Archive for the Anarchy and Literature (Αναρχία και Λογοτεχνία) Category

Αναρχία και Λογοτεχνία (κάτι σαν προδημοσίευση)

Posted in Anarchy and Literature (Αναρχία και Λογοτεχνία) on Φεβρουαρίου 21, 2016 by Le grand écrivain
pierre-joseph-proudhon-and-his-children-in-1853-1865.jpg!Blog

Gustave Courbet, Proudhon et ses enfants (1865)

Κι εδώ αποσπάσματα από ένα βιβλίο που λογικά θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2016 από τις εκδόσεις Πανοπτικόν με την πολύτιμη συνδρομή και συνεργασία -σε κάθε επίπεδο- του Κώστα Δεσποινιάδη. Πρώτα δύο αποσπάσματα και ακολουθούν τα -προσωρινά- περιεχόμενα του τόμου.

—-

«Ο Μπακούνιν είναι ένα από τα πιο αξιοσημείωτα σταυροδρόμια της ρωσικής ζωής. Αυτής της ρωσικής ζωής που, μόνη αυτή, καταπώς φαίνεται, μπορεί ν’ αφήνει ενεό τον κόσμο παράγοντας τέτοια φαινόμενα. Οι πιο ακραίες αντιθέσεις συσσωρεύονται στην ψυχή της: «Κύμα και βράχος, στίχος και πρόζα, φωτιά και πάγος» ∙ οι στίχοι μόνο ίσως λείπουν, θέλω να πω η αρμονία. Διότι ο Μπακούνιν ποτέ δεν τραγούδησε. Ο Μπακούνιν γέμισε την Ευρώπη με τις κραυγές του, με τα ουρλιαχτά του κι αυτό κατά τρόπο μεγαλοπρεπή και άμετρο, τυπικά ρωσικό. Μέσα του έκαιγε εκείνη η παράφορη και μεθυσμένη ανεμελιά των ρωσικών καταγωγίων: ικανός να δοθεί ολόψυχα στην πιο φλογερή δραστηριότητα, ν’ αναλάβει να φέρει εις πέρας πράγματα που δεν μπορούμε να φανταστούμε παρά μονάχα στ’ όνειρο, ή στην ανάγνωση των μυθιστορημάτων ενός Κούπερ.»
Αλέξανδρος Μπλοκ, «Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς Μπακούνιν», Μετάφραση-Σχόλια Ζ. Δ. Αϊναλής.

—-

«Σε επιστολή του προς τον Γκέοργκ Μπράντες, αμέσως μετά την Παρισινή Κομμούνα³, ο Χένρικ Ίψεν έγραφε αναφορικά με το κράτος και την πολιτική ελευθερία:
«Το κράτος είναι κατάρα για το άτομο. Πώς εξαγοράστηκε η εθνική ισχύς της Πρωσίας; Βυθίζοντας το άτομο σε μια γεωπολιτική φόρμουλα… Το κράτος πρέπει να φύγει! Μια τέτοια επανάσταση θα με βρει στο πλευρό της. Υποσκάψτε την ιδέα του κράτους και αντικαταστήστε τη με την αυθόρμητη δράση και την αντίληψη πως ο πνευματικός δεσμός είναι η μόνη συνθήκη που λειτουργεί υπέρ της ομοψυχίας• και τότε, ίσως αρχίσει να υπάρχει μια στοιχειώδης ελευθερία που θ’ αξίζει να τη βιώνουμε».

Μα δεν ήταν μόνο το κράτος που ενοχλούσε τον Χένρικ Ίψεν. Κάθε άλλος θεσμός που –όπως το κράτος– βασίζεται σ’ ένα ψέμα θεωρήθηκε ανομία από τον Νορβηγό συγγραφέα. Ως ασυμβίβαστος καταστροφέας όλων των ψεύτικων ειδώλων και δυναμίτης που ανατινάζει κάθε κοινωνική εξαπάτηση και υποκρισία, ο Ίψεν πάλεψε επίμονα για να ξεθεμελιώσει την κοινωνική μας δομή μέχρι την τελευταία πέτρα. Και κυρίως, εξαπέλυσε τα δριμεία «κατηγορώ» του εναντία στα τέσσερα θεμελιώδη αμαρτήματα της μοντέρνας κοινωνίας: το εγγενές Ψεύδος σε κάθε κοινωνικό μας συμβιβασμό• τη Θυσία και το Χρέος, τις δίδυμες κατάρες που «αλυσοδένουν» την ανθρώπινη διάνοια• τον στενόμυαλο και μικροπρεπή Επαρχιωτισμό που καταπνίγει κάθε ανάπτυξη• και την Έλλειψη Χαράς και Σκοπού στην Εργασία που μετατρέπει τη ζωή σε μια κόγχη μιζέριας και δακρύων.»
Έμμα Γκόλντμαν, «Χένρικ Ίψεν. Ένας εχθρός του λαού», Μετάφραση-Σχόλια Μιχάλης Παπαντωνόπουλος.

—-

Ακολουθούν τα περιεχόμενα του τόμου:

—-

ΑΝΑΡΧΙΑ & ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Ζ.Δ. Αϊναλής – Κώστας Δεσποινιάδης – Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

—-
Σαν Μότο: Carl Sandburg, Legal Midnight Hour (μτφρ. Ζ.Δ.Α.)

Αντί Προλόγου
Renzo Novatore (1890–1922), « Πλάνητες του πνεύματος » (μτφρ. Μ.Π.)

Εισαγωγή
Ζ. Δ. Αϊναλής: Αναρχία και Λογοτεχνία

Ανθολόγιο κειμένων
1.) Αλέξανδρος Γκέρτσεν (1812–1870), «Προυντόν» (μτφρ. Ζ.Δ.Α.)
2.) Εμίλ Ζολά (1840–1902), «Προυντόν και Κουρμπέ» (μτφρ. Ζ.Δ.Α.)
3.) Πιοτρ Κροπότκιν (1842–1921), «Για το Πατέρες και Γιοι του Τουργκένιεβ» (μτφρ. Κ.Δ.)
4.) Πιοτρ Κροπότκιν (1842–1921), «Ντοστογιέβσκι» (μτφρ. Κ.Δ.)
5.) Οκτάβ Μιρμπώ (1848–1917), «Ένας τρελός (Λέων Τολστόι)» (μτφρ. Ζ.Δ.Α.)
6.) Λουίτζι Γκαλεάνι (1861–1931), «Λέων Τολστόι (1828 – 1910)» (μτφρ. Μ.Π.)
7.) Πωλ Αντάμ (1862–1920), «Εγκώμιο του Ραβασόλ» (μτφρ. Ζ.Δ.Α.)
8.) Έμμα Γκόλντμαν (1869–1940), «Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς – Εκεί που δεν υπάρχει τίποτα» (μτφρ. Μ.Π.)
9.) Έμμα Γκόλντμαν, «Ερρίκος Ίψεν – Ένας εχθρός της κοινωνίας» (μτφρ. Μ.Π.)
10.) Έμμα Γκολντμαν, «Λέων Τολστόι – Η Δύναμη του Σκότους» (μτφρ. Κ.Δ.)
11.) Γκούσταβ Λαντάουερ (1870–1919), «Λέων Τολστόι» (μτφρ. Ζ.Δ.Α.)
12.) Ιππόλυτος Χάβελ (1871–1950), «Ένας ανήθικος συγγραφέας (М.П. Αρτσιμπάσεβ)» (μτφρ. Μ.Π.)
13.) Αλέξανδρος Μπλοκ (1880–1921), « Μιχαήλ Μπακούνιν » (μτφρ. Ζ.Δ.Α.)

Advertisements

Bruno Filippi, Arte libera di uno spirito libero

Posted in Anarchy and Literature (Αναρχία και Λογοτεχνία) on Μαρτίου 4, 2012 by Le grand écrivain

Bruno Filippi

(1900 – 1919)

Arte libera di uno spirito libero

 

 

Falange di tisici cronici più moralmente che fisicamente, microcefali, zoppi, gobbi, ciechi, visi orrendi, scolpiti dal vizio, dalla sifilide, dall’alcool.

Bocche sdentate, gialle, bavose, a che vomitate contro me orrendi improperi?

Tutto l’odio che vi gorgoglia nella strozza, che vi fa colare due rivoletti di bava agli angoli della bocca, non mi smuove dalla mia indifferenza.

Scuotete pur le pugna avvezze a rivoltar letame! E voi donne insultatemi pure, voi nel cui grembo si perpetua il dolore umano. Siete tutti vili, vili! Esseri spregievoli, degni della frusta! Rettili striscianti in cerca di uno sporco tozzo di pane, cani che leccate la mano di chi vi batte! Ed è per voi, proprio per voi che dovrei insorgere?

Per voi, per i vostri figli e le vostre madri?

Carogne imputridite nella rassegnazione, mummie tarlate di una società in decadenza, voi vi ingannate. Io non darò la più piccola goccia di sangue per la vostra causa, non sacrificherò neanche una sigaretta per voi.

Continuate nella vostra discesa nel fango. Man mano che voi scenderete, io salirò. Io godrò nel vedere la degenerazione che si fa strada entro voi, godo, godo….

Giorno per giorno la fronte vi diviene sfuggente, la bocca patibolare. Giorno per giorno le stimmate della putrefazione avanzata si scorgono sotto la pelle giallastra.

E io rido, rido!…

Che gioia assistere allo sfacelo di un mondo, vedere dovunque sangue, cadaveri, putredine!

Mentre e borghesia e popolo s’ingannano a vicenda e a vicenda si sgozzano.

Io assisto esilarato per tutto questo affannarsi senza scopo.

Là un Kaiser, qui un Wilson ecc…., e dappertutto popoli che si lamentano e non insorgono.

Nel fango, rettili!

Io non voglio unirmi alla coorte dei cortigiani del proletariato, che essi scusano, incensano, ornano di lauri. No, o egregi parolai, la vostra verve non maschera nulla. Il popolo è sempre lì, idiota, vigliacco, rassegnato. Ed io che mi sento superiore, voglio esserlo, e la mia sarà una superiorità che pagheranno e borghesia e proletariato. Languite nella fame, negli stenti, vegetate, bestialmente fecondando uteri in un pullulare di rampolli cenciosi, sucidi, scrofolosi, rachitici.

Forza! Alzate in coro il vostro lamento vigliacco! Dite che avete fame. Stendete la mano di fronte alla vetrina colma di gioielli. Fate, fate! Lamentatevi della guerra, mentre siete voi i suoi autori e i continuatori perchè la sopportate! Ma io fuggo il vostro putridume che vorrebbe insozzarmi. Superbamente solo, rompo le catene che mi avvincono a voi, e mi separo dal gregge dei cani rognosi sommessi al pastore. Solo vagherò per il mondo portando ovunque il mio odio e il mio disprezzo. Solo nella lotta. Solo nella vittoria, e solo nella sconfitta. Le mie idee saranno il veleno che deve finire per intossicarvi e voi tremerete davanti a me come davanti al Re, al supremo!…

E intanto rido alla vostra ridda grottesca e sanguinosa, rido tanto che non vedo più nessuno e mi pare che l’umanità sia una immensa piaga cancrenosa che continuamente sgorga marciume denso e puzzolente. E questa piaga si muove, si agita, si copre di croste che poi scompaiono per poi dar posto a un altro sgorgo di materia puzzolente….

E io rido, rido!…

  Συνέχεια

Paul Adam, Éloge de Ravachol

Posted in Anarchy and Literature (Αναρχία και Λογοτεχνία) on Ιανουαρίου 29, 2012 by Le grand écrivain

Paul Adam (1862 - 1920)

Paul Adam

Éloge de Ravachol

En ce temps les miracles et les saints semblaient vouloir disparaître. On croyait facilement que les âmes contemporaines manquaient de l’esprit de sacrifice. Les martyrs du siècle furent surtout d’obscurs citoyens hallucinés par le tintamarre des mots politiques, puis mitraillés impitoyablement en 1830, en 1848, en 1871 au bénéfice de certaines situations parlementaires que se préparaient ainsi des avocats violents et sournois ; et il y aurait même de l’imprudence à prétendre que nul vœu d’intérêt individuel n’engagea ces combattants malheureux à rechercher, eux-mêmes, les armes à la main, un profit électoral.
Les parades des Deux Chambres avec leurs scandales quotidiens, leurs syndicats de fabricants de sucre, de bouilleurs de cru, de vendeurs de bière, de faiseurs de vin, de courtiers en céréales et d’éleveurs de bestiaux nous révélèrent, à maintes reprises, les mobiles du suffrage universel. Il y eut Méline et Morelli, le sénateur Le Guay… Aussi toutes ces batailles de la chaussée parisienne, toutes les histoires de la rue Transnonain ou de Satory finiront-elles par nous paraître de simples querelles de marchands âpres à la concurrence.
Nos âmes sans complexité se fussent probablement déplues à suivre encore les jeux brusques de ces marionnettes ; et la politique eût été mise hors de notre préoccupation, si la légende du sacrifice, du don de la vie pour le bonheur humain n’eût subitement réapparu dans l’Époque avec le martyre de Ravachol.

Ravachol (1859 - 1892)


Quelles qu’aient pu être les invectives delà presse bourgeoise et la ténacité des magistrats à flétrir l’acte de la Victime, ils n’ont pas réussi à nous persuader de son mensonge. Après tant de débats judiciaires, de chroniques, et d’appels au meurtre légal, Ravachol reste bien le propagateur de la grande idée des religions anciennes qui préconisèrent la recherche de la mort individuelle pour le Bien du monde ; l’abnégation de soi, de sa vie et de sa renommée pour l’exaltation des pauvres, des humbles. Il est définitivement le Rénovateur du Sacrifice Essentiel.

Συνέχεια

Renzo Novatore, Intellectual Vagabonds

Posted in Anarchy and Literature (Αναρχία και Λογοτεχνία) on Ιανουαρίου 22, 2012 by Le grand écrivain

Carra, i funerali dell anarchiko Galli

Renzo Novatore
(1890 – 1922)


Intellectual Vagabonds

000

“All who appear suspicious, hostile and dangerous to the good bourgeois,” Stirner said, “could be brought together under the name ‘vagabond’; every vagabond way of life displeases the bourgeoisie. And there are also intellectual vagabonds, to whom the hereditary dwelling place of their fathers seems too cramped in and oppressive for them to be content any more with its restricted space and so go to find more space and light far away. Instead of remaining curled up in the family cave stirring the ashes of moderate opinion, instead of accepting what has given comfort and relief to thousands of generations as irrefutable truth, they go beyond all the boundaries of tradition and run wild with their impudent criticism and untamed mania for doubt. These extravagant vagabonds form the class of the unstable, the restless, the volatile, formed from the proletariat; and when left to give voice to their unsettled natures, they are called unruly, hot heads, fanatics…”[1]

Oh, intellectual vagabonds! Pale, unrepentant subverters! The ones who gallop on and on through the endless regions of their capricious imaginations that create new things.
While speaking to them, Zarathustra once said: “The earth is still free for great spirits. There are still many harbors for solitary spirits and their kindred, around whom the aroma of tranquil seas drifts. Life is still free, free for the free spirit.”
Then he continued: “Only where the state ceases to exist does the man who is not futile begin: that is where the hymn to the necessary begins, the refrain that is not uniform. There, where the state ceases to exist… but watch a bit, my brothers: don’t you see the rainbow over there and the bridges to the overhuman?”
But before telling them all of this, he spoke of the apes and lunatics who bow at the feet of the “new idol”—the state. He said, “Oh my brothers, do you want to be suffocated by the breath from their putrid mouths and their unhealthy longings? Instead, shatter the windows and save yourselves in the pure air!”
And they—the intellectual vagabonds—shattered the windows and rushed eagerly through the desecrating freedom of the fields, where festive nature wove songs of life; there where the golden crops danced in the wind, kissed by the sun.
From that day forward, they—the subverters—declared themselves outlaws… Enthralled by the seductive charm of freedom won, they almost stayed lying on the ground, resting, when the symbolic murmur coming from the verdant fronds of the mountain called them again, farther… higher… They looked into each other’s eyes. The fire of love flashed in each of their pupils like volcanic lava.
They then understood what the Teacher had told them and, recognizing each other as “kindred spirits,” they all went off toward the peak of the green mountain that was supposed to reveal new life to them.
When their profaning and sacrilegious feet rested on the high summits, the sun was already setting, leaving nothing of itself but vast red bands that resembled magnificent tongues of fire. At that moment, a sad vision passed through all of their minds. They all seemed to see the Teacher’s shadow sinking in those red flames. But in that primitive and desolate silence, they still seemed to hear his voice telling them: “Have no fear. I will rise again with the sun. And now the sunset is ready for you as well, but you too will rise again with the first rays of dawn.”
But, alas, turning back to look at each other, they felt a shudder of terror enshrouding them in a mantle of desolation, since the fire of love no longer flowed like volcanic lava in their pupils. The black wings of melancholy beat violently at the door of their hearts filling them with sadness and sleep.
When the dawn came, with its silvery motes, to find the eyes of the free sleepers, to announce the birth of a new day, they leapt to their feet with an even more fiery flame in their eyes. They sang a hymn to life and focused intensely on the distance.
A few moments passed, and then a howl of dionysian joy poured out from all their throbbing breasts.

Συνέχεια