Archive for the Συνομιλίες Category

Συνομιλίες VIII (Είχα ένα όνειρο…)

Posted in European Literature, European Poetry, Greek Poetry, Συνομιλίες, Project Romanticism on Νοέμβριος 6, 2011 by Le grand écrivain
»]

Συνομιλίες VIII

 

George Gordon, Lord Byron
(1788–1824)

 —

Darkness

(1816)

 —

I had a dream, which was not all a dream.
The bright sun was extinguished, and the stars
Did wander darkling in the eternal space,
Rayless, and pathless, and the icy Earth
Swung blind and blackening in the moonless air;
Morn came and went—and came, and brought no day,
And men forgot their passions in the dread
Of this their desolation; and all hearts
Were chilled into a selfish prayer for light:
And they did live by watchfires—and the thrones,
The palaces of crownéd kings—the huts,
The habitations of all things which dwell,
Were burnt for beacons; cities were consumed,
And men were gathered round their blazing homes
To look once more into each other’s face;
Happy were those who dwelt within the eye
Of the volcanos, and their mountain-torch:
A fearful hope was all the World contained;
Forests were set on fire—but hour by hour
They fell and faded—and the crackling trunks
Extinguished with a crash—and all was black.
The brows of men by the despairing light
Wore an unearthly aspect, as by fits
The flashes fell upon them; some lay down
And hid their eyes and wept; and some did rest
Their chins upon their clenchéd hands, and smiled;
And others hurried to and fro, and fed
Their funeral piles with fuel, and looked up
With mad disquietude on the dull sky,
The pall of a past World; and then again
With curses cast them down upon the dust,
And gnashed their teeth and howled: the wild birds shrieked,
And, terrified, did flutter on the ground,
And flap their useless wings; the wildest brutes
Came tame and tremulous; and vipers crawled
And twined themselves among the multitude,
Hissing, but stingless—they were slain for food:
And War, which for a moment was no more,
Did glut himself again:—a meal was bought
With blood, and each sate sullenly apart
Gorging himself in gloom: no Love was left;
Συνέχεια

Συνομιλίες VII

Posted in Συνομιλίες on Δεκέμβριος 29, 2010 by Le grand écrivain

Federico García Lorca


Canción del jinete

Córdoba.

Lejana y sola.

 

Jaca negra, luna grande,

y aceitunas en mi alforja.

Aunque sepa los caminos,

yo nunca llegaré a Córdoba.

 

Por el llano, por el viento,

jaca negra, luna roja.

La muerte me está mirando

desde las torres de Córdoba.

 

¡Ay que camino tan largo!

¡Ay mi jaca valerosa!

¡Ay que la muerte me espera,

antes de llegar a Córdoba!

 

Córdoba.

Lejana y sola.

Τραγούδι του καβαλάρη

Κόρδοβα.

Μακρινή και μόνη.

 

Άλογο μαύρο, φεγγάρι μεγάλο

κι ελιές στο δισάκι μου.

Αν και ξέρω τους δρόμους,

ποτέ δε θα φτάσω στην Κόρδοβα.

 

Μεσ’ απ’ τον κάμπο, μεσ’ απ’ τον αέρα,

άλογο μαύρο, φεγγάρι κόκκινο.

Ο θάνατος με κοιτάζει

απ’ τους πύργους της Κόρδοβα.

 

Αχ, τι δρόμος μακρύς!

Αχ, γενναίο άλογό μου!

Αχ, και με περιμένει ο θάνατος,

πριν φτάσω στην Κόρδοβα!

 

Κόρδοβα. Μακρινή και μόνη.

Μετάφραση: Μόσχος Λαγκουβάρδος

Νίκος Καββαδίας


Federico García Lorca

Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό

και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι

Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ

τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι

 

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά

και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου

στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά

κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ’αχαμνά του

 

Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά

και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι

τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά

τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει

 

Κάτω απ’ τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές

και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια

τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές

τότες που σ’ έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια

 

Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;

φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό

στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω

κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

 

Κοπέλες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι

κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά

σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι

μέσα απ’ τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά

 

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη

φτενή δίχως καρένα

σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά

σμάρι κοράκια να πετάν στην ερήμην αρένα

και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

Συνομιλίες V (Πουλιά μεγάλα της θαλάσσης…)

Posted in European Poetry, Greek Poetry, Συνομιλίες, Project Romanticism on Οκτώβριος 24, 2009 by Le grand écrivain

Tall Ship covered with Ice with Albatross,The Rime of the Ancient Mariner, Rare 1878 Dore Engraving

Tall Ship covered with Ice with Albatross,The Rime of the Ancient Mariner, Rare 1878 Dore Engraving

Samuel Taylor Coleridge

(1772 – 1834)

The Rime of the Ancient Mariner

Part I

It is an ancient Mariner,
And he stoppeth one of three.
`By thy long grey beard and glittering eye,
Now wherefore stopp’st thou me?

The bridegroom’s doors are opened wide,
And I am next of kin;
The guests are met, the feast is set:
May’st hear the merry din.’

He holds him with his skinny hand,
«There was a ship,» quoth he.
`Hold off! unhand me, grey-beard loon!’
Eftsoons his hand dropped he.

He holds him with his glittering eye –
The Wedding-Guest stood still,
And listens like a three years’ child:
The Mariner hath his will.

Συνέχεια

Συνομιλίες VI (Εγώ ο φτωχός…)

Posted in European Poetry, Συνομιλίες on Νοέμβριος 26, 2008 by Le grand écrivain



Bertolt Brecht


Για το φτωχό Β.Β.


Εγώ, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ , είμαι από τα Μαύρα Δάση.

Η μάνα μου στις πολιτείες με κουβάλησε

σαν ήμουν ακόμα στην κοιλιά της. Και των δασών η παγωνιά

μέσα μου θα ‘ναι ως το θάνατό μου.



Έχω το σπίτι μου στην πολιτεία της ασφάλτου

φορτωμένος από την αρχή μ’ όλα τα μυστήρια του θανάτου,

μ’ εφημερίδες, με καπνό και με ρακί.

Καχύποπτος και τεμπέλης κι ευχαριστημένος τελικά.



Φέρνομαι φιλικά στους ανθρώπους. Φορώ

καθώς το συνηθίζουν ένα σκληρό καπέλο.

Λέω: είναι ζώα που μυρίζουν τελείως ιδιόμορφα

και λέω πάλι:δε βαριέσαι έχω κι εγώ την ίδια μυρουδιά.



Στις άδειες κουνιστές πολυθρόνες μου καθίζω

το πρωί κάτι γυναίκες καμιά φορά

τις κοιτάω ξένοιαστα και λέω:

Καθόλου μην ποντάρετε σ’ αυτόν που τώρα σας κοιτά.



Κοντά το βράδυ μαζεύω γύρω μου τα παιδιά

λέμε ο ένας τον άλλον «τζέντλεμαν»

ακουμπάνε στο τραπέζι μου τα πόδια

και λένε: Θα δούμε μέρες πιο καλές. Κι εγώ πότε δε ρωτώ.



Το πρωί στο γκρίζο χάραμα κατουράνε τα έλατα

και τα ζωύφιά τους, τα πουλιά αρχίζουν να φωνάζουν.

Κείνη την ώρα αδειάζω το ποτήρι μου στην πόλη,

πετάω τ’ αποτσίγαρό μου κι ανήσυχος κοιμάμαι.



Καθόμασταν μια ελαφρόμυαλη γενιά

σε σπίτια που λογίζονταν αγκρέμιστα

(έτσι χτίσαμε τα μακριά σπίτια της νήσου Μανχάταν

και τις λεπτές κεραίες που στηρίζουν τον Ατλαντικό.)



Απ’ αυτές τις πολιτείες θ’ απομείνει

εκείνος που διάβηκε από μέσα τους: ο άνεμος!

Δίνει χαρά το σπίτι σ’ αυτόν που τρώει:τ’ αδειάζει.

Ξέρουμε ότι είμαστε περαστικοί

κι ότι μετά από μας τίποτα αξιόλογο δε θα ‘ρθει.



Ελπίζω στους σεισμούς που μέλλονται να ‘ρθουν,

να μην αφήσω τη Βιρτζίνιά μου απ’ την πίκρα να μου σβήσει.

Εγώ ο Μπέρτολτ Μπρεχτ από τα Μαύρα Δάση,

ξερασμένος στις πολιτείες της ασφάλτου, μέσα στη μάνα μου,

σε πρώιμη εποχή!


Μετάφραση Πέτρος Μάρκαρης


***


Orhan Veli Kanık


Το τραγούδι της Ινσταμπούλ


Στην Ινσταμπούλ, στον Bόσπορο,

είμαι ο φτωχός Oρχάν Bελή·

ο γιος του Bελή

με την ακατανόητη μελαγχολία.

Kάθομαι στο Pούμελι, στην ακτή,

και μουρμουρίζω ένα τραγούδι:

«Oι μαρμαρένιοι λόφοι της Ινσταμπούλ,

βαραίνουν το κεφάλι μου, αχ, οι γλάροι·

δάκρυα, δάκρυα καυτά για την πατρίδα

πλημμυρίζουν τα μάτια μου·

Έντα, πεπρωμένο μου,

γεμάτη-άδεια, είσαι πάντα

η αλμυρή πηγή

των δακρύων μου.

Στο κέντρο της Ινσταμπούλ άνοιξαν κινηματογράφοι·

η μητέρα δεν θα μάθει ποτέ για την εξορία μου.

Άλλοι φιλιούνται,

συζητούν

και κάνουν έρωτα·

σημαίνει κάτι αυτό για μένα;

Aγάπη μου,

τρέλα μου,

αχ, εσύ, βουβωνικέ ποταμέ μου».

Στην Ινσταμπούλ, στον Bόσπορο.

είμαι ο φτωχός Oρχάν Bελή·

ο γιος του Bελή

με την ακατανόητη μελαγχολία.

Μετάφραση Μιχάλης Παπαντωνόπουλος


***


Robert Desnos


Όχι ο έρωτας δεν είναι νεκρός


Όχι, ο έρωτας δεν είναι νεκρός σ’ αυτήν την καρδιά σε τούτα τα μάτια σ’ αυτό το στόμα που ήδη διακήρυττε την απ’ ώρα αρχινισμένη κηδεία.

Ακούστε, μπούχτισα γραφικότητα, χρώματα, γοητεία.

Αγαπάω τον έρωτα, την τρυφερότητα του και την ανελέητη του σκληρότητα.

Ο έρωτας μου δεν έχει παρά ένα μονάχα όνομα, παρά μία μονάχα μορφή.

Τα πάντα ρει. Στόματα επικολλούνται σ’ αυτό το στόμα

Ω! εσύ του έρωτα μου όνομα και μορφή,

Μια μέρα στη θάλασσα ανάμεσα σ’ Ευρώπη κι Αμερική

Την ώρα που κι η έσχατη ακτίνα του ήλιου θα καθρεφτίζεται στην κυματώδη επιφάνεια των κυμάτων, ή σε μια νύχτα με καταιγίδα κάτω από ‘να δέντρο στην εξοχή, ή σ’ ένα γρήγορο αυτοκίνητο,

Ένα ανοιξιάτικο πρωινό στη λεωφόρο Μαλεσέρμπ,

Μια μέρα βροχερή,

Πριν να ξαπλώσεις την χαραυγή,

Σκέψου, διατάζω το οικείο μου φάντασμα σου, πως υπήρξα ο μόνος που σ’ αγάπησε χωρίς να σε ξέρει και πως είναι κρίμα που ποτέ δεν με γνώρισες.

Σκέψου, πως ποτέ δεν πρέπει να μετανιώνεις· πριν από μένα ο Ρονσάρ κι ο Μπωντλαίρ τραγουδήσανε το παράπονο των γριών ακόμα και των νεκρών που περιφρόνησαν τον αγνότερο έρωτα,

Εσύ, όταν θα ‘σαι νεκρή,

Θα ‘σαι ακόμα όμορφη, ποθητή.

Εγώ, θα είμαι ήδη νεκρός, έγκλειστος ολάκερος μες στο αθάνατο σου κορμί, κι η στίλβουσα σου εικόνα παρούσα στο άπειρο ανάμεσα στ’ ακατάβλητα θαύματα της ζωής και της αιωνιότητας, αν, αν όμως είμαι ακόμα ζωντανός

Η φωνή σου κι ο τόνος της, το βλέμμα σου κι οι ακτίνες του,

Το άρωμα σου και των μαλλιών σου το άρωμα κι άλλα πολλά πράγματα ακόμα δικά σου θα ζούνε εντός μου,

Εντός μου που δεν είμαι μήτ’ ο Ρονσάρ μητ’ ο Μπωντλαίρ,

Παρά μονάχα ένας φτωχός Ρομπέρ Ντεσνός και που, για να ‘χοντας σε γνωρίσει και αγαπήσει,

Ξέρω να τα τιμώ ακριβά.

Εγώ, που είμαι ο Ρομπέρ Ντεσνός, μόνο για να σ’ αγαπώ,

Και που υστεροφημία άλλη καμιά δε ζητώ παρά μονάχα πως σε αγάπησα.


Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής

Συνομιλίες IV (Μαύρο του Νοέμβρη Δάσος)

Posted in European Poetry, Συνομιλίες on Ιουλίου 6, 2008 by Le grand écrivain
Nr24_DSC4656

Oskar Kokoschka, Die Windsbraut, 1913

 

Georg Trakl

(1887 – 1914)

Μεταμόρφωση του Κακού

(Δεύτερο σχεδίασμα)

Φθινόπωρο· μαύρος βηματισμός στην άκρη του δάσους· στιγμή βουβής καταστροφής· το μέτωπο του λεπρού κρυφακούει κάτω απ’ το γυμνό δέντρο. Βράδυ τώρα περασμένο προ πολλού, πέφτει πάνω απ’ τα βρυώδη σκαλοπάτια· Νοέμβρης. Καμπάνα ηχεί και ο βοσκός ένα κοπάδι μαύρα, κόκκινα άλογα στο χωριό οδηγεί. Κάτω απ’ τις αγριοφουντουκιές ο πράσινος κυνηγός ξεκοιλιάζει ένα αγρίμι. Τα χέρια του αίμα αχνίζουν κι ο ίσκιος του ζώου, σκούρος και σιωπηλός, μες το φύλλωμα στενάζει, πάνω απ’ τα μάτια του ανδρός· το δάσος. Κάργιες σκορπίζουν· τρεις. Το πέταγμα τους μοιάζει με σονάτα, γεμάτη ακόρντα που σβήνουν κι ανδρική μελαγχολία· σιγά σιγά διαλύεται σύννεφο χρυσό. Κοντά στο μύλο αγόρια ανάβουνε φωτιά. Φλόγα: ο αδελφός του κάτωχρου ανθρώπου κι εκείνος γελάει κρυμμένος στα πορφυρά μαλλιά του· ή είναι ο τόπος του εγκλήματος · μέσα του ένας πέτρινος δρόμος περνάει. Οι βερβερίτσες χάθηκαν, εδώ και χρόνια υπάρχει κάτι που ονειρεύεται στον μολυβένιο αέρα κάτω απ’ τα πεύκα· αγωνία, πράσινο σκοτάδι, γουργουρητό ενός που πνίγεται: από την έναστρη λιμνούλα μεγάλο μαύρο ψάρι τραβάει ο ψαράς· όψη γεμάτη ωμότητα και παραφροσύνη. Οι φωνές των καλαμιών· στα νώτα ανδρών που φιλονικούν, πηγαίνει αυτός με κόκκινη βάρκα, στα παγωμένα νερά του φθινοπώρου, ζώντας σε σκοτεινά παραμύθια της γενιάς του· και πέτρινα τα μάτια ανοίγουν πάνω από νύχτες και παρθενικούς τρόμους. Κακό.

Τι σ’ αναγκάζει να σταθείς αμίλητος στη ρημαγμένη σκάλα του πατρικού σου; Μολυβένιο μαύρο. Τι σηκώνεις προς τα μάτια με χέρι ασημένιο και σαν αφιονισμένα τα βλέφαρα χαμηλώνουν; Αλλά μέσα από το πέτρινο τείχος, βλέπεις τον έναστρο ουρανό, το γαλαξία, τον Κρόνο· κόκκινο. Με λύσσα χτυπάει γυμνό το δέντρο στο πέτρινο τείχος. Εσύ στα ρημαγμένα σκαλοπάτια: δέντρο, αστέρι, πέτρα! Εσύ: ζώο γαλάζιο, που ήσυχα τρέμει· εσύ: ο χλωμός ιερέας, που το σφάζει στο μαύρο βωμό. Ω το χαμόγελο σου στο σκοτάδι, θλιμμένο και κακό, ώστε ένα παιδί στον ύπνο χλωμιάζει. Μια κόκκινη φλόγα σηκώθηκε απ’ το χέρι σου· μέσα της κάηκε μια νυχτοπεταλούδα. Ω η φλογέρα του φωτός· ω η φλογέρα του θανάτου. Τι σε ανάγκασε να σταθείς αμίλητος στη ρημαγμένη σκάλα του πατρικού σου; Κάτω ένας άγγελος με δάχτυλο κρυστάλλινο χτυπάει την πύλη.

Ω η κόλαση του ύπνου· δρομάκι σκοτεινό, σκούρος μικρός κήπος. Η μορφή της νεκρής σιγά σιγά ηχεί μες το γαλάζιο βράδυ. Πράσινα λουλουδάκια την ξεγελούν κι η όψη της την έχει εγκαταλείψει. Ή γέρνει χλωμή στο σκοτάδι του διαδρόμου πάνω απ’ το κρύο μέτωπο του δολοφόνου· λατρεία, φλόγα πορφυρή της ηδονής· ξεψυχώντας έπεσε ο αποκοιμισμένος πάνω από μαύρα σκαλοπάτια στο σκοτάδι.

Κάποιος σ’ εγκατέλειψε στο σταυροδρόμι κι ώρα πολλή κοιτάζεις πίσω. Ασημένιο το βήμα στον ίσκιο από μικρές ανάπηρες μηλιές. Πορφυρός λάμπει ο καρπός στο μαύρο κλαδί και στο χορτάρι το φίδι αλλάζει το δέρμα του. Ω το σκοτάδι· ο ιδρώτας που κυλά από το παγωμένο μέτωπο και τα θλιβερά όνειρα του κρασιού, στο καπηλειό του χωριού, κάτω από μαυροκαπνισμένα δοκάρια. Εσύ: ακόμη αγριότοπος, που μαγεύει ρόδινα νησιά από σκούρα σύννεφα καπνού κι από μέσα του βγάζει την άγρια κραυγή του γύπα, όταν, πάνω από μαύρους σκοπέλους, κυνηγά στη θάλασσα, στη θύελλα και στον πάγο. Εσύ: μέταλλο πράσινο κι από μέσα πυρωμένο, που θέλει να φύγει και να τραγουδήσει απ’ τον κοκάλινο λόφο τους ζοφερούς καιρούς και την φλεγόμενη πτώση του αγγέλου. Ω η απόγνωση, που πέφτει στα γόνατα βγάζοντας άλαλη κραυγή.

Ένας νεκρός σ’ επισκέπτεται. Το από μόνο του χυμένο αίμα τρέχει απ’ την καρδιά κι ανείπωτη στιγμή φωλιάζει σε μαύρο φρύδι· συνάντηση σκοτεινή. Εσύ: ένα φεγγάρι πορφυρό, όταν εκείνος φαίνεται στον πράσινο ίσκιο της ελιάς. Αιώνια νύχτα τον ακολουθεί.

Από τη συλλογή Ο Σεβαστιανός στο όνειρο (1915).

Μετάφραση Μιχάλης Παπαντωνόπουλος.

***

Kandinsky-Blue_Rider

Wassily Kandinsky, Der Blaue Reiter, 1903

 

Ady Endre

(1877 – 1919)

Ο χαμένος καβαλάρης

Χαμένος ο αρχαίος καβαλάρης καλπάζει,

Τυφλό τριπόδισμα οι οπλές του αλόγου,

Από τα δάση που ήταν, απ’ τα καλάμια π’ ανέμιζαν,

Σιδηροδέσμια τώρα τα πνεύματα ξεκινούν στον παλμό τους.

 —–

Δέντρα του παρελθόντος σιωπηλά

Ακίνητα και μελαγχολικά, ταραγμένη σκιά,

Και να που ξαφνικά μορφές χειμερινού παραμυθιού

Σάρκα κι οστά, στο ξέφωτο, που ν’ αφουγκράζεται προσεκτικά.

 —-

Εδώ, απροσπέλαστο το δάσος, σκυθρωπό,

Εδώ, πανάρχαιο το άσμα και λυπητερό,

Άσμα παλιών προγόνων μας πολεμιστών,

Μες της ομίχλης ν’ αντηχεί το άλαλο οχυρό.

 —–

Ένα φθινόπωρο στοιχειό και μας κυκλώνει από παντού,

Συντρόφοι λιγοστοί, κι οι αριθμοί τους να μειώνονται δραματικά.

Μες το μανδύα του από καταχνιάς φύκια περιδινούμενα και βρύα

Ο γκρίζος Νοέμβρης την πεδιάδα, με λόφους ζωσμένη, διασχίζει αργά.

 —-

Και να που ξαφνικά, παράξενα, η πεδιάδα ξανά

Ρούχα από σπάρτα, και να πρασινίζουνε οι δρυμοί

Τα μέλη του του Νοέμβρη, τα μέλη του της ομίχλης

Και να χάνεται στη καταχνιά πιο βαθιά των αιώνων που πέρασαν.

 —–

Μυστήριο μονάχα και το αίμα καυτό να κυλά

Μονοπάτια πανάρχαια, χνάρια προγονικά,

Τα καλάμια μονάχα, μονάχα το δάσος,

Μονάχα οι τρελοί των παλιών ημερών.

 —-

Χαμένος ο αρχαίος ταξιδιώτης καλπάζει,

Νιόφυτοι θάμνοι τρυπούν τις οπλές του αλόγου.

Κανένα φως δεν λάμπει μπροστά, κανένας λύχνος δεν καίει,

Κι αθέατα όλα του σήμερα τα χωριά.

 —-

Που αναριγώντας, τ’ αθέατα χωριά,

Το παρελθόν ονειρεύονται και κοιμούνται βουβά.

Απ’ την ομίχλη κι από το δάσος, το αρχαίο, το σκοτεινό,

Ξεπροβάλλουνε τώρα ο λύκος κι η άρκτος κι η άλκη η μεγάλη.

 —–

Χαμένος ο αρχαίος καβαλάρης καλπάζει,

Τυφλό τριπόδισμα οι οπλές του αλόγου,

Από τα δάση που ήταν, απ’ τα καλάμια π’ ανέμιζαν,

Σιδηροδέσμια τώρα τα πνεύματα ξεκινούν στον παλμό τους.

 

 —-

Από τη συλλογή Οδηγώντας τους νεκρούς (1918).

Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής.

Συνομιλίες, ΙΙΙ (Θεάσεις Παρισίων εξ Ανατολών…)

Posted in European Poetry, Συνομιλίες on Φεβρουαρίου 17, 2008 by Le grand écrivain

Ady Endre (1877 – 1919)

(Ουγγαρία)

Ο Ady Endre γεννήθηκε στο χωριό Érmindszent της Transylvania (τμήμα τότε της Αυστρο-Ουγγαρίας), και το οποίο τώρα βρίσκεται εντός των συνόρων της Ρουμανίας. Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους Ούγγρους ποιητές στην ιστορία της ουγγρικής λογοτεχνίας. Το έντονο ενδιαφέρον του για την πολιτική τον οδήγησε στην ριζοσπαστική ομάδα Huszadik Század (Εικοστός αιώνας). Το 1906 δημοσίευσε την τρίτη ποιητική συλλογή του Új versek (Νέα Ποιήματα) – η οποία αποτέλεσε το σημείο καμπής στην ιστορία της ουγγρικής λογοτεχνίας, σηματοδοτώντας την γέννηση της σύγχρονης ουγγρικής ποίησης. Η σημαντικότερη συμβολή του ωστόσο στην ουγγρική ποίηση θεωρείται γενικά η τέταρτη συλλογή του Vér és arany (Χρυσάφι και αίμα) η οποία του απέφερε επιτυχία και αναγνώριση. Επισκέφτηκε το Παρίσι τον Αύγουστο του 1903, ακολουθώντας την Μούσα του, όπως ο ίδιος την αποκαλούσε, Adél Brüll, και έκτοτε θα ζήσει μεγάλα διαστήματα της ζωής του εκεί. Θα πεθάνει στη Βουδαπέστη το 1919.

Και ξαφνικά το φθινόπωρο εμφανίστηκε στο Παρίσι

Και ξαφνικά το φθινόπωρο εμφανίστηκε χθες στο Παρίσι.

Σιωπηλό κάτω στην Saint Michel προχωράει γοργά,

Μες την κουφόβραση, κάτω από ακίνητα κλαδιά,

Ανταμώσαμε έτσι σαν κάπως στην τύχη.

 —-

Να περιπλανιέται κατά μήκος του Σηκουάνα,

Η ψυχή μου αιχμάλωτη άσματα κομμάτια μικρά:

Αντικείμενα σκοτεινά, απομεινάρια, πειράγματα μακρινά, θρήνοι, όλα

Μου ψιθυρίζανε ο θάνατος πως δεν είναι μακριά.

 —-

Το φθινόπωρο γραπώθηκε πάνω μου, μου μουρμουρίζει στ’ αυτιά,

Και κάτω στην Saint Michel οι στέγες των σπιτιών να τρέμουν.

Τς, τς… κατά μήκος του δρόμου κάπως σαν να περιγελούν

Πετάξανε μακριά μάτια φωτεινά φύλλα αστικά.

 —-

Μία στιγμή· το καλοκαίρι ότι που είχε ανασάνει

Μα το φθινόπωρο ήδη κομπάζοντας και τώρα

Που έφυγε μάρτυρας μόνος εγώ ζωντανός

Κάτω απ’ το σύριγμα περιφέρομαι των κλαδιών.

Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής

Srečko Kosovel (1904 – 1926)*

(Σλοβενία)

 

Εκπορνευόμενη κουλτούρα

Χούφταλα χορτασμένα, πώς ξεπουλήσατε μια ολόκληρη ζωή,
πώς υπήρξατε κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι είχατε ονειρευτεί;
Εγώ απελπίζομαι τρεις φορές τη μέρα:
βλαστημώ και καταριέμαι τους πάντες·
ακόμη κι εμένα.
Ο Ναπολέων εκστρατεύει κατά της Ρωσίας.
Δες πώς μαραίνονται
τα κόκκινα τριαντάφυλλα του φθινοπώρου.
Τι; Δεν πας όπου φυσάει ο άνεμος;
Μα είσαι ηλίθιος;
Αυτό είναι το αληθινό πρόσωπο του ανθρώπου:
καθαρό σαν ήλιο φθινοπώρου
που καθρεφτίζεται σε μάτια βουρκωμένα.
(Τα δάκρυα είναι σαν τα νομίσματα!)
Εκείνος –μαύρος βασιλιάς στην σκακιέρα –
αναζητάει τον σωσία του.
Πρωί πρωί ξεκινάει για το Παρίσι.

 

 Μετάφραση Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

* Βιογραφικό του ποιητή υπάρχει σε προγενέστερη ανάρτηση

Συνομιλίες, II ( Die Zauberflöte… )

Posted in Συνομιλίες on Φεβρουαρίου 3, 2008 by Le grand écrivain

Marc Chagall (1887-1985), Die Zauberflöte

Walt Whitman (1819-1892)


The Mystic Trumpeter

1

Hark, some wild trumpeter, some strange musician,

Hovering unseen in air, vibrates capricious tunes to-night.


I hear thee trumpeter, listening alert I catch thy notes,

Now pouring, whirling like a tempest round me,

Now low, subdued, now in the distance lost.

2

Come near bodiless one, haply in thee resounds

Some dead composer, haply thy pensive life,

Was fill’d with aspirations high, unform’d ideals,

Waves, oceans musical, chaotically surging,

That now ecstatic ghost, close to me bending, thy cornet echoing,

pealing,

Gives out to no one’s ears but mine, but freely gives to mine,

That I may thee translate.

3

Blow trumpeter free and clear, I follow thee,

While at thy liquid prelude, glad, serene,

The fretting world, the streets, the noisy streets of day withdraw,

A holy calm descends like dew upon me,

I walk in cool refreshing night the walks of Paradise,

I scent the grass, the moist air and the roses;

Thy song expands my numb’d imbonded spirit, thou freest,

launchest me,

Floating and basking upon heaven’s lake.

4

Blow again trumpeter! and for my sensuous eyes,

Bring the old pageants, show the feudal world.

What charm thy music works! thou makest pass before me,

Ladies and cavaliers long dead, barons are in the castle halls, the

troubadours are singing,

Arm’d knights go forth to redress wrongs, some in quest of the

holy Graal;

I see the tournament, I see the contestants incased in heavy

armor seated on stately clamping horses,

I hear the shouts, the sounds of blows and smiting steel;

I see the Crusaders’ tumultuous armies – hark, how the cymbals

clang,

Lo, where the monks walk in advance, bearing the cross on high.

5

Blow again trumpeter! and for thy theme,

Take now the enclosing theme of all, the solvent and the setting,

Love, that is pulse of all, the sustenance and the pang,

The heart of man and woman, all for love,

No other theme but love – knitting, enclosing, all-diffusing love.

O how the immortal phantoms crowd around me!

I see the vast alembic ever working, I see and know the flames

that heat the world,

The glow, the blush, the beating hearts of lovers,

So blissful happy some, and some so silent, dark, and night to

death;

Love, that is all the earth to lovers – love, that mocks time and

space,

Love, that is day and night – love, that is sun and moon and stars,

Love, that is crimson, sumptuous, sick with perfume,

No other words but words of love, no other thought but love.

6

Blow again trumpeter! conjure war’s alarums.

Swift to thy spell a shuddering hum like distant thunder rolls,

Lo, where the arm’d men hasten – lo, mid the clouds of dust th

glint of bayonets,

I see the crime-faced cannoneers, I mark the rosy flash amid the

smoke, I hear the cracking of the guns;

Nor war alone – thy fearful music-song, wild player, brings every

sight of fear,

The deeds of ruthless brigands, rapine, murder – I hear the cries

for help!

I see ships foundering at sea, I behold on deck and below deck

the terrible tableaus.

7

O trumpeter, methinks I am myself the instrument thou playest,

Thou melt’st my heart, my brain – thou movest, drawest, changest

them at will;

And now thy sullen notes send darkness through me,

Thou takest away all cheering light, all hope

I see the enslaved, the overthrown, the hurt, the opprest of the

whole earth,

I feel the measureless shame and humiliation of my race, it

becomes all mine,

Mine too the revenges of humanity, the wrongs of ages, baffled

feuds and hatreds,

Utter defeat upon my weighs – all lost – the foe victorious,

(Yet ‘mid the ruins Pride colossal stands unshaken to the last,

Endurance, resolution to the last.)

8

Now trumpeter for thy close,

Vouchsafe a higher strain than any yet,

Sing to my soul, renew its languishing faith and hope,

Rouse up my slow belief, give me some vision of the future,

Give me for once its prophesy and joy.

O glad, exulting, culminating song!

A vigor more than earth’s is in thy notes,

Marches of victory – man disenthral’d – the conqueror at last,

Hymns to the universal God from universal man – all joy!

A reborn race appears – a perfect world, all joy!

Women and men in wisdom innocence and health – all joy!

Riotous laughing bacchanals fill’d with joy!

War, sorrow, suffering gone – the rank earth purged – nothing

but joy left!

The ocean fill’d with joy – the atmosphere all joy!

Joy! joy! in freedom, worship, love! joy in the ecstasy of life!

Enough to merely be! enough to breathe!

Joy! joy! all over joy!


Από την έκτη – και τελευταία – έκδοση της συλλογής Leaves of Grass (1891).

Max Slevogt (1868-1932), Szene aus Mozarts Zauberflöte

Κ. Π. Καβάφης (1863-1933)

Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί

αόρατος θίασος να περνά

με μουσικές εξαίσιες, με φωνές –

την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου

που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου

που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.

Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος

αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.

Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν

ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·

μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.

Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,

σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,

πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,

κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι

με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,

ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,

τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,

κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

The arrival of the Queen of the Night. Stage set by Karl Friedrich Schinkel (1781-1841) for an 1815 production of Mozart’s Magic Flute

Νίκος Εγγονόπουλος (1907-1985)

Ο μυστικός ποιητής

hommage à raveL

η σκιά της λίμνης

απλώνονταν μεσ’ στο δωμάτιο

και κάτω από κάθε καρέκλα

κι ακόμη κάτω απ’ το τραπέζι

και πίσω απ’ τα βιβλία

και μεσ’ στα σκοτεινά βλέμματα

των γύψινων προπλασμάτων

ακούγονταν σαν ψίθυρος

το τραγούδι της

μυστικής ορχήστρας

του νεκρού ποιητή

και τότε μπήκε η γυναίκα που περίμενα

τόσον καιρό ολόγυμνη

μεσ’ στ’ άσπρα ντυμένη

κάτω απ’ το φως του φεγγαριού

με τα μαλλιά λυμένα

με κάτι μακριά πράσινα χορτάρια μέσα στα μάτια

που κυματίζανε αργά

ωσάν τις υποσχέσεις

που δεν δοθήκανε ποτές

σε μακρινές άγνωστες πόλεις

και σ’ άδεια

ερειπωμένα

εργοστάσια

κι έλεγα να χαθώ κι εγώ

σαν το νεκρό ποιητή

μέσα στα μακριά

μαλλιά της

με κάτι λουλούδια

π’ ανοίγουν το

βράδυ

και κλείνουν

το πρωί

με κάτι ψάρια ξερά

που κρέμασαν

μ’ ένα σπάγγο

ψηλά

στην καρβουναποθήκη

κι έτσι να φύγω

μακριά

απ’ την οχλαγωγή

και το θόρυβο

του σκοπευτηρίου

να φύγω μακριά

μεσ’ στα σπασμένα

τζάμια

και να ζήσω

αιώνια

πάνω στο ταβάνι

έχοντας όμως

πάντα

μέσα στα μάτια

τα μυστικά τραγούδια

της νεκρής ορχήστρας

του

ποιητή

(Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν, 1938)