Archive for the Greek Poetry 1977 – 1993 Category

Γιάννης Υφαντής, Μανθρασπέντα

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1977 - 1993 on 17 Νοεμβρίου, 2013 by Le grand écrivain

0017340Γιάννης Υφαντής

 

Μανθρασπέντα

(Κέδρος, 1980)

 

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ

 

Σκέλια του βράχου φως και θάλασσα.

 

Στην πύρα του μεσημεριού, ο αέρας

Τρέμισε, πύκνωσε κι ανάδεψαν

Ίσκιοι με ψίθυρους φτενούς και διψασμένους

Χορεύοντας την άσαρκη εξορία τους

 

Σ’ έσυρα τότε στη σπηλιά και προς το βάθος

Πάνω στην άμμο σούλυσα τη ζώνη…

 

Έπεσ’ ο ήλιος∙ κουρασμένοι

Απλώσαμε τα μέλη στην απέραντη

Νύχτα της ερημίας…

 

Με ξύπνησε το γέλιο των αχτίδων

Απάνω στις βρεμένες πέτρες

Στις κόχες σου δυο πράσινα χαλίκια

Τα δόντια σου πετράδια σφηνωμένα

Και στα πλευρά σου πελαγίσιος άνεμος

Έσερνε το δοξάρι του δροσίζοντας

Της μνήμης μου τα μάτια με σκοπό

Βαθιά νοσταλγικό

και είπα «Σήκω

αγαπημένη

να πάρουμε σειρά

βαρέθηκα

τα αιώνια πράματα»

 

Σκέλια του βράχου φως και θάλασσα. 

 

ΣΤΙΧΟΙ

 

I

Κι έρχονται οι άξεστοι βουνίσιοι άνεμοι

ντυμένοι τα βαριά αρώματα της ρίγανης και του ελάτου

έχοντας άλλος στο μανίκι άλλος στο γόνατο

την ασημένια λάμψη απ’ τ’ άγγιγμά τους σε μια κρύα πηγή.

 

II

Α γέμιση του φεγγαριού και δέση των νερών·

κρένοντας η κρυότερη μορφή σα ρέει στη στέρνα

έναρθρο το ανάστημα τρέμει των καλαμιών.

 

III

Κ’ οι νέρινες γυναίκες του συντριβανιού

υψώνουνε το δροσερό κορμί τους ρίχνοντας

η μια στην άλλη λόγια δροσερά

σαν το κορμί τους, σαν την όψη τους.

 

ΜΑΘΗΜΑ

 

Δέκα ενιαυτούς οι Αχαιοί

πολιορκούσανε την Τροία –

όπως πολιορκούν τα σπερματόζωα τ’ ωάριο

όπως πολιορκούνε οι ψυχές τον Ήλιο

ή οι νυχτερίδες το Φεγγάρι – όπως

δέκα ενιαυτούς οι Αχαιοί

πολιορκούσανε την Τροία.

 

Κι επάνω στη χρονιά τη δέκατη

τη δίσεκτη την τόσο τυχερή

σαν πέος μπήκε το παλιάλογο ο Δούρειος

και την κατάχτησαν την Τροία οι Αχαιοί.

 

Λοιπόν;

 

ΕΧΩ ΚΑΤΙ ΞΑΔΕΡΦΙΑ ΣΤΟ ΒΡΑΧΩΡΙ

 

Έχω κάτι ξαδέρφια στο Βραχώρι

            χε

κάτι νεόπλουτους.

Όλοι τους χριστιανοφασίστες.

Τρατάρουν τον πατέρα μου του κάνουν

μικροθελήματα τον σέβονται

μόνο και μόνο θάλεγες για να

μπορούν να του τη φέρουνε χωστά.

νάβρουν την ευκαιρία να τον πικράνουν.

Μα θάναι βλάκας αν πικραίνεται με το

«τι γίνεται ο Γιάννης, που

θα καταλήξει αυτός μωρ’ μπάρμπα Μήτσο».

 Έχω κάτι ξαδέρφια στο Βραχώρι

            χε

κάτι νεόπλουτους.

Όλοι τους χριστιανοφασίστες.

  Συνέχεια

Μιχάλης Γκανάς, Τα άγρια και τα ήμερα

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1977 - 1993 on 9 Φεβρουαρίου, 2011 by Le grand écrivain

Μιχάλης Γκανάς

Μαύρα Λιθάρια

(1980)

 

 

Τα άγρια και τα ήμερα

Στον Κώστα Κρυστάλλη

μικρότερο αδερφό

 

Ι

 

Έρχονται τα παλιά πουλιά και πέφτουν μέσα μου με ορμή. Ψηλώνω σαν τοπίο, δε βλέπω τίποτε απ’ τη σκόνη.

Είναι όλα άσπρα κι ύστερα όλα μαύρα κι είμαι μια κουκίδα στις αστραπές των χρωμάτων τους. Με μάτια κλειστά, ανοιχτό συκώτι και βλέπω. Βλέπω το θαύμα της δημιουργίας σε μια τερατώδη αναπαράσταση. Όπου όλα πρωτόπλαστα εγκαταλείπουν τον Παράδεισο κακήν κακώς. Φεύγοντας. Για λίμνες κι άγρια βουνά. Γι’ άγνωστα μέρη.

Το βόρειο πλάτος και το μήκος τους εγώ. Αγεωγράφητος βιότοπος, φορώντας πάνω απ’ όλα αυτά ένα παλιό μπουφάν.

 

ΙΙ

 

Αρχαίες πέτρες κι αέρας αραιός. Βάζω τα φυσερά, ανάβω τις φωτιές στους λόφους. Ξυπνούν αγρίμια, εκθρονίζονται με πάταγο μπεκάτσες. Ψήνω τα μέλη του θηράματος χωρίς αλάτι. Δίπλα η γυναίκα τα παιδιά.

Ο καπνός ανεβαίνει γαλάζιος στην κρύα μέρα. Στις σκαλωσιές της πάχνης, στις λαμπυρίδες των φύλλων. Με βέβαιο βηματισμό. Λιγνός καλόγερος και βρέχει προσευχές. Το γκρίζο του ασβεστόλιθου τυλίγει την παλιά Μονή. Ακούω τον πεθαμένο ψάλτη δεξιά, τα ένρινα βυζαντινά του.

Με πλατάνια και άλλα υδροχαρή, σηκώνει ο τόπος το κεφάλι του. Πάνω απ’ το χώμα, πάνω απ’ τις σκεπές, πίσω απ’ την πλάτη των ανθρώπων.

 

ΙΙΙ

 

Περνούν κοπάδια. Περνούν λαγοί και λαβωμένα αγριογούρουνα. Πέφτουν κοτσύφια από τα δέντρα. Ώρα μετά ξεσπούν οι ντουφεκιές. Ακούγονται κουδούνια και βελάσματα.

Πέφτει ομίχλη σκεπάζει το βουνό.

Φέγγουν στις πέτρες καλογιάννοι.

Που πας γυμνή φορώντας σπάρτα στο κεφάλι. Φέγγοντας με τα δυο βυζιά σου, φέγγοντας μες στα μαύρα ρούχα. Με το σταυρό στο στήθος, το λάδι στην ποδιά για τα καντήλια των νεκρών. Μαύρο αρνί βελάζει ανάμεσα στους θάμνους. Φαίνεται χάνεται και πιάνεις τα πατερημά. Και που τον είδες, που τον ήξερες τον αγωγιάτη, τι βόσκαε το μουλάρι του ώρα πολλή, στη ρίζα της γκορτσιάς και βγήκες ιδρωμένη από το νάρθηκα, αχνίζοντας σαν συννεφάκι που το πάει ο αέρας, που θα την κρύψεις την κοιλιά στ’ όργωμα, στο βοτάνισμα, στο θέρο, που θα το πνίξεις το παιδί.

 

IV

 

Πέτρα που φέγγει μέσα μου τις νύχτες. Εδώ ξαπόστασαν γυναίκες φορτωμένες, εδώ ραμφίσαν τα πουλιά σιωπές όταν συννέφιαζε, δεν έβρεχε κι όλοι κρατούσαν την ανάσα τους. Χαμήλωνε το σύννεφο, ώσπου ακουμπούσε τις σκεπές, έγλειφε ως τα θέμελα τους τοίχους, λαλούσαν οι σφαγμένοι πετεινοί κι αρμένιζε το κάθε σπίτι μοναχό του, ενώ ακινητούσε το χωριό.

Ξενιτεμένοι κουνούσαν τότε τα μαντίλια τους. Από πολύ μακριά. Μπορεί κι από τον κάτω κόσμο.

Συνέχεια

Πεθαίνω σαν χώρα

Posted in Greek Poetry 1977 - 1993, Greek Prose on 8 Δεκεμβρίου, 2010 by Le grand écrivain

Δημήτρης Δημητριάδης

ΠΕΘΑΙΝΩ ΣΑΝ ΧΩΡΑ

(1978)

(…) «… Μισώ αυτήν την χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Γράφω σ’ εσένα γιατί μαζί ποθήσαμε να είναι γόνιμα αυτά τα σπλάχνα, κι αυτός ο πόθος μας ένωσε νύχτες και νύχτες… και σ’ άλλες ώρες της μέρας, όταν ξαφνικά γινόταν ένα θαύμα και ξεχνούσαμε τον τρόμο που έτρεχε στους δρόμους καθώς μες στις φλέβες μας… τα εφιαλτικά δελτία ειδήσεων που μας εμπόδιζαν ακόμα και να κοιταζόμαστε… διαβασμένα από θεότρελους εκφωνητές… τα ουρλιαχτά που σκέπαζαν ακόμα και τις σειρήνες των ασθενοφόρων… Ποτέ δεν θα το πίστευα πως η ανθρώπινη φωνή μπορεί να φτάσει σε τέτοια ύψη… να είναι τόσο απύθμενη… να προκαλεί τόση αναστάτωση με την επιβολή της… Τέλος πάντων, ποτέ δεν συνήθισα τους ανθρώπους αλλ’ αυτό είναι μια άλλη μου αναπηρία. Βιάζομαι τώρα να σου πω μερικά πράγματα κι αυτά τα λόγια θα είναι και τα τελευταία που θα ‘χεις από μένα. Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Μου τα ‘φαγε. Την μισώ. Ναι, την μισώ, την μισώ. Δεν μπορεί μια γυναίκα να ζήσει με τέτοια σπλάχνα μέσα της. Όσο το σκέφτομαι, μου ‘ρχεται να ξεράσω τον ίδιο τον εαυτό μου. Νιώθω σαν ξέρασμα. Μπορεί και να είμαι. Μια γυναίκα… δεν είναι σαν μια χώρα που αξιοποιεί τα ερείπια της, τους τάφους της… που τα ξεπουλάει όλα για εθνικό συνάλλαγμα… ζώντας απ’ αυτά. Εγώ δεν θέλω να ‘μαι χώρα. Δεν είμαι χώρα. Δεν θέλω να είμ’ αυτή η χώρα. Αυτή η χώρα είναι νεκρόφιλη, γεροντόφιλη, κοπρολάγνα, σοδομίστρια, πουτάνα, μαστροπός και φόνισσα. Εγώ θέλω να είμαι η ζωή, θέλω να ζήσω, θα ‘θελα να ζήσω, θα ‘θελα να μπορούσα να ζήσω, θα ‘μουν ευτυχισμένη τώρα αν ήθελα να ζήσω… όμως αυτή η χώρα δεν μ’ αφήνει να το θέλω, δεν μ’ αφήνει να είμαι η ζωή, να δίνω την ζωή. Έχει φάει σαν καρκίνος τα βυζιά μου, τα μυαλά μου, τα έντερα μου, έχει κατεβάσει όλες της τις πέτρες στα νεφρά μου και τα ‘χει ρημάξει, έχει μαγαρίσει όλες τις πηγές απ’ όπου θα ‘τρεχε το γάλα μου, έχει μαζέψει όλο της το χώμα μες στις φλέβες μου και μου ‘χει σαπίσει το αίμα, έχει κάτσει όλη πάνω στην καρδιά μου και την έχει κουρελιάσει απ’ τα εμφράγματα και τις εμβολές, κάθε θεσμός της κι ένα έμφραγμα, κάθε νόμος της και μια εμβολή, τα ήθη της μου ‘χουν σμπαραλιάσει τα πνευμόνια, η ιστορία της με κάνει να τρέμω συνεχώς ολόκληρη σα να έχω προσβληθεί από την πάρκινσον, ο πολιτισμός της μ’ έχει ξεπατώσει, μ’ έχει ξεθεώσει, δεν πάει άλλο, η θέση της η γεωγραφική είναι το άσθμα μου, ολόκληρο το σχήμα της άλλοτε απλώνεται πάνω στο σώμα μου σαν γιγαντιαίος έρπης ζωστήρ και με τρελαίνει, κι άλλοτε παίρνει τη μορφή τσουγκράνας και μπήγεται στα μάτια μου, τεράστιας βελόνας και μου τρυπάει το κρανίο, βράχου ολόκληρου που κρέεμται από την άκρη των μαλλιών μου και με παρασέρνει σε μια θάλασσα πικρών δακρύων… κι όλο νιώθω στον τράχηλο μου τον ζυγό της κι όλο δένει τη γλώσσα μου το τραύλισμα της κι όλο μου φέρνει κρύα ρίγη η χυδαιότητα της… η προσήλωση της στα φαντάσματά της, οι υπεκφυγές της, οι αντιγραφές της, τα φρακαρισμένα της μυαλά, τα πτώματά της, τα κιβούρια της, τα εγκλήματα της… Αυτή η χώρα είναι το χτικιό μας. Θα μας πεθάνει, θα μας ξεκάνει. Πώς θα γλιτώσουμε; Μας πίνει το αίμα μας, μας το πίνει. Δεν μ’ αφήνει πια ούτε να κοιμηθώ, μου έχει κλέψει και τον ύπνο. Πώς θα ζήσω χωρίς ύπνο; Δεν θα ζήσουμε… όλο το σπέρμα όλων των αντρών της γης δεν θα μπορούσε να ζωντανέψει εκείνη τη κόχη του κορμιού μου απ’ όπου ξεκινάει η ανθρώπινη ζωή… έχεις αδειάσει όλη τη ζωή σου μέσα μου αλλά μ’ έχεις αφήσει χωρίς ζωή… κι εσύ δεν μπορείς. Μ’ έχεις σπείρει μα ο σπόρος σου δεν πρόκειται ποτέ να πιάσει, δεν μπορεί πια ο σπόρος σας να πιάσει… δεν θα ξαναβγεί ποτέ πια ζωή από μέσα μας… Το παλιογύναικο. Ένα θα ‘θελα, να την είχα μπροστά μου και να την έσφαζα με τα ίδια μου τα χέρια. Αχ, θε μου, να μπορούσα να την σκοτώσω. Κατάφερε οι δολοφόνοι της να φτάσουν ως τις μήτρες μας και να τις σκάψουν σαν τάφους, τα γουρούνια, τα γουρούνια, είν’ όλοι τους γουρούνια, από ποιον ν’ αρχίσω και σε ποιον να τελειώσω, όλοι τους δολοφόνοι, όλοι τους, αυτοί με κάνουν να νιώθω την ανάγκη για το πιο μεγάλο έγκλημα, για μια ατελείωτη σφαγή, ατελείωτη σφαγή… αχ, πώς αντέχουμε εδώ μέσα, πώς δεν μας τρελαίνει ακόμα αυτή η παλιοσκύλα, αυτή η γκαρότα, αυτό το στραγγουλατόριουμ, σωστή αγχόνη… με τους επίσημους μαχαιροβγάλτες της που βγάζουν επίσημους λόγους σ’ επίσημες τελετές μπρος σ’ επίσημους μαχαιροβγάλτες… Ο κάθε πόρος της είναι και μια τσέτα, κάθε γωνιά της κι ένα λάζο, κάθε χιλιοστό της και μια τσάκα, είναι γεμάτη ξόβεργες θανάτου και κοφτερούς σουγιάδες, άντρο φονιάδων, απατεώνων κι ηλιθίων, λημέρι άναντρων γαμιάδων κι ανίκανων σωματεμπόρων, μας πατάει το κεφάλι μέσα στα σκατά της, μας δίνει λυσσασμένες κλοτσιές στ’ αρχίδια, μας λιώνει, μωρή, μας στραγγαλίζεις, μας ρημάζεις, μας διχάζεις, μας πνίγεις, μας καταδικάζεις, μας πεθαίνεις, μας πεθαίνεις, σκρόφα, ξεπουλημένη, μολυσμένη, ψειριάρα, φαρμακοδότρα, φιδομάνα, λύκαινα, γύφτισσα, αιμομίχτρα, που όλο μαϊμουδίζεις και παπαγαλίζεις, κατσικοπόδαρη, δίσεχτη, κακορίζικη, δεν σε μπορώ, δεν την μπορώ, την δολοφόνα, την παιδοκτόνα, την ζαβή, την χολεριασμένη, την στραβοκάνα, την γκαβή, το τσόκαρο, την παλιόγρια, την παλιόγρια, που κακόχρονο να ‘χει, δεν αντέχω πια τίποτα δικό της, τίποτα, τίποτα, την μισώ, την μισώ, την μισώ, αχ, αχ σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, θα πεθάνω, τέρα, και θα εξακολουθώ να σε μισώ, ναι, το μίσος βράζει μέσα μου, θέλω να γράψω τους ανάποδους ύμνους απ’ αυτούς που γράφτηκαν ως τώρα για αυτήν, λέξη προς λέξη να την τουφεκίσω και να την παραχώσω σαν σκυλί με τα ίδια μου τα χέρια… δεν είμαι πια γυναίκα… Ούτε κι εσύ πια είσαι άντρας… Μας τα πήρε όλα αυτή… Τι θα μείνει όμως απ’ αυτήν χωρίς εμάς; Τι θα είν’ αυτή όταν δεν θα ‘χει μείνει τίποτα από μας; … Το χώμα της έχει πάρει το σχήμα μου… το σώμα μου έχει πια τις διαστάσεις της… Έχω μέσα μου την μοίρα της… Πεθαίνω σαν χώρα…» (…)

 

***

Ο Δημήτρης Δημητριάδης γεννήθηκε το 1944 στη Θεσσαλονίκη. Το Πεθαίνω σαν χώρα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1978, στο περιοδικό Ausblicke, τ. 34-35 (Απρίλης 1978), επαναδημοσιεύτηκε το 1980 από τις εκδόσεις Άγρα και το 2010 από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993 (Επίμετρο)

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1977 - 1993 on 12 Ιουνίου, 2010 by Le grand écrivain

Balthus, The Guitar Lesson, 1934

Θάνος Σταθόπουλος

(1963)

———————

Η ιστορία της μουσικής

(1994)

———–

———–

Ήμουν στο σπίτι μου κι ήθελα να ‘μαι στους δρόμους, ήμουν στους δρόμους και ήθελα ένα σπίτι, έμπαινα σ’ ένα καφενείο κι ήθελα να ‘μαι σε μια καντίνα, έφερνα ένα ποτήρι μπύρα στα χείλη μου κι ήθελα έναν καφέ, ήθελα μια γυναίκα κι έβλεπα μια πόλη.

***

Σ’ ένα ταξί γίνομαι κλέφτης, κρύβομαι, πεθαίνω με τον οδηγό.

***

Είχε αρχίσει πάλι η μουσική (τύχη τυφλή αλλά πάντως τύχη) κι εσύ δεν ήσουν παρά μόνο που έφευγες μέσα στα χρόνια (που έφευγες αργά και εξακολουθητικά μέσα στα χρόνια). Κάθησα στην καρέκλα και σώπαινα· μου ήρθε απότομα να σηκωθώ, αλλά το απέφυγα σχεδόν προτού η ξαφνική αυτή επιθυμία αρχίσει μέσα μου. Αόριστα πράγματα περνούσαν απ’ το μυαλό μου (όπως με τόση επιμονή σ’ αυτή τη φράση λένε οι συγγραφείς), κι έπειτα τίποτα δεν περνούσε.

***

Να παρακολουθήσεις τη μουσική σημαίνει ότι είσαι έτοιμος να εξαφανιστείς για λίγα λεπτά. Πριν τα πράγματα είναι πιο δύσκολα. Πρέπει να καταναλωθείς με τον πιο σκληρό τρόπο στα πιο απίθανα μέρη. Ύστερα, να περάσεις μια μεγάλη περίοδο σιωπής· τρώγοντας σ’ ένα ακριβό εστιατόριο ένα φαγητό για δυόμισι ώρες ή κάνοντας μια μέρα να περάσεις από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο κ.ο.κ.

***

Ιδού τ’ όνειρο μου. ήμουνα σ’ ένα τοπίο κίτρινο. Παντού ένα δέντρο να το λυπάσαι. Δεν ξέρω αν ήταν δέντρο ή κάτι που κάποτε ίσως ήταν δέντρο, αλλά τώρα είναι τίποτα; Πονούσα πολύ. Το σώμα μου ένιωθε πως δεν υπάρχει, δεν είχε καμία αίσθηση του σώματος, εκτός από μερικές στιγμές που καταλάβαινα ένα πρήξιμο στο χέρι, αλλά για λίγο, ύστερα πάλι γύριζα στη μόνη αίσθηση που είχε. Δεν μπορούσα ούτε να κλάψω ούτε να φωνάξω, γιατί δεν είχα ούτε φωνή ούτε συναισθήματα εκτός απ΄’ το ότι έλιωνα απ’ την κάψα, κι αυτό σαν να συνέβαινε, δεν ξέρω πόσο (από πότε) όταν, ξαφνικά, σταμάτησαν όλα κι απότομα ένα κύμα ευτυχίας πλημμύρισε τα κόκαλα μου, τόσο μεγάλο· αβάσταχτο.

***

Ήμουν σε μια παραλία. Το μόνο που μπορώ να θυμηθώ είναι πως χιόνιζε· γιατί δεν έβλεπα καθόλου τα νερά.

***

Συνέχεια

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993 (Επίμετρο: Δύο εκτός τόπου και χρόνου αριστουργήματα, Μέρος Β’)

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1977 - 1993 on 17 Απριλίου, 2010 by Le grand écrivain

Dorothea Lange, Toward Los Angeles, California, (1937)

Νίκος Σπάνιας

(1923 – 1990)

———————————————

Από τη συλλογή «Αμερική»

(1988)

—————————-

Το τραπέζι της μνήμης

———

Μου χάρισες τους πλούσιους καρπούς της φαντασίας.

Α! των ερώτων η εποχή και των φρούτων!

Πως απεικονίζεται με λάμψη προφητική

Σ’ ένα κατάφορτο τραπέζι

Το ροζακί της αγάπης, η σουλτανίνα της ηδονής

Ρόγες που λυώνουνε στα χείλια σα φιλιά!

Όλα τα χρώματα σφυρίζουν καθώς φεύγουν από τη ζωή μας

Και όμως φεγγοβολούν εδώ:

Κίτρινο καφετί κόκκινο κρεμεζί

Σε κάνουν να πάσχεις από καπακισμό

(Μέτριο τραυλισμό ως προς το γράμμα Κ)

ο Κορέλλι (αρχάγγελος είναι το πρώτο του όνομα)

Ισόχορδος

Μετατρέπει τις χάριτες σε μουσική

Το άγχος σε ρυθμική αναπνοή.

Α! των ερώτων η εποχή και των φρούτων.

Στίλβουν. Όσο για το φόντο

Υποφώσκει το φόντο με το πυκνό μυστήριο του

Ανάμεσα από τις δύο χάλκινες μισάνοιχτες κουρτίνες.

Ύστερα –μετά– θα πέσει, θα μας φάει το σκοτάδι.

Όμως εδώ τι ηδονή!

Και τι φρικίαση στο αντίκρυσμα της προτομής!

Πως είναι; Απερίγραπτη, σχεδόν. Ένας

Μπούστος με κλασικά χαρακτηριστικά και πάνω

Απ’ τα πυκνά μαλλιά –συσπειρωμένες έχιδνες χρυσές–

Ένα εκμαγείο από μέταλλο βαρύ:

Κόμη, μέτωπο, μύτη, μάτια –το στόμα έχει φαγωθεί–

Λες κι ένα πρόσωπο καβαλά ένα πρόσωπο

Λες κι ένας άνθρωπος έγινε φονιάς του εαυτού του…

…………………………………………………………..

Δεν θέλω να μιλήσω για τις πόρπες.

Δεν μπορώ. Μήτε για τις πτυχές του μάρμαρου.

Μου χάρισες τους πλούσιους καρπούς της φαντασίας.

Ανανάδες, μπανάνες, σταφύλια, ρόδια

Ρόδα! Τι πλούσιος συνωστισμός καρπών

Και ανθέων. Τσαμπιά νωπά σταφύλια.

Τούτη η Γης που την πατούμε…

————-

Η γεωγραφία του σώματος

——————-

Δυο γλώσσες παλεύουν μέσα μου

Όπως, ίσως, και δυο φύλα.

Σαπρία μας περιβάλλει.

Κι όμως υπήρξε κάτι το ζωογόνο

Στη γεωγραφία αυτή του στήθους

Όπου, ύπουλα, καθώς υδράργυρου σταγόνες

Κυλούσαν διστακτικές και έτοιμες να σμίξουν

Μεγάλες εκτάσεις της Υδρόγειος

Θάλασσες ακρωτήρια ποτάμια και βουνά

Οι συρφετοί τόσων φυλών όπου σφοδρά

Επιθυμούν να γίνουν στάχτη.

Είμαστε το παίγνιο της στιγμής

Η σύμπτωση κι ο παραλογισμός της φύσης.

Ανοίξαμε τα μάτια μας στην ομορφιά.

Τ’ ωραίο είναι τρομερό όταν γεράσεις.

Το στήθος μου κι η σκέψη μου

Είναι τ’ απομεινάρια από το τέλειο

Βομβισμό ενός κτιρίου.

Άκρε φίλε μέχρι τάφου που βρίσκεσαι;

Που εμφωλεύεις, που κατοικείς, που βρίσκεσαι

Που βόσκεις;

Αποφώλιο τέρας μόνο με λέξεις

Τρέφεσαι τώρα…

—————– Συνέχεια

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1977 - 1993 on 30 Ιανουαρίου, 2010 by Le grand écrivain

Frida Khalo (1907 - 1954), Sin esperanza (1945)

Αλέξης Τραϊανός

(1944 – 1980)

Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα / Cancerpoems

(1977)

Μέρος Β’


Cancerpoems


Βράδια που ήρθα κι έφυγα


Εδώ όταν ήρθα το ποίημα κατέβαινε ολοένα στην κόλαση

Από ‘να απόγευμα κοίταζα τη ζωή

Με αέρα και νύχτα

Δρόμους κι εμένα

Εδώ είπα όλα τα τριαντάφυλλα καπνίζουν

Μ’ ένα γενετήσιο μαύρο καπνό

Όταν μπαίνω σπίτι κρεμώ τον εαυτό μου στην κρεμάστρα

Κάθε απόγευμα βγάζω λίγο απ’ τον εαυτό μου

Και στον εαυτό μου το ακουμπώ

Μέρες τώρα δίχως να γράψω

Πήρα ‘ένα ξυράφι να κομματιάζω το δέρμα μου

Να λιγοστεύει λίγο λίγο το χρέος μου   Καλύτερα να κοιμόμουν

Μα ξύπνησα μαζεύοντας άρρωστο φως

Μαραμένους αγγέλους

Ποιήματα άσκημα σαν την ψυχή μου

Από τις χαραμάδες του κορμιού μου άκουγα τον καιρό

Έστελνες κάτι λέξεις παλιές και ξερές

Ξερές και παλιές   Τίποτα δε φυτρώνει

Μια μέρα γίνεται από μπετόν

Ξεκινά ήσυχα απ’ τις μαύρες σάρκες της νύχτας

Μια μέρα όπως για τον Μπετόβεν

Που κοίταζα να σε δω και με κοίταζες και δε φαινόμασταν

Ώσπου η μουσική να σκεπάσει κάθε θόρυβο

Με λέξεις και θρόμβους και κάτι μερικές φορές πολύ τρομερό

Που η γυναίκα με τα φίδια και τα μαύρα μαλλιά της

Τυλίγει και ξετυλίγει σαν το μαύρο κρεβάτι της

Τυλίγει και ξετυλίγει το δέρμα της

Σηκώνεται και με βρίσκει απελπιστικά θανάσιμον

Πέφτουν οι τοίχοι οι κήποι

Οι άρρωστες μέρες απ’ το κεφάλι μου

Μέσα σε βράδια που ήρθα κι έφυγα

Και πέρασα πια πίσω απ την ιστορία της ζωής μου

Με τον κόκκινο άγγελο και τον κόκκινο διάβολο

Το ερωτικό της οξύ χυμένο επάνω μου

Και τον άγριο άνεμο που φύσηξε απ’ το πρόσωπό μου

Τα τελευταία χαρτιά

Για πάντα

Συνέχεια

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1977 - 1993 on 23 Ιανουαρίου, 2010 by Le grand écrivain

Francis Bacon, Study after Velazquez's Portrait of Pope Innocent X (1953)

Αλέξης Τραϊανός

(1944 – 1980)


Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα / Cancerpoems

(1977)


Μέρος Α’

Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα


Ηλεκτρική καρέκλα


Δεν κατασκεύασα κανένα από αυτά

Τα άδεια συρτάρια του κόσμου

——————————————————————–

Τίποτα από σχήμα απάτης και τίποτα απ’ αυτόν τον κόσμο

Να ζει να τρέφεται απ’ τις λέξεις μου

Να γλείφει τα χέρια μου

Με το σοβαρό μισό του εαυτού μου

Γερνώντας και γέρνοντας σ’ εν’ άλλο μισό γελαστό

—————————————————————

Δεν είναι βλέπεις μόνο η πόλη που παίζει μόνη

Με τόσα πολλά αυτοκίνητα

Χίλιες φτηνές ευκαιρίες για τόσα ακίνητα

—————————————————–

Δεν είναι βλέπεις μόνο η πόρνη

—————————————————–

Όμως άλλες φωνές δεν ήτανε στους δρόμους

———————————————–

Χέρια σκυλιά τινάξανε οι τοίχοι

——————————————–

———————Λοιπόν πού πήγαινα

———————Μισός νύχτα μισός κτήνος

———————Μέσα στον ψόφιο ζέφυρο

————————

———————Φθινόπωρο και πανικός και παγωμένο φως

———————Και Μαδιάμ μοίρα από φαντάσματα πράγματα

———————————

Πένα σκληρή Πουλί της καταιγίδας

Πού πήγαινα και είμαι πάντα εδώ

Που αρχίζω να περπατώ

Μέσα στις καιρικές συνθήκες του δωματίου αυτού

Αρχίζω να περπατώ

Σ’ αυτό το γκρο πλάνο του τρόμου

Σαν ένα μπαστούνι δίχως κανένα τυφλό

Τραβώντας από μέσα μου

Τ’ ατέλειωτο τούτο καρφί

Καθώς όλο και πλησιάζει αυτή η κυρία

Με τα μαύρα και τα κεριά

Και βρέθηκα πάλι μέσα στο πάλι σπίτι

Με το στόμα μου απέναντι ή μιαν εκδοχή

Από τόσα πεζά κείμενα

Τόσες εκπομπές από κύματα

——————————————-

Αίματα σ’ αυτό το άσπρο

Που είναι για να ματώνει μαζί σου χαρτί

Χωρίς καμιάν έκπληξη που δε ζει κανείς

Αφού όλοι γίνανε αντικείμενα

Μέρη που έρχεσαι και φεύγεις

Ή μπορείς να περάσεις τράνζιτο τη ζωή

Σ’ αυτό το σενάριο του κόσμου

Που δεν οδηγείται στη λύση του

Κουτσαίνοντας απ’ τη δεξιά και την αριστερή

Μεριά της ψυχής

———————————————

Τώρα

Με το χρώμα σου να ξύνεται

Να φεύγει απ’ το πρόσωπό σου

Το πρόσωπό σου να ξύνεται

Να φεύγει απ’ τα κόκαλά σου

Το σώμα σου κάτι το ελάχιστο

Ανάμεσα στο γραφείο και τη ζέστη απ’ τη λάμπα

————————————————–

Ως το τέλος Το τέλος να κρατήσεις

Γράφοντας άτσαλα πια

Κολλώντας τόσο άτσαλα τα γραμματόσημα

Με λίγο σάλιο από λύπη

Πάνω σε ποιήματα που τα έγραφες

Καθισμένος σ’ αυτή την καρέκλα την ηλεκτρική

Μυαλό θανάσιμο βεγγαλικό

Κρύσταλλο κορμί

——-

Συνέχεια

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1977 - 1993 on 16 Ιανουαρίου, 2010 by Le grand écrivain

Gerhard Richter, Erhängt (1988)

Λευτέρης Πούλιος

(1944)

Από τη συλλογή Το αλληγορικό σχολείο (1978)

Άγριο γεύμα


Παίρνω το δρόμο και μπαίνω βαθμηδόν στην πιο πυκνή

ουδέτερη μέρα του ανθρώπινου χρόνου

καθώς με πλήττει η διαβάθμιση της ύπαρξης

γλιστρώντας μέσα από μπερδέματα ύπουλα.

Οι αισθήσεις μου εξαρθρώνονται

τεράστια κύματα σχίζουν τη γλώσσα

πίθηκοι μαζεύουν το ονειρευόμενο κρανίο μου

και με αφελή σκληρότητα ρουφούν το μυαλό

ο ήλιος σκορπίζει τη φλόγα του στον οργασμό των ματιών μου

ένας ήλιος αγωνιώδης των παραλογισμένων

της απορράκωσης και της υποψίας

και οι σκιές έρπουν πάνω στη σάρκα μου

κρύβοντας την ακαταστασία μου τα ψέματα μου.

——————————-

Ερωτική Γεωγραφία



ΑΓΑΠΗ γιγαντιαία εσωτερική εκκρεμότητα·

μήλο μουσκεμένο από σειρήνες

σε πιάνω ενώ η πραγματικότητα κατρακυλάει

μέσα απ’ τα χέρια μου.

Κυνηγάω το όραμα με τα τραγίσια ποδάρια μου

βλέπω τον κόσμο να χάνεται μέσα στην απεραντοσύνη

της μηχανοκρατίας.

Ένας αρχαίος ουράνιος τρόμος με καταδιώκει.

Αιθεροβατώ λυσσάω εξαίσια

εσύ κολυμπάς σ’ ένα πέλαγο ματιών

κυλάς σαν ένα ποτάμι γεμάτο φεγγάρια.

Πάνω στα σκαλοπάτια τα ψόφια μας χάδια

μέσα στο δρόμο ποδοπατούν το φιλί μας

σε μια αστυνομική κλούβα φυλακισμένο το χαμόγελο σου.

ΠΡΟΣΤΑΞΕ τα σκυλιά σου που κάθονται

κάτω απ’ τη βερικοκιά της αυλής

να με ξεσκίσουν, την καρδιά, το συκώτι μου

κι ό,τι περιστοιχίζει τη σκέψη μου.

Εξαιτίας της ομορφιάς που έχεις

όπως εγώ τις κοσμικές μου δονήσεις

προσφέρω τ’ όνομα μου στη λήθη.

Αγάπα με, χάδεψε με, λιώσε με στο στόμα σου

διώξε από πάνω σου την αόριστη μελαγχολία

να ο καθρέφτης που μέσα του ταξιδεύεις.

Κυρία, αναισθητίστρια, αμαζόνα

άνιμα

ανακουφίστρια των πληγών του πραγματικού

μάγισσα παράδοξων εικόνων του πονηρού.

Συνέχεια

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1977 - 1993 on 9 Ιανουαρίου, 2010 by Le grand écrivain

Karel Appel, Little Moon Men (1946)

Τζένη Μαστοράκη

(1949)


Ιστορίες για τα βαθιά

(1983)


Τι σύμπτωσις, μοι είπε, κύριε!
Τι παράξενος σύμπτωσις σας φέρει
εις τον οίκον του φονέως;

Γ. Βιζυηνού, Ποιος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου


Α´

Συντομοτάτη περιγραφή του τόπου εκείνου όπου τελούνται όλα τα φοβερά

Να χυθεί πρώτα πρώτα βαρύς ο αέρας και κόκκινος από χρόνιες μάχες.

Και καπνοί από όρη όπου φέγγουν αρχαία χαλάσματα, παραστάσεις θριάμβων και φόνων.

Σκιερός ο δρυμός για να χάνονται βασιλείς νυχτοθήρες, ή στασίαρχοι  κάτωχροι ανασπώντας αγχέμαχα όπλα.

Αλλά μόνος παντού ο κυνηγός και ξοπίσω του διώκτες.

Β´

Τα Πάθη της Αγάπης

Τα υπόγεια

Σε μυστικές στοές, με κρεμασμένους και υδρόβια, και μια βουή σαν να περνάει νερό. Πολύ νερό.

Πίσω απ` τους τοίχους σέρνεται κάτι πελώριο και βαρύ, που έχει βράσει σε φριχτές φωτιές, μπορεί πηγάδι, ένα υπόγειο πέρασμα, κι ανατινάζεται, κι όλο στενεύει και ρουφιέται. Χωρίς ήχο.

Εκεί θα περιμένουν άντρες τρυφεροί με κλάματα. Και τα μακριά μαλλιά τους όρθια στο σκοτάδι, όπως των πνιγμένων.

Του Κάτω Κόσμου

Ωραία θηλυκά του Κάτω Κόσμου, με μακριούς ποδόγυρους κι ερεθισμένα μάτια. «Εύμορφα, εύμορφα!» τους λέγαν και τα στρίμωχναν. Αργότερα τα έκαναν τραγούδια. Διδακτικές γυναίκες. Με λαιμά γεμάτα μελανιές. Με ζαρωμένα μεσοφόρια. Κι ένα φαρδύ, σαν φύλλο σκοτεινό, ματώνει στις λινές τους βράκες.

Αυτά να μείνουν από τους αρχαίους καημούς. Τους έρωτες.

Συνέχεια

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1977 - 1993 on 20 Δεκεμβρίου, 2009 by Le grand écrivain

Georg Baselitz, Female Nude on a Kitchen Chair

Μανόλης Πρατικάκης

(1943)


Από τη συλλογή Γενεαλογία

(1984)


[ Χ ]

η κάθοδος

Αριστερά μια σκάλα πέτρινη ελικοειδής που κατεβαίνει σιωπηλά σε έναν άλλο αιώνα. Οι τοίχοι του από τούβλο κόκκινο και ψήγματα φωτιάς παντού τοιχογραφίες καπνισμένες και σε πάγκους μεσαιωνικούς που η φθορά να κάθονται. Θαμώνες από διαφορετικές φυλές έμποροι στο μισόφωτο σωμάτων και ψυχοπομποί, φτωχές δούλες και γεννήματα πάνω σε χαλιά αιματωμένα που τα καθαρίζουν ευνούχοι. Σαρακηνοί γενειοφόροι μ’ ένα γέλιο μπλε που φουρτουνιάζει λες εκείνη την ακύμαντη θάλασσα. Όλοι κοιτούν στο κέντρο της Αίθουσας μια νέα γυναίκα που σαλεύει ξαπλωμένη κι αναδεύει τους ερεθισμένους χιτώνες του αμφιβληστροειδούς. Είναι δεμένη με σκοινιά κι εκείνα τα βλέμματα τη σφίγγουν πισθάγκωνα. Ξαπλωμένη πάνω σε ένα μικρό λόφο από ξύλα, μεσ’ απ’ τα βαθιά φέγγη έρχεται των οραμάτων της που οδηγήσανε στρατούς. Αλλά ωραία μ’ εκείνη την αγιάτρευτη ομορφιά που συνοφρυώνει έθνη. Μ’ εκείνα τα βάραθρα της ομορφιάς.

Σα φεγγάρι που ανατέλλει μόλις από τα κλαδιά αραιά τινάζει το σώμα της και γέρνει. Κι εκείνα τα μαλλιά μακριές ρίζες ως κάτω στο χώμα. Μοιάζει με Ιωάννα της Λωρραίνης αλλά ξάφνου φαίνεται το πρόσωπο. Σα δίδυμη αδερφή εκείνης της νέας γυναίκας της δεμένης στον πάσσαλο, δίπλα στην άλλη με την άλλη με τη λεοντή που τώρα ντύνουν ερεβώδη άμφια. Ίδιες συσπάσεις και χαρακτηριστικά ίδιες αιτίες και σκοτεινιάσματα λαών. Έχει μια θανάσιμη σαν Μάνα συγγένεια μαζί της που τώρα τη γεννάς μες στη φωτιά. Ο θάνατος της μια μικρή πυρκαγιά κι εξεγείρει. Αλλά όταν ένα φωτοβόλο πλάσμα μέσα της και το τέλος εφάνη της εκπύρσωσης αναπυδά, για ν’ απαιτήσει με το πλήρωμα του χρόνου τα προνόμια. Που ήταν ορισμένος γι’ αυτά εναλλάξ και δεμένος με έναν πλατύ όρκο.

Ένας τρόμος αρχαίος τους συνεπαίρνει και μαζεύονται καταπώς πριν απ’ τις μπόρες εκείνα τα στίφη των πουλιών. Στα γείσα της μέρας και στους φράχτες κάθονται λες γήινα κοπάδια ενστίκτων έτοιμα να χυθούν.

Συνέχεια

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1977 - 1993 on 6 Δεκεμβρίου, 2009 by Le grand écrivain

Ager Jorn, Paris by night (defiguration, 1959)

Βασίλης Παπάς

(1954)


Από τη συλλογή Παράγραφος 1, 2

(1987)


Παράγραφος 1

Ένας μακρύς λογαριασμός που ξεχείλισε και χύθηκε στο πάτωμα, σε υποχρεώνει τώρα ν’ ακολουθήσεις τους συλλογισμούς και τις πράξεις του, ο δρόμος. Πάμε να προσκυνήσουμε τον Κώτα που έγινε άγαλμα, και η ματιά αιωνιότης, κατηφορίζει τώρα σε ευθεία, ένα τεντωμένο σκοινί ν’ απλώνουν την μπουγάδα τους οι μειοψηφίες της Μακεδονίας.

Της δείχνω τα τοπία, τις ραφές, τις οξυγονοκολλήσεις, τα ρήγματα, τις ψεύτικες δουλειές, το δέκα τα εκατό που είναι μικρόβιο και ζει στους κινητήρες, την Ελλάδα που τελειώνει, κι είναι σαν να μην τελειώνει, σαν να έχει παρακεί μια αποθήκη, με αφημένα άρον άρον πράγματα κατά την υποχώρηση.

***

Κρυμμένοι πίσω απ’ τα ερείπια, με μάτια μεσαιωνικά παραμονεύουν. Η υπόγεια συνάντηση ενώ προχωρούν οι εργασίες, κι όλα μετακινούνται δύσκολα, με νεύρα που τινάζονται σαν κλονισμένοι ραβδοσκόποι. Ο λάκκος φωτίζεται για μια στιγμή απ’ την κραυγή του Cavalcanti. Ξεσχίζει τα σκοτάδια πριν γίνει στάχτη. Σε λίγο το σκυρόδεμα θα σφραγίζει μια για πάντα, κι αυτή την αναπάντεχη δευτέρα παρουσία.

***

Η γεωγραφία στο σώμα και το κύτταρο, κι ο ίλιγγος αφήνει πίσω τους τις ωριαίες ταχύτητες, διαλύει τα υδραυλικά συστήματα των φρένων και μετατρέπει το αίμα σε ομίχλη για να κυκλοφορούμε απαρατήρητα λαθραίοι, εκχυμωμένοι χωρίς χάρτη – χωρίς ιδιότητες – χωρίς δρόμο για το Maribor. Η πράσινη λωρίδα στο δέρμα του βουνού, τα ερείπια, κι οι νταλίκες γλιστράνε φερμουάρ στην κατηφόρα, μια σκέψη απλή, όπως τα χιόνια που μεταφέρουν στην σκεπή τους. Τα βράδια στις παρκίδες κοιμούνται σαν τα μικρά παιδιά στον κινηματογράφο.

***

Ο χώρος γλιστράει ανάμεσα στα σώματα και τ’ άλλα εργαλεία και τα παιδιά της quipe που δουλεύουν – ανάβουν τα φώτα, τραβάνε τα σχοινιά – δεμένα μεταξύ τους τροχαλίες. Το μάτι πίσω απ’ την κουρτίνα, μια γλώσσα που βουίζει αναπαυμένη σε πιο ευρύχωρο επεισόδιο και ξαφνικά η γλυκιά διαρροή ενός γενικότερου σαμποτάζ, η ιδέα, πως όλα μπορούν ν’ αλλάξουν.

***

Κι όμως ζούσες λαθραία μέσα στ’ αμπάρια σαν τα Marlboro. Μετακινιόσουν με τα ταχύπλοα σκαφάκια των κοντραμπαντήδων, που μπαινοβγαίνανε στον κόλπο, στο δικό σου κόλπο και στ’ αρπακόλα μιας γαλάζιας Νάπολης, γινόσουνα καπνός, ύφεση και λάβα. Κυκλοφορούσες μ’ έναν τρόπο ψηλαφητό γιατί δεν βλέπει, κι όλα του βγαίνουν πυκνά, συγκεντρωμένα, υπερμεγέθη, το βάζο, η καρέκλα, τα σπίρτα, η Metropolis. Ακόμα και στον ύπνο, που ανοίγουν οι υπόνομοι και όλα είναι πιθανά, και όμως.

***

Συνέχεια

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1977 - 1993 on 22 Νοεμβρίου, 2009 by Le grand écrivain

Κατερίνα Γώγου

(1940 – 1993)


Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών

(1988)

1
Το σπίτι μου όσο το άνοιγμα των χεριών της κόρης μου
4 χρόνια άστεγη τώρα…

2
Κι ανυπόδετη κι άρρωστη γύρναγα
Κρύωνα.
Και όπου κι αν έστρεψα
όξος και πρέζα και χολή

3
Και τα ‘παιρνα να μη λυπήσω τους ανθρώπους

4
Και ήρθε – και χάμω – στα γόνατα έπεσα
και χωμάτινος βόλος έγινα
και μέσα μου κύλησα
και σε μια ανάσα της ψυχής μου
που είχε μείνει φεγγερή
– εκεί ακούμπησα –
και έκλαιγα νερό. Νερά πολύ.

5

Κι όσο νερό έβγαλα
νερό δεν είχε για μένα
στέρεψα – λέπια – γοργόνα έγινα
κι ο άνθρωπος φοβήθηκε ακόμα πιο πολύ…

Συνέχεια

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1977 - 1993 on 8 Νοεμβρίου, 2009 by Le grand écrivain

 

Η λίμνη των Ιωαννίνων παγωμένη (δεκαετία '20)

Η λίμνη των Ιωαννίνων παγωμένη (δεκαετία '20)

Μιχάλης Γκανάς

(1944)


Από τη συλλογή Γυάλινα Γιάννενα (1989)


Γυάλινα Γιάννενα


I


Χάραζε ο τόπος με βουνά πολλά

κι ανάτελλε τα ζωντανά του,

καλούς ανθρώπους και κακούς, νυφίτσες,

αλεπούδες, μια λίμνη ως κόρην

οφθαλμού και κάστρα πατημένα.

 

Θα ‘ναι τα Γιάννενα, ψιθύρισα,

στο χιόνι και στον άγριο καιρό

γυάλινα και μαλαματένια.

Κι όσο πήγαινε η μέρα,

σαν το βαπόρι σε καλά νερά,

είδα και μιναρέδες κι άκουσα

τα μπακίρια να βελάζουν.

 

II

στον Χρήστο Μπράβο


Μια τέτοια νύχτα, πριν από χρόνια,

κάποιος περπάτησε μόνος, δεν ξέρω πόσα

λασπωμένα χιλιόμετρα.

Νύχτα και συννεφιά χωρίς άστρα.

Ξημερώματα μπήκε στα Γιάννενα.

 

Στο πρώτο χάνι έφαγε, και κοιμήθηκε

τρία μερόνυχτα. Ξύπνησε απ’ το χιόνι

που έπεφτε μαλακά, στάθηκε στο παράθυρο

κι άκουγε τα κλαρίνα.

Πότε θαμπά και πότε δίπλα του,

όπως τα ‘φερνε ο άνεμος.

Κι άκουσε μετά τη φωνή

πεντακάθαρη, από κάπου κοντά,

σαν αλύχτημα και σαν να την έσφαζαν

τη γυναίκα κι ούτε καβγάς ούτε

τίποτε άλλο, χιόνιζε όλη νύχτα στα Γιάννενα.

Ξημερώματα πλήρωσε τι χρωστούσε

και γύρισε στο χωριό του.

 

Στα πενήντα του θα ‘τανε

με γκρίζα μαλλιά και τρεις θυγατέρες

ανύπαντρες, χήρος τέσσερα χρόνια,

με τη μαύρη κάπα στις πλάτες,

και τι χιόνι σήκωσαν τούτες οι πλάτες

κανένας δεν το ‘μαθε.

Συνέχεια

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1977 - 1993 on 25 Οκτωβρίου, 2009 by Le grand écrivain
Max Weber, Interior of the Fourth Dimension

Max Weber, Interior of the Fourth Dimension

Αργύρης Χιόνης

(1943)


Από τη συλλογή Εσωτικά Τοπία (1991)


Από την ενότητα «Εσωτικά Τοπία»


Υπάρχουνε κάτι τοπία σκοτεινά, τυφλών τοπία, που μόνο ψαύοντας τ’ ανακαλύπτεις. Με μάτια ανοιχτά, τρόπος για να τα δεις κανένας δεν υπάρχει, γιατί ‘ναι μυστικά τοπία και το φως κρατούν μακριά απ’ την περιοχή τους. Μονάχα ψαύοντας μπορείς να τα χαρείς, ή μάλλον, ένα μέρος τους μονάχα να χαρείς μπορείς, γιατί ‘ναι απέραντα τοπία, μυστικά, εσωτικά τυφλών τοπία.

***


Πάνω απ’ αυτήν την έρημο, δεν έχει ουρανό, δεν έχει ούτ’ ένα αστέρι. Κάποιος, ωστόσο, δεν μπορεί να το πιστέψει, θαρρεί πως φταίει η μυωπία του, κι ορθώνει σκάλα για να δει από πιο κοντά. Βέβαια, ούτ’ αστέρια ανακαλύπτει, ούτ’ ουρανό και φεύγει γι άλλη έρημο, ν’ αναζητήσει εκεί την τύχη του. Μένει η σκάλα, όρθια, στη μέση της ερήμου, μια σκάλα ολόρθη που δεν ακουμπάει πουθενά.

***

Αν, όπως λένε, το χαρτί φτιάχνεται από ξύλο, ετούτο το δωμάτιο, που γέμισε χαρτιά κουβαριασμένα, είν’ ένα τσαλακωμένο δάσος κι η γάτα που πλανιέται μέσα του, ερεθισμένη απ’ τους τριγμούς του, είναι μια τίγρη σ’ αναζήτηση θηράματος.

Όσο για τα ποιήματα, μες στα κουβάρια των χαρτιών, είναι πουλιά που πέθαναν πριν μάθουν να πετάνε.

***

Συνέχεια

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1977 - 1993 on 18 Οκτωβρίου, 2009 by Le grand écrivain

Asgern Jorn, Le droit de l'aigle (1951)

Asgern Jorn, Le droit de l'aigle (1951)

Γιώργος Μπλάνας

(1959)


Νύχτα

(1991)



Την νύχτα της 10ης Νοεμβρίου του 1619

ο νεαρός René Descartes έγειρε ν’ αποκοιμηθεί

γεμάτος ενθουσιασμό,

γιατί ήταν βέβαιος πώς είχε ανακαλύψει

τις πηγές μιας υπέρτατης επιστήμης.


§1. Συχνά του ύπνου η συντροφιά με ξαγρυπνούσε·

ώρα πολλή τα λόγια του πάσχιζα να σηκώσω

μέσα στης νύχτας την ακάματη τριβή:

σιωπή σπαρμένη χώσματα ακάμωτων σωμάτων,

κραυγές που δεν ανθίσανε σε γλώσσα ερημική.

Τρόμαζα την επιμονή τέτοιας αδυναμίας·

ψιθύριζα, και κάποτε κάτι ειπωμένο αλλού

σαν να ’δειχνε η φωνή μου,

σιωπούσα, κι ακουγότανε λαλίστατη η σιωπή μου.

Συχνά του ύπνου η συντροφιά με βοηθούσε,

απ’ όσα του ύπνου: θάνατος,

ό,τι επίμονα δικό να περισώσω.

§2. «Μήτε με της καρδιάς άξαφνο χτύπο,

που μέτρησε την αίσθηση του χρόνου όλου·

μήτε με του ματιού σπιθάτη λάμψη,

που τέλειωσε το σχήμα του φωτός ακαίριου.

Ο κόσμος μένει άφαντος κι αν ξέρεις

το σχέδιο που μπόρεσε τη συνοχή του».

Άναψα απότομα τη λάμπα κι η βουή

του σκοταδιού πλημμύρισε την κάμαρα σκιές·

απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο έφταναν απειράριθμες φωνές.

Πλησίασα και πάσχισα να δω το λόγο

που έσπρωχνε όλους αυτούς στην οχληρή ζωή τους:

γυμνοί, ανέτοιμοι, τραχείς,

σαν τους τυφλούς χτυπούσαν τον αγέρα

με χέρια ικετήρια, καθώς πετούσε

πάνω τους μαυροφτέρουγο πουλί η αθανασία.

Έκανα τότε κίνημα να τους φωνάξω,

μα η αυγή σαν να ’φτανε και η φωνή μου

έμοιαζε περισσότερο γουργούρισμα πουλιού.

Συνέχεια