Archive for the European Poetry Category

Μεχμέτ Γιασίν, Πέντε ποιήματα από το ανθολόγιο Άγγελοι Εκδικητές

Posted in European Poetry, World Literature on 13 Μαΐου, 2016 by Le grand écrivain

cover_high

MEHMET YAŞІN

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ     Ζ. Δ. ΑΪΝΑΛΗΣ

 

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΜΙΑΣ ΜΑΝΑΣ

 

Ο πόλεμος τέλειωσε, λένε,

όσοι ήταν στο μέτωπο γύρισαν

έτρεξα στο Σαραιγιονού

ρώτησα για σένα τη στήλη του Ντικιλιτάς

«Δεν τον είδα», απαντάει.

 —

Ρίχτηκα πίσω από ένα παιδί κλαμένο

Πέρασα μπροστά από ένα σπίτι καμένο

Βρήκα μια μικρή κατσίκα νεκρή

Ρώτησα, γιε μου, για σένα.

—-

Ρώτησα την αμυγδαλιά

Ρώτησα το τζιτζίκι

«Δεν τον είδα», απαντάνε

Κοίταξα στους δρόμους παντού έκλαψα

έκλαψα έκλαψα.

—-

Ρώτησα για σένα τον πόλεμο

Ρώτησα το αίμα που κυλάει

τα μυρμήγκια, το χώμα.

 —-

Τραγούδησα τα τραγούδια που σ’ άρεσαν

Έδειξα τις φωτογραφίες σου

Ήταν μόλις δεκαεφτά, είπα,

«Δεν τον είδα, δεν τον είδα, δεν τον είδα…»

 —-

Κοίταξα στον πόλεμο παντού έκλαψα

έκλαψα έκλαψα.

—-

Περνάνε μπροστά απ’ την πόρτα μας τανκς

εσύ δεν περνάς,

περνάν οι φυλακισμένοι

οι μέρες κι οι μήνες

εσύ δεν περνάς.

 —-

Περίμενα, αφουγκράστηκα, πρόσμενα

καρτέρεψα, γιε μου, την επιστροφή σου.

 —

Μια φωτογραφία σου μου ‘μεινε μόνο

καμιόνια κουβαλούν τους νεκρούς

το ράδιο παίζει νικητήρια εμβατήρια

κανένας δεν σ’ είδε,

κανένας.

 —-

Πήρα τους δρόμους της Λευκωσίας έκλαψα

έκλαψα έκλαψα.

 —-

Λευκωσία, 1980

 

***

 —-

ΒΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

 —-

Βγαίνοντας από το καταφύγιο δεν αναγνωρίσαμε τον τόπο

χρώματα και ήχοι άλλαξαν

των προαστίων οι ονομασίες και των οδών μία-μία.

«Πώς θα βρούμε τώρα τα σπίτια μας;»

Αδιέξοδα όπου κι αν στρίψουμε

δρόμοι κλειστοί από οδοφράγματα.

 —-

Πήραμε ν’ αναζητούμε ορόσημα

«Το σχολείο ήτανε στη γωνία… κοντά στο μπαρ Ατλαντίς

πέρα από τα τρία ψηλά πεύκα…»

Στρατώνες τώρα υψώνονται στις γωνίες, καήκαν τα δέντρα,

πρέπει να την ονειρευτήκαμε την Ατλαντίδα

δεν απομένει ούτ’ ένα ίχνος της.

—-

Μας ‘δωσαν καινούργια σπίτια με τα κουφάρια τους

ήμασταν σαν τις αρκούδες ψάχνοντας για φωλιές να βγάλουμε το χειμώνα

με καινούργιες ταυτότητες και πιστοποιητικά γέννησης

λέγαμε και πάλι «εμείς» – ποιοι εμείς; –

αν ό,τι μας καθόριζε μόνο ήταν πως ήμασταν οι αντίποδες

των προσφύγων γειτόνων μας, είχαμε στ’ αλήθεια υπάρξει;

 —

Σ’ ένα ταξίδι προς Ανατολάς

τρέξαμε στο λιμάνι με τις κάμερες

οικογένειες αποίκων από Πέρα πλησίασαν.

Μεγαλαυχώντας τους είπαμε «εσείς»

ενώ εκείνοι φιλοδοξούσαν να γίνουν «εμείς».

Αλλά όταν πετάξαμε τα κράνη μας μείναμε γυμνοί.

—-

Σήκωσα τ’ ακουστικό σ’ ένα ρημαγμένο από τον πόλεμο σπίτι

– κανείς δεν απαντά· είν’ όλοι νεκροί; –

Είμαι ο μόνος επιζών στα χαλάσματα;

Οι παλιοί τους βρίσκουν παράξενους

οι έφηβοι βλέπουν τους στίχους μου

σαν μια λησμονημένη γραφή σε κάποια αρχαία ταφόπλακα.

 —-

Μέσα σε τούτη τη καταστροφή ίσως να είν’ η θάλασσα που δίνει ελπίδα

μια ανήσυχη φωνή από μέσα:

– Ποτέ ακόμα η Κύπρος, τα παιδικά μου χρόνια, δεν διαγράφτηκαν

από τα περιβόλια όπου ανθίζουν οι πορτοκαλιές…

Ανθρώπινα όντα αναζητούν τους εαυτούς τους,  νησιά τα διαβατήρια

για να εισέλθουν από τις πύλες του κόσμου.

 

 —-

Λευκωσία, 1984

 

***

 —-

Συνέχεια

Καλά!

Posted in European Poetry, Αφιέρωμα στον Маяковский on 6 Μαρτίου, 2016 by Le grand écrivain

Vladimir_Mayakovsky_1924

Владимир Маяковский – ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ ΜΑΓΙΑΚΟΒΣΚΙ

(7 Ιουλίου 1893 – 14 Απριλίου 1930)

 

Κ Α Λ Α!

(Απόσπασμα)

Απόδοση Νίκος Παππάς

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Σε νύχτες και σε μέρες όπως αυτές,
σε ώρες τέτοιου καιρού
στους δρόμους κυκλοφορούν ίσως μονάχα
οι ποιητές κι οι κλέφτες.
Το σκότος άδειαζε τον ωκεανό του στον κόσμο.
Σκοτάδι μαβί. Πάνω στις φωτιές η μαυρίλα.
Η Πετρούπολη βούλιαζε στο βυθό του νερού
σαν ένα υποβρύχιο χτυπημένο από νάρκη.
Και μονάχα σαν το σκοτάδι
τρίκλιζε μέσα στους πύρινους στροβίλους
Θυμόσουν ξανά
πως δεν είχαν ακόμα τελέψει τα βάσανα.
Το σκοτάδι λες κι ήταν νερό , και το ίδιο
απύθμενη ήταν η βαθυγάλανη άβυσσος.
Κι εδώ ακόμα, σαν φάλαινας φάσμα,
φαινόταν η μάσκα της «Αβρόρα»
Τα πολυβόλα είχαν την πλατεία ξυρίσει.
Οι προκυμαίες άδειες , ερημωμένες.
Κι εδώ όπου η γη κολλούσε σαν τον ιξό
απ΄ τη ζέστη , το φόβο ή και την παγωνιά ,
τις παλάμες απλώνοντας στης φωτιάς πάνω τις γλώσσες,
ζεσταινόταν ένας φαντάρος.
Ανάμεσ’ απ΄ τα μάτια του στρατιώτη αναμμένος δαυλός
λες ακουμπούσε σε μια τούφα μαλλιών του.
Τον γνώρισα , ξαφνιάστηκα ,είπα:
«Γεια σου, Αλέξανδρε Μπλοκ.
Οι φουτουριστές νίκησαν , του παρελθόντος το φράκο
σε κάθε ραφή του ξηλώνεται».
Ο Μπλοκ σήκωσε τα μάτια , οι φωτιές τόνε φώτιζαν .
«Πολύ καλά» – είπε.
Ένα γύρω ναυαγούσε η Ρωσία του Μπλοκ…
Οι Άγνωστες, οι καταχνιές του Βορρά
πηγαίναν στον πάτο
όπως πάνε τα σίδερα, τα κουτιά της κονσέρβας.
Κι ευθύς πήρε ύφος σκληρό,
πιο σκοτεινό απ’ του Χάρου σε γάμο:
«Από την εξοχή …μου γράφουν… βάλαν φωτιά
στη βιβλιοθήκη της βίλλας».
Τα μάτια του κάρφωσε ο Μπλοκ, και του Μπλοκ η σκιά
κι αυτή ακόμα κοιτούσε στρωμένη στον τοίχο…
Σάμπως κι οι δυο να προσμέναν να δουν στα νερά
το Χριστό να βαδίζει.
Μα ο Χριστός δεν είχε όρεξη στον Μπλοκ να φανεί.
Τα μάτια του Μπλοκ ξεχείλιζαν λύπη.
Ζωντανοί, τραγουδώντας, κι όχι πια το Χριστό,
από κάποια γωνιά ξεμπουκάριζαν άντρες:
-Απάνω! Απάνω! Απάνω!
Εργάτες κι ακτήμονες!
Σφίξτε στις χούφτες το σφυρί και το δρέπανο!
Το τουφέκι, τα χέρια στο σίδερο :
Ψηλά τη σημαία!
. . . . . . . . . . . .. . . . . . . .. . . . .. . . . . .. . . . . . . . . . . . .

(1927)

Fazil Hûsnû Dağlarca, Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…

Posted in European Poetry, World Literature on 2 Φεβρουαρίου, 2016 by Le grand écrivain

fazil-husnu-daglarca-

Fazil Hûsnû Dağlarca

Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…
(1945 – 1955: Ανθολογία μιας σχεδόν παγανιστικής δεκαετίας)

Μετάφραση
Ζ. Δ. Αϊναλής – Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

Το Έπος του Τζακίρ
(απόσπασμα)

– Διαύγεια, με τη μορφή χεριών και ποδιών,
ανησυχούσε.

Αποφάσισα πως θα ‘πρεπε να πεθάνω
Χωρίς φόβο στη δίνη ταραγμένων ρευμάτων.
Μέσα στο φως και να μακραίνουν οι επιγραφές,
Το τετελεσμένο να κρέμεται στο λαιμό
Καθώς που φυλαχτό και προσευχή πικρή.

Πριν χρόνια, πριν τη γαλάζια εποχή του σπόρου,
Αποφάσισα, με τη συναίνεση νυκτόβιων πουλιών,
Πως θα ‘πρεπε να περιβάλλω τον εαυτό μου ολάκερο
Μ’ άδεια μεγάλα κύπελλα και με τη δίψα πτωμάτων αφυδατωμένων,
Πως σαν σουλτάνος θα ‘πρεπε να τ’ ατενίζω με πόθο.

Πιο λαφριά από τον αγέρα, πιο παλιά από κάποιες γυναίκες
Η μόνη αλήθεια της αγέρωχης γυμνής μας γέννησης…
Αιώνιος σε πόλεις και λόφους ο κόσμος
Πέρα από την ομορφιά του χρόνου λικνίζεται στη βλάστηση,
Ανάμνηση επάξια επωασμένη με στοργή.

Αργά, καθώς που βράχοι και δέντρων κορμοί κομμένοι
Μέσα στη σκοτεινή μοιχεία του μυαλού,
Και κάτω απ’ το λευκό και φωτεινό ουρανό της ιστορίας
Αποφάσισα πως θα ‘πρεπε να πεθάνω
Και να μοιραστώ με ζώων σκελετούς της ζωής το μυστήριο.

Μετάφραση Ζ. Δ. Α.

Από τη συλλογή Το Έπος του Τζακίρ (1945)

***

Το θήραμα που σκοτώσαμε

Οι κόρες των ματιών του
Γυαλίζανε στο σκοτάδι,
Και δεν φοβότανε τίποτα.

Εμείς οι άλλοι λιμοκτονούσαμε.
Στην είσοδο της σπηλιάς,
Κάποτε καιροφυλακτήσαμε
Και όπως περνούσε
Σπρώξαμε κείνο το βράχο:
Κι έπειτα μια μεγάλη κραυγή
Κι ύστερα τίποτα
Κι ο σύντροφος των νυχτών
Και των δασών σώπασε.

Δεν πίνει πια, δεν θα πιει,
Δεν κινείται πια, δεν θα κινηθεί,
Δεν κοιμάται πια, δεν θα κοιμηθεί,
Πια δεν θα κάνει εκείνα που έκανε.

Εμείς οι άλλοι φτιάξαμε φυλακτά
Απ’ τ’ απομεινάρια της ομορφιάς του,
Απλά φυλακτά και παράξενα
Που θα είναι τόσο φωτεινά,
Τόσο τυφλά όσο το τρίχωμα του.

Το τσιμπούσι της νίκης
Στην οικειότητα των πραγμάτων:
Ότι τα χέρια μας, τα κεφάλια μας, οι καρδιές μας, άπληστα τώρα
Επιτέλους χορταίνανε.

 

Μετάφραση Ζ. Δ. Α.

 

Τα νερά είναι πιο σοφά από μας

Τα νερά είναι πιο σοφά από μας• διαισθάνονται τη νύχτα νωρίτερα
Απ’ τον ουρανό αποσύρονται στο σκοτάδι
Κι εξαφανίζονται σαν ένα γιγάντιο ψάρι
Ενώ τριγύρω οι λόφοι διαλύονται.

Τα νερά είναι πιο σοφά από μας• μπορούν να βρουν τη χαρά
Στα δέντρα μόνο
Όχι στους ξένους
Υποχρεώνοντας μας να ζούμε στη μοναξιά.

Τα νερά είναι πιο σοφά από μας• δεν κοιμούνται
Κρατούν τα μάτια τους ανοιχτά εκεί όπου ευδοκιμεί το γαλάζιο
Καραδοκώντας στο μυστικό του θανάτου
Κάποιο μέρος για τις ζωές τους.

Μετάφραση Ζ. Δ. Α.

Από τη συλλογή Η εποχή του Λίθου (1945)

***

Εν Παρόδῳ

Κάτω απ’ τ’ αστέρια ο κόσμος μας είναι τόσο δα μικρός
Και το σπίτι μας φαντάζει μικροσκοπικό.
Άγρια άνθη ψελλίζουν τα ξόρκια τους πριν την αυγή
Με δίχως ύπνο και χωρίς αναμνήσεις.
Δυόσμος το μόνο τους δόλωμα.

Οι άνθρωποι σε καταληψία από την εποχή αρχέγονων ημερών.
Και τα πράγματα, με μιαν έννοια, σε έκσταση.
Η μυξοπαρθένα κυρά αποθεώνεται στο χλευαστικό διάστημα.
Στον αιθέρα τα πουλιά γλιστρούν με αγάπη
Κι οι ουρανοί αλλάζουν διαστάσεις.

Η καρδιά δεν παρατηρεί τίποτα.
Η παραφροσύνη της γνήσια.
Μέσα απ’ το κορμί και μέσα απ’ την ψυχή
Ο χρόνος διαβαίνει
Βασανιστήριο ατέρμονο.

 

Μετάφραση Ζ. Δ. Α.

Από τη συλλογή Πεινασμένη Γραφή (1951)

***

Οι μάχες του Ινονού

η γη αμύνεται

Αδέλφια, η γη διψάει για μάνες, γιους και κόρες.
Το νερό
διψάει για χρόνο.

Τι κι αν εμείς ζαρώνουμε από τρόμο –
το ξεραμένο χόρτο τρέφει ελπίδα, πατριώτες,
η νοτισμένη μας σοδειά θα ρίχτει στη μάχη.

Λέτε: ο θάνατος παραφυλάει τον πιο μεγάλο θάνατο
επάνω στα βουνά που ορθώνουν – με ενέχυρο την πίστη μας –
κι άλλο τις κορυφές τους.

Μα δείτε: όλα που ζήσαμε σ’ αυτήν τη γη
εδώ και αιώνες
πιάνονται χέρι χέρι τώρα διψασμένα.

 

Μετάφραση Μ. Π.

Από τη συλλογή Ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας (1951)

***

Συνέχεια

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΩΛΟΥ

Posted in European Poetry on 26 Ιανουαρίου, 2016 by Le grand écrivain
by William Etty - Male Nude From Behind

William Etty, Male Nude From Behind

ARTHUR RIMBAUD
«ΟΙ ΚΩΛΟΙ ΜΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ…»

Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής

Οι κώλοι μας δεν είναι οι δικοί τους. Πήρε το μάτι μου συχνά
Ανθρώπους να ξεβρακώνονται πίσω από φράχτες θάμνων,
Έτσι και στα δικά μας, παιδιά που αγάλλονται, ανέμελα λουτρά,
Παρατηρούσα το σχήμα και την αίσθηση και των δικών μας κώλων.

Διαθέτουν, πολλές φορές χλωμότεροι και πιο σφιχτοί,
Εντυπωσιακές μορφές που των τριχών οι φράχτες κρύβουν:
Σ’ εκείνες, είναι μονάχα στη γοητευτική σχισμή
όπου επιμήκης η μεταξένια φούντα ανθεί σαν σκύβουν.

Και τι ευρηματικότητα είν’ αυτή, αξιοθαύμαστη και συγκινητική,
Που όμοια της βλέπουμε μόνο στις άγιες εικόνες των αγγέλων,
Να μιμείται το μάγουλο που το χαμόγελο χαράσσει εκεί.

Ω! Έτσι γυμνοί, χαρά κι ανάπαυλα ζητώντας,
Στραμμένοι ο ένας προς του άλλου την ένδοξη σχισμή
Είμαστε άραγ’ ελεύθεροι να σκούξουμε βογκώντας;

—-
PAUL VERLAINE – ARTHUR RIMBAUD
ΤΟ ΣΟΝΕΤΟ ΤΗΣ ΚΩΛΟΤΡΥΠΙΔΑΣ

Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής

Σκουρόχρωμη και σουφρωμένη σαν πορφυρή οπή
Ανασαίνει, ζαρωμένη ταπεινά εν τω μέσω των αφρών
Υγρών ακόμα της αγάπης που ακολουθούν τη γλυκιά εκροή
Απ’ τα χιονάτα κωλομέρια έως τα βάθια των πτυχών.

Νήματα λεπτά ίδια, λες, δάκρυα από γάλα
Στάζουν, κάτω από τον σκληρό άνεμο που πίσω ξανά τα ωθεί
Μέσα από θρόμβους μικρούς κοκκινωπά λιπάσματα άλλα
Για να πάνε να χαθούν όπου η κλίση τα καλεί.

Το Όνειρο μου συχνά συνδιαλέχτηκε με τη βεντούζα της·
Και η ψυχή μου, που των σωμάτων τη συνουσία ορέγεται,
Την έκανε του δάκρυου τρύπα καφετιά και των λυγμών φωλιά της.

Είναι ο στοργικός αυλός κι η ελιά η ζαρωμένη·
Είν’ ο σωλήνας που η αιθέρια πραλίνα κατέρχεται·
Η θηλυκή Χαναάν στις υγρασίες κλεισμένη.

Antonin Artaud, Ήρθα στο Μεξικό για να δραπετεύσω του ευρωπαϊκού πολιτισμού…

Posted in European Poetry, Meditations on 3 Δεκεμβρίου, 2015 by Le grand écrivain

02

Antonin Artaud

 

Ήρθα στο Μεξικό για να δραπετεύσω του ευρωπαϊκού πολιτισμού…

(Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής)

 

 

Ήρθα στο Μεξικό για να δραπετεύσω του ευρωπαϊκού πολιτισμού, βγαλμένου ούτε λίγο ούτε πολύ από εφτά-οχτώ αιώνες αστικής παιδείας[1], ακριβώς διότι μίσησα βαθιά τόσο τον πολιτισμό αυτόν όσο και την παιδεία που τον υποστηρίζει. Ήλπιζα να βρω εδώ μια διαφορετική, μια ζωτική μορφή παιδείας, αλλά δεν βρήκα τελικά παρά το κουφάρι της παιδείας της Ευρώπης, το οποίο η Ευρώπη έχει ήδη αρχίσει να προσπαθεί να ξεφορτωθεί.

Υπάρχουν, αναμφίβολα, αρκετοί άνθρωποι, τόσο στην Ευρώπη γενικά όσο και στη Γαλλία ειδικά, που έχουν επίγνωση του συγκεκριμένου ζητήματος. Οι άνθρωποι αυτοί είναι ριζοσπάστες κι εγώ θέλω να συγκαταλέγω τον εαυτό μου ανάμεσα τους. Θα ήθελα, όμως, το πρόβλημα της επανάστασης [που θέτει αναπόφευκτα ο ριζοσπαστισμός], να το θέσω με έναν τρόπο απόλυτο και, αν όντως θέλουμε να δώσουμε στον όρο το πραγματικό του περιεχόμενο, μια ιδέα της ολικής επανάστασης, οφείλουμε να εγκαταλείψουμε οριστικά τον Μαρξισμό ως ουσιωδώς ανεπαρκή.

Διότι η επανάσταση του Μαρξ θέτει το πρόβλημα της κοινωνικής επανάστασης με έναν καθαρά τεχνικό τρόπο. Προσωπικά, όμως, σκέφτομαι ότι η κοινωνική επανάσταση δεν είναι παρά μία μόνο πτυχή της ολικής επανάστασης και με το να αντιλαμβάνεται κανείς την επανάσταση αποκλειστικά και μόνο στην κοινωνική της διάσταση είναι σαν να την εμποδίζει να φτάσει σε μια ευτυχή κατάληξη.

Αδυνατώ να αντιληφθώ το πρόβλημα ως υποκατάσταση της μιας τάξης από μιαν άλλη προκειμένου να φτάσουμε, σ’ ένα απώτερο μέλλον, δια της γραφειοκρατικοποίησης της κοινωνίας, στην κατάργηση των τάξεων. Διότι για μένα το πλέον καίριο ζήτημα θα ήταν η αναζήτηση στους τρόπους ζωής του ανθρώπου των αιτιών εκείνων μιας αιώνιας διαστροφής.

Όταν μου λένε λοιπόν ότι ο κόσμος πρέπει να τραφεί αμέσως, απαντώ ότι πρέπει ν’ αναζητήσω ευθύς τα μέσα εκείνα που θα επιτρέψουν σε όλο τον κόσμο να τραφεί αμέσως. Όταν, όμως, μου λένε: να δώσουμε πρώτα στον κοσμάκη να φάει και βλέπουμε ύστερα τι γίνεται με τις τέχνες, τις επιστήμες, τη σκέψη, απαντώ όχι, διότι εδώ ακριβώς είναι που το πρόβλημα δεν τίθεται σωστά.

Δεν υπάρχει κανενός είδους επανάσταση δίχως μια επανάσταση στην παιδεία, δηλαδή στον πανανθρώπινο τρόπο, στον τρόπο αυτόν που προσιδιάζει σε μας, τους ανθρώπους, να αντιλαμβανόμαστε τη ζωή και να θέτουμε τα προβλήματα της ζωής.

Το να αποποιηθούμε αυτά που κατέχουμε είναι εύκολο, αλλά προσωπικά θα το θεωρούσα καλύτερο αν γινόταν ο κάθε άνθρωπος ν’ απαλλαχθεί απ’ την ιδιοκτησία.

Παιδεία σημαίνει τόσο το να μπορείς να φας όσο και να μάθεις το πώς να τρως. Κι όσο για μένα όσο σκέφτομαι, τρώω, καταβροχθίζω, αφομοιώνω τις σκέψεις. Λαμβάνω ως εξωτερικά ερεθίσματα τις εντυπώσεις της φύσης και τα αποβάλλω πάλι προς τα έξω υπό τη μορφή σκέψεων. Πρόκειται για την ίδια ζωτική πράξη, για την ίδια ζωτική λειτουργία που με κάνει και να σκέφτομαι και να τρώω. Επιδιώκοντας κανείς τον χωρισμό της δραστηριότητας του σώματος από την δραστηριότητα της νόησης θέτει λανθασμένα το πρόβλημα της ζωής. Η ματεριαλιστική σύλληψη του κόσμου διαχωρίζει στην πραγματικότητα τις δύο αυτές λειτουργίες. Οι μαρξιστές σκέφτονται πως πρέπει να θρέψεις το σώμα ώστε να επιτρέψεις στο πνεύμα να λειτουργήσει ελεύθερα. Για μένα αυτό δεν είναι παρά μια στάση ζωής αργόσχολη, μια λανθασμένη πρόσληψη της ανθρώπινης ευτυχίας.

Συνέχεια

Иван Андреевич Крылов, Басни (Ιβάν Αντρέγιεβιτς Κριλόβ, Μύθοι)

Posted in European Literature, European Poetry on 8 Δεκεμβρίου, 2013 by Le grand écrivain

Eggink-Portrait_of_Ivan_KrylovИван Андреевич Крылов,Басни

 (Ιβάν Αντρέγιεβιτς Κριλόβ, Μύθοι)

———

———–

Ο ελέφας, οι λύκοι και τα πρόβατα

 ————-

————

———-

Ο βαρύς ελέφας έθνους εβασίλευσεν προβάτων

και της κυβερνήσεως του υπουργούς μεν είχε λύκους

διοικούντας δια νόμων κ’ ελευθέρων συνταγμάτων,

κατασκόπους δε του θρόνου είχε στήσει τους πιθήκους.

 

Κ’ οι μεν υπουργοί ασπλάγχνως τον λαόν ελεηλάτουν,

οι δε πίθηκοι υπούλως διηγούνται τω Μονάρχη

οτ’ οι υπουργοί τους νόμους και το σύνταγμα φυλάττουν,

και εις τον λαόν μεγάλη ευχαρίστησις υπάρχει.

 

Πλην τα πρόβατα εις άκρον φθάσαντα απελπισίας

έκθεσιν προς τον Μονάρχην παριστούν των εγκλημάτων,

αναφέρουσι των λύκων τας φρικτάς παρανομίας

και απαλλαγήν αιτούνται των τοσούτων παθημάτων.

 

Ο ελέφας εθυμώθη και καλεί ενώπιον του

υπουργούς και κατασκόπους κ’ εις αυτούς καθυποβάλλει

τας λεπτομερείς εκθέσεις των αγαπητών λαών του,

ζητεί λόγον των εν ταύταις παρανομιών μεγάλων.

 

«Βασιλεύ, λέγουν οι λύκοι, είναι ψεύσται οι λαοί σου,

μας συκοφαντούν αδίκως από ζήλιαν και φθόνον,

σε ομνύομεν δε ότι με την ακριβήν ζωήν σου

παίρνομεν απ’ τον καθένα από μια προβίτσα μόνον».

 

Ο ελέφας την μακράν του συγκινήσας προβοσκίδα

ως ελέφας απεκρίθη: «Και τωόντι οι λαοί μου

δια το μηδέν φωνάζουν, τους εγνώρισα, τους είδα,

δίκαι’ είν’ οι υπουργοί μου και πιστοί οι αυλικοί μου».

 

(Μετάφραση Κ. Τσορβατζόγλου, 1848)

  Συνέχεια

Hans Magnus Enzensberger

Posted in European Literature, European Poetry on 3 Νοεμβρίου, 2013 by Le grand écrivain

22925528

Hans Magnus

Enzensberger

 

 

4 ποιήματα από το υπό διαμόρφωση ανθολόγιο

“Η Ιστορία των Νεφών και Άλλα Ποιήματα “ (εκδ. Πανοπτικόν)

 

 

Μετάφραση: Γιώργος Πρεβεδουράκης

 

 

Κάποια Μέρα

 

 

Ο Rambo, συνεπαρμένος από τον πυρετό της καλής πρόθεσης, προσφέρει

το τελευταίο του γιαούρτι σε ένα βρέφος. 

ο νταβατζής υποκύπτει στα θέλγητρα της μονογαμίας .

ο Δρ Frankenstein (MIT) σβήνει τον κώδικα αναφοράς του

και πάει να δουλέψει για τον Ερυθρό Σταυρό στο Μπουρούντι.

με έναν αναστεναγμό ανακούφισης ο καρμοίρης

πετάει στη φωτιά το θησαυρό του

(μια συλλογή γραμμάτων από το μέτωπο)

ο τύραννος έχει μπουχτίσει από όλα τα βασανιστήρια

κι εφεξής αποφασίζει να καλλιεργεί ραπανάκια. Ωστόσο,

 

όλοι οι υπόλοιποι συνεχίζουν τον χαβά τους. 

 

 (‘Η Ιστορία των Νεφών’/ ‘DieGeschichteDerWolken’, εκδ. Suhrkamp, 2003)

 

Ημερήσια Διάταξη

 

 

Να τηλεφωνήσω στον λογιστή, να δουλέψω και λίγο.

Να στοχαστώ γύρω από τη φωτογραφία μιας γυναίκας

που έβαλε τέλος στη ζωή της.

Να ψάξω πότε πρωτοεμφανίστηκε η λέξη Feindbield.

Να παρατηρήσω τις φυσαλίδες που πέφτουν στο πλακόστρωτο

από την ξαφνική νεροποντή

και να ανασάνω την υγρασία.

Να καπνίσω, βεβαίως, βλέποντας τηλεόραση, με κλειστή τη φωνή.

Να αναρωτηθώ από πού να προήλθε το σεξουαλικό γαργαλητό

στη μέση μιας ανιαρής συνεδρίας.

Να σκεφτώ την Αλγερία για εφτά λεπτά.

Να βρίσω χωρίς αναστολές σαν ένα δωδεκάχρονο

για ένα σπασμένο νύχι.

Να αναπολήσω ένα συγκεκριμένο βράδυ,

πριν από είκοσι ένα χρόνια, Ιούνιο μήνα,

όπου ένας μαύρος πιανίστας έπαιζε chachacha

και κάποιος έκλαιγε οργισμένος.

Να μην ξεχάσω να αγοράσω οδοντόκρεμα.

Να προβληματιστώ γιατί  eπ  = -1. 

Να αναρωτηθώ γιατί ποτέ ο Θεός δεν αφήνει

τους ανθρώπους σε ησυχία, και αντιστρόφως.

Να αλλάξω τη λάμπα της κουζίνας.

Να μεταφέρω με σεβασμό το άψυχο, βρεγμένο και αναμαλλιασμένο

σώμα του κορακιού απ’ το μπαλκόνι.

Να παρατηρήσω τα σύννεφα, ναι, τα σύννεφα.

Και να κοιμηθώ, βεβαίως, να κοιμηθώ.

 

 

 

*Feindbield. :η στερεοτυπική εικόνα, ιδέα, αντίληψη ενός (ή του) εχθρού.  

(από τη συλλογή ‘Ελαφρότερα του Αέρα’/ ‘ LeichterAlsLuft’, εκδ. Suhrkamp, 1999)

 

  Συνέχεια

Charles Baudelaire, Ποιήματα σε πεζό

Posted in European Poetry on 21 Απριλίου, 2013 by Le grand écrivain

baud

Charles Baudelaire

 

 

Ποιήματα σε πεζό

 

 

Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής

 

ΣΤΟΝ ARSÈNE HOUSSAYE

(αντί προλόγου)

    Αγαπητέ μου φίλε, σου στέλνω ένα μικρό έργο για το οποίο θα μπορούσαμε να πούμε, όχι άδικα, πως δεν έχει ούτε κεφάλι ούτε ουρά, καθώς όλα τα μέρη του, αντίθετα, λειτουργούν σε αυτό, εναλλάξ και αμοιβαία, πότε ως κεφάλι και πότε ως ουρά. Σκέψου, λοιπόν, σε παρακαλώ, τι αξιοθαύμαστες ευκολίες ένας τέτοιος συνδυασμός προσφέρει σε όλους, σε σένα, σε μένα και στον αναγνώστη. Μπορούμε να το κόψουμε όπου θέλουμε, εγώ τις φαντασιώσεις μου, εσύ το χειρόγραφο, ο αναγνώστης την ανάγνωση του. Διότι καθόλου δεν επαφίεμαι στην ατίθαση θέληση αυτού του τελευταίου την ‘εξαρτημένη’ από το αδιάκοπο ξεδίπλωμα μιας κάποιας υπερ-επεξεργασμένης μυθιστορηματικής ίντριγκας. Αφαιρέστε την σπονδυλική στήλη κι ευθύς αμέσως τα δυο μέρη αυτής της βασανιστικής ‘φαντασίας’ συνενώνονται δίχως κανένα κόπο. Κόψτε την σε μικρότερα αποσπάσματα και θα διαπιστώσετε πως το καθένα μπορεί να υπάρξει αυτοτελώς. Ελπίζοντας πως ορισμένα από τούτα τα κομμάτια θα αποδειχτούν αρκετά ζωντανά ούτως ώστε να σου αρέσουν και να σε διασκεδάσουν, τολμώ να σου αφιερώσω το ερπετό ολόκληρο.

    Έχω όμως μια μικρή εξομολόγηση να κάνω. Είναι ξεφυλλίζοντας, για εικοστή φορά, το διαβόητο  Gaspard de la Nuit του Aloysius Bertrand (ένα βιβλίο γνωστό σε σένα, σε μένα και σ’ ορισμένους ακόμα εκλεκτούς φίλους, δεν έχει κάθε δικαίωμα να καλείται διαβόητο;) που μου ήρθε η ιδέα να αποπειραθώ να γράψω κάτι ανάλογο, και να εφαρμόσω στην περιγραφή της σύγχρονης ζωής, ή περισσότερο μιας, και σίγουρα περισσότερο αφηρημένης, εκ των σύγχρονων ζωών, την διαδικασία που εκείνος εφάρμοσε στην ζωγραφική της παρελθούσας ζωής, τόσο παράδοξα γραφικής.

    Ποιος από μας στις μέρες της φιλοδοξίας του δεν ονειρεύτηκε το θαύμα μιας ποιητικής πρόζας, μουσικής χωρίς ρυθμό και δίχως ρίμα, αρκετά εύκαμπτη και ασυνάρμοστη προκειμένου να προσαρμόζεται στα λυρικά κινήματα της ψυχής, στους κλυδωνισμούς της ονειροφαντασιάς, στα ξέφρενα τινάγματα της συνείδησης.

    Είναι κυρίως εξαιτίας της παραμονής σε πόλεις αχανείς, καθώς και των περιπλοκών που οι αναρίθμητες σχέσεις σε αυτές δημιουργούν, που γενούν αυτό το έμμονο ιδανικό. Εσύ ο ίδιος δεν αποπειράθηκες να μεταγράψεις σε άσμα την διαπεραστική κραυγή του Vitrier, και να εκφράσεις σε μια λυρική πρόζα τη μελαγχολική υποβολή που τούτη η κραυγή στέλνει ίσαμε τις σοφίτες, διαμέσου της πιο πυκνής ομίχλης των δρόμων;

    Για να πω την αλήθεια, όμως, φοβάμαι πως ο φθόνος μου δεν μου χάρισε την ευτυχία. Δεν πρόλαβα να αρχίσω να δουλεύω κι αμέσως συνειδητοποίησα ότι όχι μόνο παρέμενα μακριά από το μυστηριώδες και εκθαμβωτικό πρότυπο μου, αλλά και ότι έκανα κάτι (αν αυτό μπορεί να αποκληθεί κάτι) μοναδικά διαφορετικό, ατύχημα βέβαια για το οποίο κάθε άλλος εκτός από μένα θα εξοργιζόταν το δίχως άλλο, και το οποίο δεν μπορεί παρά να ταπεινώσει βαθιά ένα πνεύμα το οποίο θεωρεί πως η μεγαλύτερη τιμή του ποιητή είναι το να εκπληρώσει ακριβώς αυτό που σχεδίαζε αρχικά να κάνει.

Στοργικά δικός σου,

C. B.

ΕΝΑΣ ΓΕΛΟΙΟΣ

    Ήταν κατά την έκρηξη του νέου έτους: χάος λάσπης και χιονιού, τροχήλατου από μυριάδες άμαξες, στίλβοντας από πολύχρωμα παιχνίδια και ζαχαρωτά, ξεχειλίζοντας απληστία κι απελπισία, το επίσημο παραλήρημα μιας μητρόπολης σχεδιασμένο για να βασανίζει τον εγκέφαλο του μοναχικού όσο το δυνατόν περισσότερο.

    Εν τω μέσω όλης αυτής της χάβρας και της οχλαγωγίας ένας γάιδαρος βιαστικός, στενάζοντας κάτω από το καμουτσίκι ενός χωριάταρου.

    Καθώς ο γάιδαρος ετοιμαζόταν να στρίψει στη γωνία ενός δρόμου, ένας γαντοφορεμένος κύριος, λουστραρισμένος, απάνθρωπα γραβατωμένος και φυλακισμένος μέσα στα ολοκαίνουργια ρούχα του, ξεπετάχτηκε από το πουθενά, υποκλίθηκε τελετουργικά μπροστά στο ταλαίπωρο ζωντανό και, βγάζοντας το καπέλο του, λέει: «Σας εύχομαι ένα ευτυχισμένο νέο έτος!», εν συνεχεία στράφηκε χαμογελαστός προς το μέρος κι εγώ δεν ξέρω ποιων συντρόφων μ’ έναν αέρα αυταρέσκειας σαν να τους παρακαλούσε να προσθέσουν κι αυτοί την έγκριση τους στην δική του ικανοποίηση.

    Ο γάιδαρος βέβαια δεν αντιλήφθηκε που βρισκόταν το αστείο και συνέχισε να τρέχει με ζήλο εκεί όπου το καθήκον του τον καλούσε.

    Όσο για μένα, ξαφνικά με κατέλαβε ένα κύμα οργής απροσμέτρητης ενάντια σ’ αυτόν τον μνημειώδη ηλίθιο, που μου φάνηκε πως συνόψιζε εντός το πνεύμα όλης της Γαλλίας.

ΣΤΙΣ ΜΙΑ ΜΕΤΑ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

 

    Επιτέλους! Μόνος! Δεν ακούγεται πια παρά ο ήχος από τις λιγοστές αργοπορημένες και κατάκοπες άμαξες στο βάθος της νύχτας. Για μερικές ώρες θ’ αξιωθούμε την σιωπή, και ίσως την γαλήνη. Επιτέλους! Η τυραννίδα του ανθρώπινου συρφετού εξαφανίζεται και δεν έχω πια να υποφέρω παρά από τον εαυτό μου.

    Επιτέλους! Είμαι επιτέλους ελεύθερος ν’ αφεθώ σ’ ένα λουτρό σκοτάδια! Πρώτα-πρώτα διπλοκλειδώνω την κλειδαριά. Μου φαίνεται πως αυτή η επιπρόσθετη στροφή του κλειδιού θα επαυξήσει την μοναξιά μου και θα ενισχύσει τα οδοφράγματα που με χωρίζουνε πραγματικά από τον κόσμο.

    Ζωή φρικτή! Πόλη φρικτή! Ας ανακεφαλαιώσουμε, λοιπόν, την αποψινή μέρα: έχοντας δει μερικούς ανθρώπους των γραμμάτων, εκ των οποίων ο ένας με ρώτησε εάν θα μπορούσε άραγε κανείς να επισκεφτεί την Ρωσία δια ξηράς (προφανώς θεωρούσε πως επρόκειτο για νησί)· έχοντας φιλονικήσει γενναιόδωρα με τον διευθυντή κάποιας επιθεώρησης, ο οποίος σε κάθε αντίρρηση ανταπαντούσε: «Ακούστε κύριε μου, εδώ είμαστε έντιμοι άνθρωποι» αφήνοντας να εννοηθεί πως οι συντάκτες όλων των υπολοίπων δεν είναι παρά κανάγιες· έχοντας χαιρετήσει καμιά εικοσαριά άτομα εκ των οποίων δεν γνώριζα τουλάχιστον τα δεκαπέντε· έχοντας διανείμει ισάριθμες χειραψίες κι ετούτο δίχως να έχω φροντίσει ν’ αγοράσω γάντια· έχοντας ανέβει, κατά τη διάρκεια μιας νεροποντής, εν μέρει για να σκοτώσω το χρόνο μου, στο δώμα μιας πόρνης που με παρακάλεσε να την σχεδιάσω με την περιβολή της Αφροδίτης· έχοντας περάσει από έναν διευθυντή θεάτρου ο οποίος μου είπε δίνοντας μου τα παπούτσια στο χέρι: «Καλά θα κάνατε να απευθυνθείτε στον Ζ. …είναι ο πιο βαρύς, ο πιο ηλίθιος και ο πιο δημοφιλής από τους συγγραφείς μου, όλο και κάτι θα κερδίσετε από την γνωριμία του. Δείτε τον κι έπειτα ξαναμιλάμε αν είναι» και ο οποίος εν συνεχεία με εκθείασε (γιατί άραγε;) για διάφορες πρόστυχες πράξεις που ουδέποτε διέπραξα και αποσιώπησε άλλες που με χαρά διέπραξα, κακούργημα φανφαρονισμού, έγκλημα εναντίον του ανθρώπινου σεβασμού· έχοντας αρνηθεί σ’ έναν φίλο μια εύκολη εξυπηρέτηση κι έχοντας δώσει συστατική επιστολή σ’ ένα υποκείμενο ολωσδιόλου γελοίο· ουφ! Ακόμα να τελειώσει;

    Δυσαρεστημένος απ’ όλους και κυρίως από τον εαυτό μου, θα ήθελα να μ’ αποζημιώσω και να μεθύσω λιγάκι μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή της νύχτας. Ψυχές εκείνων που αγάπησα, ψυχές εκείνων που τραγούδησα, δώστε μου δύναμη, στηρίχτε με, πάρτε από πάνω μου το ψέμα και τις διαφθείρουσες του κόσμου αναθυμιάσεις· κι εσύ Κύριε και Θεέ μου! κάνε να γράψω δυο στίχους τουλάχιστον της προκοπής, δύο μονάχα στίχους, ώστε ν’ αποδείξω στον εαυτό μου πως δεν είμαι ο τελευταίος των τελευταίων, ο έσχατος μες στους ανθρώπους, πως δεν είμαι ακόμα χειρότερος κι από εκείνους που τόσο φρικτά καταφρονώ!

Βλαδίμηρος Μαγιακόβσκι, Σύννεφο με παντελόνια

Posted in European Poetry, Αφιέρωμα στον Маяковский, Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο on 11 Νοεμβρίου, 2012 by Le grand écrivain

024_001

Владимир Маяковский – ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ ΜΑΓΙΑΚΟΒΣΚΙ

(7 Ιουλίου 1893 – 14 Απριλίου 1930)

ΣΥΝΝΕΦΟ ΜΕ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙΑ
Τετράπτυχο
(Αποσπάσματα)

Απόδοση Γιάννη Ρίτσου – Άρη Αλεξάνδρου

Σ’ εσένα Λίλη

Πρόλογος

Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξυγκόθρεφτος λακές
σ’ ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου
φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.

Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχειά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω,
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.

Εσείς οι αβροί!…
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.

Όμως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα;
Ελάτε να σας δασκαλέψω,
εσάς τη μπατιστένια απ’ το σαλόνι,
εσάς την άψογον υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κι εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα – ήρεμα τα χείλη σας
σε μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού
μαγειρικής.

Θέλετε –
θάμαι ακέριος όλο κρέας, λυσσασμένος,
– κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός-
Θέλετε –
θάμαι η άχραντη ευγένεια
– όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια.
. . . . . . . . . . . . . . .

Ι

– Νομίζετε ίσως πως παραμιλάει ο πυρετός;
Έγινε.
Έγινε στην Οντέσσα.
Θάρθω στις τέσσερις, είπε η Μαρία.

Οχτώ
Εννέα
Δέκα

Να και το βράδυ
έφυγε απ’ το παράθυρο
μες στ’ ανατρίχιασμα της νύχτας
κατσουφιασμένο
δεκεμβριανό.

Πίσω απ’ την ξεχαρβαλωμένη πλάτη
χλιμιντράν χαχανίζουν τα πολύφωτα.

. . . . . . . . . . . . . .

Και να τεράστιος
καμπουριάζω στο παράθυρο
λυώνοντας με το κούτελο το τζάμι.

. . . . . . . . . . . . .

Ακόμα, ακόμα,
με το πρόσωπο ζουληγμένο
πάνω στο βλογιοκομμένο πρόσωπο της βροχής,
περιμένω
πιτσιλισμένος απ’ τον κεραυνό
των παφλασμών της πολιτείας.

Το μεσονύχτι
σειώντας το γυμνό μαχαίρι του,
έφτασε,
τον έσφαξε.
Πετάχτε τον.

Έπεσε κι η δωδέκατη ώρα
σάμπως κεφάλι εκτελεσμένου απ’ το ικρίωμα.

. . . . . . . . . . . . . . . .

Άξαφνα
οι πόρτες τρίζουν
σα να χτυπάνε από το κρύο τα δόντια της εισόδου.

Μπήκες εσύ,
απότομα σαν ένα : πάρ’ το
βασανίζοντας το σεβρό του γαντιού σου
κι είπες:
Ξέρετε –
παντρεύομαι.
Τι να γίνει, παντρευτείτε.
Δεν πειράζει.
Θα κάνω κουράγιο.
Βλέπετε – τι ήρεμος που είμαι!
Σαν το σφυγμό
ενός νεκρού.

. . . . . . . . . . . . . . .

Πάλι ερωτευμένος θα ριχτώ στο γλεντοκόπι,
Πυρπολώντας το τόξο των φρυδιών μου.
Τι να γίνει;
Και σ’ ένα σπίτι καμένο
ζούνε καμιά φορά άστεγοι αλήτες.

. . . . . . . . . . . . . . . .

Αλό, αλό!
Ποιος εκεί;
Α εσύ μητέρα,
Μητέρα,
ο γιος σας είναι εξαίσια άρρωστος.
Μητέρα!
Πάσχει από πυρκαϊά καρδιάς.
Πέστε στις αδερφές, τη Λιούντα και την Όλια,
δεν έχει πια πού ν’ απαγκιάσει.
Κάθε λέξη,
ακόμα κι ένα αστείο
που φτύνει απ’ το καψαλιασμένο στόμα του,
πετάγεται έξω σαν πόρνη γδυτή
απόνα μπορτέλο πούπιασε φωτιά.

. . . . . . . . . . . . . . .

Στο πρόσωπο που ακόμα καίγεται,
απ’ τη σκισμάδα των χειλιών,
ένα μικρό – μικρό φιλί απανθρακωμένο
προβαίνει να ριχτεί στο δρόμο.
Μητέρα.
Δεν μπορώ να τραγουδήσω.
Στο παρεκκλήσι της καρδιάς μου
τα ψαλτήρια καίγονται.

. . . . . . . . . . . . . .

Στερνή κραυγή –
κάνε τουλάχιστον εσύ,
μες απ’ τη φλόγα που σε καίει,
ν’ αντιλαλήσει ο στεναγμός σου
στους αιώνες!

ΙΙ

Δοξάστε με.
Δεν είμαι ταίρι εγώ των ισχυρών.
Εγώ επάνω σ’ όλα που έχουν γίνει
βάζω μηδέν.

. . . . . . . . . . . . .

Ετούτοι
τσαγκρουνώντας ρίμεςστο βιολί τους.
Βράζουν έρωτες κι αηδόνια
για να βγάλουν δυο δάχτυλα ζουμί.
Ενώ ο δρόμος
δίχως γλώσσα κουλουριάζεται.
Δεν έχει με τι να φωνάξει.
Δεν έχει με τι να μιλήσει.

. . . . . . . . . . . . .

Ο δρόμος
στριμώχνει σιωπηλά τα βάσανά του.
Η φωνή του
σαν κόκκαλο ψαριού στο λαρύγγι του.

Η πολιτεία αμπάρωσε το δρόμο με σκοτάδι.

Και στο στόμα
σαπίζουν τα μικρά πτώματα
των πεθαμένων λέξεων,
και δυο μονάχα ζουν
χοντραίνοντας,
τσογλάνι,
και μια άλλη ακόμα,
θαρρώ:
«ψωμί»

Οι ποιητές
που μούλιασαν στα κλάματα και στ’ αναφιλητά
λακίσαν απ’ το δρόμο
τινάζοντας ακατάδεχτα τα τσουλούφια τους.
Πώς με δυο τέτοιες λέξεις
να τραγουδήσεις
την δεσποινίδα
και τον έρωτα
και το τριανταφυλλάκι με τις δροσοσταλίδες;

Και πίσω από τους ποιητές
τρέχουν τα πλήθη του δρόμου:
Φοιτητές,
πόρνες,
εργολάβοι.

. . . . . . . . . . . . . .

Ακούστε!
Κάνει το κήρυγμά του
με βογγυτά κι ουρλιάγματα
ο σύγχρονος φωνακλάς Ζαρατούστρας.

Εμείς
με πρόσωπο σαν αγουροξυπνημένο σεντόνι,
με χείλια κρεμασμένα σαν πολύφωτα,

Εμείς
οι κατάδικοι της πολιτείας των λεπρών,
όπου η βρώμα κι ο χρυσός γαγγραίνιασαν τη λέπρα,

Εμείς,
είμαστε πιο καθάριοι κι απ’ το κρούσταλλο της Βενετιάς
που το ξεπλύνανε μαζί κι οι θάλασσες κι ο ήλιος.
Στα παλιά μας παπούτσια κι αν δε βρίσκονται
στους Όμηρους και στους Οβίδιους
ανθρώποι σαν και μας,
βλογιοκομμένοι απ’ την καπνιά.

Εμείς,
καθένας από μας,
κρατάμε μέσα στη γροθιά μας
τους κινητήριους ιμάντες του σύμπαντος.

. . . . . . . . . . . . . . .

Εγώ που η σύγχρονη γενιά μου γέλασε κατάμουτρα,
διακρίνω αυτόν που φτάνει μες απ’ τις οροσειρές του χρόνου,
διακρίνω αυτόν που κανένας δε βλέπει.

Εκεί που τ’ ανθρώπινο βλέμμα τσακίζεται ανήμπορο,
βλέπω να καταφθάνει
των πεινασμένων στρατηλάτης,
φορώντας το ακάνθινο στεφάνι της επανάστασης
το 1916.

Κι ανάμεσά σας είμαι εγώ
ο Πρόδρομος του,
κι είμαι όπου βρίσκεται κι ο πόνος, πάντοτε παντού.
Πάνω σε κάθε μια σταλαματιά του νέφους των δακρύων
έχω σταυρωθεί.

Τίποτα πια δεν είναι για συγγνώμη.

Κι όταν
τον ερχομό του διαλαλώντας
ανταριασμένοι
θα βγείτε να δεχτείτε τον Σωτήρα,
εγώ για σας
θα ξεριζώσω την καρδιά μου
θα την ποδοπατήσω
κι έτσι μεγαλωμένη
και καταματωμένη
θα σας τη δώσω για σημαία.

ΙΙΙ

—-

Σήμερα πρέπει
με τη βαρειά
ν’ αποτυπώνεσαι στο καύκαλο του κόσμου.
Εσείς που μοναχά μιαν έγνοιαν έχετε:
είναι τάχα ο χορός μου κομψός;
κοιτάχτε πως διασκεδάζω
εγώ –
ο χαρτοκλέφτης κι ο ρουφιάνος
της πλατείας.

Από σας
που χρόνια τώρα παπαριάζετε στον έρωτα
εγώ θα χωρίσω τα τσανάκια μου
τον ήλιο βάζοντας μονύελο
στ’ ορθάνοιχτό μου μάτι.
Μ’ απίθανο ρούχο ντυμένος
θα βαδίσω στη γης
και μπροστά μου δεμένον μ’ αλυσίδα
θα κρατάω σαν σκυλί τον Ναπολέοντα.

. . . . . . . . . . . . . . .

Έι, σεις που σουλατσέρνετε
βγάλτε τα χέρια από τις τσέπες.
Πάρτε μαχαίρι, πέτρα, μπόμπα,
κι αν είν’ κανείς σας δίχως χέρια
ναρθεί να χτυπηθεί με κουτουλιές.

. . . . . . . . . . . . . .

Στον ουρανό, σα Μαρσεγιέζα κόκκινη,
σφαδάζει ψοφώντας η δύση.
Όλα πια είναι μια τρέλλα.

. . . . . . . . . . . . . .

Μαρία, Μαρία, Μαρία.
Άσε με νάμπω Μαρία,
Δε μπορώ έξω στους δρόμους.
Μαρία το βλέπεις –
που ανάμεσα στα δόντια μου κρατάω
– πάλι –
το μπαγιάτικο ψωμάκι
απ’ το χτεσινό σου χάδι.

Μαρία. Άνοιξε. Πονάω.

Βλέπεις –
μες στα μάτια μου μπήχτηκαν
οι καρφίτσες των γυναικείων καπέλων

Μαρία,
Φοβάμαι μην ξεχάσω τα’ όνομά σου,
όπως φοβάται μην ξεχάσει ο ποιητής
μια λέξη που γεννήθηκε
στις ωδίνες της νύχτας
μια λέξη μεγάλη σαν το Θεό.

Δε θέλεις Μαρία; Δε θέλεις;

Λοιπόν θα ξαναπάρω πάλι
σκυφτός και σκοτεινός την καρδιά μου
ποτισμένη με δάκρυ
για να την κουβαλήσω
σαν το σκυλί που κουβαλάει
στην τρύπα του
το πόδι του που τούκοψε το τραίνο.

Χίλιες φορές θα στροβιλίσει ο ήλιος
σε χορό τη γη
όπως η Ηρωδιάδα
την κεφαλή του Βαπτιστή.
Κι όταν τα χρόνια μου
τα χορέψει ως το τέλος,
μ’ εκατομμύρια στάλες αίμα
θάχουν στρωθεί τα χνάρια μου στο δρόμο
ως το κατώφλι του Πατέρα.

Παραμερίστε.
Δε θα μου φράξετε το δρόμο.

Κοιτάχτε
αποκεφάλισαν ξανά τ’ αστέρια
ματωμένος ουρανός σα σφαγείο.
Έι, εσύ! Ουρανέ!
Βγάλ’ το καπέλο σου.
Εγώ περνάω.

Ησυχία!
Κοιμάται η οικουμένη
ακουμπώντας το τεράστιο αυτί της
πάνω στο χέρι της το ολόστικτο
απ’ τα τσιμπούρια των άστρων.

(1915)

Antonin Artaud, Le Pèse-nerfs

Posted in European Poetry on 25 Μαρτίου, 2012 by Le grand écrivain

Antonin Artaud

Από τη συλλογή Le se-nerfs[1]

(1925)

 

 Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής


    Αισθάνθηκα τότε και πραγματικά ότι ανακόπτετε την ατμόσφαιρα γύρω μου, ότι παριστάνετε το κενό ώστε να μου επιτρέψετε να προχωρήσω, ώστε να δοθεί ένας χώρος σε κάτι εντός μου που υπήρχε δυνάμει μόνο ακόμα, σε μια ολάκερη εικονική βλάστηση, και που όφειλε να γεννηθεί, χάρη στην επιθυμία που ο χώρος που της δινόταν της γεννούσε.

Πολλές φορές βρέθηκα σ’ αυτήν την κατάσταση του απίθανου παράλογου, ώστε να δοκιμάσω να γεννήσω εντός μου τη σκέψη. Δεν υπάρχουμε πολλοί σ’ αυτήν την εποχή που θελήσαμε να κακοποιήσουμε τα πράγματα, να δημιουργήσουμε εντός μας διαστήματα ελεύθερα για τη ζωή, διαστήματα που δεν ήταν και δεν φαίνονταν να έπρεπε να βρουν τη θέση τους στο χώρο.

Κι όμως πολλές φορές εξεπλάγην από τούτη την ισχυρογνωμοσύνη του πνεύματος να επιθυμεί να στοχάζεται σε διαστάσεις και σε διαστήματα, και να συγκεντρώνεται σε καταστάσεις αυθαίρετες πραγμάτων ώστε να στοχάζεται, να στοχάζεται με θραύσματα, με κρυσταλλοειδή, έτσι ώστε κάθε τρόπος του όντος να παραμένει στερεοποιημένος σε μιαν έναρξη, έτσι ώστε η σκέψη να μην είναι σε άμεση και αδιάκοπη επικοινωνία με τα πράγματα, αλλά με τέτοιον τρόπο ώστε αυτή η εμμονή, αυτή η συγκέντρωση, ετούτο το ψύχος, αυτό το είδος της μνημειοποίησης της ψυχής να παράγεται κατά κάποιον τρόπο ΠΡΙΝ ΤΗ ΣΚΕΨΗ. Πρόκειται προφανώς για την απαραίτητη προϋπόθεση της δημιουργίας.

Αλλά εξεπλάγην ακόμα περισσότερο από αυτήν την ακαταπόνητη, μετεωρική ψευδαίσθηση, που φυσά εντός μας αυτές τις καθορισμένες, περιγεγραμμένες, στοχασμένες  αρχιτεκτονικές, αυτά τ’ αποκρυσταλλωμένα θραύσματα ψυχής, σαν να μην ήταν αυτά παρά μια μεγάλη σελίδα, εύπλαστη και σε όσμωση με το υπόλοιπο της πραγματικότητας. Και η υπερπραγματικότητα[2] είναι σαν μία πύκνωση, σαν μία ξαφνική συγκέντρωση σε ένα και μόνο σημείο της όσμωσης αυτής, ένα είδος ανταποδομένης επικοινωνίας. Αδυνατώντας να διακρίνω έναν περιορισμό του ελέγχου, βλέπω αντίθετα έναν ακόμη στενότερο έλεγχο, έναν έλεγχο όμως που αντί να δρα, δυσπιστεί, έναν έλεγχο που εμποδίζει τα συναπαντήματα της καθημερινής πραγματικότητας και επιτρέπει τα πλέον εκλεπτυσμένα και τα πλέον σπάνια συναπαντήματα, συναπαντήματα τόσο εξαίρετα λεπτεπίλεπτα ίσαμε τη χορδή, που παίρνει φωτιά και που ποτέ δεν σπα.

Οραματίζομαι μια κατεργασμένη ψυχή που ν’ αναδίνει το θειάφι και το φώσφορο από τούτα τα συναπαντήματα ως την αποκλειστικά αποδεκτή επικράτεια της πραγματικότητας.

Είναι όμως κι εγώ δεν ξέρω ποια ακατονόμαστη, άγνωστη διαύγεια που μου δίνει τον τόνο και την κραυγή και τα κάνει ν’ αντηχούν μέσα μου. Τα αισθάνομαι σε μια συγκεκριμένη ολότητα αδιάλυτη, θέλω να πω στην αίσθηση εκείνη που καμιά αμφιβολία δεν δύναται να δαγκώσει. Κι εγώ σε σχέση μ’ αυτά τα διεγερτικά συναπαντήματα, βρίσκομαι σε μια κατάσταση ελάσσονος δόνησης· θα ήθελα για μια στιγμή να φανταστείτε ένα μη-είναι ακινητοποιημένο, μία μάζα πνεύματος να δραπετεύει για κάπου, να γίνεται εικονικότητα.

Συνέχεια

Συνομιλίες VIII (Είχα ένα όνειρο…)

Posted in European Literature, European Poetry, Greek Poetry, Συνομιλίες, Project Romanticism on 6 Νοεμβρίου, 2011 by Le grand écrivain
»]

Συνομιλίες VIII

 

George Gordon, Lord Byron
(1788–1824)

 —

Darkness

(1816)

 —

I had a dream, which was not all a dream.
The bright sun was extinguished, and the stars
Did wander darkling in the eternal space,
Rayless, and pathless, and the icy Earth
Swung blind and blackening in the moonless air;
Morn came and went—and came, and brought no day,
And men forgot their passions in the dread
Of this their desolation; and all hearts
Were chilled into a selfish prayer for light:
And they did live by watchfires—and the thrones,
The palaces of crownéd kings—the huts,
The habitations of all things which dwell,
Were burnt for beacons; cities were consumed,
And men were gathered round their blazing homes
To look once more into each other’s face;
Happy were those who dwelt within the eye
Of the volcanos, and their mountain-torch:
A fearful hope was all the World contained;
Forests were set on fire—but hour by hour
They fell and faded—and the crackling trunks
Extinguished with a crash—and all was black.
The brows of men by the despairing light
Wore an unearthly aspect, as by fits
The flashes fell upon them; some lay down
And hid their eyes and wept; and some did rest
Their chins upon their clenchéd hands, and smiled;
And others hurried to and fro, and fed
Their funeral piles with fuel, and looked up
With mad disquietude on the dull sky,
The pall of a past World; and then again
With curses cast them down upon the dust,
And gnashed their teeth and howled: the wild birds shrieked,
And, terrified, did flutter on the ground,
And flap their useless wings; the wildest brutes
Came tame and tremulous; and vipers crawled
And twined themselves among the multitude,
Hissing, but stingless—they were slain for food:
And War, which for a moment was no more,
Did glut himself again:—a meal was bought
With blood, and each sate sullenly apart
Gorging himself in gloom: no Love was left;
Συνέχεια

Осип Мандельштам, Στην Πετρούπολη θα σμίξουμε πάλι

Posted in European Poetry on 22 Ιανουαρίου, 2011 by Le grand écrivain

Осип Мандельштам (Όσιπ Μαντελστάμ)

(1891 – 1938)


Στην Πετρούπολη θα σμίξουμε πάλι


Μετάφραση Μήτσος Αλεξανδρόπουλος

Στην Πετρούπολη θα σμίξουμε πάλι,

εκεί σαν να ‘χουμε θάψει τον ήλιο μας,

και την ευλογημένη ανεξιχνίαστη λέξη μας

θα προφέρουμε σαν για πρώτη φορά.

Στο μαύρο βελούδο της σοβιετικής νύχτας,

Στου άδειου κόσμου το μαύρο βελούδο,

Τραγουδάνε ακόμα ευλογημένων γυναικών αγαπημένα μάτια,

ανθίζουνε ακόμα αθάνατα άνθη.

Σαν αγριόγατα καμπυλώνει τη ράχη η πρωτεύουσα,

πάνω στη γέφυρα να η περίπολος,

μόνο το κακό μοτέρ θα περάσει μες στο σκοτάδι καλπάζοντας

και κραυγάζοντας σαν τον κούκο.

Εμένα άδεια νυχτερινή δεν μου χρειάζεται καμία,

δεν τους φοβάμαι τους φρουρούς:

για την ευλογημένη ανεξιχνίαστη λέξη

στη σοβιετική νύχτα θα δεηθώ.

Ακούω το ανάλαφρο θρόισμα του θεάτρου,

ένα κοριτσίστικο «αχ»

και μια πελώρι’ αγκαλιά αθάνατα τριαντάφυλλα

στα χέρια της Κυπρίδας.

Δίπλα στη φωτιά ζεσταινόμαστε απ’ την πλήξη,

μα θα περάσουν ίσως οι αιώνες

κι ευλογημένων γυναικών αγαπημένα χέρια

θα μαζέψουνε την τέφρα τους.

Κάπου σαν να φαίνονται οι κόκκινες βραγιές της πλατείας,

από πάνω μ’ όλη τους την πολυτέλεια οι σιφονιέρες των θεωρείων·

ένας αξιωματικός, πες κουρδισμένη κούκλα·

μα δεν είν’ αυτά για μαύρες ψυχές και ψευτοπαναγίες…

Καλύτερα σβήσε λοιπόν τα κεριά μας

μες στου άδειου κόσμου το μαύρο βελούδο,

τραγουδάνε ακόμα ευλογημένων γυναικών ώμοι στητοί,

μαύρο ήλιο η χάρη σου να μη δει.

25 Νοεμβρίου 1920

Συνέχεια

Η προοπτική της ποίησης

Posted in European Literature, European Poetry, Μικροκείμενα on 12 Ιανουαρίου, 2011 by Le grand écrivain

Paul Éluard


Η προοπτική της ποίησης

(1937)

Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής


Ι

Το ψωμί είναι πιο χρήσιμο απ’ την ποίηση. Αλλά η αγάπη στην πιο βαθιά, στην πιο ανθρώπινη σημασία της λέξης, η αγάπη-πάθος δεν είναι πιο χρήσιμη απ’ την ποίηση.

ΙΙ

Ο ποιητής είναι εκείνος που εμπνέει περισσότερο παρά εκείνος που εμπνέεται.

ΙΙΙ

Οι ανακλώμενοι κι οι καθρέφτες πιστοί. Δεν ήταν κατ’ ανάγκην ερωτευμένοι εκείνοι που έγραψαν τα πιο όμορφα ερωτικά ποιήματα· κι αν ακόμα ήταν όντως ερωτευμένοι δεν θα διανοούνταν ποτέ να καταστήσουν υπεύθυνο γι αυτό τον έρωτα τους. Εντούτοις, ο αντικατοπτρισμός όλων των αρθρωμένων, χρησιμοποιημένων λέξεων παραμένει επάνω τους κάπως σαν ανεξίτηλος. Και είναι υποχρεωμένοι να υπομένουν τον αντικατοπτρισμό αυτό και να παραμένουν την κάθε στιγμή διαθέσιμοι· αντικατοπτρισμός και όραση, μιαν αρετή αιωνιότητας. Το να βλέπεις σημαίνει να προσλαμβάνεις, το ν’ αντικαθρεφτίζεις σημαίνει να παραδίδεις στην όραση.

IV

Ο ρόλος του ποιητή θα περιοριστεί στο ρόλο του εργολάβου ιδεών, αντικειμένων, συναισθημάτων, πράξης.

V

Ισχυρίζονται πως το να άρχεσαι από τις λέξεις και τις σχέσεις τους για να μελετήσεις επιστημονικά τον κόσμο δεν είναι ένα δικαίωμα μας, αλλά το καθήκον μας. Θα έπρεπε να προσθέσει, όμως, κανείς, ότι το καθήκον αυτό είναι το ίδιο το καθήκον της ζωής· όχι με τον τρόπο εκείνων που φέρουν ήδη το θάνατο μέσα τους και οι οποίοι είναι καθώς οι τοίχοι ή κενοί, αλλά γινόμενοι ένα με το σύμπαν, με το σύμπαν εν κινήσει, το ζωντανό γίγνεσθαι.

 

VI

Μας χρειάζονται ελάχιστες λέξεις για να εκφράσουμε το ουσιώδες· μας χρειάζονται όλες οι λέξεις για να το καταστήσουμε πραγματικό.

 

VII

Ο ποιητής ορά στον ίδιο βαθμό που εκτίθεται. Και αντίστροφα. Μια μέρα ο άνθρωπος θ’ αποκαλύψει οία ο ποιητής είδε. Τέλος του φαντασιακού.

 

VIII

Το να βλέπεις σημαίνει ν’ αντιλαμβάνεσαι, να κρίνεις, ν’ αποσχηματίζεις, να παραβάλλεις, να λησμονείς και να λησμονείσαι, να είσαι και να εξαφανίζεσαι.

 

IX

Η ποίηση ποτέ δεν θα λάβει σάρκα και οστά άμα δεν καταστεί αμοιβαία. Αυτή η αμοιβαιότητα βρίσκεται σε απόλυτη συνάρτηση με την ισονομία της ευτυχίας μεταξύ των ανθρώπων. Και η ισονομία εντός της ευτυχίας θα έφερνε τον άνθρωπο σ’ ένα ύψος του οποίου ακόμα τα όρια δεν μπορούμε καν να διανοηθούμε.

Η ευδαιμονία αυτή δεν είναι απίθανη.

 

X

Προσυπέγραφε ό,τι επιδοκιμάζεις.

 

XI

Υπάρχουν νύχτας μεγάλα διαστήματα. Η επιχειρηματολογία δεν έχει παρά το ‘προσόν’ να τα χρησιμοποιεί. Και στις καλύτερες στιγμές της να τα αποφεύγει. Η ποίηση τα διαλύει. Εκείνη μόνη η τέχνη των φώτων.

 

XII

Δεν πρόκειται για λογοπαίγνιο. Τα πάντα είναι συγκρίσιμα με τα πάντα, τα πάντα έχουν την αντήχηση τους, το λόγο τους, την ομοίωση τους, την αντίθεση τους, την προοπτική του μέλλοντος τους παντού. Και το γίγνεσθαι αυτό είναι ατέρμονο.

 

 

 


Antonin Artaud, Εξέγερση και Ουτοπία

Posted in European Poetry on 24 Νοεμβρίου, 2010 by Le grand écrivain

Antonin Artaud


Η κοινωνική αναρχία της τέχνης


 

Η τέχνη έχει ως κοινωνικό καθήκον να δίνει διέξοδο στις αγωνίες της εποχής της. Ο καλλιτέχνης που δεν αφουγκράστηκε την καρδιά της εποχής του, ο καλλιτέχνης που αγνοεί πως δεν είναι παρά ένας αποδιοπομπαίος τράγος, ένα εξιλαστήριο θύμα, που δεν αντιλαμβάνεται πως πρωταρχικό χρέος του είναι η ιδιότητα του αγαπάν, η ιδιότητα του να προσελκύει, του να κάνει να πέφτουν στους δικούς του ώμους όλοι οι περιπλανώμενοι και διάχυτοι θυμοί της εποχής προκειμένου να την αποφορτίσει από την ψυχολογική της κακοδαιμονία, αυτός ο άνθρωπος δεν είναι καλλιτέχνης.

Όπως ακριβώς οι άνθρωποι, έτσι και οι εποχές έχουν ένα Ασυνείδητο. Κι εκείνα τα σκοτεινά κομμάτια της σκιάς για τα οποία κάνει λόγο ο Shakespeare έχουν κι αυτά μια δική τους ζωή, μια ζωή που οφείλει κανείς να φωτίσει.

Σ’ αυτό χρησιμεύουν τα έργα τέχνης.

O ματεριαλισμός του σήμερα είναι στην πραγματικότητα μια συμπεριφορά ιδεαλιστική διότι, αντί να μας βοηθά να τις καταστρέψουμε, μας εμποδίζει να φτάσουμε στην ουσία των αξιών εκείνων που διαφεύγουν του νοήματος. Τις αξίες αυτές ο ματεριαλισμός τις αποκαλεί «ιδεαλιστικές» και τις περιφρονεί: έτσι αυτές με τη σειρά τους δηλητηριάζουν ανενόχλητες το Ασυνείδητο της εποχής. Κι αυτό διότι τίποτα από όσα μπορούν να οδηγήσουν στην λογική ή την νόηση δεν είναι ιδεαλιστικό.

Διαθέτουμε όλα τα μέσα για να αγωνιστούμε, αλλά η εποχή μας είναι έτοιμη να χαθεί διότι έχει λησμονήσει πώς να τα χρησιμοποιεί.

Συνέχεια

Mehmet Yashin, Η Κωνσταντινούπολη δεν περιμένει πια κανέναν

Posted in European Poetry on 20 Οκτωβρίου, 2010 by Le grand écrivain

Mehmet Yashin

μτφρ. Ζ. Δ. Αϊναλής

Ο άρχοντας των δαφνών (Ι)

Πριν από λίγο τηλεφώνησα στο Γιώργο να μάθω που είχανε πάει.

————————————–[Ήτανε στη Λάρισα,

προσπαθούσε να αποκρυπτογραφήσει μια βυζαντινή επιγραφή πάνω σε κάποια πέτρα που μνημόνευε την Κυβέλη και την Μαρία.

Η πέτρα βρίσκεται, λέει, σε ένα μαυσωλείο μεβλεβί[1] που βομβαρδίστηκε στον τελευταίο πόλεμο,

στο υπόγειο που βγάζει ξαφνικά σε κάποιο οθωμανικό κελάρι.]

Θα έπρεπε, ίσως, να γυρίσουμε απόψε στη Ρόδο, μου είπε.

Για έναν καινούργιο γύρο στο Λεβάντε,

δεν θυμάμαι πόσοι επιβάτες είχανε παραμείνει τότ’ επάνω στο πλοίο.

————————————[η Πολυξένη, ο διευθυντής μας του δημοτικού σχολείου κύριος Σαβάλας, η μεγαλύτερη αδελφή του η κυρία Μουρουντέ, δηλαδή η θεία Μιράντα,

ακόμα μερικοί Σαλονικιοί,

οι Αγγελικοί, οι γείτονες που πια γυρνάνε σπάνια

στο σπίτι τους, χρόνια κλειστό, στο Μπουγιουκαντά[2]…]

——————————————-Είμαστε πνεύματα

επιπλέοντα στον αέρα στα νερά μαραγκιασμένα στη μαρμαρυγή μιας ζωής

το αστέρι σβησμένο


κυκλοφέρνουμε στο κενό μας τη χάρη της πέτρας.

—-

«Προσοχή», είπε μια φωνή, όσο εγώ με το Γιώργο μιλούσαμε στο τηλέφωνο

«Προσοχή στο τοίχο!» το Βυζάντιο καταρρέει ακόμα,

κι εμείς,

και τ’ αστέρι χαραγμένο στην πέτρα στο κοίλο της σπειροειδούς σκάλας,

και ο σταυρός, κι η ημισέληνος [αυτά τα τουρκεμένα πνεύματα ρουμί, τα εξελληνισμένα…

η μάνα μου ήταν εγγλέζα κόρη ενός μεβλεβί απ’ τη Καραμανία[3]

από τη μια μεριά αχί[4], εγγονή του μούφτη και ποιητή Ρατσί Εφέντι

κι από την άλλη, ενός κυρίου εγγείου ιδιοκτησίας, καθώς λένε, κατάξανθου

αιχμάλωτου των Λουζινιάν καθώς επέστρεφε από τους Άγιους Τόπους στο Παρίσι.]

Στο οικόπεδο στην Ατάλασα κυνηγούσε τα κοράκια

στριφογυρίζοντας

«Ata Halası

Atahalası»[5] Κύριοι ως εδώ και μη παρέκει με τα έπη σας

δικός μου μύθος η ιστορία.

Ένας μικρός κουβάς από χαλκό για λάφυρο

Σκάει με λύσσα, ξαφνικά, στα βράχια… ραβδωτός, ο Βόσπορος αφρίζει.

Ο κ. Καστανιώτης λέει πώλησε το διαμέρισμα επί του ισογείου

Θα πάγει το δίχως άλλο να πεθάνει εις τας Αθήνας

Με ρώτησε μάλιστα αν θα επιθυμούσα το παλιό του μπορσαλίνο

το φέσι που του άφηκε ο πατέρας του… Εγώ σιωπώ.

Η Κωνσταντινούπολη δεν περιμένει πια κανέναν

στην καμπίνα του διερμηνέα κάθεται μια γυναίκα με μάτια γαλάζια

θα μιλούσαμε με αρχαίες φωνές αν θα ‘πρεπε να μιλήσουμε.

Τώρα, γλώσσα στενή

κι ολοσκότεινη. Τα εσώτερα τούρκικα μου

ξηλώνονται, σε κάθε προσέγγιση με ξεκάνω γαζί το γαζί

… οι ψαράδες της Μαύρης Θάλασσας θα ‘ρθουν να με μαζέψουν

φοβάμαι που δεν διαβάζουν στις παλάμες μου:

δεν έχει πια Ινστανμπούλ για σας, μήτε Κωνσταντινούπολη, μήτε και φίλους

Τούρκους που ‘χανε κρεμασμένη μια Παναγιά βυζαντινή στην κάμαρη τους…

Το μυστικό σας ούτε κι ο ίδιος ο κ. Καστανιώτης δεν γίνεται να ξέρει.

Στην σκηνή με το μικρό χάλκινο κουβά σ’ εκείνο το φιλμ που τώρα μου διαφεύγει ο τίτλος του

για πρώτη φορά απαντώ στα ελληνικά (εγώ στέκομαι βουβός από την έκπληξη μου)

Γιατρέ μου, εγώ γεννήθηκα στην Κύπρο

κι αν ιδιοποιηθώ το βιος των Ελλήνων γειτόνων μου

φωτιά να πέσει να με κάψει…

Όπως και να το δεις είναι κι αυτό ένα λάφυρο

όμως γιατί ένας πεπαιδευμένος άνθρωπος να σύρει τα βήματα του σε τούτη την Πόλη που κανείς πια δεν συχνάζει,

πόσο μάλλον σ’ αυτό το καλντερίμι του Μικρού Κουβά από Χαλκό που αντηχούσε κάποτε φωνές ελληνικές.

Istanbul, 1998

Συνέχεια