Archive for the Greek Poetry Category

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου: Ζ. Δ. Αϊναλής, Τα παραμύθια της έρημος

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015, Μικροκείμενα on 21 Νοεμβρίου, 2017 by Le grand écrivain

22046440_490276301338656_8278795924464293700_n

Κώστας Παπαγεωργίου

Ζ. Δ. Αϊναλής, Τα παραμύθια της έρημος, Κέδρος, Αθήνα, 2017

—–

Εντέλει ακόμα εμπνέει και καθοδηγεί Ο Λόγος του Διονυσίου του ιερομονάχου· ακόμα προσφέρει προϋποθέσεις δημιουργίας προσωπικών οραμάτων και τρόπους υλοποίησής τους στο πεδίο της ποίησης. Κι ακόμα εξακολουθεί ο καθρέφτης να προσφέρεται για σαγηνευτικά, ενίοτε εκμαυλιστικά, περάσματα σε τόπους και χρόνους όπου το όνειρο, η μνήμη και η φαντασία, χωρίς να χάνουν την επαφή τους με το παρόν, συμπράττουν για τη διαμόρφωση συνθηκών κατάλληλων για μιαν ακαριαία, φευγαλέα έστω, ακινητοποίηση και συγκεκριμενοποίηση εκδοχών του ανέφικτου. Συνθηκών που θα μπορούσαν υπό προϋποθέσεις να αποδειχτούν πρόσφορες για επωφελείς, πνευματικά, ψυχικά και κατ’ επέκτασιν ποιητικά, αποδράσεις από την ηλικιακά και κοινωνικά οριζόμενη έκταση, στις διαστάσεις της οποίας δεσπόζουν «άνωθεν» και «έσωθεν» επιβαλλόμενα «πρέπει».

Ο καθρέφτης με άλλα λόγια είναι ένα πέρασμα, η δελεαστική και παραπλανητικά φιλική, κατά βάθος επίβουλη, είσοδος στην επικράτεια της ωριμότητας, εκεί όπου πρόκειται να λάβει χώρα το σκοτεινό τελετουργικό της ενηλικίωσης· όπου ο πρωταγωνιστής -εν προκειμένω το ποιητικό υποκείμενο- βιώνοντας την οδυνηρή κατάρρευση των μέχρι πρότινος, έστω ψευδεπίγραφα, παραμυθητικών θρύλων και μύθων, αισθάνεται την υποχρέωση ενός επαναπροσδιορισμού της σχέσης του με τον εαυτό του και τους άλλους και, κυρίως, να συνθέσει μια απολύτως προσωπική μυθολογία, ανταποκρινόμενη στην ιδιοσυγκρασιακή του ιδιαιτερότητα. Στο υποκειμενικά και κατά περίπτωσιν προσδιοριζόμενο μέσο της ηλικίας του (αφού κανείς δεν ξέρει πότε θα σημάνει το τέλος του), στον παραδαρμό της υποκειμενικής μοναξιάς και εγκατάλειψης, εγκαταλελλειμμένος στο σημείο εκείνο όπου οι οδοδείκτες υπάρχουν μόνο για να παραπλανούν τον μοναχικό οδοιπόρο και ο χρόνος λιώνει, με αντεστραμμένη τη λειτουργία των γραναζιών που ως τώρα τον όριζαν και επέτρεπαν μιαν έστω νομιζόμενη ασφαλή πλεύση του.

Στη μέση ενός «άγριου δάσους», μιας έκτασης έρημης, χωρίς τίποτα να τον θάλπει, να τον ενισχύει και να τον παρηγορεί, πάρεξ «η μυρωδιά της άνοιξης και του καμένου ξύλου», όπως την αισθάνεται να αναδύεται μονίμως αναλλοίωτη από τα παιδικά του χρόνια, έρμαιο στις επιθέσεις αλλεπάλληλων παραισθησιακών κυμάτων, εν μέσω αγριευτικών οραμάτων που γεννά η έρημος, με το σώμα διαμελισμένο στα επιμέρους μέλη τουμε διασπασμένα τα μόρια της σκέψης, δεν του απομένει παρά να δημιουργήσει νέες συνθήκες, πρόσφορες για μια αναστοχαστική επαναβίωση της ζωής του· να στεγάσει, να διαφυλάξει το σπέρμα του, προκειμένου κάποια στιγμή να ξαναγεννηθεί, να «αυτογεννηθεί» στην προέκταση της μήτρας που είναι το δικό του σώμα. Αυτά βιώνει και αυτά επιχειρεί ή, εν πάση περιπτώσει, επιθυμεί περιπαθώς και, παράλληλα, με την επιβαλλόμενη νηφαλιότητα, να επιχειρήσει, στη μέση μιας άλλης επίβουλης και επίφοβης έκτασης, όπως είναι αυτή της ποίησης· γι’ αυτό και συχνά ο λόγος του ακούγεται διαπερασμένος από τη συγκίνηση του ανθρώπου που καταγράφει μνήμες, εικόνες, καταστάσεις, ακινητοποιημένες χειρονομίες και πράξεις που πρόλαβε και συνέλαβε κατά τη διάρκεια των καταβάσεων του στα έγκατα της ύπαρξης, στην καρδιά ενός χρόνου ακινητοποιημένου.

Λόγος διαπερασμένος από συγκίνηση, σταθερός ωστόσο και υφολογικά αρραγής, με καταβολές δημώδεις ή βιβλικές και με βηματισμό ενός ακέραιου ή ενός κατακερματισμένου δεκαπεντασύλλαβου, ενδεικτικός της συνειδητής προσπάθειας, της επιλογής μάλλον του ποιητή να σταθεί στο μεταίχμιο που χωρίζει παράδοση και νεοτερισμό, ατομική και συλλογική μνήμη, προκειμένου να ανασκαλέψει «το βαθύ πηγάδι π’ αναβλύζει τα λόγια», που έστω κι αν κανείς δεν υπάρχει πια για να τ’ ακούει, αυτός το ξέρει καλά ότι «μονάχ’ αυτά έχ[ει] να [τ]ου θυμίζουνε πως ακόμα υπάρχ[ει]».

Τα Ποιητικά, τ. 27, Σεπτέμβρης 2017, σελ. 11.

Ζ. Δ. ΑΪΝΑΛΗΣ, ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015 on 14 Οκτωβρίου, 2016 by Le grand écrivain
juan-rulfo_sine-titulo

Juan Rulfo, Sin titulo (1963)

Ζ. Δ. ΑΪΝΑΛΗΣ

ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ένα ποίημα για τους γονείς μας


Γονείς
καλοί γονείς
αριστεροί
μετριοπαθείς
ονειρευτήκατε παιδιά την επανάσταση
ούτε επιδεικτικά ούτε και στα κρυμμένα
γονείς
καλοί γονείς
δεν συνδικαλιστήκατε
αλλά ούτε και προστρέξατε σαν τόσους άλλους στο ΠΑ.ΣΟ.Κ
να βολευτείτε
να βολέψετε
να φάτε
αφήσατε πίσω σας τον Ρήγα και την Πανελλαδική
Μαοϊκούς και Χότζα
πέσατε με τα μούτρα στη δουλειά
κάνατε κάποιοι διδακτορικά
ρευστοποιήσατε άρον-άρον την απογοήτευση
επενδύσατε τα πάντα στα παιδιά σας
είδατε ν’ ανεβαίνουν οι μετοχές τους στο χρηματιστήριο
μια φούσκα
τα χάσατε όλα
στα εξήντα πέντε σας
γονείς
καλοί γονείς
φασίστες τώρα.

Συνέχεια

ΝΙΚΟΣ ΒΙΟΛΑΡΗΣ, ΑΧΤΙΔΕΣ ΝΥΧΤΟΒΙΕΣ

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015 on 2 Σεπτεμβρίου, 2016 by Le grand écrivain

9789603364474

ΝΙΚΟΣ ΒΙΟΛΑΡΗΣ

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΧΤΙΔΕΣ ΝΥΧΤΟΒΙΕΣ (2009)

 

 

Αρχή φτερουγίσματος

 

Ποτέ δεν οικοδομώ.

 

Φτερουγίζω.

 

Τρόπος

που κάποτε ασφαλώς

με κάνει να δακρύζω.

 

Αλλά έτσι γνωρίζω

των ωρών μου τον θάνατο.

 

Ερωτικό Ι

 

στην Β.

 

Θα χάσω τα χείλη σου

θα χάσω τα μάτια σου

ο ήλιος μου βέβαια

θα είναι ο θάνατος

– κάπως απλώς

πιο φωτεινός.

 

Θα χάσω τα μάτια σου

τα εξαίσια χείλη

– μαύρη ύλη θα πλάθει

ένα αλλόκοτο δείλι –

και θα είναι η δύση

η άγρια φύση

των πραγμάτων που θάλλουν

κάτω απ’ τη λάμπα της νύχτας.

 

Νύχτα μεταιχμίου
Μισός ύπνος
μισός θάνατος.
Με τα χέρια στην άνοιξη
την καρδιά μες στη λάσπη.
Έτσι μεταλλάσσομαι.
Μεταξύ ανοίξεως και μη
όπου το δέντρο βαθύ
και ριζώνουν τα κύματα.

Έτσι μεταλλάσσομαι.
Μισός Νίκος
μισός θάνατος.

Συνέχεια

ΒΑΓΙΑ ΚΑΛΦΑ, ΛΗΘΟΣΤΡΩΤΟ

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015 on 8 Αυγούστου, 2016 by Le grand écrivain

kalfa

ΒΑΓΙΑ ΚΑΛΦΑ

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΛΗΘΟΣΤΡΩΤΟ (2013)

 

 

Επαρχία

 

Ι

 

Ένα ακόμη καλοκαίρι

Επαρχία

Κάτι αόριστο φυλάς

Ο χρόνος

Φεύγει, όπως φεύγουν οι αλήθειες -επώδυνες-

Και δεν κάνουν εντύπωση καμιά

 

ΙΙ

 

Το φως απ’ το απέναντι

Φροντιστήριο κλείνει

Το περίπτερο

Κατεβάζει τα στόρια

Απ’ τις ταβέρνες

Φεύγουν κι οι τελευταίοι

Πελάτες – στην κουζίνα

Ήχοι από κατσαρολικά

 

Ίσως αυτό

Ν’ άκουσε τελευταίο

Η νύχτα

 

Και μελαγχόλησε βαθιά

 

Βράδυ Σεπτέμβρη

 

Επιτέλους φυσά

Ο αέρας

Να ξεριζώσει

Τις τέντες, να λυγί-

Σει τα δέντρα

Να βυθίσει

Στο σκοτάδι

Την πόλη

 

Προπάντων

Να στεγνώσει

Την υγρασία

Του καύσωνα

 

Που περιπαίζει

Όσους απέμειναν

 

Ψίθυροι

 

Την πονούσες τη Νανά, παίζατε μαζί στη γειτονιά

Βρεθήκατε ύστερα από πολλές

Μεταθέσεις του μπαμπά της

Η πρώτη κουβέντα της: έχω αλλάξει

Ας μην πούμε για παλιά

 

Είπαν ότι τρελάθηκε

Την είδαν να τρέχει στο δρόμο

Να μιλά μόνη της και να γελά

Υποθέτοντας πως οι άνθρωποι

Είναι κακόγουστοι, ξεμπέρδεψες

 

Όταν βγαίνετε όμως

Οι κινήσεις της, σαν να ξελασκάρισαν κάπως

-Χέρια πιο γρήγορα

Πόδια ανοιχτά- ένας γνωστός

Τη φώναξε κάποτε

Του λόχου η Νανά

 

Και πως είχε μείνει έγκυος άκουσες

Και το ‘ριξε κι άλλα πολλά

Που λεν οι άνθρωποι στις πλατείες

Τα μακριά

Επαρχιώτικα βράδια

Συνέχεια

Ζ. Δ. ΑΪΝΑΛΗΣ, ΕΝΑ ΚΑΤΙ ΠΙΟ ΑΡΓΑ

Posted in Greek Poetry on 6 Αυγούστου, 2016 by Le grand écrivain

2641378-screen_shot_2012_10_11_at_10.12.05_am

Ζ. Δ. ΑΪΝΑΛΗΣ

 

ΕΝΑ ΚΑΤΙ ΠΙΟ ΑΡΓΑ

 

 

 

Έρχονταν τότε και ψιθύριζαν στ’ αυτιά μου

ανυπόστατα πράγματα

φρίκες και πολυαιθυλένια

ασημαντότητες θα πεις

που όμως κατέθλιβαν

συνέθλιβαν

λιανίζαν. Εγώ

κλείδωνα από μέσα τρεις-τέσσερις φορές

και πέταγα στα σκουπίδια το κλειδί

έπειτα το μετάνιωνα και τράβαγα νύχτα και το ‘ψαχνα

αλλά ήδη ήταν αργά

είχε τραβήξει γι’ αλλού το πράμα

κι εκείνες οι φωνές στ’ αυτιά μου

ούρλιαζαν

ούρλιαζαν

ούρλιαζαν

 

***

 

Τότε

όπως κάθε σιωπή εκκινούσε

με κάτι το ακαθόριστο

το συγγνωστό εκείνο και σεσημασμένο

πλάκωμα μες στο στήθος.

Ας πούμε

πως κάποια πράγματα δεν λέγονται

κι έπειτα;

Κάποιος υπάλληλος γαμιόλης

–ασυνείδητος–

πατούσε το κουμπί κι έκοβε

σαν να μην τρέχει τίποτα

την παροχή του ρεύματος

και να πετάγονται ουρλιάζοντας

όλοι οι δαίμονες του Άρκχαμ

στο μυαλό μου

 

***

  Συνέχεια

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο: Ουρλιάζοντας νευρωτικά σε μια σακατεμένη πόλη

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015, Meditations on 27 Απριλίου, 2016 by Le grand écrivain

cebacebbceb5cf86cf84ceb9cebacebfΓιώργος Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο: Ουρλιάζοντας νευρωτικά σε μια σακατεμένη πόλη

Του Ζ. Δ. Αϊναλή

 

 

«Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά

που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών

Εξάρχεια, Πατήσια, Μεταξουργείο, Μετς

Κάνουν ό,τι λάχει.

Πλασιέ τσελεμεντέδων κι εγκυκλοπαιδειών

φτιάχνουν δρόμους κι ενώνουν ερήμους

διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος

επαγγελματίες επαναστάτες

παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν

τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα να κοιμηθούν

αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται.»

Κατερίνα Γώγου, Τρία Κλικ Αριστερά, 3

 —

 —

          Το Κλέφτικο είναι μια ωρολογιακή βόμβα στο σώμα της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Μια ωρολογιακή βόμβα που δεν έχει ακόμα σκάσει και που πιθανότατα θ’ αργήσει αρκετά να σκάσει. Και μ’ αυτό δεν επιθυμώ να κάνω κάποιου είδους ποιητική μεταφορά. Αυτό που εννοώ είναι απλώς ότι ενώ το Κλέφτικο είναι από τα λίγα ποιητικά βιβλία που είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένα, τόσο ουσιακά συνυφασμένα με τη σύγχρονη του ποιητή βιολογική γενιά και την ιστορική πραγματικότητά της (τη βιολογική γενιά, δηλαδή, που πέρασε την εφηβεία της ή ενηλικιώθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 ή κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 2000), οι ποιητικές δυνάμεις που απελευθερώνει είναι τόσο δραστικά καινούργιες που μάλλον δεν μπορούν να γίνουν απόλυτα κατανοητές απ’ όσους αυτήν τη στιγμή ασχολούνται με την ποίηση στην Ελλάδα. Υποθέτω πως μόνο η επόμενη ποιητική γενιά θα κατανοήσει σε βάθος και θα εκτιμήσει έντιμα, στη σωστή του διάσταση, πέρα από μυθοποιήσεις και παραμορφώσεις, το βιβλίο αυτό.

          Μετά το εισαγωγικό αυτό σχόλιο, θα ήθελα να περάσω παρόλα αυτά σε μια απόπειρα κριτικής προσέγγισης του βιβλίου αυτού, που εκδόθηκε το 2013 από τις εκδόσεις Πανοπτικόν. Αρχικά, βέβαια, υπάρχει ο διακειμενικός ορίζοντας που ξεκινά ήδη από τον πρώτο στίχο του ποιήματος «Είδα τις καλύτερες γενιές του μυαλού μου» και ο οποίος αποτελεί μια παραποίηση του πρώτου στίχου του Ουρλιαχτού του Ginsberg («I saw the best minds of my generation destroyed by madness», «Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου κατεστραμμένα από την τρέλα»). Ο Πρεβεδουράκης συνεπώς χτίζει, συνειδητά και σκόπιμα, τη δική του ποιητική σύνθεση «πατώντας», με τρόπο απορυθμισμένο και σχεδόν γκροτέσκο, επάνω σ’ αυτήν του Ginsberg, και, κατ’ επέκτασιν, οι όποιες συγκλίσεις ή αποκλίσεις έχουν το δικό τους ειδικό βάρος μέσα στο νεώτερο ποίημα. Η σύνθεση του Ginsberg δομείται σε τρία μέρη και μία «Υποσημείωση» («A Footnote to ‘Howl’»). Ο Πρεβεδουράκης αναπαράγει τη δομή αυτή, αλλά με έναν εντελώς ανοίκειο τρόπο, εικονοκλαστικά και με μία διάθεση που σκοινοβατεί με τρόπο παιγνιώδη ανάμεσα στο σεβασμό και την αποκαθήλωση. Επιπροσθέτως, στο επίπεδο της συνειδητής ποιητικής πρόθεσης, ο Πρεβεδουράκης μας πληροφορεί στο «πατάρι» του βιβλίου (σ. 53) ότι το δεύτερο και το τέταρτο μέρος της δικής του σύνθεσης δεν εμπνέονται τόσο από το δεύτερο μέρος και την «Υποσημείωση» του Ουρλιαχτού, αλλά από δύο άλλα ποιήματα του Ginsberg, το «America» και το «To Aunt Rose». Το γεγονός, βέβαια, αυτό, από μόνο του είναι απλά δηλωτικό μιας πρόθεσης. Διότι, σε τελική ανάλυση, και με την προφανή υπερ-επικοινωνία του Πρεβεδουράκη με το Ουρλιαχτό, για τις ανάγκες της δικής του ποιητικής σύνθεσης, ο ποιητής καταλήγει να συνδέει ασυνείδητα το δεύτερο και το τέταρτο μέρος της δικής του σύνθεσης, με το δεύτερο μέρος και την «Υποσημείωση» του Ουρλιαχτού. Έτσι, πρακτικά, κάθε μέρος του Κλέφτικου έχει την αντανάκλασή του σε ένα μέρος του Ουρλιαχτού, με τρόπο που να επιβάλλει την παράλληλη ανάγνωση ανάμεσα στα δύο έργα, με την επισήμανση, ωστόσο, πως ο ορίζοντας αναφοράς του δεύτερου και του τέταρτου μέρους του Κλέφτικου υπερβαίνει το Ουρλιαχτό και μπολιάζεται με στοιχεία από τα ποιήματα «America» και «To Aunt Rose».

Συνέχεια

Η Σιωπή της Σίβας, μόλις ξανά-κυκλοφόρησε

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015 on 11 Μαρτίου, 2016 by Le grand écrivain

cover high

Ζ. Δ. Αϊναλής

Από τη Σιωπή της Σίβας

 

Ι

 

«Τα δάχτυλα των ψηφοφόρων πρέπει να κοπούνε από τη ρίζα»,
μου είπες,
και πήρες να ταξιδεύεις σε μιαν άγνωστη θάλασσα
εγώ σ’ έβλεπα να βαδίζεις στα κύματ’ ατάραχη
το στήθος χαμαιλέοντα το άσπρο του αφρού των
και πέφταν τα δόντια από το στόμα μου
σαν όξινη βροχή στην περιφέρεια των βημάτων σου.

—-

Σε είδα τότε να σκύβεις και να μαζεύεις υγρή σταγόνα-σταγόνα τη θάλασσα.

—-

Εισακουσθήκαν οι προσευχές μου, ψιθύρισα, κι έκανα να ευχαριστήσω μάταια ένα μελάνωμα στην άκρη του θόλου – τόσο ήθελα ν’ αφήσω την καρδιά μου να χτυπήσει ξανά. Είχα βαρεθεί να μετρώ με το μάτι τις μύτες των άστρων, να κουλουριάζομαι ευρυγώνιος στον πήχη του άβακα, να τρυπώ με διαβήτες το θόλο χαράσσοντας σχέδια. Ήθελα ν’ ανοίξω τα χέρια σταυρό ζητώντας τον θεό-κεραυνό, να πέσω στα τέσσερα και να προσκυνώ μια συνείδηση άλλη, έξω από μένα, μια θάλασσα φως.

—-

Πέρασα τη ζωή μου μες στ’ αυτοκίνητα και τ’ αεροπλάνα,
είδα τα λεπτά μου να τρώγονται αλεσμένα στις μυλόπετρες των διοδίων
την μαγγανεία των τελωνείων – τα καυλωμένα τυφέκια και τα μυδραλιοφόρα.
Είδα δέντρα να φυτρώνουνε, ν’ ακμάζουνε, ν’ αναπαράγονται και να πεθαίνουν.
Είδα το χρόνο να τρώγεται και να γίνεται άμμος.
Πέρασα πάνω από τις πολιτείες ουρανομήκης, έξω απ’ τους ανθρώπους, σαν τον Πρωτέα, υποκαθιστώντας τον χρόνο μου με τον χρόνο τους.
Διέθεσα όλο το χρόνο που είχα για να ζήσω μακριά απ’ τον εαυτό μου αναζητώντας τον εαυτό μου.

—-

Τώρα δεν έχω τίποτα για να εγκαταλείψω.
Μόνο τη σιωπή.
Κι εκείνη δική σου.

—-

***

Η πρώτη έκδοση του -τότε- ψηφιακού εκδοτικού οίκου Vakxikon.gr, που είχε κυκλοφορήσει αποκλειστικά σε e-book σε μια πρωτοποριακή κίνηση για το ελληνικό τοπίο, επανακυκλοφορεί σε έντυπη έκδοση με αφορμή τα 5 ΧΡΟΝΙΑ των εκδόσεων Vakxikon.gr.

*

«Αν μου αρέσει για ένα πράγμα ο Αϊναλής, είναι γιατί διαβάζοντάς τον δεν έχω την εντύπωση ότι διαβάζω ταυτόχρονα και άλλους εκατό ποιητές αυτής της γενιάς. Κατορθώνει, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο σε μια ισοπεδωτική εποχή, να επινοήσει τα δικά του εργαλεία για το σμίλεμα της σκληρής πέτρας που λέγεται ποίηση. Το δημιούργημά του μπορεί σε κάποιους να δίνει την εντύπωση του ελιτίστικου ή και του εξεζητημένου, να φαντάζει δύσκολο στην προσέγγισή του, να απαιτεί για την ερμηνεία του την εμβάθυνση στο υπερκείμενο, να ξενίζει με τις εκφραστικές ακροβασίες του, να απέχει από το δόγμα της εποχής «όσο λιτότερο τόσο ουσιαστικότερο». Είναι όμως αληθινό και η αλήθεια συχνά απαιτεί περισσότερες από μία θέσεις παρατήρησης των πραγμάτων. Είναι αποκαλυπτικό, γιατί τολμά να κάνει ανασκαφές στους αρχαιολογικούς χώρους της ανθρώπινης ψυχής και να ψαχουλέψει τόσο τα φωτεινά όσο και τα σκοτεινά συστατικά της. Είναι δηλωτικό της βαθιάς μόρφωσης και της εντρύφησης του ποιητή πάνω στα σπουδαία λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά κινήματα που έθρεψαν το σώμα της ποίησης του αιώνα μας. Είναι τέλος, ένα δημιούργημα πολιτικό, μια αγωνιώδης περιήγηση στους θαλάμους ενός ισχυρού μικρόκοσμου που διαπιστώνει με απόγνωση το βαθμιαίο ξεθώριασμα της λάμψης του».

Κώστας Τσιαχρής, Το Βήμα, 29/8/2012

*

Ο Ζ. Δ. Αϊναλής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Ηλεκτρογραφία (εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2006), Η σιωπή της Σίβας (εκδόσεις Vakxikon.gr, Αθήνα, 2011, 2016), Μυθολογία (εκδόσεις Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, 2013) καθώς και τη συλλογή ποιητικών αφηγημάτων Αποσπάσματα (εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2008). Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, στα Γαλλικά και στα Πορτογαλικά. Έχει συνεργαστεί με τον Γιώργο Μπακάλη στη συγγραφή του σεναρίου της ταινίας μικρού μήκους Η ιστορία ενός φιλήσυχου ανθρώπου βασισμένης σε ένα πεζοποίημα του Henri Michaux. Έχει μεταφράσει μια πληθώρα Ευρωπαίων, κυρίως Γάλλων και Άγγλων, ποιητών, πεζογράφων και δοκιμιογράφων για μια πλειάδα ελληνικών λογοτεχνικών περιοδικών (έντυπων και ηλεκτρονικών). Ζει και εργάζεται στη Μυτιλήνη.

Η σιωπή της Σίβας

Z. D. Ainalis, Poems in English

Posted in Greek Poetry on 1 Φεβρουαρίου, 2016 by Le grand écrivain
James Ensor, La chute des anges rebelles

James Ensor, La chute des anges rebelles

Z. D. Ainalis, Poems in English

Translated in English by Yannis Goumas

Three Poems

Odysseus

The prison in my mind
I bought off cheaply
for a packet of cigarettes
from a kiosk selling dirty mags in Omónia Square
now I walk more or less a free man
brandishing my umbrella
admittedly more than necessary
I am lifted bodily
and walk on the city’s rooftops
eroded by nitrogen and rain
and down on the pillaged bottom
of the gigantic Acheron lecythus
stirring the lees of ancestral wine-drinking
semen spilled oil murders fag-ends putrid flesh
and bones of the dead
ancient kings famous heroes
only my mother I didn’t expect to see
what the fuck is she doing here
when she started saying
her good-for-nothing daughter-in-law in a Benghazi brothel
then a mouse came out and ate her tongue
that she realized I didn’t belong there yet
a casual labourer
a pieceworker
a street sweeper I got wise to it once
and hundreds of small pins pierced my heart
but I took every care not to tear my new asbestos
attire
lest the hagiography beneath appear naked
pure white
crushing
the image
the real image

Penelope

Man’s face has come to be full of cracks
when you get up and wash in the morning before drying your face
thus wet
you count them in the mirror
a reminder of happiness’ foiled promises
one day I took to fingering
the rim of the largest of these
gaping like a roused vagina
I looked horrified at the abyss opening below
as far as the eye reached the dark
I pushed my fingers further in and
all at once I began sinking
sinking
so surprisingly
into a moist nothingness
with no light to get hold of
vertigo
I prayed then for the bottom as a bloody mercy
no good
in the final twist the huge cobweb
reminding me
of my fate

Telemachus

Poachers cut off my hands for booty
in the other war
what was left they stuck into rusty loops
that’s why you see me now holding the inkpot with my teeth
painting with my tongue
the page all spots
my blood in drops
my lips remnants of torn flesh
enamel gums broken teeth
tears spittle
and I’m not talking about myself
but I was sickened by that slut of my mother
who let in through the window temptations in dozens
turning them on
the bitch
and afterwards leaving them dumbstruck in the lurch
enjoying her monarchic sway over so many men
although the flesh’s fury whipped her horribly
each time she woke up wrapped in the sap of dawn
overcome by the ghosts of night
and yet
I’m not talking about myself
that’s why these days I think so much of Neoptolemus
and so many others

burnt generation
my generation

***

Search

I look back to the years that were and no longer were
I look back to the memories that were and no longer were
I look back to the lips that were and no longer were
among lights and sewers, what are you still searching for
my heart in the streets at night

Little Erotic Song

And I who so yearned to sow your body
to become deep spring golden rain in the deepest loins
to become river blood spasm spilled sperm
to become life in you
life to give back
a miracle


Gestation

One love
is a short
poem
hoarse
bleeding cries in
eternity

Hellenica: Novelty Within or Beyond Language: Anthology of Young Greek Poets, Athens, 2009.

Απολογισμός

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015 on 30 Δεκεμβρίου, 2015 by Le grand écrivain

article-2555181-0050DD0A1000044C-305_470x313

Κι αφού όλοι γράφουνε λίστες αυτές τις μέρες, ας καταθέσω κι εγώ τις αγαπημένες μου 10 + 1 ποιητικές συλλογές της νεότερης ποιητικής γενιάς σε αυτήν την πρώτη δεκαπενταετία του 21ου αι. που τελειώνει σε λίγες ώρες βαρυγκωμώντας και τραβώντας μαζί της στα τάρταρα την επόμενη…

—-
(Η παρουσίαση είναι αυστηρά χρονολογική και κατά κανέναν τρόπο αξιολογική)

—-

1.) Χρυσή Καρπαθιωτάκη, Χάντρες – οχτώ εξομολογήσεις κι ένας επίλογος, Πάροδος, 2004.
2.) Γιάννης Στίγκας, Η αλητεία του αίματος, Γαβριηλίδης, 2004. 127653
3.) Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Συμεών Βάλας, Μελάνι, 2010.254799-big
4.) Σταμάτης Πολενάκης, Τα σκαλοπάτια της Οδησσού, Μικρή Άρκτος, 2012.

polenakis-exofyllo
5.) Άννα Γρίβα, Οι μέρες που ήμασταν άγριοι, Γαβριηλίδης, 2012.0282037
6.) Νικόλας Ευαντινός, Ενεός, Μανδραγόρας, 2012.

vakxikon_issue_22_aggelis22
7.) Αθανασία Κρατημένου, Μνημόπολη, Ενδυμίων, 2012.7392291c4bfdf7ce8e8548613d7a203e_L.jpg
8.) Γιώργος Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο, Πανοπτικόν, 2013.index
9.) Δημήτρης Πέτρου, Α΄ Παθολογική, Μικρή Άρκτος, 2013.thumbnail
10.) Σαμσών Ρακάς, Ψυττάλεια Β (Γραφή Α΄), αυτοέκδοση, 2013.10

και

—-
11.) Θωμάς Τσαλαπάτης, Άλμπα, Εκάτη, 2015.

ex-tsalap-alba-neo-teliko

Ζ. Δ. Αϊναλής, 3η Σεπτεμβρίου 1843

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 2000 - 2015 on 15 Δεκεμβρίου, 2013 by Le grand écrivain

Ζ. Δ. Αϊναλής

 

 

3η Σεπτεμβρίου 1843

 

 

Γερνάνε γρήγορα οι μέρες στην Ελλάδα

σβήνει απότομα το φως

τρώνε σκυλιά τα δάκτυλα του ήλιου

παίζουν αδέσποτα παιδιά στα περιθώρια του δρόμου

έρχονται νύχτα μητρικές φωνές κραυγές

                                                   για να μαντρώσουν

 

           Κι έπειτα τίποτα

                                   σιωπή

                     οι μπάτσοι έφιπποι σφυρίζουν

                     λακέδες με λιβρέα τσακίζονται

                     φερέφωνα

                     κυρίες με κρινολίνα κι άμαξες

                     Νυδραίοι εφοπλιστές κι ευνούχοι Φαναριώτες

                     καλαμαράδες φραγκοφόρετοι και πένες πληρωμένες

                   

                      στο Φόρο πένητες μασάνε το σκοτάδι

 

                      ένα φεγγάρι θάνατος 

                      κόσα στο σβέρκο καρφωμένο

 

γενιά παρά γενιά εμφύλιος, γενιά παρά γενιά εκκαθάριση

και όλο απ’ το μηδέν ν’ αρχίζω

 

Παίζουν ακόμα, τραγουδάν, γελάν στους δρόμους τα παιδιά μας;

 

Μαζεύονται τώρ’ από παντού φωνές κραυγές

συρρέουν μπρος στ’ ανάκτορα αλαλάζουν

βάζουν φωτιά περιδεείς και δέονται

ελπίζουν

σβήνουν απότομα οι φωτιές

διαλύονται

γερνάνε γρήγορα οι μέρες στην Ελλάδα

——————-

To ποίημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Unfollow, τεύχος 24, Δεκέμβρης 2013

Νικόλας Ευαντινός, Ενεός…

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 2000 - 2015 on 24 Νοεμβρίου, 2013 by Le grand écrivain

eneosΝικόλας Ευαντινός

Ενεός…

(Μανδραγόρας, 2012)

————

———-

Ενεός…

 

μπροστά στην ελευθερία μου

Δεν είμαι ελεύθερος

να φτιάξω

τις αλυσίδες μου

 

 

 

μπροστά στο μέλλον της δημόσιας σφαίρας

Όταν στάξει σκοτάδι η μέλαινα χολή της πόλης και σαν σκυλιά σκύψουν οι νέοι να ξεδιψάσουν, οι φωτοστεφανωμένοι θα τρέξουν να προλάβουν τον βαθύτερο τάφο. Από τους ωκεανούς θα αναδυθεί ο πιο παγωμένος ήλιος για να καρφιτσωθούν πάνω του βοναπάρτηδες και γοργόνες, αγκιτάτορες και ιππότες, όλες οι ψηφίδες της παραμυθένιας ηρωοποιείας. Τα τρισέγγονα του Λεβιάθαν -σχολικοί σπασίκλες που είχαν μεταμορφωθεί σε κερδομόλες πεταλούδες-  θα γίνουν η λεία των  θρόνων τους, καθώς η νύχτα άχνη θα σκεπάζει τη γυάλινη αίθουσα των ακροάσεων. Άγγελοι σχοινοβάτες θα εκπίπτουν από τις συννεφένιες ταράτσες και στο στόμα της απόγνωσης θα πέσουν για να αλεστούν από το στομάχι της οργής.

Τότε από τα πέρα σύνορα θα εμφανιστούν αγέλες κύκνων, κοπάδια λύκων, και άοπλες όλες οι λεγεώνες των υστερορωμαικών σφραγίδων. Θα ζητούνε Σύνταγμα και θα τους δοθεί ο Θάνατος. Ο Θάνατος του Παρόντος.

Και τότε παρελθόν και μέλλον βουτηγμένα μέχρι τα γόνατα στην λευτερωμένη σκοτεινιά θα εκλιπαρούν για Έλεος, να ξεκινήσει η Επόμενη,  η πέραν των γνωστών τεσσάρων, Εποχή.

 

μπροστά στο χιόνι

Μνήμη Αργύρη Χιόνη

Εκείνη τη στιγμή ήμουν απόγονος αμμοδαρμένων νομάδων, εθισμένων στην κάψα και τη μονοτονία της τραχύτητας. Εκείνη τη στιγμή ήμουν ιθαγενής μιας χώρας αιώνια μαστιγωμένης από του ήλιου τα σχοινιά. Εκείνη λοιπόν τη στιγμή εγώ, ένας γιος του καύσωνα, έπρεπε να εφεύρω μια λέξη για να ονομάσω το θαύμα που έβλεπα. Έτρεξα στους γέροντες, σε μύθους και παροιμίες, αρχαία αινίγματα, προϊστορικά βιβλία των θεών μου. Δεν βρήκα τίποτε. Πήγα ξανά στο σημείο του θαύματος. Ο χρόνος κυλούσε. Το θαύμα έλιωνε. Ήταν λευκό, ψυχρό και συμπαγές. Το έσφιξαν οι χούφτες μου μέχρι που κάηκαν. Το μάσησαν τα δόντια μου μέχρι που πάγωσαν. Ο χρόνος κυλούσε. Το θαύμα έλιωνε. Λέξη δεν έβρισκα. Στο τέλος γίνηκε νερό και χάθηκε. Ήταν αποτέλεσμα ακραίων καιρικών φαινομένων. Τότε κατάλαβα πόσο δύσκολη είναι η δουλειά των ποιητών

  Συνέχεια

Γιάννης Υφαντής, Μανθρασπέντα

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1977 - 1993 on 17 Νοεμβρίου, 2013 by Le grand écrivain

0017340Γιάννης Υφαντής

 

Μανθρασπέντα

(Κέδρος, 1980)

 

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ

 

Σκέλια του βράχου φως και θάλασσα.

 

Στην πύρα του μεσημεριού, ο αέρας

Τρέμισε, πύκνωσε κι ανάδεψαν

Ίσκιοι με ψίθυρους φτενούς και διψασμένους

Χορεύοντας την άσαρκη εξορία τους

 

Σ’ έσυρα τότε στη σπηλιά και προς το βάθος

Πάνω στην άμμο σούλυσα τη ζώνη…

 

Έπεσ’ ο ήλιος∙ κουρασμένοι

Απλώσαμε τα μέλη στην απέραντη

Νύχτα της ερημίας…

 

Με ξύπνησε το γέλιο των αχτίδων

Απάνω στις βρεμένες πέτρες

Στις κόχες σου δυο πράσινα χαλίκια

Τα δόντια σου πετράδια σφηνωμένα

Και στα πλευρά σου πελαγίσιος άνεμος

Έσερνε το δοξάρι του δροσίζοντας

Της μνήμης μου τα μάτια με σκοπό

Βαθιά νοσταλγικό

και είπα «Σήκω

αγαπημένη

να πάρουμε σειρά

βαρέθηκα

τα αιώνια πράματα»

 

Σκέλια του βράχου φως και θάλασσα. 

 

ΣΤΙΧΟΙ

 

I

Κι έρχονται οι άξεστοι βουνίσιοι άνεμοι

ντυμένοι τα βαριά αρώματα της ρίγανης και του ελάτου

έχοντας άλλος στο μανίκι άλλος στο γόνατο

την ασημένια λάμψη απ’ τ’ άγγιγμά τους σε μια κρύα πηγή.

 

II

Α γέμιση του φεγγαριού και δέση των νερών·

κρένοντας η κρυότερη μορφή σα ρέει στη στέρνα

έναρθρο το ανάστημα τρέμει των καλαμιών.

 

III

Κ’ οι νέρινες γυναίκες του συντριβανιού

υψώνουνε το δροσερό κορμί τους ρίχνοντας

η μια στην άλλη λόγια δροσερά

σαν το κορμί τους, σαν την όψη τους.

 

ΜΑΘΗΜΑ

 

Δέκα ενιαυτούς οι Αχαιοί

πολιορκούσανε την Τροία –

όπως πολιορκούν τα σπερματόζωα τ’ ωάριο

όπως πολιορκούνε οι ψυχές τον Ήλιο

ή οι νυχτερίδες το Φεγγάρι – όπως

δέκα ενιαυτούς οι Αχαιοί

πολιορκούσανε την Τροία.

 

Κι επάνω στη χρονιά τη δέκατη

τη δίσεκτη την τόσο τυχερή

σαν πέος μπήκε το παλιάλογο ο Δούρειος

και την κατάχτησαν την Τροία οι Αχαιοί.

 

Λοιπόν;

 

ΕΧΩ ΚΑΤΙ ΞΑΔΕΡΦΙΑ ΣΤΟ ΒΡΑΧΩΡΙ

 

Έχω κάτι ξαδέρφια στο Βραχώρι

            χε

κάτι νεόπλουτους.

Όλοι τους χριστιανοφασίστες.

Τρατάρουν τον πατέρα μου του κάνουν

μικροθελήματα τον σέβονται

μόνο και μόνο θάλεγες για να

μπορούν να του τη φέρουνε χωστά.

νάβρουν την ευκαιρία να τον πικράνουν.

Μα θάναι βλάκας αν πικραίνεται με το

«τι γίνεται ο Γιάννης, που

θα καταλήξει αυτός μωρ’ μπάρμπα Μήτσο».

 Έχω κάτι ξαδέρφια στο Βραχώρι

            χε

κάτι νεόπλουτους.

Όλοι τους χριστιανοφασίστες.

  Συνέχεια

Οδυσσέας Ελύτης, Η καλωσύνη στης λυκοποριές

Posted in Greek Poetry on 27 Οκτωβρίου, 2013 by Le grand écrivain

Ο Ελύτης (στη μέση) στο αλβανικό μέτωπο το 1941

Ο Ελύτης (στη μέση) στο αλβανικό μέτωπο το 1941

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
ΚΑΛΩΣΥΝΗ ΣΤΙΣ ΛΥΚΟΠΟΡΙΕΣ

 

(1943)

I

Ποίηση ἄγουρο νεράντζι μου
Κάτω ἀπὸ τούς καταράχτες τοῦ ἥλιου
Ἰριδίζοντας
Ἕνα μεσημέρι σ᾿ ἄφησα
Ἡ καρδιά μου ἀκόμα γαλανή
Ἀπ᾿ τὸ τρέξιμο στὴν ἄμμο καὶ τὸν ἔρωτα
Ἔτρεμε
Ἀλλὰ τὰ πουλιὰ στὸ ρέμμα τ᾿ οὐρανοῦ
Ἔβλεπαν κιόλας ν᾿ ἀνεβαίνει ἕνα ἀκέφαλο ἄλογο
Χύνοντας ἀπ᾿ τὸν ἀδειανὸ λαιμό του μαῦρα φύκια

 

Κοῦροι ἀπὸ τὸν Προφητηλία ψηλά
Δαιμονισμένα χτυποῦσαν τὶς καμπάνες
Κι ἡ μνήμη σὰν πουνέντες ἔμπαζε
Βουητὸ καὶ θάλασσα
Στὴ μεγάλη ἀσβεστωμένη κάμαρα
Μὲ τὰ δυὸ καρυοφύλλια.

 

Ἐκεῖ τὸ ξύλινο τραπέζι μὲ τὰ κίτρινα λουλούδια
Τὸ ψωμὶ ἀνοιχτὸ σὰν εὐαγγέλιο
Ἡ φωνή, τὰ μαλλιὰ τῆς Ἑλένης.

Τ᾿ ἄφησα
στέκομουν ὀρθός
εἶχε σημάνει ἡ ὥρα
Ν᾿ ἀναβρύσει ἀπὸ τὸ πλευρὸ τοῦ ἀνθρώπου τὸ αἷμα

 

Τρεῖς φορές αὐτὸς νὰ τ᾿ ἀρνηθεῖ
Καὶ τρεῖς φορές ἐκεῖνο ν᾿ ἀληθέψει
Τρεῖς φορές νὰ τὸ δῶ καὶ νὰ πῶ
                                                               τρεῖς φορές
Τινάζοντας ψηλὰ
Σὰν ἀπ᾿ τὸν ἅδη τῆς φωνῆς ἑνὸς ἀπελπισμένου:

 

Ἔχτρα στὰ μάτια κύτταξέ με
Βγαίνω μὲ τὰ δικά σου τ᾿ ἄρματα
Ἡ Καλωσύνη ἐδῶ ποὺ βρέθηκε μές στὶς λυκοποριές
Πρέπει νἄχει μπαροῦτι στὸ σελλάχι της
Καὶ νὰ δαγκάνει κάμες.

 

  Συνέχεια

Στρατής Τσίρκας, Ισπανικό Ορατόριο

Posted in Greek Poetry on 20 Οκτωβρίου, 2013 by Le grand écrivain

t5Στρατής Τσίρκας

(1911 – 1980)

 

ΙΣΠΑΝΙΚΟ ΟΡΑΤΟΡΙΟ

1939

 

 

Μια μέρα ήρθαν και μου ‘παν:

– Τι χάνεις τον καιρό σου με θέματα επίκαιρα; Ο Ισπανικός αγώνας είναι ένα «επεισόδιο». Θα περάσει και θα ξεχαστεί. Μαζί του θα σβήσουν κι οι στίχοι σου. Γιατί δεν τραγουδάς καλύτερα κάτι για τις Αθάνατες Αλήθειες και την Αιώνια Ομορφιά;

Κι απάντησα:

 

Ηλίθιοι!…

Σα να μην ξέρετε

πως η Αιώνια Ομορφιά,

ολόγυμνη,

άδραξε το ντουφέκι, βγήκε στα βουνά

και πολεμάει.

Το ζαχαρένιο της γόνι

ολόγυμνο λιώνει

στις λάσπες των χαρακωμάτων

και το λευκό της στήθος

ολόγυμνο φουρτούνιασε καθώς τα στέρνα

των κάτασπρων φαριών της Αποκάλυψης.

 

Σαν να μη βλέπετε την Ισπανία

που σαν ζυλβερνική βολίδα

εβγήκε από την τροχιά της γης

και με τ’ αβυσσαλέο της στόμα,

τη φλεγόμενη κόμη της,

τα ματωμένα της πέλματα

και τις δρωμένες της μασχάλες

στριφογυρίζει στο διάστημα

κραυγάζοντας.

 

Σα να μην ξέρετε πως ίσαμε

σε στάχτες κι αστέρια διάττοντα

να σκορπίσει ο πλανήτης τούτος,

την ψυχή και την σάρκα μας

κρυφό θα τις τρώει μαράζι,

για όσα δεν έγιναν,

για όσα δεν ακούστηκαν

για την Μαδρίτη

την ώρα που έπρεπε.

 

Τόσες κραυγές και κατάρες και τόσες

μανάδες τρελές κι αξεδίψαστες κόρες

και χέρια κομμένα και μάτια περίτρομα

στους αμείλιχτους καρφωμένα ουρανούς,

πικράναν το ψωμί που τρώμε

θολώσαν το νερό που πίνουμε

και σπάσαν το λαγήνι των ονείρων μας.

 

***

 

Αύγουστος του Τριανταέξι. Χαράματα.

Κάποιον ανήφορο ανεβαίνω.

Στην ούγια του ένα δέντρο φορτωμένο

με κόκκινα λουλούδια, σαν κραυγές.

Ο ουρανός τόσο κοντά και πίσω

μαντεύω τη θάλασσα μας’ ακρογιάλι.

 

Στην αμμουδιά του ένα κορίτσι περιμένει…

 

Κείνο το ίδιο πρωινό

πέντε χιλιάδες μιναδόροι του Οβιέντο

ξεκινούν πάνω σε φορτηγά αυτοκίνητα

να διαφεντέψουν τη Μαδρίτη.

Παράτησαν μας λύκους τα παιδιά και τα σπίτια μας

για την Καρδιά του Κόσμου.

Κι έτσι πέντε χιλιάδες μιναδόροι

περιπλανώμενοι στα μονοπάτια μας Καστίλλιας

μπήκαν ομαδικά

                 στην λεωφόρο μας Ιστορίας.

 

Εκείνο το κορίτσι στ’ ακρογυάλι;

Είναι η γυναίκα μου.

 

Θέλω να πω: η ζωή μας

είναι σημαδεμένη τώρα με σινιάλα

σαν εφιαλτική κι ατέλειωτη λεωφόρο.

Ιρούν, Τολέντο, Μάλαγκα, Αλμερία,

Μπανταχόθ, Μπιλμπάο, Γκιχόν,

Βαρκελώνη, Χερόνα, Φιγκουέρας,

Μαδρίτη, Μαδρίτη, Μαδρίτη…

Ανάμεσα μας μπλέχτηκε

σαν το φτενό στημόνι μας αράχνης

ο δακρυσμένος μας έρωτας.

Τα χρόνια θα περάσουν, θα λέμε:

Τη μέρα του ξολοθρεμού μας Γκουέρνικας

στεφανωθήκαμε.

Κι ο νους μας θα πηγαίνει

όχι στα λεμονάνθια και το ρύζι

αλλά στα πτώματα.

  Συνέχεια

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Έκαστος εφ’ ω ετάφη

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 2000 - 2015 on 13 Οκτωβρίου, 2013 by Le grand écrivain

kyriakosΚυριάκος Συφιλτζόγλου

 

Έκαστος εφ’ ω ετάφη

(Γαβριηλίδης, 2007)

 

 

 

 

1.

Το ψυγείο κατέβασε ρολά

τα τρόφιμα περίσσεψαν

τα αλλαντικά για τους άλλους

εσύ ξεροσφύρι την υγρασία

οι ανοιχτοί λογαριασμοί

με το κομμένο τηλέφωνο

σου προκαλούν γέλιο

σφραγίζεις τα παράθυρα

και προσκαλείς σε μονομαχία

το μυρμήγκι στη γωνία

δείχνεις ανωτερότητα

τυλίγεσαι με τη μοκέτα

και διασκεδάζεις τις εντυπώσεις

παρέα με το σύγκρυο

 

2.

Και για να λέμε

την αλήθεια

έχω βαρεθεί να ονειροπολώ

αυτές οι ομιχλώδεις αυγές

όλο μυστήριο

τα ρεμβαστικά μεσημέρια

τα σκέτα ηλιοβασιλέματα

η μεταφυσική της νύχτας

μ’ έχουν καταστρέψει

και ο καφές αυτός ακόμη

μ’ έχει προδώσει

 

Μόνο οι φωτεινές επιγραφές 

λένε την αλήθεια

τα μόνα γράμματα

που φωτίζουν

 

Ωστόσο 

δάσκαλε που δίδασκες

τώρα κλείσε το φως

και όνειρα γλυκά

 

3.

Κάτω απ’ το σακάκι

ένα όπλο πάντα

μια δεύτερη ευκαιρία

μια δεύτερη καρδιά

για να σκοτώσεις το χρόνο

θα ρωτήσεις

όχι ακριβώς

 

Αυτές τις ώρες

τα λογοπαίγνια

είναι σαν το τσιγάρο

 

Σουφρώνεις λίγο τα φρύδια

τραβάς μια ρουφηξιά

σπας ένα χαμόγελο απαλό

μόλις που να κινηθούν οι μύες

αφήνεις τον καπνό που θέλει να φύγει

στρέφεις μια ιδέα το κεφάλι

κοιτάς που είναι η δική σου άγρια δύση

κοιτάς μια κεφεκίτρινη πορεία

κατεβάζεις το βλέμμα

κλοτσάς μια πέτρα

γυρίζεις την πλάτη

και παίρνεις το αντίθετο ρεύμα

για να κάνεις το ίδιο απ’ την αρχή

  Συνέχεια