Archive for the Cult Category

Γιώργης Ζάρκος, Ένας λίβελος

Posted in Cult, Greek Prose on Ιουνίου 26, 2010 by Le grand écrivain

Γιώργης Ζάρκος

(1900 – 1967)


Άλκις Θρίλος, Χάρις Ζέβγας & Σία.

Για όσους τους πέρνουνε στα σοβαρά

(1936)

———-

Ο άνθροπος δεν ίνε από φισικού του πιο έξιπνος από τάλα ζώα. Σε πολλά ζόα μπορί να παρατιρίσι κανίς μεγαλίτερι εξιπνάδα από τους πιο έξιπνους ανθρόπους. Επιδί έχι το χάρισμα να κάνι ιστορία, κατορθόνι να φτιάχνει θάβματα. Ο μεγαλοφιίς, αν δεν έβρισκε έτιμο τον τόπο: αχτίνα επί τρία κε δεκατέσερα ίσον περιφέρια, δεν θα μπορούσε να ανακαλίψι τον ασίρματο, το ραδιόφονο, το αερόπλανο κε χίλια διο άλα. Αν έσκιβε στιν άμο σαν τον Αρχιμίδι, γράφοντας κίκλους, χορίς νάχι ιπόψι του τις γνόσις του κε χορίς σκοπό ν’ αφίσι ότι βρι κλιρονομιά στους ανθρόπους, αλά εγοιστικά να ανακαλίψι μόνος του από τιν αρχί ος το τέλος μια ιλεκτρομιχανί, θάταν παλαβός. Ι ζοί ίνε σίντομι. Δεν θα πρόφθανε να φτιάξι ούτε μια βίδα για τι βάσι τις μιχανίς.

Ι εξιπνάδα στον άνθροπο ίνε αποτέλεσμα τις καλιέργιας του χονδρού του κεφαλιού με γνόσις που κλιρονόμισε από τους προιγούμενους κε τις έκανε ιστορία παρά από φισικί πρίκα.

Επιδί δίνω μεγάλι σιμασία στιν ιστορία, γιατί χορίς αφτί δεν γίνετε τίποτα, από τιν πίρα που απόχτισα οχτό χρόνια που ασχολούμε με τι λογοτεχνία, για τους νέους που θα θελίσουν νασχολιθούν μαφτί, γράφο τούτι τι μικρί. Δεν αφίνο τους άλους που έχουνε περισότερι πίρα να τα πουν καλίτερα, γιατί στιν Ιστορία το σπουδεότερο ρόλο τον πέζι το θράσος. Ιπάρχουν άνθροπι που ξέρουν πολλά μα φοβούντε να μιλίσουν, γιαφτό δε λένε τίποτα. Εγό ξέρο λίγα, δε φοβάμε να τα πο, γιαφτό θα ίνε περισότερα από πολά.

Κάθε νεαρός γράφι ένα έργο κε το στέλνι στους κριτικούς, γιατί βλέπι να κρίνουν κε ρεκλαμάρουν διάφορα βιβλία που βγένουν. Ο Εμίλιος Χουρμούζιος στιν «Καθιμερινί» κάθε Δεφτέρα κάνι κριτικές. Για το βιβλίο μου «Ζοντανά Πτόματα» έγραψε μια ενθουσιόδι κριτικί. Αγαναχτούσε για το έσχος του Διμόσιου Ψιχιατρίου κε έλεγε να επέμβι ο ισαγκελέας κε χίλια διο άλα. Ο πολίς κόσμος θα νομίζι πος του έστιλα το βιβλίο, το διάβασε, σιγκινίθικε κε έγραψε. Δεν ίνε έτσι. Ο εκδότις μου, ο Γκογκόνις, του το πίγε κε τον παρακάλεσε να να γράψι για να γίνι θόριβος κε να πουλιθί. Ο Χουρμούζιος του ίπε: θα γράψο αλά θα μου φέρις πρότα μια σιρά «Προτοπόρους». Ένας φίλος μου πιιτίς που τον ίχανε σιγκινίσι τα βιβλία μου, γνοστός του Χουρμούζιου, πίγε και του πε να γράψι. «Θα γράψο» ίπε κε σαφτόν, μα ο κερός περνούσε κε δε θάγραφε αν δεν έτρωγε τους «Προτοπόρους» του Γκογκόνι. Ο Χουρμούζιος, ο μεγάλος κριτικός, διστροπούσε να γράψι κριτικί για το βιβλίο του Καραγάτσι. Όταν ο ιφιπουργός Ροδόπουλος, αδελφός του Καραγάτσι, πίρε στο τιλέφονο τιν «Καθιμερινί» κε ρότισε γιατί δε γράφουν, ο Χουρμούζιος τσακίστικε να γράψει ενθουσιόδι κριτικί. Για τον Λουκί Ακρίτα, τον πατριότι του, ίχε γράψει εβνοικί κριτικί για το πρότο του βιβλίο «Νέος με καλάς σιστάσις». Όταν ο Ακρίτας, φέτο, έβγαλε τον «Κάμπο», επιδί έβλεπε να τραβάι το δρόμο του το πεδί, από ζίλια, μι τιχόν δεν μίνι ο Χουρμούζιος ο μόνος Κίπριος αντιπρόσοπος τον γραμμάτον στιν Αθίνα, του έκανε δισμενί κριτικί, για να τον χαντακόσι. Πριν γράψι τιν κριτικί πίγε στον εκδοτικό ίκο «Πιρσός» κε ρότισε αν μια δισμενίς κριτικί ζιμιόνι ικονομικά τον ίκο. Του ίπαν όχι. Ενδιαφέρετε, φένετε, πολί, τόρα τελεφτέα, για τα σιμφέροντα του εκδοτικού ίκου «Πιρσός», γιαφτό δεν ιπάρχι ελπίδα να γράψι για το κενούργιο μου βιβλίο «Βιτριόλι», που θίγει τον «Πιρσό.

Ο Χουρμούζιος ίνε κε απατεόνας. Μετάφρασε ένα δίιγιμα του Τσέχοφ κε το διμοσίεψε για δικό του. Ι μόνι διαφορά που ιπάρχι ίνε πος ο ίροας του Χουρμούζιου βάζι στα δόντια του, που του πονάνε ασπιρίνι, ενό του τσέχοφ ινόπνεβμα, γιατί όταν τόγραψε δεν ίχε ανακαλιφθί ι ασπιρίνι.

Αγαπιτέ Εμίλιε, δεν φτέο εγό. Εσί αφού ίξερες πος ίσε καθίκις, χορίς να ίσε από το Βόλο, τι σου ‘ρθε να πάρις για ψεβδόνιμο το Αντρέας… Ζεβγάς;

Συνέχεια

Σώμα μόνον… Καυλόν Απόκρεω! (Μέρος Δεύτερον)

Posted in Cult, Greek Poetry on Φεβρουαρίου 24, 2009 by Le grand écrivain

Ναπολέων Λαπαθιώτης


Οι μονόλογοι του καημένου Αντωνάκη



1

Οι επιθυμίες του Αντωνάκη

«Ξαπλωμένος σα γουρούνι μες στην Πάκαρ της μαμάς,

και με πρόθυμο ρουφιάνο τον καλό τον Αποστόλη,

του βαρβάτου μου του κώλου για να σβήσω τας ορμάς,

θάθελα να με γαμούσαν εκατό στρατοί και στόλοι!…»

2

Ο καημός του Αντωνάκη

(Προς τους νεαρούς Κομμουνιστάς)

Σα στοιχειό μέσ’ στις ταβέρνες κάθε βράδυ ξενυχτώ,

κι ένα πράμα μόνο ξέρω – κι η καρδούλα μου ματώνει,

πως ο νους σας έχει πέσει σ’ ένα ζήτημα φριχτό,

και ξεχνάτε να γαμάτε τον καημένο τον Αντώνη!…

6

Η εξομολόγηση του Αντωνάκη

«Χρόνια, τώρα, και χρονάκια γύριζα στους ξένους τόπους

μελετώντας, νύχτα μέρα, τις ψωλές και τους ανθρώπους,

αλλά μήτε στο Μαρόκο, μήτε και στη Χονολούλου,

δεν απάντησα, ποτέ μου, ψωλή σαν του Θρασυβούλου!

Τ’ είν’ εκείνη, βρε παιδί μου! Κόκκινη σα μπολσεβίκος,

πάντα ντούρα και βαρβάτη – και τι πάχος και τι μήκος!…

Για ψωλή καθώς εκείνη, κι όπως και του Αποστόλη,

είν’ ανάγκη να υπάρχουν ειδικοί, επίσης, κώλοι:

Ένας δε εκ των μεγίστων κώλων του παρόντος κόσμου,

άσσος μεταξύ των άσσων – είναι, πάντως, κι ο δικός μου!…»

11

Λέει ο Αντωνάκης:

Είμαι μεν αριστοκράτης, αλλά και δεινός σελέμης!

Είσαι καταστηματάρχης; Πρέπει τότε να με τρέμεις!

Κι όμως τι τιμή, για σκέψου, και τι καύχημα για σε,

να πατώ στο μαγαζί σου και να μένω βερεσέ!

Τι τιμή, να μην υπάρχει στην ταβέρνα σου γκαρσόνι,

λούστρος, μάγερας, λαντζέρης που να μη μου τόνε χώνει!

Τι τιμή, ν’ απολαμβάνει, μέρα νύχτα, συλλογίσου,

τέτοια μούρη, σαν και μένα, το κρασί σου, το φαγί σου!

– και για λίγη τιποτένια και σελέμικη τροφή,

στο προσωπικό να δίνω τέτοιον κώλον ευτραφή!

Μα, πολλές φορές, αυτό μου το σελέμικο γαμήσι

προκαλεί σκηνές, μπελάδες, αγανάκτηση και μίση…

Δεν βαριέσαι! Τους αρπάζω και στην κάμαρη τους πάω:

προκειμένου να τον φάω, τι σημαίνει κι αν τις φάω!…

17.X.1933

13

Ο Βλάμης χασικλής προς την Αντώνα:


Αντώνα μου, Μαντόνα μου, με το χοντρό τον κώλο,

που τόνε παίρνεις όλο,

Να σε γαμούσα τρεις βολές (κουνήσου, ντε, κομμάτι!)

κι ας μούβγαινε το μάτι!…

Κι έπειτα να φωνάζαμε και τα ντερβίσα τ’ άλλα,

να δεις, εσύ, καβάλα!

Κι όλοι, μια γύρα καθιστοί στο τουρλωτό σου μπούτι,

να παίζαμε μπαρμπούτι!…

24.2.1934

15

Οι “σπουδές” της Αντωνίας…

Τόσα χρόνια, στας “Ογρώπας”,

σαν πολύπειρος κυρά,

η παχύδερμος Αντώνα

μελετούσε στη σειρά…

Έβανε τον κώλο κάτου

κι επεδόθη στη σπουδή,

κι ούτε σήκωνε κεφάλι

– το δικό της δηλαδή!…

Τι να σπούδαζε; Ποιος ξέρει!

Δεν μπορεί να βρει κανείς!

Φαίνεται να προπονείτο

δι’ “αγώνας διεθνείς”…

Κι έτσι, τώρα, κι η Αντώνα

έχει πείρα για πολλά,

και κατέχει τόσες γλώσσες

για να γλύφει πιο καλά…

30. 3. 1934

16

Το επίγραμμα του Αντωνάκη

Αντωνάκης, Ευρωπαίος,

συνηθίζων παντός, όστις,

των περί τον κώλον γνώστης,

εκτελεί χρέη “ιππέως”,

να προσδέχεται το πέος

– συνεχώς κι αποτροπαίως…

30. 3. 1934

17

Μετά το καβαλίκεμα…

[α] Οι εντυπώσεις της Αντώνας:

Καύλα κι όρεξη πολλή,

ανεκτίμητος αγκάλη,

– μικρή μόνον η ψωλή:

Να την είχε πιο μεγάλη!…

[β] Οι εντυπώσεις του Γαμιά της:

Καλά όλα της νυκτός,

με παραφοράς ηδείας,

– πλην ο κώλος ανοικτός,

μέχρι φρίκης κι αηδίας…

2. 4. 1934

18

Η «ψυχολογική στιγμή» της Αντώνας!…

Η Αντώνα, μ’ ένα μούργο,

που την έχει καβαλήσει,

– τύπο φαύλο και πανούργο,

τα βρακιά της έχει λύσει,

κι όπως είναι, σαν το κτήνος,

τουρλωμένη στο ντιβάνι,

του μιλεί, ενώ εκείνος

προσπαθεί να της τη βάνει:

«Μη φοβάσαι! Βάν’ την όλη,

βάν’ την, δεν θα με ματώσει!

Σαν και το δικό μου κώλοι,

παίρνουν τόση κι άλλη τόση!…

Πιάσε λίγο το βυζί μου!

Τώρα, τρίψε μου τη ρώγα…

Θα το δεις όπου μαζί μου,

θα καείς από τη φλόγα!…

Φως μου, συ, παράδεισέ μου,

τ’ ουρανού σταλμένος είσαι;!…

Δεν αντέχω πια, χρυσέ μου!

Να, θα χύσω!… Χύνω!… Χύσε!…»

…………………………………

Κι η Αντώνα λιγωμένη,

με τον κώλο της χορτάτο,

δίνει μια και πέφτει κάτω

και ξερή για λίγο μένει!…

5.4.1934



20

Ο γνωστός μας Αντωνάκης, αθεράπευτος μπινές,

ήρως απρεπών σκανδάλων αποβάς στην κάμαρά του,

δεινό διώξιμον υπέστη, παταγώδες κι απηνές,

εξωσθείς απ’ την καημένη τη σπιτονοικοκυρά του!

Κι έτσι, πάντα φουσκωμένος, κορδωμένος και παχύς,

πιάνοντας τον πισινό του και φορώντας τα καλά του,

ζητεί τώρα για να κάτσει κάποιον οίκον “ανοχής”,

που ν’ ανέχεται τους άθλους και τα κωλοσκάνδαλά του…

26. 5. 1934

21

Ο καλός μας Αντωνάκης, κολοκύθας όσο λίγοι,

μη θιγείς, είκοσι χρόνους, απ’ του κόσμου τις ψωλές,

μολονότι, μέρα νύχτα, κατεβρόχθισε πολλές,

– από τα γραφόμενά μου τα κατάφερε κι εθίγη!

Κι απ’ τη λύπη του που τόσο τον πειράξαμεν εμείς,

κάλεσε, την ίδια μέρα, των “ανθρώπων” του τα πλήθη,

και προς δόξαν της αδίκως σπιλωθείσης του τιμής,

λυσσωδώς κατεγαμήθη!…

6. VI. 34

24

Η εθνική θυσία της Αντώνας!…

Αντώνα η μαμμόθρεπτος και παραφουσκωμένη,

κάτοχος κώλου λαϊκών, τελείως, φρονημάτων,

έξω φρενών με τους λοιπούς και με το κίνημά των

και θέλουσα διακαώς, ρητώς και παντί σθένει,

(αυτή, που μόνη της δουλειά στον κόσμον, είν’ ο έρως!)

να εργασθεί πιο εθνικώς κι αντιφιλελευθέρως,

προήλθεν εις απόφασιν πατριωτικοτάτην:

Αντί να παίρνει, του λοιπού, τον κάθε διαβάτην,

– να θυσιάσει μερικώς το πάθος εις τον θρόνον

και να μη δέχεται ψωλή, παρά βασιλοφρόνων…

30.3.1935

25

Lassata, sed non satiate

(Κουρασμένη, πλην όχι κορεσμένη)

Η παχύδερμος Αντώνα

δε φρονίμεψε, και μήτε

που σταμάτησε, καθόλου,

μέρα νύχτα να γαμήται!

Ζήτημ’ αν θα συναντήσεις

λούστρο, κάπελα, λαντζέρη,

στην Αθήνα, που να μην της

πέρασε κι από ΄να χέρι…

Τώρα το ΄ριξε στους μάγκες:

θέλει “νταβατζή” κι “αδρέφι”…

Και να δεις που, όσο τον τρώει,

τόσο, μάτια μου, τη θρέφει!…

Σώμα μόνον… Καυλόν Απόκρεω!

Posted in Cult, Greek Poetry on Φεβρουαρίου 19, 2009 by Le grand écrivain



Γιώργος Σεφέρης

Τα Εντεψίζικα



Λιμερίκια

1.

Ήταν ένα πέος στη Δήλο

που ψήλωνε κάτω απ’ τον ήλιο·

όταν τό ειδε φώναξε: «Ω!

αν βρισκόταν εδώ,

με τούτο θα τον τσάκ’ζα στο ξύλο.»

1939

2.

Η κόρη είχε στο πράμα της πλήθος εφόδια

κ’ ένα ταξίμετρο δεμένο με καλώδια·

σαν της είπα: «Τί θές;»

μ’ αποκρίθη: «Δραχμές

ενενήντα, χωρίς τα διόδια.»

3.

Ήτανε μια κοπέλα στο Βεζούβιο

κ’ εκείνος όλο διάβαζε Βιτρούβιο·

και του λέει: «Βρε συ,

γιά να ιδώ το δεξί –

το ζερβί σου τ’ αρχίδι είναι κλούβιο.»

1940

4.

Η μικρή στο μοναστήρι αναθράφη

και το μουνί της έμεινε στο ράφι·

σαν έρχουνταν κανείς

βολικός συγγενής,

έδινέ το με λίγο πιλάφι.

5.

Ήτανε μια Κυρία στο «Βρυντίριον»

που έλεγε σε μια φίλη της: «Μυστήριον

τί έχει πάθει αυτός ο Κύριος

κ’ έχει δέσει ο αλιτήριος

στα σκέλη του τοιούτον μολυντήριον.»

6.

Ήτανε μια Κυρία στην Ουγκάντα

που κοίταζε μια τζακαράντα·

κ’ ένας γέρος με ομπρέλα

σαν την είδε την κοπέλα

της έδειξε το πέος του από μια βεράντα.

8. 10. 41

7.

Ήτανε μια Κυρία στο Λουρένθο Μάρκες

που προτιμούσε να πλακώνεται στις βάρκες·

σα γαμιόταν στη στεριά

φώναζ’: «Όρτσα, ρε παιδιά!

Όρτσα, και θα τρακάρουμε τις νάρκες!»

8.

Ήτανε μια Κυρία στο Καπ-Τάου

πού ‘κραξε: «Αϊ Φανούριε μ’, θα του φάου!»

όταν είδε στην αυλή

να της γνέφει ένα καυλί

πού ‘ζγιαζε παραπάνω από ‘να πάου.

10. 1941

9.

Ήτανε μια κοπέλα στη Ναμπούλα

πού ‘χε κρεμάσει στο μουνί της μιαν αμπούλα

και διαλάλα: «Κρύο-μπούζι

το πουλάω το καρπούζι,

το πουλάω το καρπούζι με τη βούλα!»

10. 1941

10.

Ήτανε μια κοπέλα στο Κουμπάγκο

που ήταν χωμένη κάτω απ’ έναν πάγκο·

σαν της εδείχναν ψωλή

έβγαζε την κεφαλή

και την πιπίλα’ σαν της δίναν ένα φράγκο.

10. 1941

11.

Ήτανε μια Κυρία στο Ζαμπέζι

που δεν έπαυε ποτέ της να το παίζει·

με μια κόκκινη κλωστή

είχε δέσει μι’ απαυτή

και την τραβούσε το σκυλί της στο τραπέζι.

10. 1941

12.

Ήτανε μια κερά στο Μογκαντίσου

που είπε στον άντρα της: «Μαλάκα, ντύσου.

Α’ δε βρεις κανένα χάπι,

σύρε βρές ένα χασάπη

και πες του να σ’ την κόψει την ψωλή σου.»

10. 1941

13.

Ήτανε μια κερά στη Ζανζιμπάρη

κ’ ήταν μεγάλο το μουνί της σαν αμπάρι·

σαν εφίλευε κανεί

έλεγε: «Είναι τάχα κει;

έχει φύγει; – Δέν τους παίρνω πια χαμπάρι.»

10. 1941

14.

Ήτανε μια κοπέλα στο Βίδι

που ψάρευε με καλαμίδι·

σαν της είπα «Τσιμπά;»

μ’ αποκρίθη: «Πού; … Μπά!

Το τσάκωσε ο λαγός μου το σαυρίδι.»

23. 10. 1948

15.

Ήτανε μια Κυρία στη Φαμαγούστα

πού ‘χε αν μη τι άλλο λοξά γούστα·

σαν ετσάκωνε ψωλή,

τσ’ έκοβε την κεφαλή

κράζοντας καυλωμένη: «Χαίρε, Αυγούστα!»

Βαρώσια [1954;]

16.

Ήτανε στα Κατάπολα μια μούλα

που μόνο στην ανηφόρα ετσούλα’·

την ελέγαν Σεβαστή

κι όταν άφηνε πορδή

γίνουνταν εξωφρενική ρεμούλα.

4. 9. 1961


Διπλές Μαντινάδες για μαχαίρια

1.

Ζεστάθη το φουστάνι σου στ’ όμορφο καλοκαίρι.

Βγάλ’ το και δώσ’ μου το λαγό για να χαρεί μαχαίρι.

– Σαν πύρωσα, σα φούντωσα, πέταξα το φουστάνι.

Πιάσ’ το λαγό μου και θα δεις την κάμα πώς δαγκάνει.

2.

Σταράτα τα κυδώνια σου κι άγριο το πρόβατό σου,

που χάιδεψα, που κάρφωσα κάτω απ’ τον αφαλό σου.

– Πάψε να μου παινεύεσαι με τα κυδώνια εκείνα.

Κάτω απ’ την άσπρη μου κοιλιά δε βόσκει προβατίνα.

3.

Τα μούρα σου τα βυσσινιά διψώ να τα δαγκώσω·

κι ο κότσυφάς σου αν πειραχτεί, μαχαίρι θα του δώσω.

– Τα μούρα μου τα βυσσινιά, ποιός έχει εξιά θα πάρει,

κι ο κότσυφας μου είναι πουλί και θέλει κυνηγάρη.

4.

Είδα στον ύπνο μου όνειρο, κι ας το ξηγά όποια θέλει,

μέσα σε φύκια κατσαρά πως κάρφωνα ένα χέλι.

– Τα φύκια αν ήταν κατσαρά και τ’ όνειρο σου ατόφιο,

το χέλι σου που μού ‘θεξες, τό ‘βγαλες κ’ ήταν ψόφιο.

5.

Γυμνή ‘σουν, σαν τα κύματα, πώς κάνου σα θυμώσου’,

κ’ ήταν λεπίδι η πλώρη μου πού ‘κοψε τον ανθό σου.

– Βάλε ξανά την πλώρη σου στο θυμωμένο κύμα,

και σκαμπανέβαζέ τηνε, κ’ εγώ φυσώ σου πρύμα.

6.

Έβαλα το πουνιάλο μου στο μαύρο σου θηκάρι,

και στα βυζιά σου εκύλα ιδρώς σαν το μαργαριτάρι.

– Τράβηξε το πουνιάλο σου, να σου γυρνώ τη ράχη·

πιάσ’ τα βυζιά μου πίσω-μπρος και βλέπεις άλλη μάχη.

10. 9. 1961



Μαντινάδες

1.

Τον κότσυφά μου τον κρατώ για να τον στεφανώσω,

μα τα μεριά μου, αν τα ‘ρεχτείς, γυρεύω να τα οργώσω.

2.

Τα χέρια μου στα στήθια σου τρέχανε σαν τα χέλια

και σ’ έκοψα σαν έβαλες στους ώμους μου τα σκέλια.

3.

Στο φως του λύχνου σ’ έγδυσα, στο χάραμα είχες χύσει

και στο καταμεσήμερο κέρατα μού ‘χες στήσει.

4.

Ήμουν ρήγας της τράπουλας κ’ εκράτουν δυο πουνιάλα:

τό ‘να ηταν για τ’ ανάσκελα και τ’ άλλο ήταν για τ’ άλλα.

[10. 9. 1961]




Αρετή και Ρώκριτος

Α’

Σκηνή: Ξημέρωμα, στην κάμαρα της Αρετής.

Πρόσωπα: ΝΕΝΑ, ΑΡΕΤΗ.

ΝΕΝΑ

Μην το δαχτύλι σ’ άγγιξε;

ΑΡΕΤΗ

Οχι, ήταν άλλο πράμα

πού ‘νιωσα μες στη φούχτα μου μαζί μ’ εκειό το γράμμα·

φείδ’ ήτανε το πού ‘πιασα κ’ εσκιάχτην να τ’ αφήσω,

μη με δαγκώσει τη φτωχιά και κακοθανατίσω.

Για να το πνίξω τό ‘σφιξα, μα εκείνο πώς θυμώθη

φούσκωσε και κοκκίνησε και στα μεριά μου χώθη.

«Ρωτόκριτέ μου,» κράζω του, «τρέξε και βούηθησέ μου·

έν’ άγριο φίδι, ένα θεριό, που δέν ειδα ποτέ μου,

γυρεύγει μέσα μου να μπει, βαθιά να με δαγκώσει!»

Κι αυτός φωνάζει μου: «Αρετή, βλέπε μη σε κομπώσει,

γιατ’ είναι φίδι πίβουλο, μόν’ σφίξε τα μεριά σου …

ΝΕΝΑ

Ωχ, μάνα μου! …

ΑΡΕΤΗ

… μην πάει πιο μπρος, και λύσε τα βυζιά σου.

Κι α’ σου τα τρίβω, δέξου το, γιατί μ’ αυτό τόν τρόπο

θε να ψοφήσει έτοιος εχτρός τω’ δύσμοιρων ανθρώπω’.»

ΝΕΝΑ

Και τά ‘λυσες; και σ’ τά τριβε;

ΑΡΕΤΗ

Ήμουν σε τέτοια κρίση.

Μονάχη ξεθηλύκωσα το πράμα που είχε ορίσει

κι αυτός μού τα χεράκωσε και τσίμπαγέ μου αγάλι

τα ρωγοβύζια, και στ’ αυτί τη γλώσσα του είχε βάλει.

Το φίδι κοντοστάθηκε, λες κ’ ήθελε να φύγει …

ΝΕΝΑ

Αχ! τέτοιο ανήμερο θεριό τ’ αφήνει το κυνήγι; …

Οϊμέεε …!

ΑΡΕΤΗ

… λες κι αφουγκράζουνταν πόσο η καρδιά μου χτύπα’·

ξάφνου τινάχτη· τό ‘νιωσα στου κώλου μου την τρύπα …

ΝΕΝΑ

Πόνεσες;

ΑΡΕΤΗ

… να σφηνώνεται και να γλιστρά σα χέλι,

τα πίσω-μπρος, τα πίσω-μπρος …

ΝΕΝΑ

Γλύκα δεν έχει;

ΑΡΕΤΗ

… μέλι

το κούνημά του στάλαζε στο τρυφερό κορμί μου·

κι αυτός αφήνει το βυζί κι αρπάζει το μουνί μου.

Λέγω του: «Η χέρα στ’ άμοιαστα πηγαίνει, παρατράπης.»

ΝΕΝΑ

Καλά είπες.

ΑΡΕΤΗ

Μ’ αποκρίνεται: «Μονάχα ένας αζάπης

βγάνει το φίδι τ’ άγριο που χώθη σου από πίσω.»

Λέγω του: «Σα να μέρεψε· λογιάζω να τ’ αφήσω

ακόμη λίγο, Ρώκριτε· θα φύγει μοναχό του.»

Μ’ αυτός στα χείλη του λαγού, πού ‘χε το δάχτυλό του

στο στόμα του το σύστρεφε και τη γλώσσα του θέλει …

ΝΕΝΑ

Ποιανού λαγού;

ΑΡΕΤΗ

Που ‘ν’ εδεπά … Μου λύθηκα’ τα μέλη,

πείραξην είχα λογισμού, κ’ έλεγα ν’ αφορμίσω,

τα λογικά μου τά ‘χασα, γύρευγα να γυρίσω

νά ‘μπει το φίδι κι από μπρος ώς μες στα σωθικά μου,

να σκίσει με, να φάγει με, να πάρει την εξιά μου.

Τό ‘νιωσεν ο Ρωτόκριτος και κράζει μου: «Σηκώσου·

καιρός πουνιάλο να χαρείς κάτω απ’ τον αφαλό σου.»

ΝΕΝΑ

Ωφούουουου!!

ΑΡΕΤΗ

Γυρίζω ανάσκελα, με δάγκωσε στον ώμο,

τότες μου φάνη κ’ έσφαζε το δόλιο το λαγό μου

που σπάραζε και σπάραζε· τι ‘ταν χοντρό το φίδι

που ώς το μανίκι τού ‘μπηξε, κ’ έκοβγε σα λεπίδι.

Ωσά λαγήνι που γενεί πολλά πλατύ στον πάτο

και στο λαιμό πολλά στενό και ποθυμιά γεμάτο,

εδέτσι ηταν το πράμα μου μέσα σε τέτοια πάθη.

Η αποκοτιά τω’ δυο κορμιώ’ τόσο μεγάλη στάθη

π’ αγριέψασι σαν τα θεριά, πώς κάνουσι σα σμίγου’·

τα δόντια μας τη σάρκα μας δαγκώνασι κ’ ετρύγου’.

Λέγω του: «Αφού ξεκίνησες την όρεξή σου εις τούτο,

κούνα το το δοξάρι σου γρήγορα στο λαγούτο,

πιο γρήγορα … πιο γρήγορα … πιο γρήγορα … πιο γρήγορα …

Σύντριψέ με, κάψε με, να μην μπορώ να φύγω …»

Ζιμιό τραβήχτη, αντρειεύεται· το χώνει πιο βαθιά μου·

το δάχτυλό του ανάδευε την τρύπα στα μεριά μου,

με τ’ άλλο χέρι μάλαζε τα βυζιά μου π’ ανάψα’·

ήταν καμίνι η σμίξη του κ’ εκόρωνα στην κάψα,

ώσπου ένιωσα το κύμα του μες στου λαγού το στόμα

να σπάζει, να γεμίζει το – κι άλλο να θέλω ακόμα.

ΝΕΝΑ

Αλίμονο! σε γάμησε! … Πώς θα μανιάσει ο Κύρης,

σα μάθει πως ο Ρώκριτος σού ‘γινε νοικοκύρης

κ’ εμπήκε και σ’ ετρύγησε κάτω απ’ τον αφαλό σου.

Αχ! μαγειρεύγου’ βάσανα οι κοπέλες σαν καυλώσου’!

15. 9. 1961


Σελίδες από το Ημερολόγιο του Ιλχάν

Posted in Cult on Φεβρουαρίου 11, 2009 by Le grand écrivain

Τώρα ο κόσμος που κοιτώ είναι αλήθεια. Αληθινό είναι αυτό που βλέπω εγώ. Ό,τι βλέπω εγώ δεν το βλέπουν οι άλλοι. Η δική μου αλήθεια δεν είναι η αλήθεια των άλλων. Κι αυτό που εμένα μου φαίνεται αυτονόητο στους άλλους φαντάζει παράδοξο. Προσπαθώ να μεταφράσω αυτό το καινούργιο συναίσθημα. Οι λέξεις μου δεν μου φτάνουν. Ανακατώνω τις λέξεις. Αναρωτιέμαι που αρχίζει η δική μου αλήθεια και που τελειώνει των άλλων. Επισκέπτομαι συνέχεια τα όνειρα μου ψάχνω να βρω τα λόγια να κάνω την πράξη μου όνειρο. Όνειρο είναι αυτό που βλέπω εγώ. Ό,τι βλέπω εγώ δεν το βλέπουν οι άλλοι. Και τα όνειρα τα δικά μου μοιάζουν στους άλλους εφιάλτες. Ανοίγω την πόρτα στο όνειρο. Περπατάω μέσα σ’ ένα πούσι πυκνό προσπαθώντας να μεταμορφώσω τον κόσμο να τον κάνω τον κόσμο μου το σύμπαν διαστέλλεται και μένω μόνος και πάλι οι άλλοι εξαφανίζονται κι εγώ κοιτάω την πλάτη μου. Λείπω. Κι όμως ξέρω καλά πως είμαι ακόμα εδώ. Όπως ξέρω καλά το νιώθω πως δεν είμαι δεν μπορεί δεν πρέπει να είμαι μόνος μου. Νιώθω την παρουσία τους ν’ αχνοφέγγει μες τα σκοτάδια. Μία σιωπή αμφίσημη. Πίσω από δάση δέντρα σκοτεινά και λίμνες πεδιάδες μέσα σε κάστρα έρημες πόλεις κι ερειπωμένα χωριά. Μέσα σ’ ένα απέραντο διάστημα κι ένα σπίτι νεκρό. Και θέλω να τους φωνάξω ν’ ανοίξω την πόρτα και να τους ψάξω. Να πάρω τους δρόμους να τρέχω ν’ αναγνωρίσω τα πρόσωπα τους ψηλαφιστά ν’ αποκτήσουν χαρακτηριστικά. Σκιές. Σκοτεινές σκιές σιωπηλές. Πώς να τους ψάξω σ’ έναν κόσμο που δεν είναι δικός τους; Πώς να τους ψάξω σ’ έναν κόσμο που είναι μόνο δικός μου; Δεν υπάρχω μόνος μου κι όμως ζω σ’ έναν κόσμο δικό μου. Πώς να κάνω τον κόσμο μου κόσμο τους; Πώς να τους κάνω να υπάρξουνε πλάι μου; Να τους δώσω τα κλειδιά για τον κόσμο μου; Μεταφράζω το όνειρο και βλέπουν εφιάλτες. Όσα γνωρίζουν εγώ δεν τ’ αναγνωρίζω κι όσα φοβούνται δεν με τρομάζουν. Όσα γνωρίζω αρνούνται να τα κοιτάξουν κι όσα φοβάμαι τους φαίνονται μάταια. Πώς να εναρμονίσω τους κόσμους μας; Πώς να εναρμονίσω την αλήθεια μου στις υπάρξεις τους; Πώς να δέσω την ύπαρξη μου στον κόσμο τους που καθόλου δεν τον αναγνωρίζω για κόσμο μου; Πώς να παρεισφρήσω στα όνειρα τους και να τα κάνω δικά μου; Πως να κάνω τα δικά μου όνειρα κόσμο τους; Σε Όνειρο πώς να συγκροτήσω τα όνειρα; Πώς να δω στην εγγενή μου αντίφαση μια ψηφίδα του Όλου και στ’ όνειρο μου την αντανάκλαση του Ενός όταν το Ένα επιμένει να μου διαφεύγει λανθάνων μέσα σ’ αισθήσεις εφήμερες χωρίς συνοχή; Πώς να διαχειριστώ την ήττα ότι υπήρξα χωρίς να υπάρξω; Και πώς να επουλώσω την αυτεπίγνωση πως δεν θα υπήρχαν αν δεν είχα υπάρξει; Βαθιά μες το αίμα υπάρχει μία πληγή που δεν τη γιατρεύουν τα λόγια.

Σελίδες από το Ημερολόγιο του Ιλχάν

Posted in Cult on Ιανουαρίου 27, 2009 by Le grand écrivain



Προσπάθησα τόσο πολύ να γαμήσω το μέλλον μου γιατί φοβόμουν τόσο πολύ το γαμημένο το παρελθόν μου. Το παρελθόν μου που έζησα. Κι εκείνο που κατασκεύασα. Ποιος ήμουν; Τι ήμουν; Έκλεισα τα μάτια μου κι έσφιξα τις γροθιές μου. Όταν τ’ άνοιξα κοιτούσα ξανά το ίδιο τοπίο νεκρό. Πάει καιρός που είχα πάψει να ξέρω τι ήταν αληθινό και τι όχι. Και δεν μπορούσα πια να διακρίνω ξεκάθαρα μέσα από στέρεα περιγράμματα την πραγματικότητα απ’ τον εφιάλτη. Τώρα περνούσα τον καιρό μου προσπαθώντας συνήθως να κατασκευάσω κάποιο παρόν. Κλεισμένος πάντα στον πάτο άδειο μιας άδειας κλεψύδρας και να με πνίγει η άμμος αμείλικτη του παραμορφωμένου χρόνου. Έπινα, μαστούρωνα, μαλακιζόμουν μ’ ανύπαρκτες γκόμενες στο διαδίκτυο κι όταν γαμούσα έφερνα επίμονα στο μυαλό μου τα πρόσωπα γυναικών που ήξερα πως δεν θα μπορούσα ποτέ να γαμήσω. Μες το μυαλό μου έκλαιγ’ ένας γιγάντιος ήλιος κι υπήρχε μέσα μου κάτι σαν μαύρη σπηλιά που δεν κατάφερνα ποτέ να φωτίσω ή πολύ περισσότερο να εξηγήσω την παρουσία της. Και χρόνο το χρόνο όλο μεγάλωνε και κάλυπτε τα πάντα σταδιακά και αδίστακτα αδηφάγα χορεύοντας ακανόνιστα την αδυσώπητη ηδυπάθεια ενός ερεβώδους ιλίγγου. Ήθελα τόσο πολύ να κάνω κάτι στη ζωή μου που στο τέλος κατάντησα άχρηστος. Οι λέξεις. Δεσμώτης των λέξεων ν’ αναφλέγομαι το μυαλό μου. Κι εικόνες να ξεθωριάζοντας αργά σαν τα καμένα αρνητικά φωτογραφίας. Να χορεύω τα βράδια παθητικά slow με κιτρινισμένους ιππόκαμπους τόσο ζωντανούς όσο κι οι γόπες απ’ τα τσιγάρα μου και χύνοντας να φαντασιώνομαι τις γυναίκες που κάποτε ήλπισα ν’ αλλάξουν εκείνες για μένα τον εαυτό μου. Που τις πόθησα πρώτα γυμνώνοντας το κορμί τους τις ερωτεύτηκα έπειτα γνωρίζοντας το κορμί τους και που τόσο πολύ τις αγάπησα ύστερα και που στο τέλος τις μίσησα ότι αγαπήσαν εκείνον που εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ ν’ αγαπήσω. Και δεν ήξερα ποιος έφταιγε τελικά. Εγώ ή εκείνες; Τώρα άφηνα τα φαντάσματα μου να με πολιορκούνε τις νύχτες και νύχτες παραισθησιογόνες με τα μαλλιά της κεφαλής μου σηκωμένα από τον ίδιο πάντα τρόμο βουβό βουλιάζοντας στο ημίφως μέσα σε πολυκαιρισμένες βραχογραφίες με κυνήγια και βίσονες και μάγους σαμάνους με υπερμεγέθη καυλιά και γυναίκες σκουρόχρωμες με μάσκες και χρώματα και μεγάλα βυζιά νύχτα πανσέληνος μες τη φωτιά και προϊστορικούς διαστημάνθρωπους που δεν είχα ιδέα πως βρεθήκαν στον τοίχο μου ή τι στον πούτσο ‘κάναν εκεί. Κι ήξερα από πριν με την υπόρρητη βεβαιότητα των καταδικασμένων πως όπου να ‘ναι άλλο ένα κακό ταξίδι θα ξεκινούσε. Το ίδιο πάντα ταξίδι κακό. Κι όταν αναρωτιόμουν αν ήμουν τρελός είχα ήδη περάσει πέρα απ’ την τρέλα. Κι ήλπιζα μόνο ότι όλα αυτά τα φαντάσματα θα γινόνταν κάποτ’ επιτέλους δικά μου. Αρκεί μόνο να μην είναι αργά. Κι ίσως τότε να δω στην άλλη άκρη του τούνελ εκείνον που τόσο μισούσα να μου γελά ειρωνικά.



Jesus Christ Superstar

Posted in Cult, Music on Οκτώβριος 30, 2008 by Le grand écrivain



Heaven on their minds (Judas)



My mind is clearer now

At last

All too well

I can see

Where we all

Soon will be

If you strip away

The myth

From the man

You will see

Where we all

Soon will be

Jesus! You’ve started to believe

The things they say of you

You really do believe

This talk of God is true

And all the good you’ve done

Will soon be swept away

You’ve begun to matter more

Than the things you say

Listen Jesus

I don’t like what I see

All I ask is that you listen to me

And remember

I’ve been your right hand man all along

You have set them all on fire

They think they’ve found the new Messiah

And they’ll hurt you when they find they’re wrong

I remember when this whole thing began

No talk of God then, we called you a man

And believe me

My admiration for you hasn’t died

But every word you say today

Gets twisted ’round some other way

And they’ll hurt you if they think you’ve lied

Nazareth’s most famous son

Should have stayed a great unknown

Like his father carving wood

He’d have made good

Tables, chairs and oaken chests

Would have suited Jesus best

He’d have caused nobody harm

No one alarm

Listen Jesus, do you care for your race?

Don’t you see we must keep in our place?

We are occupied

Have you forgotten how put down we are?

I am frightened by the crowd

For we are getting much too loud

And they’ll crush us if we go too far

If we go too far

Listen Jesus to the warning I give

Please remember that I want us to live

But it’s sad to see our chances weakening with ev’ry hour

All your followers are blind

Too much heaven on their minds

It was beautiful, but now it’s sour

Yes it’s all gone sour

Ah — ah ah ah — ah

God Jesus, it’s all gone sour

Listen Jesus to the warning I give

Please remember that I want us to live

So come on, come on, listen to me.

Ah — ah

Come on, listen, listen to me.

Come on and listen to me.

Ah — ah


http://www.youtube.com/watch?v=ytNoiQ8LkS8


I Only Want To Say (Gethsemane) (Jesus)



I only want to say

If there is a way

Take this cup away from me

For I don’t want to taste its poison

Feel it burn me,

I have changed I’m not as sure

As when we started

Then I was inspired

Now I’m sad and tired

Listen surely I’ve exceeded

Expectations

Tried for three years

Seems like thirty

Could you ask as much

From any other man?

But if I die

See the saga through

And do the things you ask of me

Let them hate me, hit me, hurt me

Nail me to their tree

I’d want to know

I’d want to know my God

I’d want to know

I’d want to know my God

I’d want to see

I’d want to see my God

I’d want to see

I’d want to see my God

Why I should die

Would I be more noticed

Than I ever was before?

Would the things I’ve said and done

Matter any more?

I’d have to know

I’d have to know my Lord

I’d have to know

I’d have to know my Lord

I’d have to see

I’d have to see my Lord

I’d have to see

I’d have to see my Lord

If I die what will be my reward?

If I die what will be my reward?

I’d have to know

I’d have to know my Lord

I’d have to know

I’d have to know my Lord

Why, why should I die?

Oh, why should I die?

Can you show me now

That I would not be killed in vain?

Show me just a little

Of your omnipresent brain

Show me there’s a reason

For your wanting me to die

You’re far too keen on where and how

But not so hot on why

Alright I’ll die!

Just watch me die!

See how, see how I die!

Oh, just watch me die!

Then I was inspired

Now I’m sad and tired

After all I’ve tried for three years

Seems like ninety

Why then am I scared

To finish what I started

What you started

I didn’t start it

God thy will is hard

But you hold every card

I will drink your cup of poison

Nail me to your cross and break me

Bleed me, beat me

Kill me, take me now

Before I change my mind

http://www.youtube.com/watch?v=rDHoTOgeNWE


Ακούω φωνές

Posted in Cult on Ιουλίου 9, 2008 by Le grand écrivain

Κι όμως. Είναι μερικές καταστάσεις που τις αποδέχεσαι επειδή δεν έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις στη ζωή σου. Τις υπομένεις και πορεύεσαι εντός τους δίχως κάποιο ξεκάθαρο λόγο. Ξαφνικά δημιουργείται ένα ρεύμα από το πουθενά κι εσύ καλείσαι να το ακολουθήσεις. Ποιος είναι υπεύθυνος για τούτο το ρεύμα; Το μόνο σίγουρο είναι ότι εσύ δεν το επιθύμησες. Κι όμως. Κάπως βρέθηκες μέσα του. Φταις εσύ; Οι εξωτερικές, αντικειμενικές ούτως ειπείν, συνθήκες της ζωής σου; Και πως αυτές δημιουργούνται; Φταίνε οι άλλοι όλα αυτά τα καινούργια πρόσωπα που ξαφνικά ξεφύτρωσαν στη ζωή σου και παλιώσανε τόσο γρήγορα κι απροσδόκητα όσο εμφανίστηκαν και πάλι εξαφανίστηκαν; Και πως συμβαίνουν τάχα όλα αυτά; Και τι είναι πάλι τούτη η ανάγκη σου να σπας κάθε φορά το ρεύμα ολοένα πιο βίαια; Και πως μπορείς να συνεχίσεις τη ζωή σου σπάζοντας κάθε φορά τα ρεύματα; Όλα τα ρεύματα που δημιουργούνται; Είναι άραγε κι αυτό ζωή; Θέλω να πω όλοι οι σπασμένοι ειρμοί; Όλα τα σπασμένα ρεύματα; Θρυμματισμένη ζωή… Είχε από ώρα ανάψει τα φώτα. Το σαλόνι γεμάτο με πτώματα. Για όλα έφταιγε κείνη η φωνή. Προστακτική και επίμονη ούρλιαζε μες τ’ αυτιά του σκότωσε σκότωσε. Είχαν έρθει στο σπίτι από νωρίς όλοι οι πρόσφατοι ‘φίλοι’ μου να πιουν τα ποτά μου. Από μια κάποια αίσθηση εκδικητικότητας είχα καλέσει κι όλες τις ερωμένες μου πρώην και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Πρόσωπα που προσπάθησα πολύ να ξεχάσω. Πρόσωπα που πολύ θα ήθελα να ξεχάσω. Τώρα τα πόδια μου καθισμένος στον καναπέ βουτηγμένα στο αίμα τους. Οι στάχτες απ’ το τσιγάρο μου επιπλέουν για λίγο κι έπειτα βουλιάζουν αργά μέσα σε τούτη τη παράξενη τεχνητή κόκκινη λίμνη. Είχαν όλοι τους μαζευτεί στο πάρτι για την υποστήριξη της διδακτορικής μου διατριβής. Κι όλοι οι ‘συνάδελφοι’ μου εκεί. Άψογος οικοδεσπότης εγώ. Όλοι γελούσαν περνούσαν καλά πίνανε τις σαμπάνιες μου την κόκα μου μυτιές φλερτάραν χορεύανε με συγχαίρανε υποκριτικά (ενεδρεύοντας στο σκοτάδι παραμονεύοντας να μου φάνε τη θέση). Όλοι να περιμένουνε το αποκορύφωμα της γιορτής το μεγάλο πυροτέχνημα να σκάει στο νυχτερινό ουρανό. Το είχα από καιρό προσεκτικά προετοιμάσει. Σβήσαν τα φώτα ανάψανε τα κεριά. Πήγα στο μέσα δωμάτιο. Άνοιξα την ντουλάπα. Όλα τα μάτια ήταν καρφωμένα επάνω μου όταν ξαναγύρισα στο δωμάτιο. Όλα τα μάτια ήταν καρφωμένα επάνω μου όταν ξεκίνησα το αλυσσοπρίονο. Όλα τα μάτια ήταν καρφωμένα επάνω μου όταν έκοψα πρώτο το κεφάλι ξανθό της Μαριάνθης. Κι έπειτα το χάος και κλειδωμένες οι πόρτες. Εγκλωβισμένες οι φωνές μέσα στην αεροστεγή ηχομόνωση του δωματίου μου να ανεβαίνουν τα ντεσιμπέλ και να λερώνεται το καινούργιο κουστούμι μου επί τούτου αγορασμένο για την περίσταση. Να πιτσιλάει το αίμα στα μάτια στα μάγουλα μου κανίβαλος πρωτόγονος κυνηγός απ’ το χρόνο. Να βλέπω τα μέλη τους να αποχωρίζονται τα κορμιά τους και να επιπλέουν σαν κομμένοι κορμοί μέσα στο κόκκινο ρεύμα που έπαιρνε από παντού να κυλά καταρράκτες. Τώρα κάθομαι στο καναπέ και καπνίζω ένα τσιγάρο. Άδειος. Τα δάκτυλα κάποιου καρπού κομμένου εξακολουθούν να κινούνται μηχανικά μες το αίμα θαρρείς και τα κουνά κάποιος αόρατος μαριονετίστας. Προσπάθησα, μηχανικά περισσότερο, να φανταστώ σε ποιον μπορεί να ανήκε αυτός ο καρπός. Δεν μου θύμιζε τίποτα έτσι αποκομμένος από το σύνολο. Ίσως να ήταν του Τάκη. Πέταξα τη γόπα στο αίμα. Μικρή σημασία είχε. Ούτως ή άλλως τώρα δεν το χρειαζόταν. Θέλω να πω ο Τάκης και ο καρπός του ήταν πλέον δυο οντότητες εντελώς ξεχωριστές. Κοίταξα γύρω μου. Άδειος. Κενός. Η μυρωδιά απ’ τα σβησμένα κεριά με χτυπούσε βαριά στα ρουθούνια. Τι θα τα κάνω τόσα πτώματα που γέμισε η ζωή μου; Τώρα έπρεπε να μάθει να ζει με το αίμα, να ζει απ’ το αίμα. Και πάλι. Είναι μερικές καταστάσεις που τις αποδέχεσαι επειδή δεν έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις στη ζωή σου.