Archive for the Cinema Category

Γιώργος Μπακάλης, Οι πεινασμένοι

Posted in Cinema, Επικαιρότητα on Δεκέμβριος 9, 2012 by Le grand écrivain
Advertisements

Έλσα Παπαγεωργίου, Ο Θίασος ή το παρελθόν ανήκει στο μέλλον

Posted in Cinema, Επικαιρότητα, Μικροκείμενα on Φεβρουαρίου 5, 2012 by Le grand écrivain

Έλσα Παπαγεωργίου

Ο Θίασος ή το παρελθόν ανήκει στο μέλλον

Στο νέο του θανάτου του Θόδωρου Αγγελόπουλου, το πρώτο μέιλ που έλαβα από φίλο και σύντροφο περιείχε το πρώτο δεκαπεντάλεπτο από το Θίασο. Απάντησα με ένα σύντομο απόσπασμα από το Βλέμμα του Οδυσσέα, το γνωστό με τον άλλο μεγάλο απόντα Θανάση Βέγγο, τη φύση και το μπισκότο : «Η Ελλάδα πεθαίνει. Πεθαίνουμε σαν λαός. Δεν ξέρω κι εγώ πόσες χιλιάδες χρόνια ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και αγάλματα. Αλλά αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα ας το κάνει γρήγορα γιατί η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει πολύ θόρυβο. Μωρή φύσηηηη! Μόνη σου είσαι, μόνος μου είμαι κι εγώ. Πάρε ένα μπισκότο.»

Δυό βράδια αργότερα έκατσα να δω τον Θίασο. Σκέφτηκα έπειτα ότι δύο είναι οι μεγάλες αφηγήσεις μέσα από τις οποίες μαθαίνουμε σχεδόν τα πάντα για την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. Και λέω σχεδόν γιατί ποτέ η αφήγηση δεν μπορεί να πει τα πάντα. Ό,τι όμως μπορεί να ειπωθεί για τα ταραγμένα χρόνια που σημάδεψαν αυτή τη γωνιά της Μεσογείου που γνωρίζουμε ως πατρίδα μας, το είπαν οι Ακυβέρνητες πολιτείες του Τσίρκα και ο Θίασος του Αγγελόπουλου. Το πρώτο, αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, έξοχο δείγμα ενός μοντέρνου κομμουνιστικού κοσμοπολιτισμού, αποθεώνει τον τρελό χορό του προσωπικού και του ιστορικού δράματος. Στον Τσίρκα οι ήρωες και οι ηρωίδες είναι πολλοί και πολλές. Ο Μάνος Σιμωνίδης ή «Μεσιέ Καλογιάννος» είναι ο αφηγητής αλλά κι αυτός δεν ξέρει. Μαθαίνει από την Έμμυ, τη Νάνσυ, την Αριάγνη, το Ανθρωπάκι, τον Χέντερλιγκ. Μαθαίνει τόσα πολλά, που στο τέλος πληρώνει με την ίδια του τη ζωή. Γιατί υπάρχει, τελικά, μια βαθιά σχέση ανάμεσα στο θάνατο και τη θέληση για γνώση, όπως μας είπε ο Φουκώ στον πρώτο τόμο της Ιστορίας της Σεξουλικότητας. Η θέληση για γνώση.

  Συνέχεια

Daphné Heretakis, Ici rien

Posted in Cinema, Επικαιρότητα on Νοέμβριος 2, 2011 by Le grand écrivain

Daphné Heretakis, Ici rien / Δάφνη Χαιρετάκη, Εδώ τίποτα

 

Σύνοψη:

Η ταινία ξεκινάει στα Εξάρχεια, τον Σεπτέμβρη του 2008, και καταλήγει στο Σύνταγμα, τον Μάιο του 2010.

Προσωπικές μαρτυρίες αλλά και σκηνές της καθημερινότητας συνθέτουν το αποδομημένο πορτρέτο μιας χώρας σε κρίση.

 

Γλώσσα: Ελληνικά (γαλλικοί υπότιτλοι)

Synopse :
Le tournage de ce film a commencé en septembre 2008, à Exarhia, haut-lieu de la contestation athénienne. Je voulais faire le portrait de ceux qui restent attachés à un endroit, de ceux qui gardent une mémoire historique mais aussi quotidienne d’un lieu. Au gré de mes allers-retours Paris-Athènes qui ont continué jusqu’en avril 2011 et de l’évolution de la Grèce, le film est devenu la toile sur laquelle les témoignages se sont finalement posés, composant ainsi le paysage morcelé d’un pays en crise.

La projection aura lieu le Jeudi 10 novembre à 19h30 au festival Les Ecrans Documentaires,
Espace Jean Vilar, 1, rue Paul Signac à Arcueil

Accès :
http://www.lesecransdocumentaires.org/2011/tarifs_acces.html

Venir en RER B (zone 3) : descendre à la station Arcueil-Cachan (à 15 minutes du centre de Paris) et prendre la sortie Rue du Docteur Gosselin L’Espace Jean Vilar est à 5 minutes à pied, suivre le fléchage.

Venir en bus : n°187 (arrêt « Cachan RER ») et n°162 et 184 (arrêt « Cité Jardins »)

Ζ. Δ. Αϊναλής, Μερικές εκπρόθεσμες σκέψεις για τους Αδερφούς Γκριμ του Terry Gilliam

Posted in Cinema on Μαρτίου 28, 2010 by Le grand écrivain

Ζ. Δ. Αϊναλής

———————

———–

Μερικές εκπρόθεσμες σκέψεις για τους Αδερφούς Γκριμ του Terry Gilliam

————-

Ο γνήσιος ρομαντισμός πόρρω απείχε του να είναι απλά και μόνο ένα ακόμα λογοτεχνικό ρεύμα. Ο ρομαντισμός ήθελε να είναι, και για ένα σύντομο χρονικό διάστημα ήταν, ένας καινούργιος τρόπος να αισθάνεται κανείς και να ζει τη ζωή.

Александр Блок, Περί του Ρομαντισμού (1919)

————————

————

1811. Τα νικηφόρα γαλλικά στρατεύματα προελαύνουν σ’ ολόκληρη την ηπειρωτική Ευρώπη διαδίδοντας τα διδάγματα του γαλλικού διαφωτισμού και τις αρχές της Επανάστασης. Το φάντασμα του Βολτέρου – φέροντας φωτιά και κραδαίνοντας τσεκούρι – κηρύσσει την Ελευθερία, την Ισότητα και την Αδελφοσύνη. Η Μασσαλιώτιδα αντικαθιστά την προσευχή και ο Σαιν-Ζουστ και ο Μπαμπέφ σαπίζουνε στους τάφους τους. Όλη η Ευρώπη μυρίζει θάνατο και μπαρούτι. Όλη η Ευρώπη μυρίζει προδοσία. Οι πρόσφατες ελπίδες των πεπτωκότων, και στο πρόσωπο τους όλων των πεπτωκότων της Ιστορίας απ’ τον Σπάρτακο κι εξής, θα συνθλιβούν κάτω από τις μπότες της μεγαλομανίας του Βοναπάρτη και των επιδιώξεων της αστικής τάξης.

Δύο περιπλανώμενοι ταξιδιώτες καταφτάνουν καλπάζοντας στην γερμανική καστρόπολη του Karlstadt. Πρόκειται για τους διαβόητους αδερφούς Grimm, οι οποίοι εξασκούν ένα ‘επάγγελμα’ που θα χαρακτήριζε κανείς ως μια illustration version του επαγγέλματος του μάγου και του εξορκιστή. Μετά από αίτημα του δημάρχου της πόλης – και μια πλουσιοπάροχη αμοιβή – αποφασίζουν να σώσουν την πόλη από μια μάγισσα. Μόνο που η ίδια η μάγισσα δεν είναι παρά ένα δημιούργημα τους και η ίδια η δική τους δραστηριότητα μια επικερδής επιχείρηση εξαπάτησης. Φυσικά, ο γαλλικός στρατός που από καιρό παρακολουθεί τις ‘δραστηριότητες’ των δύο αδερφών με την πρώτη ευκαιρία τους συλλαμβάνει επί τη κατηγορία κλοπής στο Αμβούργο. Ο αρχηγός του γαλλικού στρατού, στρατηγός Delatombe (‘από τον τάφο’ σε κατά γράμμα μετάφραση) τους προτείνει το ακόλουθο ‘παζάρι’, το οποίο δεν έχουν άλλη επιλογή από το να δεχτούν: στην πόλη του Marbaden κάποιος ‘τσαρλατάνος’ κάνει τα ίδια με αυτούς κόλπα – αν ξεσκεπάσουν την απάτη τα αδικήματα τους θα παραγραφούν. Μέχρις εδώ όλα καλά. Το πρόβλημα όμως είναι ότι στους γερμανικούς δρυμούς κρύβεται κάτι πέρα από την ρασιοναλιστική κατανόηση των ιθυνόντων του γαλλικού στρατού…

Συνέχεια

Η ιστορία ενός φιλήσυχου ανθρώπου

Posted in Cinema, Επικαιρότητα on Δεκέμβριος 18, 2009 by Le grand écrivain

Jean Dubuffet, Monsieur Plume plis au pantalon (Portrait d’Henri Michaux), 1947

ο χρονος σταματαει τον

ΔΕΚΕΜΒΡΗ

οι ΕΞΕΓΕΡΣΕΙΣ δεν ειναι ουτοπια

Παρασκευη 18/12/200

ωρα : 19:30

προβολη της ταινιας  Η ιστορια ενος φιλησυχου ανθρωπου

θα ακολουθησει συζητηση με τον σκηνοθετη Γιωργο Μπακαλη

ΣΤΕΚΙ ΑΝΤΙΚΡΥ Αγ.ΓΛυκεριας 20

Συνέχεια

Παραχαράκτες δολαρίου

Posted in Cinema on Ιουνίου 28, 2008 by Le grand écrivain

…. είναι περισσότερο δίπλα μας από ποτέ….

Είναι φανερό ότι οι κεντρικοί ήρωες αλλά και όλοι όσοι επέζησαν ενός στρατοπέδου συγκεντρώσεως θα αισθάνονται δια βίου ένοχοι για το γεγονός ότι οι ίδιοι επιβίωσαν ενώ κάποιοι άλλοι πέθαναν, καθώς και αμφιβολίες για το αν θα μπορούσαν ή θα έπρεπε να είχαν πράξει αλλιώς. Ως σκηνοθέτης δεν θα μπορούσα να κατηγορήσω τον Σόροβιτς, τον πρωταγωνιστή μου, για το ότι κατάφερε να μείνει 6 χρόνια στο στρατόπεδο και να βγει ζωντανός – αυτό θα ήταν τουλάχιστον ανήθικο.


Stefan Ruzowitzky


Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Στην πραγματική ζωή αλλά και στο σινεμά. Συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα έχουν γυριστεί και ξαναγυριστεί με ποικίλα αποτελέσματα και οπτικές. Μετά την ταινία όμως του Alain Resnais Nuit et bruillard τι άλλο να από-τυπωθεί στο σελλιλόϊντ για τα στρατόπεδα συγκεντρώσεις των Ναζι; Στην ταινία Παραχαράκτες του Stefan Ruzowitzky, όμως, ενώ το κινηματογραφικό σκηνικό έχει στηθεί σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, η ιστορία δεν επικεντρώνεται σ’ αυτό το γεγονός.

Ο Σόροβιτς, ο ήρωας της ταινίας, είναι περίφημος παραχαράκτης στην ναζιστική Γερμανία. Η κοινωνικοπολιτική κατάσταση δεν τον ενδιαφέρει, αρκεί ο ίδιος να μπορεί να ελίσσεται και να επιβιώνει. Συλλαμβάνεται όμως και οδηγείται στο τέλος κι αυτός με τη σειρά του σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Μεταφέρεται από κει με μια ομάδα σε πτέρυγα με προνομιούχους κρατούμενους, σχεδιαστές, γραφίστες, και τυπογράφους. Στην ομάδα κρατούμενων που εντάσσεται στην πτέρυγα υπάρχει κι ο κρατούμενος Μπούργκερ. Ο καθένας πρεσβεύει μια διαφορετική αντίληψη και κοσμοθεωρία που αποτυπώνεται στις θέσεις και στις πράξεις τους μπροστά στα διλήμματα που τους παρουσιάζονται. Αυτές οι δυο κοσμοθεωρίες συγκρούονται συνεχώς από το πιο αδιάφορο καθημερινό γεγονός (μια παρτίδα χαρτιά – ιδιοφυές σεναριακό εύρημα), μέχρι το ζωτικό ζήτημα για τους Εβραίους κρατούμενους (παραχάραξη δολαρίου). Θέση στην διαμάχη αυτή ο σκηνοθέτης προσπαθεί να φαίνεται πως δεν παίρνει, η πλάστιγγα δεν γέρνει με το μέρος κανενός, οι πράξεις συνείδησης κι επιβίωσης αντιμάχονται συνεχώς σε λεπτές ισορροπίες. Ο Σόροβιτς κινείται συνεχώς με βάση τα προσωπικά του κίνητρα κι ο Μπούργκερ με όρους κοινωνικούς. Το συλλογικό άτομο βρίσκει την πλήρη συνείδηση του στο πρόσωπο του.

Μπούργκερ: – Δεν το θέλω. Όσο είμαι εδώ και περνάμε καλά, την ίδια στιγμή οι άλλοι έξω…

Σόροβιτς: – Δεν θα δώσω στους Ναζί την χαρά να αισθάνομαι ντροπή επειδή ζω…

Ο σκόπελος της παραχάραξης του αγγλικού νομίσματος προσπερνάται κι ο απώτερος στόχος του Γ’ Ράιχ να αγοράσει υλικά για τη συνέχιση του πολέμου κι να προσπαθήσει να οδηγήσει τις οικονομίες της Βρετανίας και των ΗΠΑ σε κρίση περνάει από την παραχάραξη του δολαρίου. Το κομβικό αυτό σημείο για του ήρωες αλλά και για την έκβαση του πόλεμου έρχεται να φέρει στην επιφάνεια ηθικά και προσωπικά διλήμματα πάνω και στα οποία επικεντρώνεται η ταινία. Ήδη το καλογραμμένο και πετυχημένο σενάριο μας οδηγεί με δραματουργική ακρίβεια. Η επίτευξη του στόχου επιτυγχάνεται αφού οι πρωταγωνιστές του ηθικού δράματος θα περάσουν δια πυρός και σιδηρού, με την λύση να δίνεται από το ίδιο το τέλος του πόλεμου και την απελευθέρωση τους από τους υπόλοιπους κρατούμενους. Τον ήρωα τον παρακολουθούμε στο τέλος να ξεφορτώνεται τα χρήματα και να ανακουφίζεται από το βάρος του παρελθόντος. Ακριβώς η τελική λύση είναι που το κάνει ενδιαφέρον το φιλμ και περισσότερο επίκαιρο ίσως κι από την πρόθεση του σκηνοθέτη. Ο σκηνοθέτης είχε και προσωπικούς λόγους να γυρίσει μια τέτοιας θεματικής ταινία λόγω του ναζιστικού παρελθόντος της οικογένειας του. Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα που φαίνεται να θέλει να θέσει η ταινία δεν είναι διαχείριση του παρελθόντος από τον πρωταγωνιστή, ασχέτως αν ήταν κι αυτό ανάμεσα στις προθέσεις του. Η ταινία αρχίζει με τον ήρωα στην θάλασσα και μια εφημερίδα να μας ενημερώνει για το τέλος του πόλεμου. Ξέφυγε από τα χέρια του κι ασυνείδητα μας μίλησε για μια διαχρονική προβληματική, ανάμεσα στον αγώνα για επιβίωση και τον αγώνα για την συνείδηση, προβληματική που είναι επίκαιρη όσο ποτέ, όχι μόνο αυτή καθαυτή αλλά κι ο τρόπος ανάπτυξης. Το ανοιχτό (επί της ουσίας) τέλος, η συνείδηση δηλαδή που αποκτά ο ήρωας είναι το αιχμηρό σημείο της ταινίας. Ανοιχτό γιατί η λύση, το πως δηλαδή θα επιδράσει η συνείδηση πάνω στον ήρωα δεν το μαθαίνουμε. Αλλάζει ο άξονας της ζωής του; Η ταινία επιτυγχάνει μια αξιοθαύμαστη ισορροπία ανάμεσα στην ρεαλιστική αφήγηση και στην υπέροχη στιλιζαρισμένη φωτογραφία του Benedict Neunenfels, στις δυνατές εσωτερικές ερμηνείες και στην υποβλητική ατμόσφαιρα που υπαγορεύεται από την ηχητική μπάντα.

Αυτός ο τρόπος ανάπτυξης, ότι δηλαδή ο ήρωας εκκινεί την σύγκρουση του με το περιβάλλον είτε από ένα λάθος του είτε από ένα τυχαίο περιστατικό κι οδηγείται κατ’ ανάγκη στην συνείδηση, είναι ένα μοντέλο που ταιριάζει στο σήμερα, στη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου. Έννοιες κι ιδέες που πριν μπορούσαν να ξεσηκώσουν αρνητικά ή θετικά τον άνθρωπο τώρα είναι άδειες και προσχηματικές. Το διαφημιστικό σλόγκαν αφομοίωσε κι αλλοίωσε κάθε λέξη. Εμφυτεύτηκε στο εννοιολογικό και γλωσσικό DNΑ του ανθρώπου. Αυτήν την πορεία προς την συνείδηση μπορεί να εκμεταλλευτεί ο δημιουργός και να επαναδιαπραγματευτεί διαχρονικές προβληματικές και να βρει να σημεία ρήξης. Η αφήγηση είναι ένα από τα κύρια συστατικά πάνω στα οποία βασίστηκε όλο το μοντέρνο σινεμά και καθορίστηκε από το περιεχόμενο με βαρύτητα στο θέμα κι όχι στο μύθο. Ο Σόροβιτς είναι περισσότερο δίπλα μας από ποτέ.


Γ. Jesus


*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Βαβυλωνία

I am an Asian director but that’s OK

Posted in Cinema on Μαΐου 10, 2008 by Le grand écrivain

Η Ασία μια δεύτερη Ευρώπη

Βλέπω μόνο παλιές ταινίες σπανίως κάτι που έχει γυριστεί μετά το 1980

Παρκ Τσαν – Γουκ

O Παρκ Τσαν – Γουκ δίκαια συγκαταλέγεται στην αφρόκρεμα της νέας γενιάς του Ασιατικού κινηματογράφου. Η καινούργια του ταινία I am Cyborg but that’s ok είναι μια αλληγορία σε ελάσσονα τόνο. Μια κοπέλα η Young -goon νομίζει ότι είναι ρομπότ και νοσηλεύεται στο ψυχιατρείο. Άξονας της αφήγησης η άρνηση της ηρωίδας να φάει. Ο Il-soon που νοσηλεύεται κι αυτός στο ψυχιατρείο έλκεται από την Young – goon και μια παράξενη σχέση εξελίσσεται. Ο σκηνοθέτης, αποδεικνύεται για άλλη μια φορά μάστορας της αφήγησης έχοντας τον έλεγχο του υλικού, αν κι μερικά του ανοίγματα σε άλλες αφηγήσεις δεν είναι πάντα πετυχημένα και δεν προσθέτουν τίποτα στην προώθηση της δράσης, ίσως κι η μόνη αδυναμία της ταινίας από άποψη δομής. Ισορροπεί με δεξιοτεχνία ανάμεσα στο παράλογο και στο ρεαλισμό. Ο θεατής εισέρχεται απόλυτα στον κόσμο που δημιουργεί ο σκηνοθέτης κι οι ήρωες του. Βάζω συνειδητά τον σκηνοθέτη σε δικτατορικό θώκο και τους ήρωες μαριονέτες του, αλλιώς δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει η ταινία. Κάποιοι μιλούν για σουρεαλισμό που δεν νομίζω ότι ανταποκρίνεται σε καμία περίπτωση με την ταινία. Στο σουρεαλισμό έχουμε την ένωση του φανταστικού με το πραγματικό, στην ταινία απλά έχουμε υποκειμενικές εντυπώσεις κι αισθήσεις και με την αφήγηση μας δημιουργείται η εντύπωση του ρεαλιστικού, αλλά η ψευδαίσθηση αυτή γρήγορα διαλύεται δείχνοντας μας τι πραγματικά συμβαίνει. Οι δυο πρωταγωνιστές διακατέχονται από εμμονές, όπως κι όλοι οι τρόφιμοι άλλωστε, αν κι οι εμμονές που μας παρουσιάζονται δεν είναι καθόλου τυχαίες. Η Young – goon νομίζει ότι είναι ρομπότ (δεν τρώει, θέλει να αποβάλει κάθε ανθρώπινο συναίσθημα, κτλ.) και προσπαθεί να μάθει το νόημα της ύπαρξης, ο Il-soon κλέβει και γενικότερα εμφανίζει αντικοινωνική συμπεριφορά προκειμένου να μην εξαφανιστεί. Οι γιατροί από την άλλη αποτελούν τον από τα πάνω έλεγχο και καθοδήγηση, χωρίς ποτέ να μπορούν να δώσουν λύση. Ανίκανοι και περιθωριοποιημένοι στο περιβάλλον που οι ίδιοι δημιούργησαν. Η λύση κι η ένωση των δυο νέων έρχεται μέσα από την υπερβατική δύναμη του έρωτα, διαχρονική αξία ρήξης σε ένα ολοκληρωτικό σύστημα αξιών και κανόνων.

Ο Παρκ Τσαν – Γουκ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του σύγχρονου ασιατικού κινηματογράφου που έχει κατακτήσει – κατακλύσει – τον δυτικοευρωπαϊκό κινηματογραφικό στερέωμα. Μπροστά στο τέλμα του ευρωπαϊκού κινηματογράφου (ο αμερικανικός εδώ και μια δεκαετία είναι σχεδόν ανύπαρκτος, και μάλιστα συνολικά και συλλογικά, και όχι μόνο το Hollywood), ήρθαν οι Ασιάτες με ένα διαφορετικό πολιτιστικό υπόβαθρο και με μια κουλτούρα σε άνθηση, να ανανεώσουν τους δυτικοευρωκεντρικους μύθους. Η κυριαρχία του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού είναι δεδομένη κι αναμφισβήτητη. Οι ασιατικές ταινίες ποτέ δεν ήρθαν σε πλήρη ρήξη με αυτό το μοντέλο, γι αυτό και περπάτησαν εμπορικά και καλλιτεχνικά στο ήδη υπάρχων κινηματογραφικό καθεστώς. Αποτέλεσαν όμως έναν εναλλακτικό τρόπο έκφρασης, έναν διαφοροποιημένο κινηματογραφικό σύμπαν. Ήδη οι ευρωπαίοι κυρίως σκηνοθέτες επηρεάζονται άμεσα και το Hollywood απορροφά Ασιάτες σκηνοθέτες. Μοναδική ίσως εξαίρεση ο Κιμ Κι Ντουκ, αν και φαίνεται πως κι ο δικός του κύκλος αρχίζει να κλείνει.

Στην ταινία η προβληματική ανήκει σε άλλες δεκαετίες, δεν έχει να προσθέσει τίποτα απολύτως. Ρομποτοποίηση του ανθρώπου, αυτοματισμός, ασημαντότητα, αντικοινωνική συμπεριφορά, διαφορετικό, επίπεδη πραγματικότητα, όλα ιδωμένα με την οπτική προηγούμενων δεκαετιών. Οι δυο πρωταγωνιστές μοιάζουν με ήρωες του παρελθόντος.

Εν κατακλείδι, το ίδιο σενάριο θα μπορούσε κάλλιστα να έχει γραφτεί κι από έναν ευρωπαίο σκηνοθέτη, όμως δεν θα μπορούσε ποτέ να το υλοποιήσει επιτυχημένα για τα κουρασμένα πλέον μάτια μας. Στο μοναδικό σημείο που οι Ασιάτες εταίροι μας μπορούν να πατήσουν για να δημιουργήσουν, ίσως, επαναστατικά δεδομένα για την έβδομη τέχνη είναι το Anime. Ίσως… αν ο κινηματογράφος ήταν η τέχνη του 20ου αιώνα, τα anime είναι η τέχνη του 21ου αιώνα …

G. Jesus

*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Βαβυλωνία