. Ζητούσες με σπασμένα λόγια την κιθάρα κι αναρωτιέμαι ακόμη μήπως υπάρχει ίχνος πιθανότητας, ενώ καταστρεφόταν ο εγκέφαλος, να κατορθώθηκε μια τελική εστίαση σ’ εκείνο που πιο πολύ αγάπησες, ενόσω ζούσες, στη μουσική; Παρέμεινες για κάποιες ώρες στα επείγοντα. Το στόμα σου άρθρωνε άναρθρα συνέχεια χωρίς διακοπή μέχρι που τελικά καταστράφηκε κάθε λογικό νοητικό σχήμα. Μας φαινότανε, από το χρώμα των σπασμένων φθόγγων, άλλοτε πως παρακαλούσες, άλλοτε πως έβριζες. Ποιαν άλλη αλήθεια μάταια υπερασπιζόσουν; Τι ήθελες κείνες τις ώρες να μας πεις; Αυτό το στόμα που τώρα τόσο ανήμπορο αποδεικνυόταν, ήταν στο στόμα σου που νουθετούσε, που έβριζε, που τραγουδούσε, που γελούσε, που έψελνε, που εγκαρδίωνε και που φιλούσε. Φέρνω στο νου μου ένα σωρό ασπρόμαυρες φωτογραφίες σου. ιδιαίτερα σ’ εκείνες του στρατού, με το κατάμαυρο πυκνό μαλλί και το δασύτριχο μουστάκι, ποζάρεις με τη βεβαιότητα του κεκυρωμένου. Αλλά και σε άλλες, σε άλλο χρόνο, αργότερα αγέρωχος κανοναρχείς με την κιθάρα και τη φωνή σου την κομπανία. Μιλώ για μια φωτογραφία του 1958 στο κέντρο «Εξοχικόν» της Δεσφίνας. Εσύ με την κιθάρα σου και δίπλα σου ο Ταξιάρχης Ματζώρος λαούτο, ο Κώστας Παππάς σαντούρι και στο βιολί ο Γιώργης Μαργαρίτης. Γάμος πρέπει να γίνεται. Χορεύουν κάμποσοι κι είναι στο πλάνο αρκετοί από τους καλεσμένους. Και είναι όλοι πεθαμένοι σου λέω. Και χορευτές και νιόπαντροι και θεατές κι οργανοπαίχτες. Κι ο φωτογράφος νεκρός κι αυτός. Μονάχα η οβάλ σφραγίδα του στο πίσω μέρος της φωτογραφίας διατηρεί ζωντανό το μελάνι της: «Φωτο-Μοντέρνο Ευσταθίου Κάτσου». Σε θυμάμαι σε μια φωτογραφία ακόμη. Πάσχα έξω από την ταβέρνα «Χαμομήλια», στην Αντίκυρα. Χορεύει τσάμικο ο Παναγιώτης Καλιακούδας. Τονε κρατάς με το μαντήλι. Φεγγοβολάτε από βεβαιότητα κι οι δυο. Κι ας ξέρατε. Τι κι αν τονε κρατάς! Κι αν έχεις φέρει γύρα το μαντίλι στην παλάμη σου να μην σου φύγει ο χορευτής στο τσάκισμα. Κοντά τριάντα χρόνια ο Παναγιώτης πεθαμένος. Τι να σου λέω τώρα. Τι να σου λέω. Γέμισαν οι φωτογραφίες με νεκρούς. Επέστρεψαν εις γην εξ ης ελήφθησαν. Πάντα σκιάς ασθενέστερα, πάντα ονείρων απατηλότερα. Μία ροπή, και ταύτα πάντα θάνατος διαδέχεται. Τι να σου λέω! Σε πόσων την εξόδιο ακολουθία έψαλες! Πόσους και πόσους κατευόδωσες με τη βυζαντινή φωνή σου. Πόσες φορές, για πόσους είπες το Δεύτε ουν ασπάσασθε τον προ μικρού μεθ’ ημών. Τον προ μικρού μεθ’ ημών! Καταλαβαίνεις! Παρότρυνες όσους μαδιόντουσαν κι έκλαιγαν να φιλήσουν αυτόν που ως πριν από λίγο ήταν μαζί τους και τώρα είναι στο φέρετρο και σε λίγο δεν θα είναι. Καταλαβαίνεις;! Ως άνθος μαραίνεται και ως όναρ παρέρχεται και διαλύεται πας άνθρωπος. Τι να σου λέω και συ να μην μπορείς ν’ ακούσεις, μαύρε μου! Τι να σου λέω… Προς το ξημέρωμα της δευτέρας έχασες κάθε επαφή. Τώρα μονάχα ανασαίνεις κι εγώ σου μιλάω απελπισμένος. Που πήγε η ομορφιά σου; που το κάλλος της νεότητος το πολυφάνταστο; Που παν τα νιάτα; Που η δροσιά του ανθρώπου; Που πάνε οι προσδοκίες μας; Και τι είδους σχιζοφρένεια είναι να σκέπτομαι, καθώς ψυχορραγείς, ότι η μνήμη της πορείας σου προς το θάνατο μπορεί να γίνει καλό φαΐ για το Μινώταυρό της Τέχνης μου, καλό φαΐ για το Μινώταυρό της ματαιοδοξίας μου, πατέρα.

Συνέχεια

Ε. Χ. Γονατάς, Η επιστροφή (ερανισμός Γιάννης Παλαβός)

Posted in Greek Prose on 13 Φεβρουαρίου, 2011 by Le grand écrivain

Ε.Χ. Γονατάς

Η επιστροφή


Ο πατέρας μου χαροπάλευε πάνω στο ξύλινο κρεβάτι με τις ρόδες· το πρωί το τσουλάγανε κοντά στο παράθυρο, για να μπορεί να βλέπει από κει τις φουντωτές κορυφές των πεύκων. Στις φυλλωσιές τους φώλιαζαν διάφορα πουλιά, που μπορούσε να τα διακρίνει όταν του καθάριζαν τα μάτια από τις τσίμπλες. Τα μεσημέρια το τραβούσαν πάλι στη γωνιά του. Τις τελευταίες πέντε μέρες ο πατέρας μου είχε πάψει να μιλάει και να δέχεται τροφή. Γι’ αυτό με κάλεσαν εμένα, τον χαϊδεμένο του, μήπως και μπορούσα να βοηθήσω την κατάσταση, κάτι που προοιωνιζόταν πολύ δύσκολο.

Μπήκα με την καρδιά σφιγμένη στο δωμάτιό του. Το κεφάλι του, καθώς τον αντίκρισα, μου φάνηκε ότι είχε μικρύνει κι άλλο από την τελευταία φορά που τον είδα· είχε γίνει τόσο μικρό όσο μιας κούκλας. Από τ’ αυλάκια των ρυτίδων του έσταζαν χοντρές στάλες ιδρώτα.

«Πατερούλη», του είπα και του σφούγγισα απαλά με ένα μαντήλι το κούτελό του, «πατερούλη, δεν θα μου αρνηθείς μια χάρη. Ταξίδεψα τόσα χιλιόμετρα για να έρθω. Για χατίρι μου φάε μια κουταλιά απ’ την υπέροχη αυτή σούπα. Τη δοκίμασα πρώτα εγώ. Και τι δεν έχει μέσα· βοτάνια κι αγριόχορτα του βουνού, βολβούς κι αντράκλα, και το ζουμί της είναι από λιωμένα και σουρωμένα στο τουλπάνι κοκκινόψαρα».

«Μη με παιδεύεις, σατανά», μου απάντησε άγρια με τη βραχνή φωνή του, που τη δυνάμωνε η οργή. «Δεν βλέπεις ότι πεθαίνω; Δεν μου χρειάζεται φαΐ».

Ύστερα απ’ αυτή την υποδοχή, παγερή σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο. Ο πατέρας μου εξαντλημένος απ’ την προσπάθεια είχε αφήσει το κεφάλι του να βουλιάξει βαρύ στο μαξιλάρι. Τα δάχτυλα των ποδιών του κάτω από την κουβέρτα, που την είχε τραβήξει ψηλά στο λαιμό του, πρόβαλαν κατακίτρινα.

 

Αργά το απόγευμα, με πικρές σκέψεις στο μυαλό, περίμενα στη στάση το λεωφορείο για το γυρισμό. Είχε αρχίσει να νυχτώνει. Κάτι πουλιά αργοπορεμένα είχαν αποπροσανατολιστεί και γυρόφερναν πάνω από φανοστάτες και το μοναδικό δέντρο της πλατείας, αναζητώντας τις φωλιές τους.

Το λεωφορείο ήρθε στην ώρα του αλλά δεν μπήκα, γιατί σε όχημα εν στάσει με πιάνει έντονη κλειστοφοβία, και περίμενα πρώτα να πάρει κι άλλους επιβάτες.  Έκανα μια βόλτα στην πλατεία, μα όταν ξαναγύρισα το λεωφορείο είχε γίνει άφαντο. Απελπισία μ’ έζωσε και άρχισα να ψάχνω απεγνωσμένα για ταξί. Δύο πέρασαν από μπροστά μου τρέχοντας. Κι ενώ ήταν άδεια δεν μου έδωσαν σημασία και δεν σταμάτησαν να με πάρουν.

Αλλά, να το λεωφορείο μου ξαναφάνηκε στην πλατεία· ήρθε από ένα στενό δρόμο, πέρασε από μπροστά μου, μα ο οδηγός του δεν ανταποκρίθηκε στο νεύμα που του έκανα. Στον μισό όμως γύρο της πλατείας σταμάτησε κι άνοιξε τις πόρτες. Έτρεξα κι ανέβηκα, αλλά οι λιγοστοί επιβάτες, δυο-τρεις άντρες και μια γυναίκα, μου έκαναν νοήματα να βγω.

«Πρέπει να πάω σπίτι μου», τους λέω.

«Κατέβα γρήγορα. Δεν βλέπεις ποιον κουβαλάμε μαζί μας; Ρίξε μια ματιά στο τελευταίο κάθισμα».

Κοίταξα, αλλά αυτό που δεν είδα ή δεν μπορούσα να δω και το ’βλεπαν οι άλλοι με τρόμαξε τόσο πολύ, ώστε κατέβηκα ευθύς κι άρχισα να τρέχω πανικόβλητος.

 

 

Κώστας Κρυστάλλης, Πεζογραφήματα

Posted in Greek Prose on 6 Φεβρουαρίου, 2011 by Le grand écrivain

Fred Boissannas, Καστρί Πρεβέζης, Ιερέας στην κατεστραμμένη από τον πόλεμο εκκλησιά, 1913

Κώστας Κρυστάλλης

 

Πεζογραφήματα

(1894)

 

Στα Χαλάσματα

 

 

Μόλις εβγάλαμε τον ανήφορα του Διποτάμου κ’ εκονέψαμε ‘ςτες Δυο Εκκλησίες.

 

Μας είχε πάρει το μεσημέρι.

 

Φωτιάν έχυνε ο ουρανός από πάνου μας. Ο ήλιος εζάριζε. Αύγουστος μήνας. Βάχτι καλοκαίρι. Της ποταμιάς η πνοή δεν έφταν’ εδώ. Και τ’ αέρι που κατέβαζαν τα βουνά, άναφτε ‘ςτην πετρίλα που πέρναε και μας έπνιγε τον ανασασμό. Και δε δύνονταν να μας δροσερέψουν ούτε η πρασινάδα του αριού λόγγου που διαβαίναμε, ούτε της ρεμματιάς το τρεχάμενο λιγοστό νερό. Μαραμένες από το λιοπύρι και ξεδροσισμένες εκρέμονταν από τα πουρνάρια η αγράμπελες, παρόμοιες με την κόρη του Θεόκριτου ύστερ’ από το κρυφό πλάγιασμά της με το ερωτεμένο το βοσκόπουλο. Και ‘ςτα λουμάκια οι ζιζικάδες εσυγκρατούσαν τ’ ατέλειωτο και μονότονο τραγούδι τους. Τα πουλάκια της ερημιάς δεν ακουγόταν. Πετούσαν από κλαρί σε κλαρί με ξανοιγμένα τα στόματα από την κάψα, ζητώντας δροσιά, βουβά κι άλαλα, με την αγωνία ζωγραφισμένη ‘ςτα μικρά ζωηρά ματάκια τους. Η γαλατσίδα, η σχοιναριά και το χαμοκέρασο ανάδιναν βαριά σύσμιχτη μυρουδιά, θερμασμέν’ από την αχτίδα. Και μας εζάλιζε η αντιλιάδα που βάριε ‘ςτα πετρώματα κ’ έπεφτε σα χεριά πύρινη ‘ςτα κουρασμένα μάτια μας.

 

Ξεφόρτωσαν ‘ςτον ίσκιο οι αγωγιάτες. Τέσσερες αγωγιάτες, ψηλοί βλάχοι, με τες άσπρες μάλλινες φορεσιές, με ξουρισμένους τους σβέρκους και τους τσαμπάδες κοντούς αρβανίτικους. Ο Χίτας ο Πολιάνος, ο Γιάννης ο Αρβανίτης, ο Γάκης ο Γκιτρίμης κι ο Ντούλας ο Μπαρμπούτας. Εξέσφιξαν τες ίγγλες, έδεσαν τα προκόβια ‘ςτα σαμάρια, έβγαλαν τα καπίστρια, πεδίκλωσαν κι απόλυκαν τα δεκατρία μουλάρια τους να βοσκήσουν ‘ςτα ξηραμένα χορτάρια της πλαγιάς απόπερ’ από το ρέμμα. Εγιοματίσαμε. Ήτον η σαρακοστή του Δεκαπενταύγουστου κ’ εφάγαμε, ξερό ψωμί μ’ ελιές και με ξύδι ‘ς ένα πινάκι ξύλινο πώφερνε μαζί του ο Γάκης ο Γκιτρίμης.

 

Ύστερα ο Χίτας ο Πολιάνος πήγε να φέρη κρυόνερο με το βουτσέλι, από μια βρύση κρυφή τον ανήφορο, χωμένη μέσα ‘ςτα σχοίνα, που μοναχά οι αγωγιάτες κ’ οι πιστικοί την ηξέρουν. Κι ο Γιάννης ο Αρβανίτης κατέβηκε ‘ςτην ποταμιά για να κλέψη σταφύλια από τα λιγοστά αφύλαγ’ αμπέλια των Παλιοχωρίτων

 

Γήραμε να πάρουμε και λίγον ύπνο.

Συνέχεια

Ανδρέας Εμπειρίκος, Η επιστροφή του Οδυσσέως (ερανισμός Γιάννης Παλαβός)

Posted in Greek Prose on 30 Ιανουαρίου, 2011 by Le grand écrivain

Ανδρέας Εμπειρίκος

Η επιστροφή του Οδυσσέως

Η ραστώνη, ότι κι αν λέγουν μερικοί, είναι κάκιστον πράγμα. Όχι για λόγους ηθικής, αλλά για λόγους βιολογικούς, για λόγους υπερβαίνοντας και αυτήν ακόμην την λεγομένην υπαρξιακήν φιλοσοφίαν.

Πρέπει να εξηγηθώ. Το νοιώθω. Ιδού λοιπόν.

Κάποτε, στα κράσπεδα της Νέας Ιερουσαλήμ, (ή Salt Lake City), καθόταν ένας πυρρόξανθος μορμόνος – ο Δανιήλ Κάρτερ. Ο άνθρωπος αυτός είχε τρεις όμορφες γυναίκες – την Πηνελόπη, την Τζωρτζιάνα και την Αικατερίνη. Ο Δανιήλ ήτο καλός και αγαθός. Είχε όμως ένα ελάττωμα. Ήτο τεμπέλης.

Τα τρία πρώτα χρόνια της συζυγικής ζωής του, όλα πήγαιναν καλά. Στο τέταρτον έτος, πήρε ακόμα δυο γυναίκες  – την Ρουθ και την Ελένη. Πέρασε άλλος ένας χρόνος, και ακόμη όλα πήγαιναν καλά. Ο Δανιήλ, αμέριμνος και υγιής, ζούσε με τις γυναίκες του ευτυχισμένος. Στο τέλος όμως του πέμπτου χρόνου μια πυρκαϊά απετέφρωσε το πρότυπον βυρσοδεψείον που το είχε αφήσει ως κληρονομίαν ο πατέρας του, και ο αγαθός μορμόνος, πλην ενός σπιτιού και ολίγων τιμαλφών, απώλεσε τα πάντα. Τότε κατέστη έκδηλος η τεμπελιά του.

«Καϋμένε Νταν», του έλεγε η Πηνελόπη, που είχε περισσότερο θάρρος μαζύ του από τις άλλες του γυναίκες. «Καϋμένε Νταν, γιατί δεν προσπαθείς να εργασθής, γιατί δεν κάνεις κάτι… Θα μας ρέψη η φτώχεια… Θα πεθάνουμε της πείνας…»

Ο Νταν πουλούσε πού και πού από ένα τιμαλφές και έλεγε χαϊδεύοντας την μικρά πυρρόξανθή του γενειάδα:

«Έχει ο Θεός. Έχει ο Θεός, για τους καλούς ανθρώπους».

Συνέχεια

Γιάννης Βλαχογιάννης, Ιστορίες του Γιάννου Επαχτίτη

Posted in Greek Prose on 16 Ιανουαρίου, 2011 by Le grand écrivain

Γιάννης Βλαχογιάννης

 

 

Ιστορίες του Γιάννου Επαχτίτη

και άλλα διηγήματα

(1893)

 

 

Ο θάνατος του παληκαριού

 

 

Πέρα σ’ ένα όμορφο χωριό, που βρίσκεται ‘σ τον ξακουσμένον τόπο, πέθανε το νιο Παληκάρι!

Αλήθεια είν’ ο λόγος ο πικρός, που απλώθηκε, αλήθεια είν’ οι καμπάνες κ’ οι ντουφεκιές, που φτάνουν σ’ τ’ αυτιά μου;

Μην είναι ψεύτικο φάντασμα του νου, μην είν’ άπιστο γέλασμα του ανέμου;

Όχι, δεν είναι ψεύτικο φάντασμα του νου, μήτε είν’ άπιστο γέλασμα του ανέμου!

Πέθανε ο νιος ο περήφανος, η μόνη χαρά, ο πόθος ο γλυκός, τ’ ακριβό καμάρι!

Απάνου σ’ τα χρόνια τα περίχαρα, ‘σ του έρωτα και του γάμου τις ελπίδες, θέλησε ο μαύρος χάρος να τον πάρει.

Έλεγε ο λεβέντης πότε ναρθεί ο καιρός που θα τον πήγαιναν γαμπρό ‘σ την εκκλησιά, με την καλή του ‘σ το πλάγι. Και τώρα θα τον κινήσουν μοναχόν, έρημον, χωρίς τ’ ακριβό ταίρι, γαμπρόν αθέλητον κι’ αγύριστον σε πικρό γάμο. Σε γάμο που θα πάρει την πλάκα πεθερά, τη μαύρη γης γυναίκα.

Συνάζονται όλοι οι χωριανοί ντυμένοι με τα καλά τους, συνάζονται όλοι οι φίλοι κ’ οι αδερφοποιτοί του νιου λαμπροφόρετοι κι’ αρματωμένοι. Συνάζονται όλες οι χωριανές, μικρές και μεγάλες, ξένες και δικές του στολισμένες.

Πιάνουν τον όμορφο γαμπρό και τον ντύνουν με τη λαμπρή του φορεσιά, με τ’ ατίμητ’ άρματά του.

Του βάνουν τ’ ολοκέντητο σταυρωτό, τη γαλάζια φέρμελη, την κάτασπρη φουστανέλλα. Του φορούν τη σκούφια τη χρυσή με τη μεταξένια φούντα. ‘Σ τη μέση του βάνουν τα κουμπούρια τ’ ασημικά και ‘σ το πλάγι του το μαλατισμένο καριοφίλι.

Τον ίδιον καιρό οι όμορφες του χωριού τραγουδούν το στόλισμά του.

Την ώρα που τον χτενίζουν, λεν μ’ ήχο θλιβερόν το τραγούδι ‘σ το χτένισμα, ‘σ τα μαύρα μαλλιά του.

Την ώρα που τον αλλάζουν παινούν την όμορφη του φορεσιά, τα καλά άρματα του.

Την ώρα που του βάνουν το στέφανο, πλεμένον από ιτιά με χρυσό γαϊτάνι, παινούν κ’ εκείνον, το νουνό, που τον έστελνε κι’ αυτόν, το γαμπρό, που θα το φορέσει.

Την ώρα που έρχονται οι φίλοι να κεράσουν το γαμπρό, ρίχνοντας ασημένια δώρα ‘σ το λαιμό του, τότε τραγουδούν το κέρασμά του.

Τραγουδούν τον ίδιον το χρυσοφρόνιμο γαμπρό, την ψηλή γενιά του. Τραγουδούν τ’ αγγελικό κορμί, τα μαύρα μάτια του τα γλυκά, τα φρύδια του τα γυρτά, τα κοντυλένια. Τραγουδούν την γνώμη του την καλόπιαστη, που συμπονεί, την αζύγωτη περηφάνειά του, που δεν μιλάει.

Την ώρα που τον σηκώνουν και τον κινούν, τραγουδούν το κίνημά του.

Μπροστά πάει το φλάμπουρο, σημάδι του γάμου, που τόρραψαν κι’ αυτό οι λυγερές με το τραγούδι. Το φέρνει ο αγαπημένος του γαμπρού, ο πρώτος του φίλος.

Τριγύρω παν οι άλλοι φίλοι, οι συμπεθέροι κάτασπροι, γιορτινοί, με τα μακρυά καριοφίλια.

Κινάει τ’ οψίκι αργό, και την ώρα που βγάνουν το γαμπρό από την πόρτα, ρίχνουν μια ντουφεκιά όλ’ αντάμα τα παληκάρια. Όθε διαβούν, από σπίτι φίλου ή δικού, πάντα χαιρετούν με ντουφεκιές το πέρασμά του.

Σα φτάσουν ‘σ την εκκλησιά, στέκονται απ’ όξω και τότε λεν οι νιες τραγούδια παινετικά ‘σ αυτή, ‘σ το σταυρό, ‘σ τις άγιες εικόνες, κ’ οι νιοι δίνουν χαιρέτημα μ’ άλλη ντουφεικιά τους. Και πάλι το ίδιο γίνεται σαν έβγουν.

Και τελευταία σαν έρθουν να θάψουν το Παληκάρι, χαρίζουν οι νιες το στερνό του δακρυσμένο παίνεμα, κ’ οι νιοι το στερνό πικραμένο χαιρέτημά του.

Πέρα ‘σ ένα όμορφο χωριό, που βρίσκεται ‘σ τον ξακουσμένον τόπο, άμα παντρεύονται ή πεθαίνουν τα παληκάρια, μ’ αυτό τον τρόπο κάνουν το γάμο τους και το θάνατό τους!

 

Νοέβρης 1893