Archive for the European Literature Category

Μεχμέτ Γιασίν, Πέντε ποιήματα από το ανθολόγιο Άγγελοι Εκδικητές

Posted in European Poetry, World Literature on Μαΐου 13, 2016 by Le grand écrivain

cover_high

MEHMET YAŞІN

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ     Ζ. Δ. ΑΪΝΑΛΗΣ

 

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΜΙΑΣ ΜΑΝΑΣ

 

Ο πόλεμος τέλειωσε, λένε,

όσοι ήταν στο μέτωπο γύρισαν

έτρεξα στο Σαραιγιονού

ρώτησα για σένα τη στήλη του Ντικιλιτάς

«Δεν τον είδα», απαντάει.

 —

Ρίχτηκα πίσω από ένα παιδί κλαμένο

Πέρασα μπροστά από ένα σπίτι καμένο

Βρήκα μια μικρή κατσίκα νεκρή

Ρώτησα, γιε μου, για σένα.

—-

Ρώτησα την αμυγδαλιά

Ρώτησα το τζιτζίκι

«Δεν τον είδα», απαντάνε

Κοίταξα στους δρόμους παντού έκλαψα

έκλαψα έκλαψα.

—-

Ρώτησα για σένα τον πόλεμο

Ρώτησα το αίμα που κυλάει

τα μυρμήγκια, το χώμα.

 —-

Τραγούδησα τα τραγούδια που σ’ άρεσαν

Έδειξα τις φωτογραφίες σου

Ήταν μόλις δεκαεφτά, είπα,

«Δεν τον είδα, δεν τον είδα, δεν τον είδα…»

 —-

Κοίταξα στον πόλεμο παντού έκλαψα

έκλαψα έκλαψα.

—-

Περνάνε μπροστά απ’ την πόρτα μας τανκς

εσύ δεν περνάς,

περνάν οι φυλακισμένοι

οι μέρες κι οι μήνες

εσύ δεν περνάς.

 —-

Περίμενα, αφουγκράστηκα, πρόσμενα

καρτέρεψα, γιε μου, την επιστροφή σου.

 —

Μια φωτογραφία σου μου ‘μεινε μόνο

καμιόνια κουβαλούν τους νεκρούς

το ράδιο παίζει νικητήρια εμβατήρια

κανένας δεν σ’ είδε,

κανένας.

 —-

Πήρα τους δρόμους της Λευκωσίας έκλαψα

έκλαψα έκλαψα.

 —-

Λευκωσία, 1980

 

***

 —-

ΒΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

 —-

Βγαίνοντας από το καταφύγιο δεν αναγνωρίσαμε τον τόπο

χρώματα και ήχοι άλλαξαν

των προαστίων οι ονομασίες και των οδών μία-μία.

«Πώς θα βρούμε τώρα τα σπίτια μας;»

Αδιέξοδα όπου κι αν στρίψουμε

δρόμοι κλειστοί από οδοφράγματα.

 —-

Πήραμε ν’ αναζητούμε ορόσημα

«Το σχολείο ήτανε στη γωνία… κοντά στο μπαρ Ατλαντίς

πέρα από τα τρία ψηλά πεύκα…»

Στρατώνες τώρα υψώνονται στις γωνίες, καήκαν τα δέντρα,

πρέπει να την ονειρευτήκαμε την Ατλαντίδα

δεν απομένει ούτ’ ένα ίχνος της.

—-

Μας ‘δωσαν καινούργια σπίτια με τα κουφάρια τους

ήμασταν σαν τις αρκούδες ψάχνοντας για φωλιές να βγάλουμε το χειμώνα

με καινούργιες ταυτότητες και πιστοποιητικά γέννησης

λέγαμε και πάλι «εμείς» – ποιοι εμείς; –

αν ό,τι μας καθόριζε μόνο ήταν πως ήμασταν οι αντίποδες

των προσφύγων γειτόνων μας, είχαμε στ’ αλήθεια υπάρξει;

 —

Σ’ ένα ταξίδι προς Ανατολάς

τρέξαμε στο λιμάνι με τις κάμερες

οικογένειες αποίκων από Πέρα πλησίασαν.

Μεγαλαυχώντας τους είπαμε «εσείς»

ενώ εκείνοι φιλοδοξούσαν να γίνουν «εμείς».

Αλλά όταν πετάξαμε τα κράνη μας μείναμε γυμνοί.

—-

Σήκωσα τ’ ακουστικό σ’ ένα ρημαγμένο από τον πόλεμο σπίτι

– κανείς δεν απαντά· είν’ όλοι νεκροί; –

Είμαι ο μόνος επιζών στα χαλάσματα;

Οι παλιοί τους βρίσκουν παράξενους

οι έφηβοι βλέπουν τους στίχους μου

σαν μια λησμονημένη γραφή σε κάποια αρχαία ταφόπλακα.

 —-

Μέσα σε τούτη τη καταστροφή ίσως να είν’ η θάλασσα που δίνει ελπίδα

μια ανήσυχη φωνή από μέσα:

– Ποτέ ακόμα η Κύπρος, τα παιδικά μου χρόνια, δεν διαγράφτηκαν

από τα περιβόλια όπου ανθίζουν οι πορτοκαλιές…

Ανθρώπινα όντα αναζητούν τους εαυτούς τους,  νησιά τα διαβατήρια

για να εισέλθουν από τις πύλες του κόσμου.

 

 —-

Λευκωσία, 1984

 

***

 —-

Συνέχεια

Καλά!

Posted in European Poetry, Αφιέρωμα στον Маяковский on Μαρτίου 6, 2016 by Le grand écrivain

Vladimir_Mayakovsky_1924

Владимир Маяковский – ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ ΜΑΓΙΑΚΟΒΣΚΙ

(7 Ιουλίου 1893 – 14 Απριλίου 1930)

 

Κ Α Λ Α!

(Απόσπασμα)

Απόδοση Νίκος Παππάς

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Σε νύχτες και σε μέρες όπως αυτές,
σε ώρες τέτοιου καιρού
στους δρόμους κυκλοφορούν ίσως μονάχα
οι ποιητές κι οι κλέφτες.
Το σκότος άδειαζε τον ωκεανό του στον κόσμο.
Σκοτάδι μαβί. Πάνω στις φωτιές η μαυρίλα.
Η Πετρούπολη βούλιαζε στο βυθό του νερού
σαν ένα υποβρύχιο χτυπημένο από νάρκη.
Και μονάχα σαν το σκοτάδι
τρίκλιζε μέσα στους πύρινους στροβίλους
Θυμόσουν ξανά
πως δεν είχαν ακόμα τελέψει τα βάσανα.
Το σκοτάδι λες κι ήταν νερό , και το ίδιο
απύθμενη ήταν η βαθυγάλανη άβυσσος.
Κι εδώ ακόμα, σαν φάλαινας φάσμα,
φαινόταν η μάσκα της «Αβρόρα»
Τα πολυβόλα είχαν την πλατεία ξυρίσει.
Οι προκυμαίες άδειες , ερημωμένες.
Κι εδώ όπου η γη κολλούσε σαν τον ιξό
απ΄ τη ζέστη , το φόβο ή και την παγωνιά ,
τις παλάμες απλώνοντας στης φωτιάς πάνω τις γλώσσες,
ζεσταινόταν ένας φαντάρος.
Ανάμεσ’ απ΄ τα μάτια του στρατιώτη αναμμένος δαυλός
λες ακουμπούσε σε μια τούφα μαλλιών του.
Τον γνώρισα , ξαφνιάστηκα ,είπα:
«Γεια σου, Αλέξανδρε Μπλοκ.
Οι φουτουριστές νίκησαν , του παρελθόντος το φράκο
σε κάθε ραφή του ξηλώνεται».
Ο Μπλοκ σήκωσε τα μάτια , οι φωτιές τόνε φώτιζαν .
«Πολύ καλά» – είπε.
Ένα γύρω ναυαγούσε η Ρωσία του Μπλοκ…
Οι Άγνωστες, οι καταχνιές του Βορρά
πηγαίναν στον πάτο
όπως πάνε τα σίδερα, τα κουτιά της κονσέρβας.
Κι ευθύς πήρε ύφος σκληρό,
πιο σκοτεινό απ’ του Χάρου σε γάμο:
«Από την εξοχή …μου γράφουν… βάλαν φωτιά
στη βιβλιοθήκη της βίλλας».
Τα μάτια του κάρφωσε ο Μπλοκ, και του Μπλοκ η σκιά
κι αυτή ακόμα κοιτούσε στρωμένη στον τοίχο…
Σάμπως κι οι δυο να προσμέναν να δουν στα νερά
το Χριστό να βαδίζει.
Μα ο Χριστός δεν είχε όρεξη στον Μπλοκ να φανεί.
Τα μάτια του Μπλοκ ξεχείλιζαν λύπη.
Ζωντανοί, τραγουδώντας, κι όχι πια το Χριστό,
από κάποια γωνιά ξεμπουκάριζαν άντρες:
-Απάνω! Απάνω! Απάνω!
Εργάτες κι ακτήμονες!
Σφίξτε στις χούφτες το σφυρί και το δρέπανο!
Το τουφέκι, τα χέρια στο σίδερο :
Ψηλά τη σημαία!
. . . . . . . . . . . .. . . . . . . .. . . . .. . . . . .. . . . . . . . . . . . .

(1927)

Ρομαντική Αισθητική: Μετά 5 έτη

Posted in European Literature, Project Romanticism on Φεβρουαρίου 19, 2016 by Le grand écrivain

Αποσπάσματα από το βιβλίο Z. Δ. Αϊναλής – Μ. Παπαντωνόπουλος, Ρομαντική Αισθητική. Οι ποιητές των Λιμνών και η Σχολή της Ιένα, Κριτική, Αθήνα, 2011.

9789602187159-287x430

—-

«Τόσο ο Blake όσο και ο Shelley στο πρόσωπο του Σατανά, και του Προμηθέα αντίστοιχα, προβάλλουν το πρότυπο του εξεγερμένου, που όμως στηρίζεται σε ένα θεμελιώδες τριαδικό ψυχαναλυτικό σχήμα: εξεγερμένος ενάντια του πατέρα αρχικά και δευτερευόντως ενάντια των αυταρχικών πολιτικών-ιδεολογικών υποκατάστατων του σε μια εξουσιαστική κοινωνία, τον βασιλιά (τον «πρώτο άρχοντα») και τον Θεό. Διότι μπορεί ο Θεός να είναι το δίχως άλλο το υπέρτατο μοντέλο εξουσίας, αλλά πρόκειται για ένα μοντέλο αφηρημένο και υστερογενές, υπό την έννοια ότι όχι μόνο δεν είναι άμεσα απτό ή αντιληπτό αλλά και δημιουργημένο. «Οι φυλακές χτίζονται με τα λιθάρια του Νόμου, τα μπουρδέλα με τα τούβλα της Θρησκείας», θα γράψει Blake στον Γάμο του Παράδεισου και της Κόλασης. Ο Θεός δεν είναι παρά ένα σύμβολο, μία ‘εικόνα’ και η ενοχή απέναντι του δεν είναι παρά ένας τρόπος να δοθεί ένα σχήμα στις ψυχολογικές εκείνες καταστάσεις που η καταγωγή τους βρίσκεται στις ίδιες τις κοινωνικές συνθήκες. Μέσα στα πλαίσια, λοιπόν, μιας εξουσιαστικής κοινωνίας, κάθε εξουσιαστικής κοινωνίας, η πίστη στην απόλυτη ισχύ αυτού του εξουσιαστικού-αυταρχικού «θεϊκού» μοντέλου οδηγεί σε μια κοινωνία επίσης αναπόφευκτα εξουσιαστική-αυταρχική, μετασχηματίζοντας το αφηρημένο μοντέλο σε απτές κοινωνικές σχέσεις. Αυτός ο αυταρχισμός, εκφράζεται κυρίως μέσα από τρία πρωταρχικά επίπεδα: το πολιτικό επίπεδο, (ο Βασιλιάς, ή εν γένει η «πολιτική» εξουσία), το ιδεολογικό (οι «θεράποντες» του Θεού επί γης, ο σαμάνος, ο παπάς και ο ιμάμης) και το κοινωνικό (ο Πατέρας – η Οικογένεια). Το άτομο που ανατράφηκε με αυτό το μοντέλο κατά τη διάρκεια όλων των εκδηλώσεων της ζωής του, καταλήγει στο τέλος να αντιμετωπίζει ψυχολογικά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, συγχέοντάς τις, τις διαφορετικές «εικόνες» των διαφορετικών εκπροσώπων των διαφορετικών κοινωνικών επιπέδων. Ως εκ τούτου, ασυνείδητα, η «εικόνα» του πατέρα, εκείνη του αρχιεπισκόπου κι εκείνη του βασιλιά συγχέονται μεταξύ τους με τέτοιον τρόπο ώστε πλέον να μην συνιστούν παρά μία και μόνη. Διότι, κάθε μία από αυτές τις «εικόνες» αντιστοιχεί σε διαφορετικές εκδοχές του ιδίου μοντέλου καθώς και στις ψυχολογικές αντιδράσεις που αυτό γεννά. Επιπλέον, κάθε μία από αυτές τις «εικόνες» λειτουργεί ως μία γήινη προσωποποίηση της αρχετυπικής «εικόνας» του ίδιου του Θεού. Ή διαφορετικά, η «εικόνα» του Θεού μεταθέτει σε ένα μεταφυσικό επίπεδο τις γήινες «εικόνες», οι οποίες, ως εκ τούτου βρίσκουν την δικαιολόγηση τους σε αυτήν ακριβώς την υπέρτατη, μεταφυσική και εξω-γήινη «εικόνα» απόλυτης εξουσίας.
Από τα παραπάνω καθίσταται φανερό ότι το αίτημα της εξέγερσης στον ρομαντισμό δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέσο προς άλλες, εναργείς, στοχεύσεις. Διότι το υφέρπων πολιτικό μήνυμα όλου του ρομαντισμού βρίσκεται ακριβώς στο τρίγωνο αυτογνωσία – ελευθερία – αυτονομία, με την εξέγερση στο κέντρο του: η εύρεση του εαυτού ως απόρροια της εξέγερσης και η οδηγούσα στην αυτονομία ελευθερία ως προϊόν της εύρεσης του εαυτού. Το τρίπτυχο αυτό, με την εξέγερση ως εμβληματικό σημείο και αφετηρία του, θα καταστεί το κυρίαρχο θέμα ενός ολόκληρου – οριακού – έργου του ευρωπαϊκού ρομαντισμού, Τα χρόνια της μαθητείας του Βίλχελμ Μάιστερ (Wilhelm Meisters Lehrjahre, 1795/96) του Goethe. Το αίτημα ως εκ τούτου της ελευθερίας και της αυτονομίας, ατομικής πρώτα απ’ όλα και συνακόλουθα συλλογικής, δια της εξέγερσης, που θέτει ο ρομαντικός καλλιτέχνης είναι ενιαίο και στρέφεται προς όλες τις κατευθύνσεις, στοχεύει όλους τους κατεστημένους τρόπους σκέψης και όλες τις νόρμες στην τέχνη, στην ηθική, και στην πολιτική. Ένα αίτημα που πολλοί ρομαντικοί θα αποδειχτούν πρόθυμοι να το υπερασπιστούν ακόμα και με την ίδια τους τη ζωή (Byron, Пушкин, Mickiewicz).»
Ζ. Δ. Αϊναλής, «Εισαγωγή (Μελαγχολία και Εξέγερση)», σελ. 44-46

—-

«Ανάμεσα στις ιδιότητες εκείνες που απαρίθμησα, και οι οποίες συμβάλλουν πρωταρχικά στη γέννηση ενός ποιητή, δεν υπονοείται πουθενά βέβαια ότι αυτές είναι διαφορετικές από τις αντίστοιχες των υπόλοιπων ανθρώπων. Στο μόνο που διαφέρουν είναι η ένταση. Εν ολίγοις, αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο ποιητής διακρίνεται κυρίως από τους υπόλοιπους ανθρώπους από μια μεγαλύτερη προαίρεση να σκέφτεται και να νιώθει δίχως την επενέργεια κάποιου άμεσου εξωτερικού ερεθίσματος, καθώς και από μια εναργέστερη δύναμη να εκφράζει τις σκέψεις και τα συναισθήματα που δημιουργούνται με αυτόν τον τρόπο. Αυτά όμως τα πάθη και οι σκέψεις και τα συναισθήματα είναι τα γενικά πάθη και σκέψεις και συναισθήματα των ανθρώπων. Και με τι συνδέονται; Αναμφίβολα με το κοινό ηθικό υπόβαθρο και τις ζωικές μας αισθήσεις, καθώς και με τις αιτίες που τα διεγείρουν: με τις λειτουργίες των στοιχείων της φύσης και τις φαινομενικότητες του ορατού σύμπαντος, με την καταιγίδα και τη λιακάδα, με τις επαναστάσεις των εποχών, με το κρύο και τη ζέστη, με την απώλεια φίλων και συγγενών, με πληγές και δυστυχίες, με την ευγνωμοσύνη και την ελπίδα, με το φόβο και τη θλίψη. Αυτά είναι τα ζητήματα και οι αισθήσεις που ο ποιητής περιγράφει, καθόσον πρόκειται για τις αισθήσεις των άλλων ανθρώπων και τα ζητήματα που τους απασχολούν. Ο ποιητής σκέφτεται και νιώθει υπό την επήρεια των ανθρώπινων παθών. Πως είναι δυνατόν, λοιπόν, η δική του γλώσσα να διαφέρει σε ένα υλικό επίπεδο από την γλώσσα όλων των άλλων ανθρώπων που έχουν έντονα αισθήματα και βλέπουν καθαρά; Κατά την ταπεινή μου γνώμη αυτό είναι αδύνατον. Θα μπορούσαμε ενδεχομένως να υποθέσουμε πως δεν έχουν έτσι τα πράγματα κι ότι ο ποιητής έχει κάθε δικαίωμα να χρησιμοποιεί μια ιδιόρρυθμη γλώσσα όταν εκφράζει τα συναισθήματα του, κινούμενος αποκλειστικά με γνώμονα την δική του ικανοποίηση ή έστω των ομοίων του. Όμως οι ποιητές δεν γράφουν μόνο για τους ποιητές, αλλά για όλους τους ανθρώπους. Αν λοιπόν δεν θεωρούμε εαυτούς θιασώτες εκείνου του είδους θαυμασμού που στηρίζεται στην άγνοια, και εκείνου του είδους απόλαυσης που προκαλείται απ’ όσα που δεν καταλαβαίνουμε, πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε ότι ο ποιητής οφείλει να κατεβεί από το υποτιθέμενο βάθρο του και προκειμένου να διεγείρει έλλογη συναισθησία πρέπει να εκφραστεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που και οι υπόλοιποι άνθρωποι εκφράζονται.»
William Wordsworth, «Πρόλογος» στις Λυρικές Μπαλάντες (1802), Μετάφραση-Σχόλια Ζ. Δ. Αϊναλής, σε. 105-107.

—-

«Προκειμένου να διευκολύνω την εποπτική σχέση του αναγνώστη με το σύστημα της ειρωνείας, θα σημειώσω επιλεκτικά ορισμένα είδη του συγκεκριμένου μηχανισμού. Πρώτη –και ευδιάκριτη μεταξύ των υπολοίπων– η άγρια ειρωνεία. Ελλοχεύει στην αληθινή φύση των πραγμάτων και είναι η πιο διαδεδομένη· πατρίδα της: η ανθρώπινη ιστορία. Δεύτερη, η διακριτική ή εκλεπτυσμένη ειρωνεία· ενίοτε και υπέρ-διακριτική. Ο Σκαραμούς χρησιμοποιεί τον τελευταίο τύπο ειρωνείας, όταν απευθύνεται στον συνομιλητή του εγκάρδια και φιλότιμα, με την πρέπουσα κοινωνική αβροφροσύνη, ενώ στην πραγματικότητα αναζητάει την κατάλληλη ευκαιρία για να τον «μαχαιρώσει πισώπλατα». Επίσης, τη συναντάμε στους ποιητές – όπως και τη πρωτογενή ειρωνεία: ένα είδος που ευδοκιμεί σε παλαιούς κήπους όπου θαυμάσιες, θελκτικές σπηλιές παρασύρουν τον ευαίσθητο φίλο της φύσης στις κρύες μήτρες τους μόνο και μόνο για να τον ξεπλύνουν με νερό από την κορυφή μέχρι τα νύχια και να τον καθαρίσουν από κάθε ίχνος λεπτότητας που βρίσκεται πάνω του. Επιπλέον, η δραματική ειρωνεία. Για παράδειγμα, ένας θεατρικός συγγραφέας έχει γράψει τις τρεις πράξεις ενός έργου· εντελώς απροσδόκητα, μεταμορφώνεται σε άλλον άνθρωπο και έχει να γράψει ακόμη δύο. Διπλή ειρωνεία υφίσταται όταν δύο ειρωνικές γραμμές κινούνται παράλληλα μεταξύ τους, χωρίς να εμποδίζει η μία την άλλη. Τελευταία άφησα την ειρωνεία της ειρωνείας. Πιθανώς, το πλέον θεμελιώδες ειρωνικό στοιχείο της ειρωνείας έγκειται στο ότι το ίδιο μπορεί να καταντήσει ανυπόφορα πληκτικό, εφόσον το αναγνωρίζουμε διαρκώς στην καθημερινότητά μας. Ωστόσο, το νόημα που θέλω να μεταφέρω με τη καταγραφή του εν λόγω τύπου ειρωνείας είναι πως ο τελευταίος πραγματώνεται με περισσότερους από έναν τρόπους. Παραδείγματος χάριν: αναφέρεσαι στην ειρωνεία χωρίς να χειρίζεσαι την ίδια ως ύφος του λόγου σου, όπως έκανα στην τελευταία φράση· ή αναλύεις ειρωνικά το φαινόμενο ειρωνεία, χωρίς να συνειδητοποιείς πως έχεις υπερβεί κάθε μέτρο χρήσης της ειρωνικής γλώσσας κατ’ αυτήν τη διαδικασία· ή δεν μπορείς πλέον να απαλλαχθείς από τον συγκεκριμένο τόνο, όπως συμβαίνει στον υπογράφοντα του ανά χείρας δοκιμίου περί παρανόησης· ή η ειρωνεία γίνεται μανιέρα και ειρωνεύεται τον συγγραφέα της· ή κάποιος αναλαμβάνει τη συγγραφή ενός ειρωνικού, πλην όμως άχρηστου, βιβλίου, χωρίς πρώτα να ελέγξει αν τα αποθέματά του σε ειρωνεία επαρκούν για κάτι τέτοιο· τελικά αναγκάζεται να το φέρει εις πέρας παρά τη θέλησή του, όπως κάνει ένας ηθοποιός με τον ρόλο του, υποφέροντας από φρικτούς πόνους· τέλος, υπάρχει η ειρωνεία που παρεκτρέπεται και ο φορέας της αδυνατεί πια να την εξουσιάσει.
Ποιοι θεοί θα μας σώσουν από τα παραπάνω είδη ειρωνείας; Μία λύση υπάρχει: να βρει καθένας μια ειρωνεία ικανή να καταβροχθίσει όλες τις άλλες –μικρές, μεγάλες– και να μην αφήσει ίχνος πίσω τους. Εδώ, οφείλω να ομολογήσω το εξής: τόση ώρα αισθάνομαι πως η δική μου ειρωνική διάθεση επιτελεί ακριβώς αυτήν τη λειτουργία. Ασφαλώς, μια τέτοια τακτική δεν συνιστά μακροπρόθεσμη λύση. Φοβάμαι πως αν κατανοούσα πλήρως τι ελλοχεύει σε μια τέτοια μοίρα, τότε πολύ σύντομα θα προέκυπτε μια νέα γενιά από μικρές ειρωνείες: γιατί είναι βέβαιο πως τα άστρα προμηνύουν το ασύλληπτο. Κι αν τα πάντα γαλήνευαν για μακρά χρονική περίοδο, κανείς δεν θα έδειχνε εμπιστοσύνη σε αυτήν τη φαινομενική ηρεμία. Κανείς δεν παίζει με την ειρωνεία. Μια τέτοια συμπεριφορά μπορεί να προκαλέσει απίστευτες παρενέργειες. Έχω την υποψία πως ορισμένοι από τους πιο ενσυνείδητους καλλιτέχνες περασμένων εποχών συνεχίζουν να συμπεριφέρονται ειρωνικά, εκατοντάδες χρόνια μετά τον θάνατό τους, απέναντι στους πιστούς οπαδούς και θαυμαστές τους. Ο Σαίξπηρ διαθέτει άπειρες αβύσσους, πλάνες και προθέσεις. Δεν θα έστησε ύπουλες παγίδες μέσα στα κείμενά του για να «πιάσει» τους ευφυέστερους καλλιτέχνες του μέλλοντος καιρού, να τους εξαπατήσει και να τους κάνει να πιστέψουν –πριν προλάβουν να συνειδητοποιήσουν τι κατορθώνουν με το έργο τους– πώς είναι και οι ίδιοι κάποιοι σαν τον σπουδαίο δραματουργό; Σας διαβεβαιώνω: ο Σαίξπηρ σφύζει από προθέσεις – πολύ περισσότερες από όσες αναγνωρίζει συνήθως το κοινό.»
K. W. F. Von Schlegel, «Περί παρανόησης» (1800), Μετάφραση-Σχόλια Μ. Παπαντωνόπουλος, σελ. 164-166.

Fazil Hûsnû Dağlarca, Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…

Posted in European Poetry, World Literature on Φεβρουαρίου 2, 2016 by Le grand écrivain

fazil-husnu-daglarca-

Fazil Hûsnû Dağlarca

Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…
(1945 – 1955: Ανθολογία μιας σχεδόν παγανιστικής δεκαετίας)

Μετάφραση
Ζ. Δ. Αϊναλής – Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

Το Έπος του Τζακίρ
(απόσπασμα)

– Διαύγεια, με τη μορφή χεριών και ποδιών,
ανησυχούσε.

Αποφάσισα πως θα ‘πρεπε να πεθάνω
Χωρίς φόβο στη δίνη ταραγμένων ρευμάτων.
Μέσα στο φως και να μακραίνουν οι επιγραφές,
Το τετελεσμένο να κρέμεται στο λαιμό
Καθώς που φυλαχτό και προσευχή πικρή.

Πριν χρόνια, πριν τη γαλάζια εποχή του σπόρου,
Αποφάσισα, με τη συναίνεση νυκτόβιων πουλιών,
Πως θα ‘πρεπε να περιβάλλω τον εαυτό μου ολάκερο
Μ’ άδεια μεγάλα κύπελλα και με τη δίψα πτωμάτων αφυδατωμένων,
Πως σαν σουλτάνος θα ‘πρεπε να τ’ ατενίζω με πόθο.

Πιο λαφριά από τον αγέρα, πιο παλιά από κάποιες γυναίκες
Η μόνη αλήθεια της αγέρωχης γυμνής μας γέννησης…
Αιώνιος σε πόλεις και λόφους ο κόσμος
Πέρα από την ομορφιά του χρόνου λικνίζεται στη βλάστηση,
Ανάμνηση επάξια επωασμένη με στοργή.

Αργά, καθώς που βράχοι και δέντρων κορμοί κομμένοι
Μέσα στη σκοτεινή μοιχεία του μυαλού,
Και κάτω απ’ το λευκό και φωτεινό ουρανό της ιστορίας
Αποφάσισα πως θα ‘πρεπε να πεθάνω
Και να μοιραστώ με ζώων σκελετούς της ζωής το μυστήριο.

Μετάφραση Ζ. Δ. Α.

Από τη συλλογή Το Έπος του Τζακίρ (1945)

***

Το θήραμα που σκοτώσαμε

Οι κόρες των ματιών του
Γυαλίζανε στο σκοτάδι,
Και δεν φοβότανε τίποτα.

Εμείς οι άλλοι λιμοκτονούσαμε.
Στην είσοδο της σπηλιάς,
Κάποτε καιροφυλακτήσαμε
Και όπως περνούσε
Σπρώξαμε κείνο το βράχο:
Κι έπειτα μια μεγάλη κραυγή
Κι ύστερα τίποτα
Κι ο σύντροφος των νυχτών
Και των δασών σώπασε.

Δεν πίνει πια, δεν θα πιει,
Δεν κινείται πια, δεν θα κινηθεί,
Δεν κοιμάται πια, δεν θα κοιμηθεί,
Πια δεν θα κάνει εκείνα που έκανε.

Εμείς οι άλλοι φτιάξαμε φυλακτά
Απ’ τ’ απομεινάρια της ομορφιάς του,
Απλά φυλακτά και παράξενα
Που θα είναι τόσο φωτεινά,
Τόσο τυφλά όσο το τρίχωμα του.

Το τσιμπούσι της νίκης
Στην οικειότητα των πραγμάτων:
Ότι τα χέρια μας, τα κεφάλια μας, οι καρδιές μας, άπληστα τώρα
Επιτέλους χορταίνανε.

 

Μετάφραση Ζ. Δ. Α.

 

Τα νερά είναι πιο σοφά από μας

Τα νερά είναι πιο σοφά από μας• διαισθάνονται τη νύχτα νωρίτερα
Απ’ τον ουρανό αποσύρονται στο σκοτάδι
Κι εξαφανίζονται σαν ένα γιγάντιο ψάρι
Ενώ τριγύρω οι λόφοι διαλύονται.

Τα νερά είναι πιο σοφά από μας• μπορούν να βρουν τη χαρά
Στα δέντρα μόνο
Όχι στους ξένους
Υποχρεώνοντας μας να ζούμε στη μοναξιά.

Τα νερά είναι πιο σοφά από μας• δεν κοιμούνται
Κρατούν τα μάτια τους ανοιχτά εκεί όπου ευδοκιμεί το γαλάζιο
Καραδοκώντας στο μυστικό του θανάτου
Κάποιο μέρος για τις ζωές τους.

Μετάφραση Ζ. Δ. Α.

Από τη συλλογή Η εποχή του Λίθου (1945)

***

Εν Παρόδῳ

Κάτω απ’ τ’ αστέρια ο κόσμος μας είναι τόσο δα μικρός
Και το σπίτι μας φαντάζει μικροσκοπικό.
Άγρια άνθη ψελλίζουν τα ξόρκια τους πριν την αυγή
Με δίχως ύπνο και χωρίς αναμνήσεις.
Δυόσμος το μόνο τους δόλωμα.

Οι άνθρωποι σε καταληψία από την εποχή αρχέγονων ημερών.
Και τα πράγματα, με μιαν έννοια, σε έκσταση.
Η μυξοπαρθένα κυρά αποθεώνεται στο χλευαστικό διάστημα.
Στον αιθέρα τα πουλιά γλιστρούν με αγάπη
Κι οι ουρανοί αλλάζουν διαστάσεις.

Η καρδιά δεν παρατηρεί τίποτα.
Η παραφροσύνη της γνήσια.
Μέσα απ’ το κορμί και μέσα απ’ την ψυχή
Ο χρόνος διαβαίνει
Βασανιστήριο ατέρμονο.

 

Μετάφραση Ζ. Δ. Α.

Από τη συλλογή Πεινασμένη Γραφή (1951)

***

Οι μάχες του Ινονού

η γη αμύνεται

Αδέλφια, η γη διψάει για μάνες, γιους και κόρες.
Το νερό
διψάει για χρόνο.

Τι κι αν εμείς ζαρώνουμε από τρόμο –
το ξεραμένο χόρτο τρέφει ελπίδα, πατριώτες,
η νοτισμένη μας σοδειά θα ρίχτει στη μάχη.

Λέτε: ο θάνατος παραφυλάει τον πιο μεγάλο θάνατο
επάνω στα βουνά που ορθώνουν – με ενέχυρο την πίστη μας –
κι άλλο τις κορυφές τους.

Μα δείτε: όλα που ζήσαμε σ’ αυτήν τη γη
εδώ και αιώνες
πιάνονται χέρι χέρι τώρα διψασμένα.

 

Μετάφραση Μ. Π.

Από τη συλλογή Ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας (1951)

***

Συνέχεια

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΩΛΟΥ

Posted in European Poetry on Ιανουαρίου 26, 2016 by Le grand écrivain
by William Etty - Male Nude From Behind

William Etty, Male Nude From Behind

ARTHUR RIMBAUD
«ΟΙ ΚΩΛΟΙ ΜΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ…»

Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής

Οι κώλοι μας δεν είναι οι δικοί τους. Πήρε το μάτι μου συχνά
Ανθρώπους να ξεβρακώνονται πίσω από φράχτες θάμνων,
Έτσι και στα δικά μας, παιδιά που αγάλλονται, ανέμελα λουτρά,
Παρατηρούσα το σχήμα και την αίσθηση και των δικών μας κώλων.

Διαθέτουν, πολλές φορές χλωμότεροι και πιο σφιχτοί,
Εντυπωσιακές μορφές που των τριχών οι φράχτες κρύβουν:
Σ’ εκείνες, είναι μονάχα στη γοητευτική σχισμή
όπου επιμήκης η μεταξένια φούντα ανθεί σαν σκύβουν.

Και τι ευρηματικότητα είν’ αυτή, αξιοθαύμαστη και συγκινητική,
Που όμοια της βλέπουμε μόνο στις άγιες εικόνες των αγγέλων,
Να μιμείται το μάγουλο που το χαμόγελο χαράσσει εκεί.

Ω! Έτσι γυμνοί, χαρά κι ανάπαυλα ζητώντας,
Στραμμένοι ο ένας προς του άλλου την ένδοξη σχισμή
Είμαστε άραγ’ ελεύθεροι να σκούξουμε βογκώντας;

—-
PAUL VERLAINE – ARTHUR RIMBAUD
ΤΟ ΣΟΝΕΤΟ ΤΗΣ ΚΩΛΟΤΡΥΠΙΔΑΣ

Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής

Σκουρόχρωμη και σουφρωμένη σαν πορφυρή οπή
Ανασαίνει, ζαρωμένη ταπεινά εν τω μέσω των αφρών
Υγρών ακόμα της αγάπης που ακολουθούν τη γλυκιά εκροή
Απ’ τα χιονάτα κωλομέρια έως τα βάθια των πτυχών.

Νήματα λεπτά ίδια, λες, δάκρυα από γάλα
Στάζουν, κάτω από τον σκληρό άνεμο που πίσω ξανά τα ωθεί
Μέσα από θρόμβους μικρούς κοκκινωπά λιπάσματα άλλα
Για να πάνε να χαθούν όπου η κλίση τα καλεί.

Το Όνειρο μου συχνά συνδιαλέχτηκε με τη βεντούζα της·
Και η ψυχή μου, που των σωμάτων τη συνουσία ορέγεται,
Την έκανε του δάκρυου τρύπα καφετιά και των λυγμών φωλιά της.

Είναι ο στοργικός αυλός κι η ελιά η ζαρωμένη·
Είν’ ο σωλήνας που η αιθέρια πραλίνα κατέρχεται·
Η θηλυκή Χαναάν στις υγρασίες κλεισμένη.

Antonin Artaud, Ήρθα στο Μεξικό για να δραπετεύσω του ευρωπαϊκού πολιτισμού…

Posted in European Poetry, Meditations on Δεκέμβριος 3, 2015 by Le grand écrivain

02

Antonin Artaud

 

Ήρθα στο Μεξικό για να δραπετεύσω του ευρωπαϊκού πολιτισμού…

(Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής)

 

 

Ήρθα στο Μεξικό για να δραπετεύσω του ευρωπαϊκού πολιτισμού, βγαλμένου ούτε λίγο ούτε πολύ από εφτά-οχτώ αιώνες αστικής παιδείας[1], ακριβώς διότι μίσησα βαθιά τόσο τον πολιτισμό αυτόν όσο και την παιδεία που τον υποστηρίζει. Ήλπιζα να βρω εδώ μια διαφορετική, μια ζωτική μορφή παιδείας, αλλά δεν βρήκα τελικά παρά το κουφάρι της παιδείας της Ευρώπης, το οποίο η Ευρώπη έχει ήδη αρχίσει να προσπαθεί να ξεφορτωθεί.

Υπάρχουν, αναμφίβολα, αρκετοί άνθρωποι, τόσο στην Ευρώπη γενικά όσο και στη Γαλλία ειδικά, που έχουν επίγνωση του συγκεκριμένου ζητήματος. Οι άνθρωποι αυτοί είναι ριζοσπάστες κι εγώ θέλω να συγκαταλέγω τον εαυτό μου ανάμεσα τους. Θα ήθελα, όμως, το πρόβλημα της επανάστασης [που θέτει αναπόφευκτα ο ριζοσπαστισμός], να το θέσω με έναν τρόπο απόλυτο και, αν όντως θέλουμε να δώσουμε στον όρο το πραγματικό του περιεχόμενο, μια ιδέα της ολικής επανάστασης, οφείλουμε να εγκαταλείψουμε οριστικά τον Μαρξισμό ως ουσιωδώς ανεπαρκή.

Διότι η επανάσταση του Μαρξ θέτει το πρόβλημα της κοινωνικής επανάστασης με έναν καθαρά τεχνικό τρόπο. Προσωπικά, όμως, σκέφτομαι ότι η κοινωνική επανάσταση δεν είναι παρά μία μόνο πτυχή της ολικής επανάστασης και με το να αντιλαμβάνεται κανείς την επανάσταση αποκλειστικά και μόνο στην κοινωνική της διάσταση είναι σαν να την εμποδίζει να φτάσει σε μια ευτυχή κατάληξη.

Αδυνατώ να αντιληφθώ το πρόβλημα ως υποκατάσταση της μιας τάξης από μιαν άλλη προκειμένου να φτάσουμε, σ’ ένα απώτερο μέλλον, δια της γραφειοκρατικοποίησης της κοινωνίας, στην κατάργηση των τάξεων. Διότι για μένα το πλέον καίριο ζήτημα θα ήταν η αναζήτηση στους τρόπους ζωής του ανθρώπου των αιτιών εκείνων μιας αιώνιας διαστροφής.

Όταν μου λένε λοιπόν ότι ο κόσμος πρέπει να τραφεί αμέσως, απαντώ ότι πρέπει ν’ αναζητήσω ευθύς τα μέσα εκείνα που θα επιτρέψουν σε όλο τον κόσμο να τραφεί αμέσως. Όταν, όμως, μου λένε: να δώσουμε πρώτα στον κοσμάκη να φάει και βλέπουμε ύστερα τι γίνεται με τις τέχνες, τις επιστήμες, τη σκέψη, απαντώ όχι, διότι εδώ ακριβώς είναι που το πρόβλημα δεν τίθεται σωστά.

Δεν υπάρχει κανενός είδους επανάσταση δίχως μια επανάσταση στην παιδεία, δηλαδή στον πανανθρώπινο τρόπο, στον τρόπο αυτόν που προσιδιάζει σε μας, τους ανθρώπους, να αντιλαμβανόμαστε τη ζωή και να θέτουμε τα προβλήματα της ζωής.

Το να αποποιηθούμε αυτά που κατέχουμε είναι εύκολο, αλλά προσωπικά θα το θεωρούσα καλύτερο αν γινόταν ο κάθε άνθρωπος ν’ απαλλαχθεί απ’ την ιδιοκτησία.

Παιδεία σημαίνει τόσο το να μπορείς να φας όσο και να μάθεις το πώς να τρως. Κι όσο για μένα όσο σκέφτομαι, τρώω, καταβροχθίζω, αφομοιώνω τις σκέψεις. Λαμβάνω ως εξωτερικά ερεθίσματα τις εντυπώσεις της φύσης και τα αποβάλλω πάλι προς τα έξω υπό τη μορφή σκέψεων. Πρόκειται για την ίδια ζωτική πράξη, για την ίδια ζωτική λειτουργία που με κάνει και να σκέφτομαι και να τρώω. Επιδιώκοντας κανείς τον χωρισμό της δραστηριότητας του σώματος από την δραστηριότητα της νόησης θέτει λανθασμένα το πρόβλημα της ζωής. Η ματεριαλιστική σύλληψη του κόσμου διαχωρίζει στην πραγματικότητα τις δύο αυτές λειτουργίες. Οι μαρξιστές σκέφτονται πως πρέπει να θρέψεις το σώμα ώστε να επιτρέψεις στο πνεύμα να λειτουργήσει ελεύθερα. Για μένα αυτό δεν είναι παρά μια στάση ζωής αργόσχολη, μια λανθασμένη πρόσληψη της ανθρώπινης ευτυχίας.

Συνέχεια

Иван Андреевич Крылов, Басни (Ιβάν Αντρέγιεβιτς Κριλόβ, Μύθοι)

Posted in European Literature, European Poetry on Δεκέμβριος 8, 2013 by Le grand écrivain

Eggink-Portrait_of_Ivan_KrylovИван Андреевич Крылов,Басни

 (Ιβάν Αντρέγιεβιτς Κριλόβ, Μύθοι)

———

———–

Ο ελέφας, οι λύκοι και τα πρόβατα

 ————-

————

———-

Ο βαρύς ελέφας έθνους εβασίλευσεν προβάτων

και της κυβερνήσεως του υπουργούς μεν είχε λύκους

διοικούντας δια νόμων κ’ ελευθέρων συνταγμάτων,

κατασκόπους δε του θρόνου είχε στήσει τους πιθήκους.

 

Κ’ οι μεν υπουργοί ασπλάγχνως τον λαόν ελεηλάτουν,

οι δε πίθηκοι υπούλως διηγούνται τω Μονάρχη

οτ’ οι υπουργοί τους νόμους και το σύνταγμα φυλάττουν,

και εις τον λαόν μεγάλη ευχαρίστησις υπάρχει.

 

Πλην τα πρόβατα εις άκρον φθάσαντα απελπισίας

έκθεσιν προς τον Μονάρχην παριστούν των εγκλημάτων,

αναφέρουσι των λύκων τας φρικτάς παρανομίας

και απαλλαγήν αιτούνται των τοσούτων παθημάτων.

 

Ο ελέφας εθυμώθη και καλεί ενώπιον του

υπουργούς και κατασκόπους κ’ εις αυτούς καθυποβάλλει

τας λεπτομερείς εκθέσεις των αγαπητών λαών του,

ζητεί λόγον των εν ταύταις παρανομιών μεγάλων.

 

«Βασιλεύ, λέγουν οι λύκοι, είναι ψεύσται οι λαοί σου,

μας συκοφαντούν αδίκως από ζήλιαν και φθόνον,

σε ομνύομεν δε ότι με την ακριβήν ζωήν σου

παίρνομεν απ’ τον καθένα από μια προβίτσα μόνον».

 

Ο ελέφας την μακράν του συγκινήσας προβοσκίδα

ως ελέφας απεκρίθη: «Και τωόντι οι λαοί μου

δια το μηδέν φωνάζουν, τους εγνώρισα, τους είδα,

δίκαι’ είν’ οι υπουργοί μου και πιστοί οι αυλικοί μου».

 

(Μετάφραση Κ. Τσορβατζόγλου, 1848)

  Συνέχεια