Archive for the Greek Poetry 2000 – 2015 Category

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου: Ζ. Δ. Αϊναλής, Τα παραμύθια της έρημος

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015, Μικροκείμενα on 21 Νοεμβρίου, 2017 by Le grand écrivain

22046440_490276301338656_8278795924464293700_n

Κώστας Παπαγεωργίου

Ζ. Δ. Αϊναλής, Τα παραμύθια της έρημος, Κέδρος, Αθήνα, 2017

—–

Εντέλει ακόμα εμπνέει και καθοδηγεί Ο Λόγος του Διονυσίου του ιερομονάχου· ακόμα προσφέρει προϋποθέσεις δημιουργίας προσωπικών οραμάτων και τρόπους υλοποίησής τους στο πεδίο της ποίησης. Κι ακόμα εξακολουθεί ο καθρέφτης να προσφέρεται για σαγηνευτικά, ενίοτε εκμαυλιστικά, περάσματα σε τόπους και χρόνους όπου το όνειρο, η μνήμη και η φαντασία, χωρίς να χάνουν την επαφή τους με το παρόν, συμπράττουν για τη διαμόρφωση συνθηκών κατάλληλων για μιαν ακαριαία, φευγαλέα έστω, ακινητοποίηση και συγκεκριμενοποίηση εκδοχών του ανέφικτου. Συνθηκών που θα μπορούσαν υπό προϋποθέσεις να αποδειχτούν πρόσφορες για επωφελείς, πνευματικά, ψυχικά και κατ’ επέκτασιν ποιητικά, αποδράσεις από την ηλικιακά και κοινωνικά οριζόμενη έκταση, στις διαστάσεις της οποίας δεσπόζουν «άνωθεν» και «έσωθεν» επιβαλλόμενα «πρέπει».

Ο καθρέφτης με άλλα λόγια είναι ένα πέρασμα, η δελεαστική και παραπλανητικά φιλική, κατά βάθος επίβουλη, είσοδος στην επικράτεια της ωριμότητας, εκεί όπου πρόκειται να λάβει χώρα το σκοτεινό τελετουργικό της ενηλικίωσης· όπου ο πρωταγωνιστής -εν προκειμένω το ποιητικό υποκείμενο- βιώνοντας την οδυνηρή κατάρρευση των μέχρι πρότινος, έστω ψευδεπίγραφα, παραμυθητικών θρύλων και μύθων, αισθάνεται την υποχρέωση ενός επαναπροσδιορισμού της σχέσης του με τον εαυτό του και τους άλλους και, κυρίως, να συνθέσει μια απολύτως προσωπική μυθολογία, ανταποκρινόμενη στην ιδιοσυγκρασιακή του ιδιαιτερότητα. Στο υποκειμενικά και κατά περίπτωσιν προσδιοριζόμενο μέσο της ηλικίας του (αφού κανείς δεν ξέρει πότε θα σημάνει το τέλος του), στον παραδαρμό της υποκειμενικής μοναξιάς και εγκατάλειψης, εγκαταλελλειμμένος στο σημείο εκείνο όπου οι οδοδείκτες υπάρχουν μόνο για να παραπλανούν τον μοναχικό οδοιπόρο και ο χρόνος λιώνει, με αντεστραμμένη τη λειτουργία των γραναζιών που ως τώρα τον όριζαν και επέτρεπαν μιαν έστω νομιζόμενη ασφαλή πλεύση του.

Στη μέση ενός «άγριου δάσους», μιας έκτασης έρημης, χωρίς τίποτα να τον θάλπει, να τον ενισχύει και να τον παρηγορεί, πάρεξ «η μυρωδιά της άνοιξης και του καμένου ξύλου», όπως την αισθάνεται να αναδύεται μονίμως αναλλοίωτη από τα παιδικά του χρόνια, έρμαιο στις επιθέσεις αλλεπάλληλων παραισθησιακών κυμάτων, εν μέσω αγριευτικών οραμάτων που γεννά η έρημος, με το σώμα διαμελισμένο στα επιμέρους μέλη τουμε διασπασμένα τα μόρια της σκέψης, δεν του απομένει παρά να δημιουργήσει νέες συνθήκες, πρόσφορες για μια αναστοχαστική επαναβίωση της ζωής του· να στεγάσει, να διαφυλάξει το σπέρμα του, προκειμένου κάποια στιγμή να ξαναγεννηθεί, να «αυτογεννηθεί» στην προέκταση της μήτρας που είναι το δικό του σώμα. Αυτά βιώνει και αυτά επιχειρεί ή, εν πάση περιπτώσει, επιθυμεί περιπαθώς και, παράλληλα, με την επιβαλλόμενη νηφαλιότητα, να επιχειρήσει, στη μέση μιας άλλης επίβουλης και επίφοβης έκτασης, όπως είναι αυτή της ποίησης· γι’ αυτό και συχνά ο λόγος του ακούγεται διαπερασμένος από τη συγκίνηση του ανθρώπου που καταγράφει μνήμες, εικόνες, καταστάσεις, ακινητοποιημένες χειρονομίες και πράξεις που πρόλαβε και συνέλαβε κατά τη διάρκεια των καταβάσεων του στα έγκατα της ύπαρξης, στην καρδιά ενός χρόνου ακινητοποιημένου.

Λόγος διαπερασμένος από συγκίνηση, σταθερός ωστόσο και υφολογικά αρραγής, με καταβολές δημώδεις ή βιβλικές και με βηματισμό ενός ακέραιου ή ενός κατακερματισμένου δεκαπεντασύλλαβου, ενδεικτικός της συνειδητής προσπάθειας, της επιλογής μάλλον του ποιητή να σταθεί στο μεταίχμιο που χωρίζει παράδοση και νεοτερισμό, ατομική και συλλογική μνήμη, προκειμένου να ανασκαλέψει «το βαθύ πηγάδι π’ αναβλύζει τα λόγια», που έστω κι αν κανείς δεν υπάρχει πια για να τ’ ακούει, αυτός το ξέρει καλά ότι «μονάχ’ αυτά έχ[ει] να [τ]ου θυμίζουνε πως ακόμα υπάρχ[ει]».

Τα Ποιητικά, τ. 27, Σεπτέμβρης 2017, σελ. 11.

Ζ. Δ. ΑΪΝΑΛΗΣ, ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015 on 14 Οκτωβρίου, 2016 by Le grand écrivain
juan-rulfo_sine-titulo

Juan Rulfo, Sin titulo (1963)

Ζ. Δ. ΑΪΝΑΛΗΣ

ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ένα ποίημα για τους γονείς μας


Γονείς
καλοί γονείς
αριστεροί
μετριοπαθείς
ονειρευτήκατε παιδιά την επανάσταση
ούτε επιδεικτικά ούτε και στα κρυμμένα
γονείς
καλοί γονείς
δεν συνδικαλιστήκατε
αλλά ούτε και προστρέξατε σαν τόσους άλλους στο ΠΑ.ΣΟ.Κ
να βολευτείτε
να βολέψετε
να φάτε
αφήσατε πίσω σας τον Ρήγα και την Πανελλαδική
Μαοϊκούς και Χότζα
πέσατε με τα μούτρα στη δουλειά
κάνατε κάποιοι διδακτορικά
ρευστοποιήσατε άρον-άρον την απογοήτευση
επενδύσατε τα πάντα στα παιδιά σας
είδατε ν’ ανεβαίνουν οι μετοχές τους στο χρηματιστήριο
μια φούσκα
τα χάσατε όλα
στα εξήντα πέντε σας
γονείς
καλοί γονείς
φασίστες τώρα.

Συνέχεια

ΝΙΚΟΣ ΒΙΟΛΑΡΗΣ, ΑΧΤΙΔΕΣ ΝΥΧΤΟΒΙΕΣ

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015 on 2 Σεπτεμβρίου, 2016 by Le grand écrivain

9789603364474

ΝΙΚΟΣ ΒΙΟΛΑΡΗΣ

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΧΤΙΔΕΣ ΝΥΧΤΟΒΙΕΣ (2009)

 

 

Αρχή φτερουγίσματος

 

Ποτέ δεν οικοδομώ.

 

Φτερουγίζω.

 

Τρόπος

που κάποτε ασφαλώς

με κάνει να δακρύζω.

 

Αλλά έτσι γνωρίζω

των ωρών μου τον θάνατο.

 

Ερωτικό Ι

 

στην Β.

 

Θα χάσω τα χείλη σου

θα χάσω τα μάτια σου

ο ήλιος μου βέβαια

θα είναι ο θάνατος

– κάπως απλώς

πιο φωτεινός.

 

Θα χάσω τα μάτια σου

τα εξαίσια χείλη

– μαύρη ύλη θα πλάθει

ένα αλλόκοτο δείλι –

και θα είναι η δύση

η άγρια φύση

των πραγμάτων που θάλλουν

κάτω απ’ τη λάμπα της νύχτας.

 

Νύχτα μεταιχμίου
Μισός ύπνος
μισός θάνατος.
Με τα χέρια στην άνοιξη
την καρδιά μες στη λάσπη.
Έτσι μεταλλάσσομαι.
Μεταξύ ανοίξεως και μη
όπου το δέντρο βαθύ
και ριζώνουν τα κύματα.

Έτσι μεταλλάσσομαι.
Μισός Νίκος
μισός θάνατος.

Συνέχεια

ΒΑΓΙΑ ΚΑΛΦΑ, ΛΗΘΟΣΤΡΩΤΟ

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015 on 8 Αυγούστου, 2016 by Le grand écrivain

kalfa

ΒΑΓΙΑ ΚΑΛΦΑ

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΛΗΘΟΣΤΡΩΤΟ (2013)

 

 

Επαρχία

 

Ι

 

Ένα ακόμη καλοκαίρι

Επαρχία

Κάτι αόριστο φυλάς

Ο χρόνος

Φεύγει, όπως φεύγουν οι αλήθειες -επώδυνες-

Και δεν κάνουν εντύπωση καμιά

 

ΙΙ

 

Το φως απ’ το απέναντι

Φροντιστήριο κλείνει

Το περίπτερο

Κατεβάζει τα στόρια

Απ’ τις ταβέρνες

Φεύγουν κι οι τελευταίοι

Πελάτες – στην κουζίνα

Ήχοι από κατσαρολικά

 

Ίσως αυτό

Ν’ άκουσε τελευταίο

Η νύχτα

 

Και μελαγχόλησε βαθιά

 

Βράδυ Σεπτέμβρη

 

Επιτέλους φυσά

Ο αέρας

Να ξεριζώσει

Τις τέντες, να λυγί-

Σει τα δέντρα

Να βυθίσει

Στο σκοτάδι

Την πόλη

 

Προπάντων

Να στεγνώσει

Την υγρασία

Του καύσωνα

 

Που περιπαίζει

Όσους απέμειναν

 

Ψίθυροι

 

Την πονούσες τη Νανά, παίζατε μαζί στη γειτονιά

Βρεθήκατε ύστερα από πολλές

Μεταθέσεις του μπαμπά της

Η πρώτη κουβέντα της: έχω αλλάξει

Ας μην πούμε για παλιά

 

Είπαν ότι τρελάθηκε

Την είδαν να τρέχει στο δρόμο

Να μιλά μόνη της και να γελά

Υποθέτοντας πως οι άνθρωποι

Είναι κακόγουστοι, ξεμπέρδεψες

 

Όταν βγαίνετε όμως

Οι κινήσεις της, σαν να ξελασκάρισαν κάπως

-Χέρια πιο γρήγορα

Πόδια ανοιχτά- ένας γνωστός

Τη φώναξε κάποτε

Του λόχου η Νανά

 

Και πως είχε μείνει έγκυος άκουσες

Και το ‘ριξε κι άλλα πολλά

Που λεν οι άνθρωποι στις πλατείες

Τα μακριά

Επαρχιώτικα βράδια

Συνέχεια

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο: Ουρλιάζοντας νευρωτικά σε μια σακατεμένη πόλη

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015, Meditations on 27 Απριλίου, 2016 by Le grand écrivain

cebacebbceb5cf86cf84ceb9cebacebfΓιώργος Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο: Ουρλιάζοντας νευρωτικά σε μια σακατεμένη πόλη

Του Ζ. Δ. Αϊναλή

 

 

«Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά

που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών

Εξάρχεια, Πατήσια, Μεταξουργείο, Μετς

Κάνουν ό,τι λάχει.

Πλασιέ τσελεμεντέδων κι εγκυκλοπαιδειών

φτιάχνουν δρόμους κι ενώνουν ερήμους

διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος

επαγγελματίες επαναστάτες

παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν

τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα να κοιμηθούν

αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται.»

Κατερίνα Γώγου, Τρία Κλικ Αριστερά, 3

 —

 —

          Το Κλέφτικο είναι μια ωρολογιακή βόμβα στο σώμα της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Μια ωρολογιακή βόμβα που δεν έχει ακόμα σκάσει και που πιθανότατα θ’ αργήσει αρκετά να σκάσει. Και μ’ αυτό δεν επιθυμώ να κάνω κάποιου είδους ποιητική μεταφορά. Αυτό που εννοώ είναι απλώς ότι ενώ το Κλέφτικο είναι από τα λίγα ποιητικά βιβλία που είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένα, τόσο ουσιακά συνυφασμένα με τη σύγχρονη του ποιητή βιολογική γενιά και την ιστορική πραγματικότητά της (τη βιολογική γενιά, δηλαδή, που πέρασε την εφηβεία της ή ενηλικιώθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 ή κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 2000), οι ποιητικές δυνάμεις που απελευθερώνει είναι τόσο δραστικά καινούργιες που μάλλον δεν μπορούν να γίνουν απόλυτα κατανοητές απ’ όσους αυτήν τη στιγμή ασχολούνται με την ποίηση στην Ελλάδα. Υποθέτω πως μόνο η επόμενη ποιητική γενιά θα κατανοήσει σε βάθος και θα εκτιμήσει έντιμα, στη σωστή του διάσταση, πέρα από μυθοποιήσεις και παραμορφώσεις, το βιβλίο αυτό.

          Μετά το εισαγωγικό αυτό σχόλιο, θα ήθελα να περάσω παρόλα αυτά σε μια απόπειρα κριτικής προσέγγισης του βιβλίου αυτού, που εκδόθηκε το 2013 από τις εκδόσεις Πανοπτικόν. Αρχικά, βέβαια, υπάρχει ο διακειμενικός ορίζοντας που ξεκινά ήδη από τον πρώτο στίχο του ποιήματος «Είδα τις καλύτερες γενιές του μυαλού μου» και ο οποίος αποτελεί μια παραποίηση του πρώτου στίχου του Ουρλιαχτού του Ginsberg («I saw the best minds of my generation destroyed by madness», «Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου κατεστραμμένα από την τρέλα»). Ο Πρεβεδουράκης συνεπώς χτίζει, συνειδητά και σκόπιμα, τη δική του ποιητική σύνθεση «πατώντας», με τρόπο απορυθμισμένο και σχεδόν γκροτέσκο, επάνω σ’ αυτήν του Ginsberg, και, κατ’ επέκτασιν, οι όποιες συγκλίσεις ή αποκλίσεις έχουν το δικό τους ειδικό βάρος μέσα στο νεώτερο ποίημα. Η σύνθεση του Ginsberg δομείται σε τρία μέρη και μία «Υποσημείωση» («A Footnote to ‘Howl’»). Ο Πρεβεδουράκης αναπαράγει τη δομή αυτή, αλλά με έναν εντελώς ανοίκειο τρόπο, εικονοκλαστικά και με μία διάθεση που σκοινοβατεί με τρόπο παιγνιώδη ανάμεσα στο σεβασμό και την αποκαθήλωση. Επιπροσθέτως, στο επίπεδο της συνειδητής ποιητικής πρόθεσης, ο Πρεβεδουράκης μας πληροφορεί στο «πατάρι» του βιβλίου (σ. 53) ότι το δεύτερο και το τέταρτο μέρος της δικής του σύνθεσης δεν εμπνέονται τόσο από το δεύτερο μέρος και την «Υποσημείωση» του Ουρλιαχτού, αλλά από δύο άλλα ποιήματα του Ginsberg, το «America» και το «To Aunt Rose». Το γεγονός, βέβαια, αυτό, από μόνο του είναι απλά δηλωτικό μιας πρόθεσης. Διότι, σε τελική ανάλυση, και με την προφανή υπερ-επικοινωνία του Πρεβεδουράκη με το Ουρλιαχτό, για τις ανάγκες της δικής του ποιητικής σύνθεσης, ο ποιητής καταλήγει να συνδέει ασυνείδητα το δεύτερο και το τέταρτο μέρος της δικής του σύνθεσης, με το δεύτερο μέρος και την «Υποσημείωση» του Ουρλιαχτού. Έτσι, πρακτικά, κάθε μέρος του Κλέφτικου έχει την αντανάκλασή του σε ένα μέρος του Ουρλιαχτού, με τρόπο που να επιβάλλει την παράλληλη ανάγνωση ανάμεσα στα δύο έργα, με την επισήμανση, ωστόσο, πως ο ορίζοντας αναφοράς του δεύτερου και του τέταρτου μέρους του Κλέφτικου υπερβαίνει το Ουρλιαχτό και μπολιάζεται με στοιχεία από τα ποιήματα «America» και «To Aunt Rose».

Συνέχεια

Η Σιωπή της Σίβας, μόλις ξανά-κυκλοφόρησε

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015 on 11 Μαρτίου, 2016 by Le grand écrivain

cover high

Ζ. Δ. Αϊναλής

Από τη Σιωπή της Σίβας

 

Ι

 

«Τα δάχτυλα των ψηφοφόρων πρέπει να κοπούνε από τη ρίζα»,
μου είπες,
και πήρες να ταξιδεύεις σε μιαν άγνωστη θάλασσα
εγώ σ’ έβλεπα να βαδίζεις στα κύματ’ ατάραχη
το στήθος χαμαιλέοντα το άσπρο του αφρού των
και πέφταν τα δόντια από το στόμα μου
σαν όξινη βροχή στην περιφέρεια των βημάτων σου.

—-

Σε είδα τότε να σκύβεις και να μαζεύεις υγρή σταγόνα-σταγόνα τη θάλασσα.

—-

Εισακουσθήκαν οι προσευχές μου, ψιθύρισα, κι έκανα να ευχαριστήσω μάταια ένα μελάνωμα στην άκρη του θόλου – τόσο ήθελα ν’ αφήσω την καρδιά μου να χτυπήσει ξανά. Είχα βαρεθεί να μετρώ με το μάτι τις μύτες των άστρων, να κουλουριάζομαι ευρυγώνιος στον πήχη του άβακα, να τρυπώ με διαβήτες το θόλο χαράσσοντας σχέδια. Ήθελα ν’ ανοίξω τα χέρια σταυρό ζητώντας τον θεό-κεραυνό, να πέσω στα τέσσερα και να προσκυνώ μια συνείδηση άλλη, έξω από μένα, μια θάλασσα φως.

—-

Πέρασα τη ζωή μου μες στ’ αυτοκίνητα και τ’ αεροπλάνα,
είδα τα λεπτά μου να τρώγονται αλεσμένα στις μυλόπετρες των διοδίων
την μαγγανεία των τελωνείων – τα καυλωμένα τυφέκια και τα μυδραλιοφόρα.
Είδα δέντρα να φυτρώνουνε, ν’ ακμάζουνε, ν’ αναπαράγονται και να πεθαίνουν.
Είδα το χρόνο να τρώγεται και να γίνεται άμμος.
Πέρασα πάνω από τις πολιτείες ουρανομήκης, έξω απ’ τους ανθρώπους, σαν τον Πρωτέα, υποκαθιστώντας τον χρόνο μου με τον χρόνο τους.
Διέθεσα όλο το χρόνο που είχα για να ζήσω μακριά απ’ τον εαυτό μου αναζητώντας τον εαυτό μου.

—-

Τώρα δεν έχω τίποτα για να εγκαταλείψω.
Μόνο τη σιωπή.
Κι εκείνη δική σου.

—-

***

Η πρώτη έκδοση του -τότε- ψηφιακού εκδοτικού οίκου Vakxikon.gr, που είχε κυκλοφορήσει αποκλειστικά σε e-book σε μια πρωτοποριακή κίνηση για το ελληνικό τοπίο, επανακυκλοφορεί σε έντυπη έκδοση με αφορμή τα 5 ΧΡΟΝΙΑ των εκδόσεων Vakxikon.gr.

*

«Αν μου αρέσει για ένα πράγμα ο Αϊναλής, είναι γιατί διαβάζοντάς τον δεν έχω την εντύπωση ότι διαβάζω ταυτόχρονα και άλλους εκατό ποιητές αυτής της γενιάς. Κατορθώνει, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο σε μια ισοπεδωτική εποχή, να επινοήσει τα δικά του εργαλεία για το σμίλεμα της σκληρής πέτρας που λέγεται ποίηση. Το δημιούργημά του μπορεί σε κάποιους να δίνει την εντύπωση του ελιτίστικου ή και του εξεζητημένου, να φαντάζει δύσκολο στην προσέγγισή του, να απαιτεί για την ερμηνεία του την εμβάθυνση στο υπερκείμενο, να ξενίζει με τις εκφραστικές ακροβασίες του, να απέχει από το δόγμα της εποχής «όσο λιτότερο τόσο ουσιαστικότερο». Είναι όμως αληθινό και η αλήθεια συχνά απαιτεί περισσότερες από μία θέσεις παρατήρησης των πραγμάτων. Είναι αποκαλυπτικό, γιατί τολμά να κάνει ανασκαφές στους αρχαιολογικούς χώρους της ανθρώπινης ψυχής και να ψαχουλέψει τόσο τα φωτεινά όσο και τα σκοτεινά συστατικά της. Είναι δηλωτικό της βαθιάς μόρφωσης και της εντρύφησης του ποιητή πάνω στα σπουδαία λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά κινήματα που έθρεψαν το σώμα της ποίησης του αιώνα μας. Είναι τέλος, ένα δημιούργημα πολιτικό, μια αγωνιώδης περιήγηση στους θαλάμους ενός ισχυρού μικρόκοσμου που διαπιστώνει με απόγνωση το βαθμιαίο ξεθώριασμα της λάμψης του».

Κώστας Τσιαχρής, Το Βήμα, 29/8/2012

*

Ο Ζ. Δ. Αϊναλής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Ηλεκτρογραφία (εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2006), Η σιωπή της Σίβας (εκδόσεις Vakxikon.gr, Αθήνα, 2011, 2016), Μυθολογία (εκδόσεις Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, 2013) καθώς και τη συλλογή ποιητικών αφηγημάτων Αποσπάσματα (εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2008). Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, στα Γαλλικά και στα Πορτογαλικά. Έχει συνεργαστεί με τον Γιώργο Μπακάλη στη συγγραφή του σεναρίου της ταινίας μικρού μήκους Η ιστορία ενός φιλήσυχου ανθρώπου βασισμένης σε ένα πεζοποίημα του Henri Michaux. Έχει μεταφράσει μια πληθώρα Ευρωπαίων, κυρίως Γάλλων και Άγγλων, ποιητών, πεζογράφων και δοκιμιογράφων για μια πλειάδα ελληνικών λογοτεχνικών περιοδικών (έντυπων και ηλεκτρονικών). Ζει και εργάζεται στη Μυτιλήνη.

Η σιωπή της Σίβας

Απολογισμός

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015 on 30 Δεκεμβρίου, 2015 by Le grand écrivain

article-2555181-0050DD0A1000044C-305_470x313

Κι αφού όλοι γράφουνε λίστες αυτές τις μέρες, ας καταθέσω κι εγώ τις αγαπημένες μου 10 + 1 ποιητικές συλλογές της νεότερης ποιητικής γενιάς σε αυτήν την πρώτη δεκαπενταετία του 21ου αι. που τελειώνει σε λίγες ώρες βαρυγκωμώντας και τραβώντας μαζί της στα τάρταρα την επόμενη…

—-
(Η παρουσίαση είναι αυστηρά χρονολογική και κατά κανέναν τρόπο αξιολογική)

—-

1.) Χρυσή Καρπαθιωτάκη, Χάντρες – οχτώ εξομολογήσεις κι ένας επίλογος, Πάροδος, 2004.
2.) Γιάννης Στίγκας, Η αλητεία του αίματος, Γαβριηλίδης, 2004. 127653
3.) Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Συμεών Βάλας, Μελάνι, 2010.254799-big
4.) Σταμάτης Πολενάκης, Τα σκαλοπάτια της Οδησσού, Μικρή Άρκτος, 2012.

polenakis-exofyllo
5.) Άννα Γρίβα, Οι μέρες που ήμασταν άγριοι, Γαβριηλίδης, 2012.0282037
6.) Νικόλας Ευαντινός, Ενεός, Μανδραγόρας, 2012.

vakxikon_issue_22_aggelis22
7.) Αθανασία Κρατημένου, Μνημόπολη, Ενδυμίων, 2012.7392291c4bfdf7ce8e8548613d7a203e_L.jpg
8.) Γιώργος Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο, Πανοπτικόν, 2013.index
9.) Δημήτρης Πέτρου, Α΄ Παθολογική, Μικρή Άρκτος, 2013.thumbnail
10.) Σαμσών Ρακάς, Ψυττάλεια Β (Γραφή Α΄), αυτοέκδοση, 2013.10

και

—-
11.) Θωμάς Τσαλαπάτης, Άλμπα, Εκάτη, 2015.

ex-tsalap-alba-neo-teliko

Ζ. Δ. Αϊναλής, 3η Σεπτεμβρίου 1843

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 2000 - 2015 on 15 Δεκεμβρίου, 2013 by Le grand écrivain

Ζ. Δ. Αϊναλής

 

 

3η Σεπτεμβρίου 1843

 

 

Γερνάνε γρήγορα οι μέρες στην Ελλάδα

σβήνει απότομα το φως

τρώνε σκυλιά τα δάκτυλα του ήλιου

παίζουν αδέσποτα παιδιά στα περιθώρια του δρόμου

έρχονται νύχτα μητρικές φωνές κραυγές

                                                   για να μαντρώσουν

 

           Κι έπειτα τίποτα

                                   σιωπή

                     οι μπάτσοι έφιπποι σφυρίζουν

                     λακέδες με λιβρέα τσακίζονται

                     φερέφωνα

                     κυρίες με κρινολίνα κι άμαξες

                     Νυδραίοι εφοπλιστές κι ευνούχοι Φαναριώτες

                     καλαμαράδες φραγκοφόρετοι και πένες πληρωμένες

                   

                      στο Φόρο πένητες μασάνε το σκοτάδι

 

                      ένα φεγγάρι θάνατος 

                      κόσα στο σβέρκο καρφωμένο

 

γενιά παρά γενιά εμφύλιος, γενιά παρά γενιά εκκαθάριση

και όλο απ’ το μηδέν ν’ αρχίζω

 

Παίζουν ακόμα, τραγουδάν, γελάν στους δρόμους τα παιδιά μας;

 

Μαζεύονται τώρ’ από παντού φωνές κραυγές

συρρέουν μπρος στ’ ανάκτορα αλαλάζουν

βάζουν φωτιά περιδεείς και δέονται

ελπίζουν

σβήνουν απότομα οι φωτιές

διαλύονται

γερνάνε γρήγορα οι μέρες στην Ελλάδα

——————-

To ποίημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Unfollow, τεύχος 24, Δεκέμβρης 2013

Νικόλας Ευαντινός, Ενεός…

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 2000 - 2015 on 24 Νοεμβρίου, 2013 by Le grand écrivain

eneosΝικόλας Ευαντινός

Ενεός…

(Μανδραγόρας, 2012)

————

———-

Ενεός…

 

μπροστά στην ελευθερία μου

Δεν είμαι ελεύθερος

να φτιάξω

τις αλυσίδες μου

 

 

 

μπροστά στο μέλλον της δημόσιας σφαίρας

Όταν στάξει σκοτάδι η μέλαινα χολή της πόλης και σαν σκυλιά σκύψουν οι νέοι να ξεδιψάσουν, οι φωτοστεφανωμένοι θα τρέξουν να προλάβουν τον βαθύτερο τάφο. Από τους ωκεανούς θα αναδυθεί ο πιο παγωμένος ήλιος για να καρφιτσωθούν πάνω του βοναπάρτηδες και γοργόνες, αγκιτάτορες και ιππότες, όλες οι ψηφίδες της παραμυθένιας ηρωοποιείας. Τα τρισέγγονα του Λεβιάθαν -σχολικοί σπασίκλες που είχαν μεταμορφωθεί σε κερδομόλες πεταλούδες-  θα γίνουν η λεία των  θρόνων τους, καθώς η νύχτα άχνη θα σκεπάζει τη γυάλινη αίθουσα των ακροάσεων. Άγγελοι σχοινοβάτες θα εκπίπτουν από τις συννεφένιες ταράτσες και στο στόμα της απόγνωσης θα πέσουν για να αλεστούν από το στομάχι της οργής.

Τότε από τα πέρα σύνορα θα εμφανιστούν αγέλες κύκνων, κοπάδια λύκων, και άοπλες όλες οι λεγεώνες των υστερορωμαικών σφραγίδων. Θα ζητούνε Σύνταγμα και θα τους δοθεί ο Θάνατος. Ο Θάνατος του Παρόντος.

Και τότε παρελθόν και μέλλον βουτηγμένα μέχρι τα γόνατα στην λευτερωμένη σκοτεινιά θα εκλιπαρούν για Έλεος, να ξεκινήσει η Επόμενη,  η πέραν των γνωστών τεσσάρων, Εποχή.

 

μπροστά στο χιόνι

Μνήμη Αργύρη Χιόνη

Εκείνη τη στιγμή ήμουν απόγονος αμμοδαρμένων νομάδων, εθισμένων στην κάψα και τη μονοτονία της τραχύτητας. Εκείνη τη στιγμή ήμουν ιθαγενής μιας χώρας αιώνια μαστιγωμένης από του ήλιου τα σχοινιά. Εκείνη λοιπόν τη στιγμή εγώ, ένας γιος του καύσωνα, έπρεπε να εφεύρω μια λέξη για να ονομάσω το θαύμα που έβλεπα. Έτρεξα στους γέροντες, σε μύθους και παροιμίες, αρχαία αινίγματα, προϊστορικά βιβλία των θεών μου. Δεν βρήκα τίποτε. Πήγα ξανά στο σημείο του θαύματος. Ο χρόνος κυλούσε. Το θαύμα έλιωνε. Ήταν λευκό, ψυχρό και συμπαγές. Το έσφιξαν οι χούφτες μου μέχρι που κάηκαν. Το μάσησαν τα δόντια μου μέχρι που πάγωσαν. Ο χρόνος κυλούσε. Το θαύμα έλιωνε. Λέξη δεν έβρισκα. Στο τέλος γίνηκε νερό και χάθηκε. Ήταν αποτέλεσμα ακραίων καιρικών φαινομένων. Τότε κατάλαβα πόσο δύσκολη είναι η δουλειά των ποιητών

  Συνέχεια

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Έκαστος εφ’ ω ετάφη

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 2000 - 2015 on 13 Οκτωβρίου, 2013 by Le grand écrivain

kyriakosΚυριάκος Συφιλτζόγλου

 

Έκαστος εφ’ ω ετάφη

(Γαβριηλίδης, 2007)

 

 

 

 

1.

Το ψυγείο κατέβασε ρολά

τα τρόφιμα περίσσεψαν

τα αλλαντικά για τους άλλους

εσύ ξεροσφύρι την υγρασία

οι ανοιχτοί λογαριασμοί

με το κομμένο τηλέφωνο

σου προκαλούν γέλιο

σφραγίζεις τα παράθυρα

και προσκαλείς σε μονομαχία

το μυρμήγκι στη γωνία

δείχνεις ανωτερότητα

τυλίγεσαι με τη μοκέτα

και διασκεδάζεις τις εντυπώσεις

παρέα με το σύγκρυο

 

2.

Και για να λέμε

την αλήθεια

έχω βαρεθεί να ονειροπολώ

αυτές οι ομιχλώδεις αυγές

όλο μυστήριο

τα ρεμβαστικά μεσημέρια

τα σκέτα ηλιοβασιλέματα

η μεταφυσική της νύχτας

μ’ έχουν καταστρέψει

και ο καφές αυτός ακόμη

μ’ έχει προδώσει

 

Μόνο οι φωτεινές επιγραφές 

λένε την αλήθεια

τα μόνα γράμματα

που φωτίζουν

 

Ωστόσο 

δάσκαλε που δίδασκες

τώρα κλείσε το φως

και όνειρα γλυκά

 

3.

Κάτω απ’ το σακάκι

ένα όπλο πάντα

μια δεύτερη ευκαιρία

μια δεύτερη καρδιά

για να σκοτώσεις το χρόνο

θα ρωτήσεις

όχι ακριβώς

 

Αυτές τις ώρες

τα λογοπαίγνια

είναι σαν το τσιγάρο

 

Σουφρώνεις λίγο τα φρύδια

τραβάς μια ρουφηξιά

σπας ένα χαμόγελο απαλό

μόλις που να κινηθούν οι μύες

αφήνεις τον καπνό που θέλει να φύγει

στρέφεις μια ιδέα το κεφάλι

κοιτάς που είναι η δική σου άγρια δύση

κοιτάς μια κεφεκίτρινη πορεία

κατεβάζεις το βλέμμα

κλοτσάς μια πέτρα

γυρίζεις την πλάτη

και παίρνεις το αντίθετο ρεύμα

για να κάνεις το ίδιο απ’ την αρχή

  Συνέχεια

Ζ. Δ. Αϊναλής, ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 2000 - 2015 on 15 Ιουνίου, 2013 by Le grand écrivain

my8ologia

Ζ. Δ. Αϊναλής

 

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

(ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη, 2013)

 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΡΟΜΗΘΕΑ

 

Θ’ ανατινάξω τα τοιχώματα της πρόστυχης σιωπής σας

δεν θα μπορούν τα βλέφαρα να κλείσουν το σκοτάδι

μαύρος ο κόσμος που κοιτώ εντός του υπάρχω μαύρος

καυλοπυρέσσων με πυρσούς θα ξεχυθώ στους δρόμους

θα κάψω τα γιατάκια σας και τ’ αυτοκίνητα σας

και να ουρλιάζουν οι γυναίκες σας τα μπάσταρδα παιδιά σας

τους τάφους των προγόνων σας θα λούσω με μπεζίνα

κι όλους τους ανδριάντες σας με πέτρες τις πλατείες

και τις Ερμές τις κεφαλές στο χώμα θα γκρεμίσω

 

Θα σας τη φέρω τη φωτιά την έκλεψα απ’ το Δία

και στο ταξίδι μόνος μου αυτό μαζί μου θα σας πάρω

μέσα από δάση σκοτεινά κι οι φλόγες να σφυρίζουν

και τα πουλιά πετώντας έντρομα καπνός που κυνηγώντας

στο βλέμμα οι λύκοι την κραυγή τα ελάφια αλαφιασμένα 

πύρινος ουρανός οι αρχάγγελοι βρυχώντας τη ρομφαία

μακριά σειρά αστέρια τάγματα λευκά στο κέντρο σκοτωμένος

άγγελος μαύρος κλέφτης πεπτωκώς φεγγάρι ματωμένο

μακάβριος χορός οι νυχτοπεταλούδες μες τις φλόγες

 

Και οι νεκροί μακριά πομπή να σέρνονται στο χώμα

βαρύ στο χέρι σκελετό μπαλτάς στα δόντια το μαχαίρι

έντομο θάνατο που σπέρνοντας η κύηση της πέτρας

κι η μέσα μήτρα σκοτεινή πνοή συσπώντας ο πλακούντας

να πνίγοντας αμνιακή οργή την έσω θάλασσα πιο μαύρη

μαύρος ο κόσμος που κοιτώ εντός του υπάρχω μαύρος

θα σας τη φέρω τη φωτιά την έκλεψα απ’ το Δία

θ’ ανατινάξω τα τοιχώματα της ένοχης σιωπής σας   

και στο ταξίδι μόνος μου αυτό μαζί μου θα σας πάρω

 

 

***

 

Από την ενότητα « Στον εγκέφαλο του Ιλχάν »

 

 Ότι επαναστέλλοντας έσω ασύμμετρος

την ερήμωση του διαστήματος

τον έρημο χώρο πίσω απ’ τον έρημο χώρο

τα κίτρινα δόντια πίσω απ’ το πέτρινο στόμα

αίμα τόσο γεμάτος μίσος

να μην μπορέσω να συγχωρήσω

τόσο κίτρινος τι θα πει

θήραμα που όντας να προπορεύεσαι

την κούρσα να οδηγείς

χνώτα κουρασμένα βαριά

πίσω κλαγγή

ίπποι ιππείς βαριεστημένοι ευγενείς

στο χώρο τα χέρια ξάφνου εκτείνομ’ ευθυτενής

επιμήκης διαστέλλομαι

άγριο που αυτό το γέλιο να διαμελίζοντας μου τις σάρκες

ελεύθερος μόνος

να σκίζοντας μου τα χείλη

ασύμμετρος

 

***

 

Για χάρη των χειμερινών κοιμητηρίων

που τώρα αναπαύομαι τα φεγγάρια μου

επανεφευρίσκω τη γλώσσα μου

που όταν φυσάω γεννιέται ο θάνατος

η ανάσα μου

αναφλέγομαι τα φωνήεντα

που πλάθω πυρίτιδα

στα δάκτυλα πλαστελίνη τα οράματα

κι όλα τα δράματα μαριονέτες στα δάκρυα

διάφανα

πέτρα στη πέτρα πορεύομαι

δημιουργώ κατακλύζω

ένας κόσμος ολόκληρος

μέσα στη γη που βουλιάζω ξανά

να περάσω στο φως   

ονειρεύομαι

κι έτσι γυμνός στην πόρτα σας

να φλέγω

τα όνειρα σας

 

***

Συνέχεια

Αντώνης Ψάλτης, Το Καντήλι και άλλα ποιήματα

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 2000 - 2015 on 24 Μαρτίου, 2013 by Le grand écrivain

Ψάλτης - καντήλιΑντώνης Ψάλτης

Το Καντήλι και άλλα ποιήματα

(Αιγαίον, Λευκωσία 2013)

α’

πρόταγμα

 

τέτοιον απτόητο σακάτη δεν έχω ξαναδεί∙ σχεδόν κρονόληρος για ιστορία, σχεδόν μπατίρης εξαρχής∙ επίμονα στρατεύει τα πλέον εκλεκτά στελέχη, εκεί στηρίζεται κι αντέχει∙ με χάρη νεοσύνης υπακούν αυτά, με θράσος μόνο ζωής∙ κι ας είναι μάταιος αγώνας,

τι κι αν κοστίσει πόνο με ψυχή

ο έρωτας πληροί τις εξεγέρσεις,

τις εξιστορεί∙

πόσες επαναστάσεις γράφονται

πόσες μπαρουτιάζουνε

μία στα πόδια της για να σταθεί

 

β’

«Δε θα μπορέσω να έρθω, δε θα μπορέσω. Πρέπει να καθίσω συντροφιά με τις ονειροφαντασίες μου, τουλάχιστο για σήμερα και αύριο και ύστερα»

το βάρος των ονείρων

 

ίντσα την ίντσα σήκωνα με μια τριχιά, σαν φίδι ζωντανό, απ’ τα σκοτάδια του ονειροπήγαδου το απίθανο, να βγει στο φως, υφήλιο να γίνει κι αυτό, μεράδι να βρει πραγματικότητας, διάλειμμα σύντομης αλήθειας∙

μα η τριχιά του με λυπήθηκε

ανάποδα, λέει, δεν σε κρεμάω

εσένα δεν σ’ αξίζει σταυρόκομπος βρόχος λαιμού

γι’ αυτό στο πατοπήγαδο βαθιά σε ρίχνω

 

με τόσο βάρος που πήγες να σηκώσεις

έτσι σαν όνειρο ν’ αναληφθείς

 

ε’

πλανόδιο

 

κέρματα να ‘χα για φωνήεντα

με σύμφωνα τον ήχο

απ’ του σκουφιού μου το ζητιάνεμα

να κέρναγα τον στίχο

 

ς’

θα μπεις απ’ το παράθυρο σαν κλέφτης

 

η πραγματικότητα

απαντάει μ’ ένα δωμάτιο σχεδόν σαν σκοτεινό

μ’ όλα τα φύλλα της κλειστά

ανέστιος παράμερα στέκεις

πλησίασε, ανοίγουνε αργά

αυτό που νομίζεις βλέπεις

 

όπως όλοι

 

ιη’

το καντήλι και άλλα ποιήματα

«ut pictura poesis»

ποίημα το ποίημα

πέθανε η ποίηση

 

τώρα κάθε στίχος

είναι καντήλι

στο μνήμα του νεκρού

 

ιθ’

αποκαθήλωση

 

το χρονικό της εξαΰλωσης οικοδομείται με μολύβι∙ παράφραση σφαίρας, άμα προλάβεις να δεις∙ ανάλγητη τρυπώνει στα δυσπνοϊκά γεγονότα προσκομίζοντας άπλετο κενό στην αφήγηση∙ μοιάζει μετά το χάραγμα πλωτό∙ το ποίημα πρωταγωνιστεί, σύνολο υπεκφυγής, δαμαστής ο ποιητής, κι ο αναγνώστης, της δακτυλοσκοπίας ελεγκτής. ίσως ορειβάτες όλοι μαζί∙ σίγουρο πάντως είναι το εξής: ό,τι γράφεται δεν γίνεται

γι’ αυτό προτείνω

τα δέντρα να φυλλώσουνε την εξαφάνιση

ποιος άλλωστε σταυρώνει λόγια;

 

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 2000 - 2015 on 17 Μαρτίου, 2013 by Le grand écrivain

Γιώργος ΠρεβεδουράκηςΚΛΕΦΤΙΚΟ

Κλέφτικο

(Πανοπτικόν, 2013)

 

Ι.

 

Είδα τις καλύτερες γενιές του μυαλού μου

διαλυμένες απ’ τη φαιδρότερη Λογική

υστερικές, γυμνές και χρεωμένες

να σέρνονται σε βαλκάνιους δρόμους την αυγή γυρεύοντας

τρόπους για να πληρωθεί μια αναγκαία δόση,

 

ρεμπέτες-άγγελοι που τσάκισαν τη ράχη τους μεταφέροντας πίτσες,

φιλέτα ροφού σβησμένα σε σαμιώτικο, έπιπλα «κάν’ το μόνος σου» και είδη υγιεινής,

που φτωχοί στήθηκαν καπνίζοντας μπροστά από υπερφυσικές οθόνες

μ’ έναν τρόμο παράλυτο για τα βιογραφικά τους,

που βρήκαν την κόμισσα Seroxat να σέρνεται ξημερώματα στην Ηπείρου

συντροφιά με τον βαρόνο Tavor και τη μακρινή εξαδέλφη του ―

αναιμική δεσποινίδα του ιδιωτικού παροράματος ―Xanax,

 

που σκάλισαν μ’ έναν ξεκούρδιστο τζουρά

χιτζάζ, ουσάκ, σαμπάχ και πειραιώτικους δρόμους,

αυλακωμένα απομεσήμερα με καύσωνα

μέσα σε τυφλά δυάρια και γρίλιες ασφυκτικές,

που πάρκαραν τα Cherokee τους στα λιθόστρωτα του Ψυρρή

κι έχασαν το σκαλπ τους για μια φυσική ξανθιά –που δεν ήταν φυσική ξανθιά–

 

που τρέκλισαν και σκόνταψαν στο ανυπόληπτο φιλιατρό

επιστρέφοντας με σκάρτη καρδιακότητα στη Κατανάγκα,

που άκουσαν τον Σωκράτη να ουρλιάζει «Τα Πάγια» με σπασμένες χορδές

απ’ τη Συκιά Χαλκιδικής ίσαμε τη Στουτγάρδη,

που εκπόνησαν διδακτορική διατριβή

με θέμα «Ο Υπαρξισμός μετά τον Σαρτρ και το Πρόβλημα της Αναπηρίας

στη Νοτιοδυτική Γκάνα» και γύρισαν στην Αθήνα

θωπεύοντας στις ουρές του ΟΑΕΔ το μακρύτερο

μανίκι της μεταμοντερνίλας,

 

που έψαξαν ανάμεσα στις 7.284 πληγές του Φαραώ

μήπως και βρουν τη δική τους,

που το ’ριξαν στο Ζεν και μπόλιασαν τον Στάλιν

με στούντιο-πιλάτες και γιόγκα-πλαστικές,

που χαιρέτησαν με τρόπους ευγενικούς καθώς αρμόζει στ’ αστόπαιδα

το άδειο κρεμασμένο σακάκι στην πλάτη της καρέκλας του Γενικού,

 

που έβαλαν σε λειτουργία τον αυτόματο πιλότο της νεύρωσης δίχως τρέλα

και χώνεψαν τη Μέθοδο και την Δομή

εκδίδοντας ιδίοις αναλώμασιν τ’ αβρόχοις ποσίν

για να συνδιαλέγονται τα νούφαρα του νάρκισσου μεταξύ τους,

 

που γύρεψαν την αγάπη τους ανεμίζοντας σημαίες της Κρονστάνδης,

που διπλώθηκαν από τη μοναξιά μέσα σε γυμνά δωμάτια, καίγοντας

τα πτυχία τους στον κάδο ανακύκλωσης κι ακούγοντας το διπλανό

σκυλάδικο μέσ’ απ’ τον τοίχο,

που ήπιαν νέφτι, χλωρίνη κι έφαγαν κουκούτσια ελιάς τη μέρα της μετάταξής τους

στο 724 ΤΜΧ, στο 482 ΤΔΒ, στο Κ.Ε.Υ.Π. στο Γ.Ι.Α.Τ.Ι. και στο Μεγάλο Πεύκο,

που γυάλισαν ερπύστριες, ερπύστριες, ερπύστριες, ζάντες παροπλισμένων Leopard,

κάνιστρα και διόπτρες νυκτός,

και πιάσαν φωτιά απ’ το τσιγάρο κάποιου καφρόκαυλου ΕΠΟΠ

κι έχασαν το πρόσωπό τους  > πού είναι το δέρμα σου Παναγόπουλε;

> δεν ξέρω κύριε Στρατηγέ, κάνω πλεονασμό; σχωράτε με…

που τάισαν το τέρας που τους τάιζε δειπνώντας μ’ έναν ντεφορμέ θεό,

που χάραξαν στο μπράτσο τους με σκουριασμένο κοπίδι το πρώτο χαδάκι

του έρωτα σε δίωρους γαμηστρώνες art déco,

 

που βυθίστηκαν στο ζενικό φως των Εξαρχείων, των Άγιων Ανάργυρων και της Κυψέλης

«Ντυμένοι Επίσημα», στο «Δρόμο προς το Περίπτερο», με «κύριο Κρακ»

«Δέλτα», «Αντίποινα», «Ηλεκτρογραφία», «Μικρές Αγγελίες», Τρίποντο κι Αθλητική Ηχώ,

που μ’ ένα Σπίρτο πυρπόλησαν κάποια Πλατεία Ηρώων,

που ξόδεψαν το γαλάζιο τους στη Φευγάδα, σ’ ένα γκισέ τουριστικό-Vermietung Zimmer- Σούδα-Φαληράκι beach-blowjob contest-Λαγανάς-transit για Croydon -Νύχτα-

Συνέχεια

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ: Ζ. Δ. Αϊναλής, ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 2000 - 2015, Επικαιρότητα on 10 Μαρτίου, 2013 by Le grand écrivain

Ζ. Δ. Αϊναλής

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑmy8ologia

Ένα ποιητικό μυθιστόρημα

 

 

Εκδόσεις-περιοδικό ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ

Τηλ.: 2310270399, 6937745452

e-mail: kdespiniadis@gmail.com

http://www.panopticon.gr

ISBN: 978-960-9470-19-3

Σελ. 96,

Σχήμα: 21×14

Σχέδιο εξωφύλλου: Χρήστος Αϊναλής

 

 

Ε, λοιπόν από μικρός είχα την μάλλον παράδοξη δοξασία πως ένα κι ένα δεν κάνουν κατ’ ανάγκη δύο, πως δύο και δύο δεν κάνουν κατ’ ανάγκη τέσσερα. Εκεί όπου οι άλλοι βλέπαν δύο εγώ δεν έβλεπα παρά ένα και ένα κι έτσι αδυνατώντας να δω ένα σύνολο ως άθροισμα πορευόμουνα προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι αφού όλοι οι άλλοι νομοτελειακά στο ένα κι ένα αντιλαμβάνονταν δύο εγώ πρέπει μοιραία να ήμουν παράφρων. Γιατί όμως να ήμουν εγώ ο τρελός; Τι είχαν οι άλλοι περισσότερο από μένα κι η δική τους εντύπωση βάραινε περισσότερο απ’ τη δική μου; Γιατί ετούτη η μαζική πίεση, ο φασισμός ν’ αναγνωρίσω τη λογική τους; Γιατί να μην είναι κάλλιστα όλοι οι άλλοι τρελοί; Ε, πώς να το κάνουμε τώρα, αφού ένα κι ένα δεν κάνουνε δύο! Ένας φυσικός νόμος δεν μπορεί να στηρίζεται στην νομοτελειακή αλληλουχία αιτίου αιτιατού αν το κάθε εγώ βλέπει διαφορετικά αποτελέσματα να εκπηγάζουν από διαφορετικά αίτια έτσι κι εγώ αποφάσισα πως δεν θα αναγνώριζα για νόμο φυσικό παρά ότι εγώ όριζα ως νόμο φυσικό. Βέβαια, αυτό προξενούσε ορισμένα προβλήματα διότι όταν εγώ έλεγα γυναίκα εκείνοι καταλάβαιναν άλογο. Τελικά μεγαλώνοντας ανακάλυψα πως ήμουνα θύμα μιας σκοτεινής διαπλανητικής συνωμοσίας. Ζούσα σ’ έναν κόσμο παρανοϊκών που από μιας αρχής το είχανε βάλει στόχο να τρελάνουν και μένα. Στερώντας μου την επικοινωνία θέλανε να με φυλακίσουν στον κόσμο τους να με κάνουνε να λέω τη γυναίκα γυναίκα και το άλογο άλογο. Κλείνοντας μου το στόμα θέλανε να μου κλείσουν όλους τους δρόμους όλες τις εναλλακτικές και ή να με φυλακίσουν στον κόσμο τους να με αυλίζουνε τις μέρες με λιακάδα ή να μ’ αφήσουνε να σαπίσω ελεύθερος αλλά μόνος μου στο δικό μου. Δεν θα τους περάσει όμως. Βάλθηκα λοιπόν να αποκαλύψω την ειδεχθή τους απάτη αποδεικνύοντας τους ότι ένα κι ένα δεν κάνουνε δύο καθόσον εγώ ο ίδιος που αντικρίζοντας με βλέπανε έναν δεν ήμουν στην ουσία ποτέ ένας παρά πολλοί μαζί συγκολλημένοι σ’ έναν. Αν κατάφερνα να τους κάνω να λένε δύο, τρία, πέντε, δέκα όταν θα αναφερόταν σε μένα θα είχα πετύχει το σκοπό μου διότι βέβαια ένα κι ένα δεν μπορούν ποτέ να κάνουνε δύο όταν το ίδιο το ένα δεν είναι ένα αλλά τουλάχιστον δύο. Τώρα όσο περνάνε τα χρόνια πείθομαι ολοένα και περισσότερο πως ένα και ένα δεν μπορεί δεν πρέπει να κάνουνε δύο αλλά ένα και ένα και πως δύο και δύο δεν πρέπει να κάνουνε παρά ένα και ένα και ένα και ένα. Έτσι χτίζω πετραδάκι πετραδάκι το δικό μου πλανήτη δίνοντας στέγη σ’ όλους τους αποκλεισμένους παράφρονες που επιμένουν να λένε το ένα κι ένα ένα κι ένα. Κι όταν θα γίνουμε ένα ωραίο μεγάλο σύνολο από μονάδες και πια δεν θα έχουμε ανάγκη τη φυλακή τους θα τραγουδήσουμε όλοι μαζί με μια φωνή το χαρούμενο τραγούδι της αντεστραμμένης βαρύτητας τους όπου όλα θα είναι αληθινά και ένα και ένα θα κάνουνε ένα και ένα κι οι γυναίκες άλογα θα μας παίρνουνε καλπάζοντας μακριά τους τρυφερά κουβαλώντας μας μες στην αγέρινη αγκαλιά τους.

 

Απόσπασμα από το βιβλίο

 

 

***

 

Ο Ζ. Δ. Αϊναλής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Έχει δημοσιεύσει τα βιβλία: Ηλεκτρογραφία, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2006, Αποσπάσματα, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2008, Η σιωπή της Σίβας (e-book), Βακχικόν, Αθήνα, 2011. Έχει μεταφράσει Antonin Artaud: Πούτσα και ξύλο, Ουαπίτι, Αθήνα 2011, καθώς και στο πλαίσιο του εκτενούς αφιερώματος στον Artaud «Εξέγερση και Ουτοπία», Πλανόδιον, τ. 49, Αθήνα, 2010 (σε συνεργασία με τους Ήλιο Chailly & Ειρήνη Παπαδοπούλου). Επίσης έχει μεταφράσει δοκίμια των William Wordsworth και Samuel Taylor Coleridge στον τόμο Ρομαντική Αισθητική. Οι ποιητές των Λιμνών και η Σχολή της Ιένα, Κριτική, Αθήνα, 2011 (σε συνεργασία με τον Μιχάλη Παπαντωνόπουλο). Έχει επιμεληθεί και προλογίσει την έκδοση Μιχάλης Τάτσης, Με το καδρόνι στα χέρια, Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, 2011. Ποιήματα, πεζά, μεταφράσεις και δοκίμια του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.

Αθανασία Κρατημένου, Μνημόπολη

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 2000 - 2015 on 10 Φεβρουαρίου, 2013 by Le grand écrivain

εξώφυλλοΑθανασία Κρατημένου

 

ΜΝΗΜΟΠΟΛΗ

(Ενδυμίων, 2012)

 

 

Ήταν κάποια όπου πήρε το μετρό ένα μεσημέρι να γυρίσει σπίτι μετά τη δουλειά. Φτάνοντας στο σταθμό κοιτούσε κάτω, το διαμορφωμένο πάτωμα του κλειστού χώρου. Έριχνε που και που κλεφτές ματιές στους ανθρώπους που περνούσαν δίπλα της. Δεν είχε ιδιαίτερη όρεξη να κοιτάξει πρόσωπα και έτσι άρχισε να σκέφτεται τεχνικές του βαδίσματος σε αυτές τις παράξενες συνθήκες πολυκοσμίας, με βάση βέβαια και τα προσωπικά της δεδομένα. Έτσι, επινόησε έναν τρόπο, ώστε να μπορεί να περπατάει ανάμεσα στους ανθρώπους, χωρίς τον κίνδυνο της επαφής με άλλα σώματα. Παρατηρούσε τα πόδια των άλλων και τα βήματα τους. Αν τα πόδια πλησίαζαν προς το μέρος της σήμαινε ένα είδος συναγερμού, ότι δηλαδή και το σώμα πλησίαζε, γιατί άλλωστε δεν ήταν δυνατό να πλησιάζουν μόνο πόδια χωρίς θώρακα και κεφάλι. Έτσι, έκανε ελιγμούς ανάλογα με το βήμα και το περπάτημα των άλλων. Οι άνθρωποι γύρω της, ήταν απλά υλικά σημεία που έπρεπε να αποφύγει. Στο μυαλό της τα κορμιά ήταν ηλεκτροφόρα πράγμα που ενέτεινε την αγωνία της και το φόβο του αγγίγματος. Με αυτό τον τρόπο, ανακάλυψε τα διαφορετικά είδη παπουτσιών που φορούν οι άνθρωποι. Κάποια ήταν πραγματικά αστεία. Όπως ένα ζευγάρι γυναικεία πόδια που φορούσαν κάτι κόκκινες λουστρίνι γόβες με καρπούζια και φράουλες. Ή μια άλλη φόρα που συνάντησε μέρα μεσημέρι-μάλλον- ξυπόλυτα πόδια να σχηματίζουν βήματα χορού…Κάποια μέρα απορροφημένη από τα πόδια, ως τα μόνα σημεία ενδείξεων που εγγυώνται τη μη-επαφή, τράκαρε με το καρότσι κάποιου που δεν είχε πόδια. Αυτό ήταν μια παράμετρος που δεν την είχε σκεφτεί ποτέ πριν. Μετά το συμβάν, το οποίο μάλιστα της άφησε μελανιές, αλλά και μνήμες από φωνές που της έλεγαν να προσέχει πως περπατάει-εκείνη; Αν είναι ποτέ δυνατόν!- και άλλα τέτοια , περιέλαβε την εμπειρία της στη μέθοδο που είχε εφεύρει και πραγματοποίησε τις αναγκαίες τροποποιήσεις. Κατέγραψε στο μυαλό της άπειρες πιθανότητες σύγκρουσης με σώματα. Όχι βέβαια για χρήση μόνο στο μετρό ή σε καταστάσεις τάξης. Έφτιαξε ένα μοντέλο κίνησης όπου λάμβανε υπόψη την αταξία των σωματικών κινήσεων. Περιπτώσεις ανθρώπων που τρέχουν για να σωθούν από βόμβες- ακραία περίπτωση, αλλά το μοντέλο έπρεπε να δουλεύει σε όλες τις συνθήκες, ακόμα και αυτές έκτακτης ανάγκης-, ή η περίπτωση που εγκλωβιζόταν με άλλους σε ένα ασανσέρ λόγω διακοπής της ηλεκτροδότησης, καθώς και καταστάσεις όπως οι εκπτώσεις και τα ψώνια σε πολυσύχναστες περιοχές.

Υπήρχαν εποχές που οι σταθμοί γέμισαν με στρατιωτικές αρβύλες, αλλά εκείνη είχε μάθει έναν σίγουρο τρόπο να τις αποφεύγει. Εκείνη την περίοδο το παιχνίδι της δυσκόλεψε πολύ. Πολλές φορές ένιωθε να την ακουμπούν τραχιά ρούχα και έτρεξε συχνά προς αλλοπρόσαλλες, τυχαίες κατευθύνσεις. Μια μέρα, την στοίβαξαν σε μια ευθεία γραμμή και την οδήγησαν σε ένα περιφραγμένο χώρο, αλλά τουλάχιστον στις γραμμές οι άνθρωποι περπατούσαν με τάξη και έτσι δεν συγκρούστηκε ποτέ με κανέναν. Μόνο που άρχισε να βαριέται, γιατί το παιχνίδι δεν είχε νόημα πια. Ένα βροχερό πρωινό άρχισε να παρατηρεί, στην άκρη ενός τοίχου, δύο ζευγάρια ανήσυχα αντρικά και γυναικεία πόδια και πρόσεξε ότι άρχισαν να ξεπετάγονται από τα στενά, διάφορα πόδια που ξεκίνησαν να τρέχουν. Γυναικεία σκισμένα παπούτσια, παιδικά πόδια με κάλτσες και πόδια γυμνά μες το χειμώνα να τρέχουν στις λάσπες και τα νερά. Άρχισε να τρέχει κι εκείνη γιατί είχε κουραστεί σε αυτό το άθλιο μέρος που όλα τα πόδια έκαναν καθορισμένες, τακτικές, προδιαγεγραμμένες κινήσεις. Αν έτρεξε, ήταν γιατί όλα τα πόδια άρχισαν να κινούνται ατάκτως σε σαρκικές μίξεις, στην έκρηξη της κυκλοφορίας…Αυτό το άτακτο πλήθος που περιφερόταν με ακαθόριστο τρόπο χωρίς νόημα, σε ένα χορό πάνω στους τσαλακωμένους χάρτες της κίνησης, με ένα ρυθμό απόλυτα ατονικό, χαοτικό, ανοιχτό ήταν γι΄αυτήν μια πρόκληση… Άλλωστε, εδώ και καιρό  το παιχνίδι της είχε πάψει να είναι σημαντικό…

 είμαι η τυραννία, είμαι ένα μισοτελειωμένο γκράφιτι πάνω σ΄ένα βαγόνι τρένου, είμαι η αναμονή μιας τρυφερής χειρονομίας, είμαι μια πολεμική σύρραξη, είμαι ένας ατέλειωτος χορός σ΄ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο, είμαι η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου,
είμαι μια ιατρική διάγνωση που έχει κολλήσει στο σώμα και το μυαλό μου, είμαι η αγριεμένη άρνηση της, είμαι η πρωινή αναφορά, είμαι μια ουλή

από παιδική πτώση, είμαι το αβέβαιο μέλλον μου, είμαι μια σιωπηλή διαμαρτυρία, είμαι ένα χαρτζιλίκι αντί για ένα μισθό, είμαι η λήθη, είμαι μια μαθητική παρέλαση, είμαι η μυρωδιά ενός φρεσκοτυπωμένου βιβλίου, είμαι η προπαγάνδα, είμαι μια τηλεφωνική γραμμή βοήθειας, είμαι μια όμορφη κουβέντα μετά από μια ερωτική συνεύρεση, είμαι ένα κακόφημο μπαρ, είμαι μια δίαιτα εξπρές, είμαι ένα συνέδριο για τα ναρκωτικά, είμαι το επίδομα ανεργίας, είμαι μια απόλυση λόγω εγκυμοσύνης, είμαι η ρουφιανιά, είμαι η δειλία, είμαι μια κρίση πανικού, είμαι η υπόσχεση «για πάντα», είμαι μια ασφάλεια ζωής, είμαι η αποταμίευση, είμαι ένα αυθόρμητο χαμόγελο σ΄ένα άγνωστο πρόσωπο, είμαι οι εναλλακτικές μορφές ενέργειας, είμαι το πρώτο ραντεβού, είμαι μια ανθρωπιστική αποστολή βοήθειας, είμαι μια κραυγή

στα παράθυρα μιας παγωμένης χυδαίας λέξης

(…)

Συνέχεια