Archive for the Animation – Anime Category

Mr Freeman (Σκατά στα μούτρα σας)

Posted in Animation - Anime, Επικαιρότητα on Ιουνίου 9, 2010 by Le grand écrivain

——-

——–

Η πολύ δουλειά τρώει τον αφέντη, Jack…

Posted in Animation - Anime, Music on Απρίλιος 14, 2010 by Le grand écrivain

———————

Συνέχεια

βoya trio

Posted in Animation - Anime, Music on Ιανουαρίου 22, 2010 by Le grand écrivain

***

***

Η σελίδα των βoya στο myspace:

http://www.myspace.com/boyatrio

RahXephon: Ο Κόσμος ως Βούληση και ως Αναπαράσταση

Posted in Animation - Anime on Νοέμβριος 18, 2008 by Le grand écrivain

Wo Es war, soll Ich werden

(Εκεί που αυτό ήταν, εγώ πρέπει να γίνω)

Sigmund Freud

Το ερώτημα κατά πόσον ο περιβάλλον κόσμος ο νοούμενος ως πραγματικότητα είναι όντως πραγματικότητα είναι τόσο παλιό όσο και η ίδια η φιλοσοφία. Από τον πλατωνικό μύθο του σπηλαίου μέχρι το Esse est percipi του Berkeley και την φαινομενικότητα του Nietzsche, ο άνθρωπος δεν έπαψε ποτέ να αναρωτιέται κατά πόσον η ‘αντικειμενική πραγματικότητα’ που τον περιβάλλει είναι όντως αντικειμενική και κυρίως όντως πραγματικότητα. Το συνεπαγόμενο ερώτημα για τη θέση του ατόμου εντός του κόσμου και την ταυτοποίηση του εγώ μέσα σε έναν κόσμο που το εγώ δεν αναγνωρίζει ως δικό του, συνόδευε αναπόφευκτα πάντα ανάλογου είδους προβληματικές. Προβληματικές που ξεκινούν μοιραία από μιαν αίσθηση δυσαρμονίας και ατέλειας. Δυσαρμονίας που εγγράφεται στη βάση μιας ‘προβληματικής’ τοποθέτησης του εγώ και ατέλειας που προσγράφεται ως το μείζον χαρακτηριστικό του περιβάλλοντος κόσμου. Δυσαρμονίας και ατέλειας που σε τελική ανάλυση δεν μπορούν παρά να εκκινούν από μια διάθεση άρνησης του υπάρχοντος ως τέτοιου. Διότι το αρνημένο υποκείμενο δεν μπορεί παρά να καταλήξει στο τέλος να αρνηθεί τον αρνητή του. Το – ετεροπροσδιορισμένα – δυσαρμονικό εγώ, από ένα σημείο και μετά, δεν μπορεί παρά να αρχίσει να εκλαμβάνει το όλον ως ατελές, και τότε, το μόνο που μπορεί να κάνει δεν είναι παρά να καταλήξει να το αρνηθεί. Πρόκειται για στοιχειώδη μηχανισμό άμυνας προς ενστικτώδη αναζήτηση εσωτερικής ισορροπίας. Αυτή ακριβώς η προβληματική αποτελεί και τον πυρήνα του προβληματισμού του RahXephon, επαναθέτοντας με δραματική ένταση και προσανατολίζοντας προς μια κατεύθυνση διαφορετική, έναν πανάρχαιο προβληματισμό στις αρχές του 21ου αιώνα.

Κάθε μεγάλο έργο τέχνης όμως είναι ακριβώς μεγάλο διότι φροντίζει να συγκαλύπτει, αφομοιώνοντας τις, τις επιρροές του ή την προέλευση των προβληματισμών του. Πανθομολογουμένως στην τέχνη δεν υφίσταται παρθενογένεση. Κάθε καλλιτέχνης έχει τις αφετηρίες του και τα σημεία αναφοράς του. Αυτό που απαιτείται από ένα μεγάλο έργο τέχνης δεν είναι η παρθενογένεση αλλά ακριβώς η αφομοίωση και η επέκταση των καλλιτεχνικών – ή άλλων – ερεθισμάτων. Το μεγάλο επίτευγμα του Neon Genesis Evangelion (TV series) επί παραδείγματι, δεν είναι ότι αξιοποιεί την φιλοσοφία του Schopenhauer ή του Nietzsche προκειμένου να στηρίξει φιλοσοφικά το μήνυμα του, αλλά το γεγονός ότι ακριβώς αυτές οι φιλοσοφικές αφετηρίες βρίσκονται ιδανικά, οργανικά θα έλεγα, ενσωματωμένες εντός του νεότερου έργου τέχνης, με αποτέλεσμα να συνιστούν αναπόσπαστο στοιχείο του, σχεδόν μη διακρινόμενο από το προσωπικό στίγμα του δημιουργού του. Το μεγάλο έργο τέχνης παίρνει την παράδοση, την αφομοιώνει και ως κάτι καινούργιο πλέον πορεύεται εντός του ιστορικού χρόνου ως έργο ανεξάρτητο.

Κατ’ ανάλογο τρόπο, στη βάση του RahXephon βρίσκεται κυρίως το έργο του ξεχασμένου σήμερα, αλλά μάλλον πρωτοπόρου (κατ’ άλλους απλά ‘πειραγμένου’) στην εποχή του, βρετανού συγγραφέα του φανταστικού James Churchward (1851 – 1936) και κυρίως το έργο του The Lost Continent of Mu: Motherland of Man (το πρόβλημα, βέβαια, με τον Churchward έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι ενώ σήμερα τα έργα του διαβάζονται ως λογοτεχνία του φανταστικού, εκείνος δεν είχε καμιά τέτοια πρόθεση γράφοντας τα…). Σύμφωνα με τον Churchward, λοιπόν, η χαμένη ήπειρος των Mu, η οποία παρουσιάζει ομολογουμένως πολλές αναλογίες με την Ατλαντίδα, βρισκόταν στον Ειρηνικό Ωκεανό και εκτεινόταν γεωγραφικά, περίπου, από το ύψος της Hawaii στα βόρεια μέχρι το Νησί του Πάσχα στα νότια. Υποστήριζε πως η ήπειρος των Mu (οι οποίοι ονομάζονταν Mulians ή Naacals) είναι ο τόπος εκείνος που, δια της ανάμνησης, οι μεταγενέστεροι πολιτισμοί ονόμασαν Εδέμ. Η χαμένη ήπειρος ήταν η πατρίδα περίπου 64.000.000 κατοίκων και ο πολιτισμός της ήκμασε 50.000 χρόνια πριν την εποχή μας ενώ η τεχνολογία της ήταν πολύ περισσότερο προηγμένη αυτής του σύγχρονου κόσμου. Όσο για τους αρχαίους πολιτισμούς της Ινδίας, της Βαβυλώνας, της Περσίας, της Αιγύπτου και των Mayas δεν ήταν παρά οι εναπομείνασες παρηκμασμένες παροικίες των Mulians. Κυρίαρχη επίσης επίδραση στο RahXephon έχουν ασκήσει η φιλοσοφία των προκολομβιανών αμερικάνικων πολιτισμών, κυρίως αυτού των Mayas, η δυστοπική λογοτεχνία του 20ου αι. (H. G. Wells, Aldous Huxley, George Orwell) καθώς και η σειρά sci-fi μυθιστορημάτων Foundation του Isaac Asimov. Το ζήτημα όμως ακριβώς έγκειται στο γεγονός ότι όλες αυτές οι αναφορές είναι σε τέτοιο βαθμό αφομοιωμένες που να καθίσταται αδύνατον να τις διακρίνεις ή να τις απομονώσεις μέσα στο έργο. Το RahXephon παρακολουθείται εντελώς άνετα, αβίαστα και φυσιολογικά ακόμα κι αν αγνοείς τις επιρροές του δημιουργού του Yutaka Izubuchi, οι οποίες σε τελική ανάλυση και δεν πολυενδιαφέρουν δεδομένης της εξαιρετικής αυτοτέλειας του νεότερου έργου, όπως άλλωστε ελάχιστα ενδιαφέρει και το γεγονός ότι το διαβόητο «δίλημμα του σκαντζόχοιρου» στο Neon Genesis Evangelion δεν είναι παρά δάνειο από τον Schopenhauer ή οι περσόνες των Homunculi στο Fullmetal Alchemist δάνειο από τον Faust του Goethe.

Το πιο δυνατό ‘όπλο’ του RahXephon είναι αδιαμφισβήτητα το σενάριο του και η λεπτομερής σκιαγράφηση των χαρακτήρων. Το σενάριο κινείται σε πολλαπλές αφηγηματικές γραμμές (ταυτόχρονες, ανάδρομες και πρόδρομες) και το να το παρουσιάσουμε εδώ έστω και ελλειπτικά θα ήταν μάλλον αδύνατον, ενώ μία τέτοια απόπειρα θα επέσυρε και τον κίνδυνο να καταστρέψει την απόλαυση του δυνητικού θεατή να αποσαφηνίσει μόνος του το κουβάρι των διαπλεκόμενων αφηγηματικών ιστών. Εν προκειμένω, λοιπόν, θα περιοριστούμε μονάχα σε ορισμένες παρατηρήσεις περί των ηρώων και κάποιους κεντρικούς προβληματισμούς που η σειρά θέτει. Ο κεντρικός πρωταγωνιστής γύρω από τον οποίο πλέκεται ο αφηγηματικός ιστός είναι ο Ayato Kamina, μαθητή λυκείου δεκαεπτά χρονών. Ο Ayato κατοικεί σε μια πόλη η οποία ονομάζεται Tokyo (Jupiter), και η οποία, όπως διδάσκεται στο σχολείο είναι το Tokyo, η μοναδική πόλη που γλίτωσε από την καταστροφή που εξαφάνισε τον υπόλοιπο πλανήτη. Ο πληθυσμός του κόσμου έχει περιοριστεί σε 23 εκατομμύρια κατοίκους και περιορίζεται στα όρια του Tokyo. Ο υπόλοιπος κόσμος έχει καταστραφεί ενώ είναι χαρακτηριστικό πως τα αγγλικά είναι γλώσσα νεκρή. Είναι όμως πραγματικά έτσι; Σε έναν εναρκτήριο επεισόδιο, το οποίο θυμίζει ενίοτε το Matrix, και το οποίο στιγματίζεται από μια εχθρική εισβολή στο Tokyo, τίθενται βίαια οι βάσεις τις αμφιβολίας. Τα πράγματα παύουν να είναι αυτά ακριβώς που φαίνονται και οι άνθρωποι να είναι αυτοί που παρουσιάζονται πως είναι. Οι βεβαιότητες μία-μία καταρρέουν και ο Ayato δεν μπορεί να σταματήσει να αισθάνεται πως κάτι δεν είναι σωστό, πως κάτι δεν πάει καλά, πως κάτι του κρύβουν. Το γεγονός ότι ο κεντρικός πρωταγωνιστής, όπως και σε πολλά άλλα anime, βρίσκεται σε μία μεταβατική ηλικία, σε εκείνη την ηλικία που χαρακτηρίζεται ως το πέρασμα από την εφηβεία στην ενηλικίωση, δεν είναι σε καμία περίπτωση βέβαια τυχαίο. Αντίθετα, με την εύγλωττη ανθρωπολογική-ψυχολογική διάσταση της η συγκεκριμένη λεπτομέρεια υπογραμμίζει ιδανικά τον κεντρικό προβληματισμό που αναφέραμε στην αρχή αυτού του άρθρου. Ο Ayato δραπετεύοντας από το Tokyo, για να ανακαλύψει πως όσα διδασκόταν τόσα χρόνια δεν ήταν παρά ένα καλοστημένο ψέμα και πως υπάρχει ένας άλλος κόσμος έξω από το Tokyo, ο οποίος τον καλεί να ζήσει (και στον οποίο ακόμα και ο χρόνος κυλά διαφορετικά), θα διαπιστώσει πως για να ζήσει σε έναν οποιοδήποτε κόσμο θα πρέπει πρώτα να βρει τον εαυτό του και την θέση του μέσα σε αυτόν τον κόσμο, επιλέγοντας μια φαινομενικότητα ως πραγματική, επιλέγοντας δηλαδή έναν κόσμο ως Κόσμο. Για να αποκτήσει, όμως, συνοχή ο – οποιοσδήποτε – ‘κόσμος’ πρέπει πρώτα ν’ αποκτήσει συνοχή το υποκείμενο εντός του, εξωτερικεύοντας εν συνεχεία την αποκτηθείσα εσωτερική ενότητα εκτός του. Τα πάντα είναι ζήτημα ‘βλέμματος’. Αν το υποκείμενο δεν αντικρίζει εντός του παρά την πολυδιάσπαση και τον κατακερματισμό, δεν μπορεί παρά να εννοήσει τον ‘κόσμο’ που τον περιβάλλει ως εξίσου πολυδιασπασμένο και κατακερματισμένο. Και αντίστροφα, αν το υποκείμενο δεν αντικρίζει παρά μια ‘πραγματικότητα’ κατακερματισμένη, δεν μπορεί παρά να ‘μεταφέρει’ αυτόν τον θεώμενο κατακερματισμό και στη θέαση του εγώ του. Σε κάθε περίπτωση, η συμβολιστική αυτή διάσταση, που υπογραμμίζεται ιδανικά και από το φουτουριστικό στοιχειό του έργου και την κυρίαρχη διχοτομία-διάσταση Tokyo Jupiter- Υπόλοιπος Κόσμος, δεν αναιρεί την πρωταρχικά ανθρωπολογική σημασία της που ακούει στο όνομα «το στοίχημα της ενηλικίωσης».

Όμως ο Ayato θα διαπιστώσει πως και ο εξωτερικός υπόλοιπος κόσμος δεν είναι αυτός που αρχικά φαίνεται. Συνοδοιπόρος και καθοδηγήτρια σε αυτόν τον νέο για τον ήρωα κόσμο θα γίνει μια μυστηριώδης γυναίκα, η Haruka Shitow, που εμφανίζεται την ημέρα της εισβολής στο Tokyo στον Ayato και του υπόσχεται να του «αποκαλύψει την αλήθεια για τον κόσμο». Έτσι, η αναζήτηση της ταυτότητας του εγώ, η αναζήτηση της θέσης του στον κόσμο και η ενηλικίωση φαίνεται να περνάν υποχρεωτικά μέσα από το μονοπάτι του έρωτα. Στον καινούργιο εξωτερικό κόσμο ο ήρωας θα γίνει άθελα του μέλος μιας παγκόσμιας οργάνωσης, της Terra, η οποία υποτίθεται πως αντιπροσωπεύει το ανθρώπινο είδος εναντίον των Mulians που κατοικούν στο Tokyo Jupiter. Ο Ayato με την διπλή του ιδιότητα, ως μέλος-πολεμιστής της Terra και ως κάτοικος του Tokyo Jupiter και συνεπώς Mulian, γρήγορα θα κληθεί να ανακαλύψει πως όλη η πλάνη η οποία συγκαλύπτει τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων και στις δύο αντικρουόμενες όχθες, δεν είναι τελικά παρά το προϊόν των αντικρουόμενων συμφερόντων δύο κρατικών μηχανισμών. Θα μετατραπεί σε εξάρτημα μιας μηχανής που ελέγχει τη μοίρα του κι αποφασίζει εν αγνοία του για τον ίδιο. Θα νιώσει βαθιά την περιφρόνηση, ως ξένος, από τους ανθρώπους και θα απορρίψει την εικονική πραγματικότητα της ζωής στο Tokyo Jupiter, ως μη πραγματική. Φαινομενικά μοιάζει να μην ανήκει πουθενά. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο και θα έρθει μοιραία αντιμέτωπος με τα εκατέρωθεν συμφέροντα. Ο μόνος δρόμος που ανοίγεται μπροστά του είναι αυτός της σύγκρουσης με το τέρας που ακούει στο όνομα Κράτος, αυτόν τον αχόρταγο, αδίστακτο και αδηφάγο Λεβιάθαν του Thomas Hobbes.

Ο Ayato όμως χαρακτηρίζεται και από μιαν άλλη ιδιότητα καθόσον είναι δυνάμει ζωγράφος, ή όπως ο ίδιος λέει κάποια στιγμή «ένας μαθητής Λυκείου που θα ήθελε να γίνει κάποτε ζωγράφος». Για άλλη μια φορά στο κέντρο μιας σειράς anime τίθεται ένας ήρωας δηλωτικός του διαφορετικού και της διαφορετικότητας. Της μοναξιάς του διαφορετικού και της περιθωριοποίησης του. Όπως έχω ξαναγράψει και αλλού η συμβολική σημασία του μοτίβου είναι ξεκάθαρη: ο άνθρωπος είναι αναγκασμένος να ζει αποκλεισμένος από την κοινωνία. Είναι υποχρεωμένος να πονάει και να υποφέρει μόνος του, να κλαίει κρυφά στο σκοτάδι, όταν δεν υπάρχει κανείς γύρω του να τον χλευάσει – επειδή απλούστατα φοβάται, αδυνατεί ή ντρέπεται να κλάψει μαζί του -, να του κρατήσει το χέρι, να τον πάρει στην αγκαλιά του, να τον φιλήσει. Να του δείξει λίγη αγάπη, κατανόηση, να επικοινωνήσει μαζί του. Εντούτοις, αυτός ο αποκλεισμός δεν εδράζεται μόνο στον κοινωνικό περίγυρο, στην έλλειψη επικοινωνίας αλλά, και εδώ έγκειται η σπουδαιότητα του anime (διότι έτσι αποφεύγεται η ευκολία του ο «καλός-εαυτός» και οι «κακοί-άλλοι»), και στο ίδιο το άτομο. Είναι ο αποκλεισμός ο εδραιωμένος επάνω στη βάση της διαφορετικότητας. Της διαφορετικότητας αυτής που μόλις το άτομο τη συνειδητοποιήσει, βιώνει εκείνην την χαρακτηριστική και ηθελημένη αποξένωση από έναν κόσμο που δεν τον καταλαβαίνει ή, τουλάχιστον, νομίζει πως δεν τον καταλαβαίνει. Παράλληλα, όμως, η ίδια η, κατά βάση, εθελούσια αυτή αποξένωση βιώνεται συνήθως σαν κακόβουλος αποκλεισμός από το κοινωνικό σύνολο. Διότι, ανεξάρτητα από τις εσωτερικές-ψυχολογικές καταβολές της ή τις βιωματικές (βλέπε κοινωνικές) αφετηρίες της, η διαφορετικότητα είναι ένα χαρακτηριστικό που δεν συγχωρείται. Κι αυτό παρά το αντιφατικό γεγονός πως συντελείται εντός των ορίων μιας κοινωνίας που κατέστησε την ατομικότητα και την εξατομίκευση σημαία. Γιατί, τελικά, μπορεί να σου επιτρέπεται να είσαι άτομο μόνο στο βαθμό που τα ειδοποιά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας σου συμμορφώνονται, ή φαίνονται να συμμορφώνονται, με αυτά των γύρω σου. Το γεγονός επίσης ότι συστηματικά οι δημιουργοί του σύγχρονου anime χρησιμοποιούν ακριβώς τον καλλιτέχνη ως ενσάρκωση της διαφορετικότητας αυτής, ή τουλάχιστον της πιο χτυπητής μορφής της, δεν είναι καθόλου τυχαίος.

Έτσι, ο αγώνας του Ayato είναι πολυδιάστατος. Είναι αγώνας αυτογνωσίας, αγώνας για τον αναζήτηση της ταυτότητας του και της θέσης του στον κόσμο, είναι αγώνας για την αποσαφήνιση του πραγματικού και του φαινομενικού του περιβάλλοντος κόσμου, για την αλήθεια του δικού του – επιλεχθέντος – κόσμου, για τον έρωτα και την έξοδο απ’ τη μοναξιά, για την επιδίωξη κατανόησης και αντιμετώπισης του από τους άλλους ως ίσος προς ίσον και όχι ως μιας αρνούμενης διαφορετικότητας, αλλά μέσω της αποδοχής της διαφορετικότητας. Κυρίως, όμως, είναι ένας αγώνας για την απολύτρωση από το επιβεβλημένο από τους άλλους προϋπάρχον – καθότι κληροδοτημένο – υπάρχον. Ένας αγώνας για την ελευθερία. Ο Hegel γράφει κάπου στα πρώτα γραπτά του: «Η δυνατότητα της αντίθεσης είναι η ελευθερία· η ίδια η πράξη του αντιτίθεσθαι είναι μια πράξη ελευθερίας». Για να αντιτεθείς όμως σε κάτι πρέπει προηγουμένως να το γνωρίσεις, να το αναγνωρίσεις ως τέτοιο που είναι και να το αρνηθείς. Ή αλλιώς, η δυνατότητα της άρνησης είναι η ελευθερία. Όμως η άρνηση δεν είναι μια αυτονόητη, εγγενής στον άνθρωπο, δυνατότητα. Δεν είναι μία ιδιότητα που κληρονομείται. Είναι μία ιδιότητα που καλλιεργείται. Αντιστοίχως, η ελευθερία δεν είναι μια κατάσταση που χαρίζεται. Είναι μια κατάσταση που αναγνωρίζεται ως αναγκαία, επιδιώκεται και κατακτείται. Συνενωμένα όμως τα δύο σκέλη του συλλογισμού εξυπονοούν πως ο δρόμος για την ελευθερία περνάει κατ’ ανάγκην μέσα από την άρνηση του υπάρχοντος. Κι εδώ ακριβώς τίθεται με ιδιαίτερη βαρύτητα το τελικό μήνυμα της σειράς. Διότι μέσα από τη μάλλον ιδιόρρυθμη τελική σκηνή αποκαλύπτεται ότι όσα προηγήθηκαν δεν ήταν τελικά παρά το αποτέλεσμα μιας αρχετυπικής διχοτομίας, μιας διάστασης: της διάστασης του κόσμου ως αναπαράστασης και του κόσμου ως βούλησης. Ο Ayato διεκδικώντας την ίδια την ιδιαιτερότητα και διαφορετικότητα του (αποδεχόμενος την καλλιτεχνική του ιδιότητα) ως ειδοποιό χαρακτηριστικό της ύπαρξης του, θα προβεί όχι απλώς σε μιαν άρνηση αλλά σε μια ολιστική καταστροφή του υπάρχοντος, του κόσμου ως αναπαράστασης, για να επιλέξει την ελεύθερη, προσωπική αυτοδιαμόρφωση, τον κόσμο ως βούληση. Θα επιτελέσει εκείνο το δύσκολο, οδυνηρό και μεγαλειώδες συνάμα, φροϋδικό πέρασμα από το προϋπάρχον αυτό στο αυτοδημιουργημένο εγώ.

Ζ. Δ. Αϊναλής

Μεγάλο Αφιέρωμα Anime

Posted in Animation - Anime on Μαρτίου 1, 2008 by Le grand écrivain


Γιατί είμαστε όλοι Σίντζι

Από το Χέγκελ ως τον Μπρετόν, και από την άρνηση της πραγματικότητας ως αναγκαία προϋπόθεση για την γέννηση μίας κριτικής φιλοσοφίας στην απόλυτη και άκριτη άρνηση της προηγούμενης γενιάς ως προϋπόθεση για την γένεση ενός νέου τύπου καλλιτέχνη, φόρμας και γραφής, ο ίδιος ο Διαφωτισμός και οι απόγονοί του – μοντερνισμός, νεωτερικότητα κ.τ.λ.-, κτίστηκαν επάνω στην βάση μίας άρνησης. Μίας άρνησης που είχε ως αντικείμενό της μία πραγματικότητα δομημένη με δυσαρέσκεια, πόνο και ετερότητα, μια πραγματικότητα όμως που την εκλαμβάνονται τα υποκείμενα ως κοινωνική και όχι ως φυσική. Δηλαδή η εξέγερση ως έκφραση της επιθυμίας των ανθρώπων να ζήσουν ελεύθεροι και η θρησκεία ως έκφραση της επιθυμίας των ανθρώπων να ζήσουν απαλλαγμένοι από τον πόνο, είναι αντιλήψεις που έχουν τόσα κοινά στοιχεία όσο δύο πόλοι σε ένα μανιχαϊστικό σύμπαν.

Γιατί και οι περισσότερες θρησκείες ως κοινό χαρακτηριστικό τους διατηρούν την άρνηση, μία άρνηση όμως που ως αντικείμενο της έχει μία φυσική πραγματικότητα. Οι θρησκείες γεννιούνται για να απαλύνουν τον πόνο και την δυσαρέσκεια ή μάλλον για να λυτρώσουν τον άνθρωπο από τον πόνο. Ακριβώς σε αυτή τη βάση γεννιέται και ο Χριστιανισμός, ο οποίος σε ένα πρώιμο στάδιο ορίζει ένα θεό του ελέους που δεν διστάζει να περπατήσει στη γη, να θυσιαστεί για την σωτηρία των ανθρώπων απαλλαγμένος πλήρως από τα πάθη και τους εγωισμούς των ανθρωποκεντρικών θεών του γερασμένου αρχαίου κόσμου μεταφέροντας στους ανθρώπους ένα μήνυμα αισιοδοξίας και χαράς, ένα μήνυμα που το περιεχόμενό του ήταν μόνο η αλτρουιστική αγάπη. Στην μετεξέλιξη του ο θεός αυτός απόκτησε ιερατείο, δημιούργησε τους μύθους που θα το στήριζαν και εισήγαγε μία νέα μορφή διακυβέρνησης, μία εξουσία που στον πυρήνα του φαντασιακού της βρισκόταν η αντίληψη ότι δεν δεσπόζει πάνω στους ανθρώπους αλλά τους βοηθάει να λυτρωθούν. Αρνήθηκε την υλική υπόσταση με την οποία και ο ίδιος είχε ντύσει την υπερβατικότητά του για να λυτρώσει τους ανθρώπους, γέρασε και στο τέλος παραχώρησε την θέση του σε πιο επιστημονικές εξουσίες.

Θα ήταν ανόητο, όμως, να πιστεύουμε πως ακόμα και μέσα στον αθώο και γεμάτο αγάπη θεό των πρώιμων χριστιανών δεν εμπερικλείονται ήδη τα σπέρματα μίας νοσηρότητας και διαστροφής που θα οδηγήσει στην περαιτέρω εξέλιξη του. Η αλτρουιστική αγάπη και το έλεος ως φάρμακο για την υπέρβαση του πόνου έρχεται σε σύγκρουση με τα εγωιστικά αρχέγονα πάθη της σεξουαλικότητας και του έρωτα με αποτέλεσμα τα δεύτερα να εκδιωχθούν ως σατανικά, δαιμονικά, μη ηθικά και να εγκλωβιστούν τα υποκείμενα σε μία ψευδή πνευματικότητα, δημιούργημα της διαστροφής της νηστείας και της απονέκρωσης του σώματος. Ο Χριστιανισμός, εν τέλει, ποτέ δεν αρνήθηκε το υπάρχον σε κοινωνικό επίπεδο αλλά αρνήθηκε τον ίδιο τον άνθρωπο και τη φύση, λατρεύοντας ταυτόχρονα τον θάνατο της σεξουαλικότητας, συνεπώς τον ίδιο τον θάνατο, αποτελώντας απλώς την έκφραση της επιθυμίας των ανθρώπων να μην υποφέρουν.

Και ο Βουδισμός, αν και διακατέχεται από μία ελευθεριότητα στα ήθη, γεννιέται ως φάρμακο για τον πόνο ως μέσω λύτρωσης από μία πραγματικότητα. Ο Βουδισμός θα κατανοήσει απόλυτα ότι η ύπαρξη είναι πόνος και θα προχωρήσει ακόμα περισσότερο. Πως παράγεται ο πόνος; Τι είναι πόνος εν τέλει; Ο πόνος παράγεται από την βούληση, θα απαντήσουν οι πατέρες του Βουδισμού. Κάθε επιθυμία που γεννιέται στον άνθρωπο έχει δύο προοπτικές είτε να ικανοποιηθεί και να οδηγήσει στην ανία είτε να μην ικανοποιηθεί και να οδηγήσει στον πόνο θα συμπληρώσει ο Σοπενάουερ. Αρκεί λοιπόν οι άνθρωποι να θέλουν να μην θέλουν. Γι’ αυτό και ο ηθικός κώδικας του Βουδισμού αποκρυσταλλώνεται στο να μην σε απασχολεί ο διπλανός σου ούτε και ο εαυτός σου ο ίδιος, να μην προσπαθείς εν τέλει για τίποτα, και το έλεος, όταν θα εκφράζεται, να έχει εγωιστικά κριτήρια. Λογική που τόσα χρόνια διατηρεί στην Ινδία την κοινωνική δομή με τις κάστες.

Το να μπορέσει ένα έργο τέχνης να διαχειριστεί αυτόν ακριβώς τον προβληματισμό, το αν δηλαδή η ύπαρξη είναι πόνος (και αν ναι, θα πρέπει ενδεχομένως να την αρνηθούμε προσχωρώντας σε πιο μηδενιστικές θεωρήσεις της ζωής;), είναι αρκετά ουσιώδης σε μία εποχή ακραίας εξατομίκευσης, όπου τα υποκείμενα εγκλωβισμένα σε ένα δικό τους προσωπικό χώρο βασανιστηρίων αδυνατούν να αντιληφθούν την ύπαρξή τους σε κοινωνική διάσταση. Εδώ έρχεται και το Neon Genesis Evangelion, όπως και οι απόγονοι του, καθώς το anime μετά από αυτό αποκτάει το φιλοσοφικό του εγχειρίδιο. Η ιστορία διαδραματίζεται σε μιαν Ιαπωνία του μέλλοντος, όπου κάποια περίεργα πλάσματα με την ονομασία Άγγελοι επιτίθενται στην ανθρωπότητα για να την καταστρέψουν. Έτσι και σύμφωνα με την προσφιλή θεματολογία των anime ξεκινάει ένας αγώνας για την επιβίωση και την αποφυγή της τελικής Αποκάλυψης. Οι άνθρωποι κατασκευάζουν τεράστια ρομπότ τα οποία τα ονομάζουν Ευαγγέλια ή, χαϊδευτικά, Εύα, και τρία παιδιά επιλέγονται για να γίνουν πιλότοι στα Εύα και να σώσουν την ανθρωπότητα. Μέσα από διαδοχικούς εσωτερικούς μονολόγους που παρεμβάλλονται στην εξωτερική, αντικειμενική αφήγηση δεν μαθαίνουμε το παρελθόν των ηρώων αλλά την πρόσληψη του παρελθόντος από τους ίδιους τους ήρωες. Ο κεντρικός πρωταγωνιστής ο Σίντζι, είναι ένα αγόρι στην εφηβεία που μόλις γνωρίζει το χάος από την αφύπνιση των σεξουαλικών του ενστίκτων καθώς και την απόρριψη από τον πατερά (ο οποίος είναι ο κατασκευαστής των Εύα) και είναι επιφορτισμένος με το καθήκον να οδηγήσει την ανθρωπότητα στη νίκη. Προσπαθώντας να γλιτώσει από τον πόνο που του προκαλεί ένας κόσμος που καταρρέει και φοβούμενος μία ακόμα απόρριψη, κλείνεται στον εαυτό του και αρνείται να συμμετάσχει στη μάχη και να πιλοτάρει το Εύα. Καθώς ακολουθούμε τον Σίντζι στον δικό του νοσηρό κόσμο, τον ερμητικά κλειστό και τον γεμάτο από πάθη και ανικανοποίητες επιθυμίες, η εξωτερική αφήγηση καταρρέει όπως καταρρέει και ο κόσμός γύρω από τον Σίντζι. Η άρνηση του να σώσει τον εαυτό του, αντικατοπτρίζει μία κοινωνία που αρνείται να σώσει τον εαυτό της, μία κοινωνία που αποδομείται στα βασικά συστατικά της και δεν αναγνωρίζει την ύπαρξή της ως σύνθεση. Οι άνθρωποι πια έχουν πάψει να θέλουν. Μία τέτοια ανθρωπότητα αξίζει να υπάρχει; Εγώ αξίζει να υπάρχώ σε μία πραγματικότητα που γεννάει μόνο πόνο; Η απάντηση δίνεται από τον ίδιο τον ήρωα και η μάχη ξεκινάει. Η εξωτερική αφήγηση πλέον δεν υπάρχει και ακολουθεί ένας εσωτερικός μονόλογος σαράντα λεπτών. Ποιος είσαι; Είμαι ο Σίντζι. Ποιος είναι ο Σίντζι; Υπάρχω εγώ όπως βλέπω τον εαυτό μου. Υπάρχω εγώ όπως με βλέπουν οι άλλοι. Υπάρχω εγώ όπως θα ήθελα να είμαι. Το ερώτημα που κυριαρχεί είναι ποιος είμαι. Σε μία εποχή απροσδιοριστίας μπορώ να ορίσω τον εαυτό μου; Αξίζει να υπάρχω χωρίς ταυτότητα; Αν δεν έχω ταυτότητα υπάρχω για τους άλλους; Αν δεν υπάρχω για τους άλλους, είμαι μόνος. Η μοναξιά ως δομικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης ζωής. Ο ήρωας το επαναλαμβάνει ενώ σε κάθε φράση του ακολουθεί μία κενή εικόνα. Είμαι μόνος. Αξίζει να υπάρχω αν είμαι μόνος; Η ύπαρξη είναι πόνος; Η ύπαρξη είναι πόνος. Αλλά ταυτόχρονα είναι και έρωτας και χαρά. Δεν μπορούμε να λυτρωθούμε από τον πόνο μπορούμε όμως να λυτρωθούμε από την μοναξιά. Αν δεν εκτεθείς, δεν θα επικοινωνήσεις, δεν θα μπορέσεις να υπάρχεις μέσω των άλλων άρα δεν θα υπάρχεις. Οι άλλοι δεν είναι η κόλαση, είναι η επιβεβαίωση της ύπαρξής μας, είναι η ταυτότητά μας. Δεν πρέπει να φοβόμαστε τον πόνο αλλά την μοναξιά την ίδια την φοβία για τον πόνο. Η κενή οθόνη γεμίζει με πρόσωπα και ενώ παίζει η Ωδή στη Χαρά από την 9η του Μπετόβεν επιστρέφει η εξωτερική αφήγηση για την τελική σκηνή.

Το Neon Genesis Evangelion γεννιέται στα πλαίσια μίας άρνησης, μίας άρνησης κοινωνικής και πολιτικής φύσεως. Πατάει στον δρόμο των σημαντικών έργων τέχνης που αν έρθεις σε επαφή μαζί τους αλλάζει ο τρόπος θέασης του κόσμου. Απαντάει με τον πιο σύγχρονο τρόπο στα πιο αρχέγονα ερωτήματα και θέτει νέα.

Χρήστος Αϊναλής

Το Anime

στον αδερφό μου


Μιλάνε όλοι με δύσκολες λέξεις

Και ξάφνου κατάλαβα που δεν θα μπορούσα να ζήσω μαζί τους

Παπαγάλος δίχως να καταντήσω

Makoto Ôoka (b.1931), Kotoba Kotoba

Τα μεγάλα λόγια όσο πιο εύκολα λέγονται, τόσο λιγότερα σημαίνουν. Εντούτοις, δεν θα ήτανε μάλλον άτοπο εάν ισχυριζόμασταν ότι, όπως ακριβώς ο κινηματογράφος υπήρξε η τέχνη του 20ου αιώνα, συνδυάζοντας τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις του με τα τεχνικά επιτεύγματα του, κατά έναν ανάλογο τρόπο το anime, η μεγάλη ‘έκρηξη’ του οποίου τοποθετείται στις αρχές τις δεκαετίας του 1990, αποτελεί την τέχνη του 21ου αιώνα. Οι λόγοι που με οδηγούν στην παραπάνω διαπίστωση είναι ως επί το πλείστον ιστορικοί.

Ολόκληρο το anime ως είδος χτίζεται επάνω στη βάση μιας διπλής άρνησης. Άρνηση μιας αδυσώπητης πραγματικότητας, που πονάει κα που πληγώνει, σε πρώτο επίπεδο, και άρνηση αυτής της άρνησης της πραγματικότητας, σε ένα δεύτερο. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία, οι ήρωες των anime είναι άνθρωποι σε εφηβική ηλικία, στην ηλικία δηλαδή, που ο άνθρωπος απογαλακτίζεται, φυσιολογικά, από τα συναισθηματικά δεσμά της οικογένειας και που προσπαθεί να ‘αποκαταστήσει’ το δικό του, προσωπικό βλέμμα επάνω στον κόσμο, τον εαυτό του και την πραγματικότητα που τον περιβάλλει. Στην ηλικία, τελικά, που το άτομο αρχίζει, φυσιολογικά, να προβάλλει ως τέτοιο και να διεκδικεί τη θέση του στο χώρο. Ένα δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό όλων των ηρώων των anime, το οποίο ανθρωπολογικά τουλάχιστον, βρίσκει την δικαίωση του από το πρώτο, ή τουλάχιστον φαίνεται σαν να απορρέει από αυτό, είναι το γεγονός ότι όλοι οι ήρωες είναι άτομα περιθωριοποιημένα και αποκλεισμένα από τον κοινωνικό τους περίγυρο. Αυτό το χαρακτηριστικό, ως επαναλαμβανόμενο μοτίβο, είναι ήδη από μόνο του αρκετά εντυπωσιακό. Ο Naruto και ο Gaara (Naruto), ο Shinji (Neon Genesis Enangelion), ο Ichigo και οι περί αυτόν (Bleach), ο Yuu (Noein), η Youko και η Yuka (Twelve Kingdoms), η Clare και ο Raki (Claymore), η Mayumi (Jikogu Shoujo), η Sophie (Howl’s Moving Castle), και η λίστα θα μπορούσε να συνεχίζεται επ’ άπειρον. Στην ίδια συνάφεια, είναι δε χαρακτηριστικό το γεγονός ότι σε αρκετά anime (Chobits, Elfen Lied) οι πρωταγωνιστές είναι κάποιου είδους ανδροειδή που έχουν μεν εξωτερικά την εμφάνιση ενός ανεπτυγμένου ανθρώπου, αλλά που αδυνατούν εντούτοις να εκφέρουν περισσότερες από μία ή δύο, κι αυτές ακατάληπτες για τους υπόλοιπους, λέξεις, καθιστώντας έτσι την επικοινωνία τους με τον περιβάλλοντα κόσμο αδύνατη. Η συμβολική σημασία του μοτίβου, τόσο στην μία όσο και στην άλλη περίπτωση, είναι νομίζω ξεκάθαρη: ο άνθρωπος είναι αναγκασμένος να ζει αποκλεισμένος από την κοινωνία. Είναι υποχρεωμένος να πονάει και να υποφέρει μόνος του, να κλαίει κρυφά στο σκοτάδι, όταν δεν υπάρχει κανείς γύρω του να τον χλευάσει – επειδή απλούστατα φοβάται, αδυνατεί ή ντρέπεται να κλάψει μαζί του -, να του κρατήσει το χέρι, να τον πάρει στην αγκαλιά του, να τον φιλήσει. Να του δείξει λίγη αγάπη, κατανόηση, να επικοινωνήσει μαζί του. Εντούτοις, αυτός ο αποκλεισμός δεν εδράζεται μόνο στον κοινωνικό περίγυρο, στην έλλειψη επικοινωνίας αλλά, και εδώ έγκειται η σπουδαιότητα του anime (διότι έτσι αποφεύγεται η ευκολία του ο «καλός-εαυτός» και οι «κακοί-άλλοι»), και στο ίδιο το άτομο. Είναι ο αποκλεισμός ο εδραιωμένος επάνω στη βάση της διαφορετικότητας. Της διαφορετικότητας αυτής που μόλις το άτομο τη συνειδητοποιήσει, βιώνει εκείνην την χαρακτηριστική και ηθελημένη αποξένωση από έναν κόσμο που δεν τον καταλαβαίνει ή, τουλάχιστον, νομίζει πως δεν τον καταλαβαίνει. Παράλληλα, όμως, η ίδια η, κατά βάση, εθελούσια αυτή αποξένωση βιώνεται συνήθως σαν κακόβουλος αποκλεισμός από το κοινωνικό σύνολο. Διότι, ανεξάρτητα από τις εσωτερικές-ψυχολογικές καταβολές της ή τις βιωματικές (βλέπε κοινωνικές) αφετηρίες της, η διαφορετικότητα είναι ένα χαρακτηριστικό που δεν συγχωρείται. Κι αυτό παρά το αντιφατικό γεγονός πως συντελείται εντός των ορίων μιας κοινωνίας που κατέστησε την ατομικότητα και την εξατομίκευση σημαία. Γιατί, τελικά, μπορεί να σου επιτρέπεται να είσαι άτομο μόνο στο βαθμό που τα ειδοποιά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας σου συμμορφώνονται, ή φαίνονται να συμμορφώνονται, με αυτά των γύρω σου. Οι σύγχρονες κοινωνίες, που ξεπήδησαν από εκείνο το ιστορικό σύμπλεγμα που ονομάζουμε συνήθως Διαφωτισμό – Βιομηχανική Επανάσταση – Αστικοποίηση της κοινωνίας, αναφερόμενοι είτε στην πολιτιστική, είτε στην οικονομική είτε στην κοινωνική πτυχή του, κατέληξαν να είναι ούτε λίγο ούτε πολύ τεράστια μαντριά συστέγασης στειρωμένων εριφίων. Και τα ερίφια δικαιούνται, στην καλύτερη περίπτωση, να διαθέτουνε φύλλο (κι αυτό ουδετεροποιημένο). Η ατομικότητα είναι ανεκτή μόνο στο βαθμό που δεν διασπά, μόνο στο βαθμό, δηλαδή, που είναι χρήσιμη στην ομοιογένεια. Ο καθένας είναι μια αυτόνομη, εξατομικευμένη προσωπικότητα, με τη μόνη διαφορά πως δεν έχει το δικαίωμα να την διεκδικήσει. Διότι άπαξ και την διεκδικήσει, ή τύχει απλώς να έχει την κακή τύχη να την συνειδητοποιήσει, τότε τίθεται αυτομάτως εκτός του προκαθορισμένου πλαισίου. Ξεπερνάει τα όρια. Κι αν αποφασίσει να παραμείνει στην σπηλιά, η μοίρα του είναι να διαμελιστεί από τους, θεωρητικά τουλάχιστον, όμοιους του. Αν αποφασίσει να βγει από αυτήν, ούτως ώστε να αναζητήσει την αληθινή φωτεινή πηγή πέρα από τα απαυγάσματα της φωτιάς στα τοιχώματα της σπηλιάς, τότε είναι υποχρεωμένος να ζήσει μόνος. Όμως, σύμφωνα με την κοινότυπη πια παρατήρηση του Αριστοτέλη, ο άνθρωπος είναι ον κοινωνικό· και για να ζήσει κανείς μόνος του θα πρέπει να είναι είτε κτήνος είτε Θεός. Και δεν είναι τίποτε απ’ τα δύο. Συνεπώς, ο ήρωας των anime, ο καλλιτεχνικός δηλαδή αντικατοπτρισμός του σύγχρονου άνθρωπου, είναι υποχρεωμένος να βιώνει εντός της κοινωνίας την υπέρτατη μοναξιά. Μια παρά φύσιν, δηλαδή, κατάσταση. Κι από κει ξεκινά η άρνηση αυτής της κατάστασης. Η άρνηση της πραγματικότητας.

Η άρνηση αυτή της πραγματικότητας εκφράζεται στο anime μέσω ενός άλλου χαρακτηριστικού δομικού μοτίβου, το οποίο είναι η τοποθέτηση της δράσης σε έναν φανταστικό κόσμο. Είτε ο κόσμος αυτός είναι ένας εναλλακτικός κόσμος (Fullmetal Alchemist, Tokyo Underground), είτε είναι ένας φανταστικά αναδομημένος ευρωπαϊκός Μεσαίωνας (Berserk), είτε είναι ένας μετα-αποκαλυπτικός κόσμος (Nausicaä of the Valley of the Wind, Neon Genesis Evangelion, Ergo Proxy), είτε είναι ένα δυστοπικό μέλλον (Metropolis, Ghost in the Shell, Bubblegum Crisis), είτε είναι το φανταστικά ανασυντεθειμένο μεσαιωνικό ή πρόσφατο ιστορικό παρελθόν της Ιαπωνίας (Mononoke Hime, Rurouni Kenshin, Inuyasha, Samurai Deeper Kyo, Bakumatsu Kikansetsu Irohanihoheto, Peacemaker Kurogane), είτε είναι απλά ένας φανταστικός κόσμος (ακόμα κι αν αυτός περιγράφεται ρεαλιστικά, Naruto, Bleach, Gedo Senki – Tales from Earthsea), το μήνυμα είναι σαφές: διάθεση φυγής από την πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα τόσο ‘ορθολογική’ που κατάντησε απλώς ανυπόφορη και η ζωή εντός της αδύνατη. Και έχει τεράστια σημασία αυτή η απόδραση από την ‘ορθολογική’ πραγματικότητα, διότι υποδηλώνει την πλήρη συνειδητοποίηση του αδιεξόδου των σύγχρονων, μετα-διαφωτιστικών κοινωνιών που επεξεργάστηκαν και δομήθηκαν επάνω στη βάση της ‘επιστημονικά’ μελετημένης αποξένωσης. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός ότι πολλά anime ξεκινάνε τοποθετώντας την δράση σε ένα ρεαλιστικό παρόν, μόνο και μόνο για να απορριφθεί αυτό τελικά από τους ήρωες, συνειδητά ή ασυνείδητα – έχει μικρή μόνο σημασία, καθώς σημασία έχει η συμβολική διάσταση της διαφυγής σε έναν άλλο κόσμο -, και μέσω ενός υπερφυσικού μέσου να περάσουν τελικά σε αυτόν τον άλλο κόσμο (είτε μέσα από ένα πηγάδι, όπως στο Inuyasha, είτε μέσω μιας ‘απαγωγής’ από ανθρώπους αυτού του άλλου κόσμου, όπως στο Twelve Kingdoms, είτε τυχαία, ή και κάποτε εντελώς εθελούσια, μέσω μιας κάποιας πύλης, όπως στο Spirited Away, στο Howl’s Moving Castle, στο Bleach, στο Tokyo Underground ή στο Noein). Έτσι, κατανοούμε τώρα πως τα προβλήματα της διαφορετικότητας και της αποξένωσης, καθώς και της αναπόφευκτης μοναξιάς που αυτά προξενούν – και η οποία βρίσκεται πάντα στον πυρήνα των προβληματισμών του είδους -, στα οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως, τοποθετούνται πρωτίστως σε κοινωνική-συλλογική βάση και όχι απλά σε υπαρξιακή. Πρόκειται για μια κοινωνική παθογένεια. Είναι η πολύ συγκεκριμένη, νοσηρή ιστορική κοινωνία ως οικονομικο-πολιτική οργάνωση που με τις εσωτερικές διεργασίες που δημιουργεί στους ήρωες, τους υποχρεώνει να βιώνουν την πραγματικότητα με τον σπασμωδικό εκείνο τρόπο που την βιώνουν και όχι οι επιμέρους ατομικότητες που μαζοχιστικά επιμένουν να αλληλοσπαράσσονται. Έτσι, είναι ενδεικτικό που, ειδικά σε ορισμένα εντελώς πρόσφατα anime, όπως στο συγκλονιστικό πραγματικά Elfen Lied (2004), αυτή η συγκεκριμένη οπτική μιας κανιβαλικής κοινωνίας προβάλλει εντελώς συνειδητά ανατριχιαστική για να απορριφθεί, ακριβώς για τους παραπάνω λόγους, ενώ, παράλληλα, σε ορισμένα άλλα, όπως στο Code Geass (2006-2007, – με σαφείς αναφορές στο V For Vendetta), αυτή η κοινωνία, ή καλύτερα η μελλοντική της προέκταση, δαιμονοποιείται σκοπίμως ούτως ώστε να μπορεί να απορριφθεί ευκολότερα. Γι αυτό και καταλαβαίνουμε τώρα, ή έχουμε το δικαίωμα να συμπεράνουμε, πως, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει στα σπουδαία έργα της σύγχρονης εποχής (με τους ήρωες, για παράδειγμα, ενός Flaubert, ενός Dostoevsky, ενός Bergman ή ενός Kieślowski), ο ήρωας των anime νοείται, εντέλει, ‘δειγματοληπτικά’ και όχι ‘εξατομικευμένα’· ο ήρωας, δηλαδή, είναι ένα τυχαίο δείγμα, που θα μπορούσε να είναι ο καθένας από εμάς, και όχι μια συγκεκριμένη εξατομικευμένη οντότητα.

Όμως, αν το anime εξαντλούταν απλά και μόνο σε αυτήν την άρνηση η σπουδαιότητα του θα ήταν μόνο σχετική. Ολόκληρη η σύγχρονη τέχνη (τουλάχιστον η Δυτική τέχνη, διότι έχουμε δυστυχώς συνηθίσει, εντελώς ομφαλοσκοπικά είναι αλήθεια, να ταυτίζουμε τις εξελίξεις στην ευρωπαϊκή τέχνη με αυτές της παγκόσμιας) δομήθηκε επάνω στη βάση μιας άρνησης. Από τις απαρχές ήδη της σύγχρονης εποχής, πλάι στην ορθολογικοποίηση της σκέψης, τον εκβιομηχανισμό της παραγωγής και την καλπάζουσα και υδροκέφαλη ανάπτυξη της τεχνολογίας, και την επακόλουθη αστικοποίηση της κοινωνίας, η δυτική τέχνη εμφανίστηκε να αμφισβητεί αυτήν την υπό διαμόρφωσιν κοινωνική πραγματικότητα και τελικά να την αρνείται· άρνηση που περνώντας από όλα τα διάμεσα στάδια, θα περάσει από εκείνο της μη-συνειδητότητας (Ρομαντισμός) αρχικά σε αυτό της συνειδητότητας (Μοντερνισμός) τελικά. Η ιστορική σπουδαιότητα του anime ως είδους έγκειται ακριβώς στο δευτερογενές επίπεδο άρνησης στο οποίο συνειδητά προεκτείνεται: αυτό της άρνησης της άρνησης της πραγματικότητας. Και λέω «άρνηση της άρνησης» και όχι κατάφαση της πραγματικότητας, διότι η διαφορά είναι ουσιωδώς σημαντική. Η κατάφαση της πραγματικότητας ισοδυναμεί με τον συμβιβασμό. Ισοδυναμεί με την ήττα. Το anime μέσω της άρνησης της άρνησης της πραγματικότητας δεν έρχεται να αποδεχτεί την τελική ήττα του ατόμου από την περιβάλλουσα κοινωνική πραγματικότητα, τον τελικό συμβιβασμό του και την αλλοτρίωση του. Αντίθετα, έχοντας πατήσει στέρεα επάνω σε αυτήν την πρωτογενή άρνηση της πραγματικότητας, που ήδη περιγράψαμε, έρχεται να προτείνει μια λύση και όχι να καταλήξει στην παραίτηση. Οδηγείται σε μια σύνθεση μοναδικής ιστορικής σημασίας μεταβάλλοντας ριζικά όχι μόνον ολόκληρο τον τρόπο αντίληψης του ατόμου ως τέτοιου ή του ατόμου εντός της κοινωνίας αλλά και τον τρόπο αντίληψης της τέχνης που αυτή η κοινωνία παράγει. Έτσι, το anime είτε σκύβοντας και ανασκάβοντας μέσα στα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης για να αναζητήσει τη λύση (όπως στο συνταρακτικό αυτό αριστούργημα που ακούει στο όνομα Neon Genesis Evangelion) είτε αναγόμενο σε μια μακροσκοπική ανάλυση της κοινωνίας (όπως στο επίσης αριστουργηματικό Berserk, που καταλήγει ως ένα φιλοσοφικό δοκίμιο επάνω στην εξουσία), είτε ωθούμενο στην υιοθέτηση μιας αντιεξουσιαστικής πρόσληψης των κοινωνιών, και κατ’ επέκτασιν μιας πίστης στο αυτεξούσιο του ατόμου (όπως στο Bleach), είτε τέλος ασπαζόμενο την πίστη στη δυνατότητα της αλλαγής του ανθρώπου και/ή την πίστη στη δύναμη της αλληλεγγύης, όπως αυτή εκδηλώνεται μέσα από την επιθυμία του εντός του βίου αγώνος, όχι υπέρ αφηρημένων εννοιών αλλά υπέρ των «προσφιλών προσώπων» (Naruto), το anime καταλήγει σε μια ισχυρή κατάφαση της ζωής. Και έχει τεράστια σημασία το ότι πρόκειται για κατάφαση της ζωής και όχι της ήδη υπάρχουσας κοινωνίας. Διότι έτσι υποδηλώνεται, και σε συνδυασμό με όλα τα παραπάνω, η δυνατότητα λύτρωσης μέσα στα πλαίσια του ανθρώπινου βίου, μέσα στα πλαίσια της συνύπαρξης του ανθρώπου με τους συνανθρώπους του μεν, αλλά όχι και η συντριβή του από τα πλέγματα των σχέσεων στην υπάρχουσα ιστορική κοινωνία. Σε συνδυασμό όμως με την ήδη παρατηρηθείσα άρνηση της πραγματικότητας, έχουμε, νομίζω, εδώ το δικαίωμα να εξάγουμε το συμπέρασμα πως αυτή η λύτρωση για να πραγματοποιηθεί, και να καταστήσει συνεπώς εφικτή όχι τη ζωή αλλά τη δυνατότητα ζωής, είναι απαραίτητη η πραγμάτωση δύο οριακών συνισταμένων: πρώτον, της εσωτερικής-υπαρξιακής αλλαγής που θα καταστήσει το άτομο ικανό να πάψει να αντιλαμβάνεται το έτερο άτομο ως «αντίπαλο», ως «εχθρό» και δεύτερον της μακροσκοπικής κοινωνικής αλλαγής που θα οδηγήσει σε μια κοινωνία όπου τα άτομα θα πάψουν να αλληλοϋποβλέπονται και να βρίσκονται διαρκώς σε μια κατάσταση άμυνας και ανταγωνισμού. Έτσι, το anime προασπιζόμενο μια κατάφαση της ύπαρξης και μια κατάφαση της ζωής έρχεται να ακυρώσει ολόκληρο τον ευρωπαϊκό και ασιατικό μηδενισμό, και μέσα σε μια εποχή παραίτησης και προσωπικού εγκλωβισμού μέσα στα πεπερασμένα όρια της έκαστης αλλοτριωμένης ατομικότητας, να χαρίσει ή να διεκδικήσει ως αναγκαιότητα την άρνηση της άρνησης, την λύτρωση. Μια λύτρωση ουδόλως μεταφυσική, αλλά που ακούει αντίθετα στο όνομα επικοινωνία.

Θα μπορούσα κάπου εδώ να τερματίσω αυτήν την παρουσίαση, καθώς οι κυριότεροι ιστορικοί λόγοι της επίκαιρης σπουδαιότητας του anime ελπίζω πως συζητήθηκαν, αν δεν υπήρχε ένα ακόμα στοιχείο που προσωπικά θεωρώ σημαντικότατο και το οποίο με υποχρεώνει να το συζητήσω. Αναφέρθηκα παραπάνω μονολεκτικά στον νέο τρόπο αντίληψης της τέχνης που φέρνει το anime. Και πραγματικά το anime έρχεται να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ λόγιας και λαϊκής τέχνης που κληροδότησε στον σύγχρονο κόσμο ο ύστερος Μεσαίωνας και η Αναγέννηση. Το anime επανεφευρίσκοντας μια νέα μυθολογική γλώσσα, μέσα σε έναν κόσμο ενδελεχώς εκκοσμικευμένο και ‘εξορθολογισμένο’ (όπως είναι οι σύγχρονες κοινωνίες), όπου ο Μύθος, ως συλλογικός τρόπος κατανόησης και αναπαράστασης του κόσμου, με ρίζες σε ένα κοινό ασυνείδητο, έχει εξοστρακιστεί ολοσχερώς καθιστώντας το άτομο δέσμιο της ατομικότητας του και τις μάζες δέσμιες της ομοιογένειας τους (όπως αυτή διευθετείται από πάνω προς τα κάτω μέσω των αποτελεσμάτων της πολιτιστικής βιομηχανίας – της Kulturindustrie, κατά Adorno), έρχεται να δημιουργήσει μια νέα κοινή γλώσσα επικοινωνίας όπου οι κώδικες της γίνονται αντιληπτοί από όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως πνευματικής προπαρασκευής, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη. Το anime έρχεται έτσι να προτάξει την επικοινωνία και ως αισθητική αντίληψη, συνταυτίζοντας έτσι το ύψιστο μήνυμα του από άποψη περιεχομένου με τη μορφή παρουσίασης του ως έργου τέχνης. Για να το κατορθώσει αυτό εκμεταλλεύεται ιδιοφυώς, κι εδώ έγκειται η ριζοσπαστική πρόταση του anime, τα ίδια τα προϊόντα της πολιτιστικής βιομηχανίας και τους στερεοτυπικούς κώδικες επάνω στους οποίους αυτά δομούνται, για να αντιστρέψει την κίνηση επάνω στην κλίμακα και να δώσει εκ νέου ένα είδος τέχνης που θα μπορούσε και να χαρακτηριστεί λαϊκή. Διότι αυτή ακριβώς η αντίστροφη κίνηση επάνω στην κοινωνική κλίμακα, από κάτω, δηλαδή, προς τα πάνω και όχι από πάνω προς τα κάτω, είναι που εγγράφει το anime στα όρια του λαϊκού και όχι σε αυτά των προϊόντων της πολιτιστικής βιομηχανίας, σε αυτά του pop. Το anime, πατώντας επάνω στην μακραίωνη παράδοση της λαϊκής εικονογραφημένης ιστορίας στην Ιαπωνία (οι αρχές της οποίας ανάγονται τουλάχιστον ως τον 15ο αιώνα) και στο διάδοχο της είδος, το manga, και εκμεταλλευόμενο για τους δικούς του σκοπούς τα τεχνικά επιτεύγματα, τα μέσα και τους σημειολογικούς κώδικες της πολιτιστικής βιομηχανίας και των προϊόντων της, κατορθώνει στη χαραυγή του 21ου αιώνα το αδιανόητο: να δημιουργήσει εκ νέου μια νέα, εύρωστη, ‘παγκόσμια λαϊκή’ τέχνη και ως εκ τούτου να καταρρίψει τον διχασμό της πολιτιστικής παραγωγής σε λόγια και λαϊκή, ενοποιώντας έτσι εκ νέου το άτομο και τον καλλιτέχνη και συνδέοντας τον με μια συλλογική βάση που ανεξαρτήτως παιδείας μπορεί να επικοινωνήσει μαζί του.

Ζ. Δ. Αϊναλής

Fullmetal alchemist

Posted in Animation - Anime on Δεκέμβριος 14, 2007 by Le grand écrivain
Η σειρά anime Fullmetal alchemist (πρωτότυπος τίτλος Hagane no renkin jutsushi) στηριγμένη στο ομώνυμο manga της Hiromu Arakawa κυκλοφόρησε το 2003-2004 στην ιαπωνική τηλεόραση και ολοκληρώθηκε σε 51 επεισόδια. Το 2005, για να ολοκληρώσει τη σειρά, κυκλοφόρησε στους ιαπωνικούς κινηματογράφους το film «Fullmetal Alchemist the Movie: Conqueror of Shamballa». Πρόκειται για μία σειρά που μολονότι σέβεται την παράδοση του είδους εισάγει θεματικές και προβληματισμούς που ξεπερνάνε τα στενά όρια του anime, και που επιπροσθέτως επιτυγχάνει ένα υψηλότατο επίπεδο αισθητικής αρτιότητας.

Σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από τον πόλεμο και την αλχημεία, δύο αδέρφια, ο Edward Elric και ο κατά έναν χρόνο μικρότερος του Alphonse, ζούνε στο Resembool, μια απομονωμένη κωμόπολη, με την άρρωστη μητέρα τους και στη σκιά ενός απόντος πατέρα που εγκατέλειψε την οικογένεια για να αφοσιωθεί στην αλχημεία. Τα δύο αδέρφια θα επιδοθούν κι αυτά με τη σειρά τους σε μια μανιώδη ενασχόληση με την αλχημεία και γρήγορα, ιδίως ο μεγάλος αδερφός θα θεωρηθεί ιδιοφυΐα. Μετά το θάνατο της μητέρας τους θα αποπειραθούν να εκτελέσουν, παρόλο που θεωρείται αυστηρά απαγορευμένη ως πρακτική, μιαν « ανθρώπινη μεταστοιχείωση » ( human transmutation ), σε μια απελπισμένη προσπάθεια τους να την αναστήσουν. Η διαδικασία αποτυγχάνει, ο Alphonse χάνεται και ο Edward σε μια τελευταία απελπισμένη προσπάθεια θυσιάζει το δεξί του χέρι και το αριστερό του πόδι με σκοπό να τον επαναφέρει. Δεν μπορείς να κερδίσεις τίποτα αν δεν θυσιάσεις κάτι. Πρόκειται για την βασική αρχή της αλχημείας, την αρχή της ισοδύναμης ανταλλαγής ( Equivalent Trade), και την οποία αρχή τα δύο αδέρφια θα κάνουν εν συνεχεία στάση ζωής. Όταν, τελικά, θα ανακτήσουν τις αισθήσεις τους μετά την αποτυχημένη μεταστοιχείωση, η ψυχή του Alphonse είναι φυλακισμένη σε μια πανοπλία και ο Edward οδύρεται αιμόφυρτος στο πάτωμα. Ο Alphonse μεταφέρει τον αδερφό του σε μια γειτόνισσα, γιαγιά της παιδικής τους φίλης Winry, που κατασκευάζει ένα εξελιγμένο είδος τεχνητών μελών ( Automail ) και η οποία θα του εμφυτεύσει ένα ατσάλινο χέρι και πόδι. Ήδη την επόμενη μέρα τα δύο αδέρφια παίρνουν την απόφαση να γίνουν « Κρατικοί Αλχημιστές » ( State alchemists), μια στρατιωτική κάστα αλχημιστών που καταλαμβάνουν τις υψηλότερες κυβερνητικές θέσεις, και να αναζητήσουν έτσι απρόσκοπτα τη « Φιλοσοφική Λίθο », που θα τους επιτρέψει να γυρίσουν στην φυσιολογική μορφή τους.

Η μεγάλη ιδιαιτερότητα του Fullmetal alchemist δεν έγκειται απλά στο πρωτότυπο σενάριο που ξεφεύγει από τις συνηθισμένες θεματικές του είδους και το οποίο παρουσιάζει κλιμακωτές, άψογα δομημένες κορυφώσεις. Δεν έγκειται απλά στους με πολύ λεπτομέρεια δουλεμένους χαρακτήρες και στις συρταρωτές και διασταυρούμενες οικογενειακές τραγωδίες στις οποίες αναπόφευκτα αυτοί αναμειγνύονται. Δεν έγκειται, τέλος, απλά στην άψογη αισθητική των σχεδίων του ή την ιδανικά επιλεγμένη μουσική, που συνήθως εξυπηρετεί γνήσια λειτουργικούς ρόλους. Η μεγάλη του ιδιαιτερότητα έγκειται στο σύμπαν του, στο βαθιά αντιμιλιταριστικό του μήνυμα καθώς και στο φιλοσοφικό του υπόβαθρο και την φιλοσοφική του στόχευση.

Από το πρώτο κιόλας επεισόδιο μας δημιουργείται η απορία για το ποιος είναι ο κόσμος, το σύμπαν, μέσα στο οποίο διαδραματίζονται τα τεκταινόμενα, και ο οποίος κυριαρχείται από την αλχημεία. Από το πρώτο κιόλας επεισόδιο δημιουργούμε μια ασαφή εντύπωση πως θα μπορούσε ο κόσμος αυτός να είναι το παρελθόν μας ή και το μέλλον μας ταυτοχρόνως. Ή ακόμα μια εναλλακτική εκδοχή της ευρωπαϊκής ιστορίας. Ένας εναλλακτικός κόσμος. Καθώς εξελίσσεται η σειρά διαπιστώνουμε πως πολλές λεπτομέρειες του κόσμου μέσα στον οποίο κινούνται οι ήρωες μας παραπέμπουν στο Δεύτερο Reich και την Αυστρο-ουγγρική αυτοκρατορία πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ή καλύτερα σε μια εναλλακτική εκδοχή αυτής της περιόδου της ευρωπαϊκής ιστορίας. Και θα χρειαστεί να φτάσουμε στο κορύφωμα των τριών τελευταίων επεισοδίων για να κατανοήσουμε επιτέλους, ή καλύτερα να ανασυγκροτήσουμε αναδρομικά, την αλήθεια.

Η επιλογή αυτού του, έστω και συγκεχυμένου, ιστορικού πλαισίου δίνει την δυνατότητα στους δημιουργούς να εκφράσουν το βαθιά αντιμιλιταριστικό τους μήνυμα. Μέσα σε μια στρατοκρατούμενη αυτοκρατορία, που θα μπορούσε να είναι αλλά και να μην είναι το δεύτερο Reich, όπου τα πάντα εξουσιάζει δίχως κανένα απολύτως έλεγχο κάποιος Fuhrer και μια κάστα στρατιωτικών με ξεχωριστές δυνάμεις, οι Κρατικοί Αλχημιστές, ο ελεύθερος χώρος για τον άνθρωπο συρρικνώνεται επικίνδυνα και η ίδια η μοίρα της ανθρωπότητας γίνεται έρμαιο στα χέρια αδίστακτων πολεμοκάπηλων, ιδιωτικών συμφερόντων και μηχανορραφιών. Και οι άνθρωποι μπλέκονται αναπόδραστα στα δίχτυα μιας Ιστορίας που άλλοι δημιούργησαν γι αυτούς. Χωρίς ποτέ να καταφεύγει σε άμεσα σχόλια ή σε έναν φτηνό διδακτισμό, η σειρά, μέσα από την λιτή, ‘αντικειμενική’ – και ενίοτε κυνική – αφήγηση των καταστάσεων επιτυγχάνει στο τέλος να δημιουργήσει μια δικαιολογημένα εδραιωμένη αποστροφή για κάθε είδους στρατοκρατία – για μια οποιαδήποτε, εν τέλει, όπως κι αν αυτή νοείται, ‘στρατιωτική’ οργάνωση της κοινωνίας – και όχι απλά και μόνο για τον στρατό ως στρατό.

Εντελώς ξεχωριστή είναι και η ποιότητα του φιλοσοφικού υπόβαθρου της σειράς με πλήθος προβληματισμών να προκύπτουν αβίαστα και φυσιολογικά από την εξέλιξη της αφήγησης. Η θέση του ανθρώπου στον κόσμο, η μοίρα του. Η αναζήτηση και η πραγμάτωση, το Ιδανικό (που θα συμπυκνωθεί στη φράση που ακούγεται στα μέσα της σειράς: « ένα υλοποιήσιμο όραμα, δεν είναι όραμα»). Η ατομική και συλλογική αυτοσυνειδησία. Η ατομική και συλλογική ευτυχία. Η βασική αρχή της αλχημείας – και αρχή του κόσμου – περί της ισοδύναμης ανταλλαγής. Η σύνδεση της ατομικής με την συλλογική Ιστορία, ο αντίκτυπος των πράξεων του Ατόμου στο ιστορικό γίγνεσθαι και αντίστροφα η διαμόρφωση της ατομικής μοίρας από εξωτερικές – μη υποκείμενες στον έλεγχο του Ατόμου – δυνάμεις, μια αμφίδρομη κίνηση από κάτω προς τα πάνω και από κάτω προς τα πάνω. Η απελπισμένη διαπάλη ανάμεσα στην επιλογή της προσωπικής ή της συλλογικής ευτυχίας. Η Αμαρτία κι η Εξιλέωση. Το νόημα και η αξία της Θυσίας. Όλοι αυτοί είναι μερικοί μόνο από τους προβληματισμούς που αναδύονται σταδιακά, και που ταυτόχρονα διατρέχουν απ’ άκρη σ’ άκρη, τις περιπλανήσεις των αδερφών Elric. Προβληματισμοί, τέλος, που θα συμπυκνωθούν ιδανικά κατά το αινιγματικό finale γύρω από το ερώτημα της Ευθύνης του Ατόμου για τις πράξεις του.