Archive for the Μικροκείμενα Category

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου: Ζ. Δ. Αϊναλής, Τα παραμύθια της έρημος

Posted in Greek Poetry 2000 - 2015, Μικροκείμενα on 21 Νοεμβρίου, 2017 by Le grand écrivain

22046440_490276301338656_8278795924464293700_n

Κώστας Παπαγεωργίου

Ζ. Δ. Αϊναλής, Τα παραμύθια της έρημος, Κέδρος, Αθήνα, 2017

—–

Εντέλει ακόμα εμπνέει και καθοδηγεί Ο Λόγος του Διονυσίου του ιερομονάχου· ακόμα προσφέρει προϋποθέσεις δημιουργίας προσωπικών οραμάτων και τρόπους υλοποίησής τους στο πεδίο της ποίησης. Κι ακόμα εξακολουθεί ο καθρέφτης να προσφέρεται για σαγηνευτικά, ενίοτε εκμαυλιστικά, περάσματα σε τόπους και χρόνους όπου το όνειρο, η μνήμη και η φαντασία, χωρίς να χάνουν την επαφή τους με το παρόν, συμπράττουν για τη διαμόρφωση συνθηκών κατάλληλων για μιαν ακαριαία, φευγαλέα έστω, ακινητοποίηση και συγκεκριμενοποίηση εκδοχών του ανέφικτου. Συνθηκών που θα μπορούσαν υπό προϋποθέσεις να αποδειχτούν πρόσφορες για επωφελείς, πνευματικά, ψυχικά και κατ’ επέκτασιν ποιητικά, αποδράσεις από την ηλικιακά και κοινωνικά οριζόμενη έκταση, στις διαστάσεις της οποίας δεσπόζουν «άνωθεν» και «έσωθεν» επιβαλλόμενα «πρέπει».

Ο καθρέφτης με άλλα λόγια είναι ένα πέρασμα, η δελεαστική και παραπλανητικά φιλική, κατά βάθος επίβουλη, είσοδος στην επικράτεια της ωριμότητας, εκεί όπου πρόκειται να λάβει χώρα το σκοτεινό τελετουργικό της ενηλικίωσης· όπου ο πρωταγωνιστής -εν προκειμένω το ποιητικό υποκείμενο- βιώνοντας την οδυνηρή κατάρρευση των μέχρι πρότινος, έστω ψευδεπίγραφα, παραμυθητικών θρύλων και μύθων, αισθάνεται την υποχρέωση ενός επαναπροσδιορισμού της σχέσης του με τον εαυτό του και τους άλλους και, κυρίως, να συνθέσει μια απολύτως προσωπική μυθολογία, ανταποκρινόμενη στην ιδιοσυγκρασιακή του ιδιαιτερότητα. Στο υποκειμενικά και κατά περίπτωσιν προσδιοριζόμενο μέσο της ηλικίας του (αφού κανείς δεν ξέρει πότε θα σημάνει το τέλος του), στον παραδαρμό της υποκειμενικής μοναξιάς και εγκατάλειψης, εγκαταλελλειμμένος στο σημείο εκείνο όπου οι οδοδείκτες υπάρχουν μόνο για να παραπλανούν τον μοναχικό οδοιπόρο και ο χρόνος λιώνει, με αντεστραμμένη τη λειτουργία των γραναζιών που ως τώρα τον όριζαν και επέτρεπαν μιαν έστω νομιζόμενη ασφαλή πλεύση του.

Στη μέση ενός «άγριου δάσους», μιας έκτασης έρημης, χωρίς τίποτα να τον θάλπει, να τον ενισχύει και να τον παρηγορεί, πάρεξ «η μυρωδιά της άνοιξης και του καμένου ξύλου», όπως την αισθάνεται να αναδύεται μονίμως αναλλοίωτη από τα παιδικά του χρόνια, έρμαιο στις επιθέσεις αλλεπάλληλων παραισθησιακών κυμάτων, εν μέσω αγριευτικών οραμάτων που γεννά η έρημος, με το σώμα διαμελισμένο στα επιμέρους μέλη τουμε διασπασμένα τα μόρια της σκέψης, δεν του απομένει παρά να δημιουργήσει νέες συνθήκες, πρόσφορες για μια αναστοχαστική επαναβίωση της ζωής του· να στεγάσει, να διαφυλάξει το σπέρμα του, προκειμένου κάποια στιγμή να ξαναγεννηθεί, να «αυτογεννηθεί» στην προέκταση της μήτρας που είναι το δικό του σώμα. Αυτά βιώνει και αυτά επιχειρεί ή, εν πάση περιπτώσει, επιθυμεί περιπαθώς και, παράλληλα, με την επιβαλλόμενη νηφαλιότητα, να επιχειρήσει, στη μέση μιας άλλης επίβουλης και επίφοβης έκτασης, όπως είναι αυτή της ποίησης· γι’ αυτό και συχνά ο λόγος του ακούγεται διαπερασμένος από τη συγκίνηση του ανθρώπου που καταγράφει μνήμες, εικόνες, καταστάσεις, ακινητοποιημένες χειρονομίες και πράξεις που πρόλαβε και συνέλαβε κατά τη διάρκεια των καταβάσεων του στα έγκατα της ύπαρξης, στην καρδιά ενός χρόνου ακινητοποιημένου.

Λόγος διαπερασμένος από συγκίνηση, σταθερός ωστόσο και υφολογικά αρραγής, με καταβολές δημώδεις ή βιβλικές και με βηματισμό ενός ακέραιου ή ενός κατακερματισμένου δεκαπεντασύλλαβου, ενδεικτικός της συνειδητής προσπάθειας, της επιλογής μάλλον του ποιητή να σταθεί στο μεταίχμιο που χωρίζει παράδοση και νεοτερισμό, ατομική και συλλογική μνήμη, προκειμένου να ανασκαλέψει «το βαθύ πηγάδι π’ αναβλύζει τα λόγια», που έστω κι αν κανείς δεν υπάρχει πια για να τ’ ακούει, αυτός το ξέρει καλά ότι «μονάχ’ αυτά έχ[ει] να [τ]ου θυμίζουνε πως ακόμα υπάρχ[ει]».

Τα Ποιητικά, τ. 27, Σεπτέμβρης 2017, σελ. 11.

Βύρων Λεοντάρης, Στον δεύτερο όρο της αντίφασης

Posted in Μικροκείμενα, Meditations on 10 Νοεμβρίου, 2013 by Le grand écrivain

Казимир Малевич, Скачет красная конница

Казимир Малевич, Скачет красная конница

Βύρων Λεοντάρης

Στον δεύτερο όρο της αντίφασης

(1978)

 

Από το βιβλίο Δοκίμια για την ποίηση

(Έρασμος, 1985)

 

    Η ολοκληρωτική δημοκρατία, που σφραγίζει τη σημερινή ιστορική φάση της ανθρωπότητας, επανεντάσσει δυναμικά τον ποιητή στο σύστημα των εξουσιαστικών αξιών. Όταν η ανθρωποκεντρική άποψη για την ποίηση, που πάσχιζε να συγκαλύψει την σοβούσα (ανέκαθεν και οπωσδήποτε από το μεσαίωνα) διάσταση ανάμεσα στον ποιητή και στην ποίηση, κατέρρευσε με την έκρηξη του ρομαντισμού, που αποκάλυψε όλο το χάος αυτής της διάστασης, η κρατούσα κοινωνική τάξη υιοθέτησε σαν κατά παραχώρηση αξία την ποίηση (αναγορεύοντας την σε Ποίηση και θεμελιώνοντας μορφές κοινωνικής συμπεριφοράς και σωσίβιους ηθικούς κομφορμισμούς πάνω στην ιδέα της «ποιητικής αδείας»), αποκλήρωσε όμως τον ρομαντικό και μεταρομαντικό ποιητή, αφήνοντας του μόνο τους δήθεν «πύργους» του εγκλεισμού του και τα παγκάκια των πάρκων. Σήμερα η ολοκληρωτική δημοκρατία, όπως η ανεπτυγμένη βιομηχανία, δεν είναι διατεθειμένη καθόλου να αφήσει ανεκμετάλλευτα τα απόβλητα της. Ο χθεσινός περιθωριακός Σκαρίμπας, με μια επεξεργασία καραγκιοζοποίησης, σέρνεται προς επιθανάτια και μεταθανάτια αναγνώριση και δόξα, ο απόβλητος «τρελλός» Κατσαρός «έχει καλύβην» – και μπουάτ – ο αντικομματικός Αναγνωστάκης με εθελούσια νέα κομματικοποίηση διεκδικεί θέση στα κοινά… Στο χρηματιστήριο των κοινωνικών αξιών ο τίτλος «ποιητής» παίρνει τη ρεβάνς από το παραδοσιακό του αντίκρυσμα (την Ποίηση), αναποδογυρίζει όλα τα μελανοδοχεία της κλασικής αισθητικής και επιβάλλει το νέο ορισμό: ποίηση είναι ότι κάνει ο ποιητής. 

    Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε μια λυτρωτική ταύτιση του ποιητή με την ποίηση προς  δόξαν του ανθρώπου, μπροστά σε έναν εξανθρωπισμό της ποίησης; Θα πρέπει τότε να δεχτούμε το παράδοξο ότι, σ’ αντίθεση με τις ήττες άλλων επαναστάσεων, η ποίηση είναι η μόνη θριαμβεύουσα επανάσταση και ότι ο ποιητής, κατ’ εξαίρεση απ’ όλους τους άλλους ανθρώπους, μόνο αυτός κατέκτησε το προνόμιο να μην του είναι εχθρικό και ξένο το ίδιο του το δημιούργημα… Ή μήπως όλα αυτά σημαίνουν απλώς και μόνο την καθολική προσχώρηση και υποταγή του ποιητή σε μια καθαρά αντεπαναστατική λειτουργία της ποίησης; 

Συνέχεια

Φώτης Τερζάκης, Ποιος είναι ο εκτελεστής των Ελλήνων συγγραφέων;

Posted in Επικαιρότητα, Μικροκείμενα on 20 Φεβρουαρίου, 2013 by Le grand écrivain

Φώτης Τερζάκης

Ποιος είναι ο εκτελεστής των Ελλήνων συγγραφέων;

Αποσβολώνει η βία και η τυφλότητα των επιθέσεων του ελληνικού κράτους στην ελληνική κοινωνία. Όλα δείχνουν σαν να μεθοδεύεται ένα σχέδιο συλλογικής εξόντωσης και το εκτελεστικό όργανο είναι ακριβώς το ελληνικό κράτος – ο εσμός των τυχοδιωκτών που εναλλάσσονται αδιατάρακτα και κοινή συναινέσει στην εξουσία. Το φορολογικό νομοσχέδιο που προσφάτως ψηφίστηκε στη Βουλή από τον αξιοθρήνητο κυβερνητικό συνασπισμό είναι το τελευταίο –μέχρι στιγμής– πλήγμα που σπρώχνει ακόμα ένα βήμα αυτή την τραυματισμένη βαθιά κοινωνία προς την άβυσσο. Και μία από τις θιγόμενες ομάδες είναι, ασφαλώς, οι Έλληνες συγγραφείς.

Η Εταιρεία Συγγραφέων έστειλε έγγραφη διαμαρτυρία (υπογεγραμμένη από τον πρόεδρο Αλέξη Ζήρα και την γ.γ. Έλενα Χουζούρη) στους αρμόδιους υπουργούς, η οποία μεταξύ άλλων λέει: «Η Εταιρεία Συγγραφέων, στα μέλη της οποίας συγκαταλέγονται ακαδημαϊκοί, εκπαιδευτικοί, επιστήμονες όλων των ειδικοτήτων, δημοσιογράφοι εν γένει, άνθρωποι των γραμμάτων, πολλοί από τους οποίους με το έργο τους έχουν διεθνή απήχηση, πληροφορήθηκε με κατάπληξη ότι στο υπό ψήφιση φορολογικό νομοσχέδιο προβλέπεται η ύπαρξη διάταξης που θα καθιστά υποχρεωτική την έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών σε κάθε πνευματικό δημιουργό. Ανεξαρτήτως του τομέα της εργασίας του, ανεξαρτήτως της ποσότητας της συγγραφικής του εργασίας αλλά και ανεξαρτήτως του αν είναι ήδη συνταξιούχος ή όχι! Ασφαλώς θα γνωρίζετε ότι για τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων συγγραφέων (περίπου το 90%), οι αμοιβές οι οποίες τους αναλογούν κάθε χρόνο από τα δικαιώματα των βιβλίων τους ή από αμοιβές μεταφράσεων κ.λπ. είναι εξαιρετικά μικρότερες από τα ποσά που θα χρειάζεται να αποδίδουν, βάσει της προβλεπόμενης διάταξης, στα ασφαλιστικά ταμεία. Αν λοιπόν ισχύσει η ενσωμάτωση της διάταξης αυτής, είναι βέβαιον ότι, απλούστατα, ένα σημαντικότατο μέρος των συγγραφέων θα σταματήσει να εκδίδει κάθε είδους έργα, καθώς θα είναι απολύτως ασύμφορο να αποδίδουν στα ασφαλιστικά ταμεία το υπερπολλαπλάσιο των αμοιβών και των πνευματικών τους δικαιωμάτων! Επιπλέον, όμως, με αυτή την καθαυτό άστοχη διάταξη εξακολουθεί να παραμένει ανοιχτό το ζήτημα των συνταξιούχων, οι οποίοι δεν μπορούν βάσει του νόμου να έχουν συγγραφική ή άλλη συναφή δραστηριότητα μετά τη συνταξιοδότησή τους, ούτε να εκδίδουν δελτίο παροχής υπηρεσιών, παρά μόνο αν… παραιτηθούν από τη σύνταξή τους!».

Δεν χρειάζεται να εξαιρέσει κανείς τους συγγραφείς από τη μοίρα της υπόλοιπης ελληνικής κοινωνίας. Υπάρχει ωστόσο μια ιδιαιτερότητα στο συγγραφικό έργο, που συνεπάγεται κάποιες ειδικές συνέπειες. Ούτως ή άλλως, η ολέθρια φορολογική πολιτική στοχεύει, μεταξύ άλλων, στην εξαφάνιση του ανεξάρτητου επαγγελματία, ωθώντας τον, εάν θέλει να επιβιώσει, να ενταχθεί σε εταιρικά σχήματα στα οποία θα προσφέρει εξαρτημένη εργασία παράγοντας υπεραξία για τους κεφαλαιούχους επενδυτές: αυτό λέγεται ακριβώς προλεταριοποίηση και ακολουθεί τις επιταγές που υπαγορεύει ο διεθνής καπιταλισμός μέσω της δικτατορίας του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου που λέγεται Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην περίπτωση, όμως, των συγγραφέων ούτε μια τέτοια λύση είναι εφικτή – και θα ήταν σε κάθε περίπτωση άσκοπη, αφού το συγγραφικό έργο, από τη φύση του, δεν μπορεί να γίνει εμπόρευμα ούτε να ενταχθεί στους μηχανισμούς αυτοαξιοποίησης του κεφαλαίου που είναι ο ουσιώδης σκοπός του συντριπτικού συστήματος φορολόγησης – ασφάλισης. Για τον ίδιο λόγο, φυσικά, ούτε να συμβάλλει στα φορολογικά έσοδα του κράτους. Μπορεί μόνο να πάψει να παράγεται. Ποιος το θέλει αυτό και γιατί;

Οι Έλληνες συγγραφείς έχουν εξαρχής εναντίον τους έναν παράγοντα: μια μικρή, απομονωμένη γλώσσα, η οποία αφενός δεν μπορεί να συστήσει ακροατήριο επαρκές για την επιβίωσή τους, αφετέρου καθιστά δύσκολη έως αμελητέα την επίδρασή τους στη διεθνή πολιτισμική πραγματικότητα. Για να το πω πιο ωμά, χρειάζονται ειδική προστασία ως υπό εξαφάνισιν είδος… Τα πρόσθετα αλλεπάλληλα πλήγματα που δέχονται από την κρατική πολιτική (επιβολή ΦΠΑ στους συγγραφείς, νέες φορολογικές διατάξεις, κλείσιμο φορέων που, ονομαστικά τουλάχιστον, δημιουργήθηκαν για τη στήριξη του βιβλίου κ.λπ.) οδηγούν στην εξόντωση οιουδήποτε άλλου είδους δημιουργίας εκτός από την παραγωγή των ευπώλητων ιλουστρασιόν προϊόντων που στις ημέρες μας καταλαμβάνουν το ράφι των περισσότερων βιβλιοπωλείων με την ένδειξη «Λογοτεχνία». Προοπτικά ιδωμένο, αυτό έχει μόνο μία αντικειμενική συνέπεια: την εξουδετέρωση της ελληνικής πνευματικής παραγωγής και, οριακά, την εξάλειψη της ελληνικής γλώσσας από τον παγκόσμιο διαπολιτισμικό χάρτη. Πρόκειται για ένα είδος εθνοτικής προλεταριοποίησης που μοιάζει να υπακούει στο αξίωμα ότι, μέσα στον προωθούμενο διεθνή καταμερισμό εργασίας, μόνο οι ηγεμονικές κεφαλαιοκρατικές δυνάμεις έχουν το δικαίωμα να παράγουν «πολιτισμό». Αυτού δεδομένου, το ερώτημα που με απασχολεί είναι: έχουν οι ίδιοι οι συγγραφείς τη βούληση και το σθένος να σπρώξουν αντίθετα, με όση δύναμη ακόμα διαθέτουν, στην κατακρήμνιση τον εκτελεστή της θανατικής τους καταδίκης, – το υπάρχον ελληνικό κράτος και τους διαχειριστές του;1

1. Αντ’ αυτού, διαβάζω στο Βήμα της 30.1.13 για δείπνο – συζήτηση 13 (δυσοίωνος αριθμός, ε;) συγγραφέων με τον… Ευάγγελο Βενιζέλο! Η δήλωση του ζογκλέρ που ακούει στο όνομα Χρήστος Χωμενίδης (βρείτε μόνοι σας τα υπόλοιπα ονόματα) δικαιούται μια θέση στα διαχρονικά αρχεία της ανθρώπινης δουλοπρέπειας. Κι επειδή τα συμπτώματα του είδους αυτού είναι πολλά, μήπως η γρήγορη αποσύνθεση της ελληνικής διανόησης είναι, τελικά, ένα είδος αυτοκτονίας;

 

 

Αυγή, 3/2/2013

http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=748212

Τιτίκα Δημητρούλια, Ζ. Δ. Αϊναλής, Η σιωπή της Σίβας

Posted in Μικροκείμενα on 18 Νοεμβρίου, 2012 by Le grand écrivain

Τιτίκα Δημητρούλια

Ζ. Δ. Αϊναλής, Η σιωπή της Σίβας, εκ. Βακχικόν, 2011

Ένα ποίημα ερωτικο-πολιτικό, εμπνευσμένο από ένα μεσαιωνικό έπος, στο οποίο θεμελιώνεται μυθολογικά η καταγωγή των Αιθιόπων από τον Σολομώντα και τη θρυλική βασίλισσα του Σαβά –μια πίστη την οποία επικαλούνταν ακόμη και ο Χαϊλέ Σελασιέ. Μακέδα, Μπαλκίς/Μπιλκίς, η βασίλισσα του Σαβά, η βασίλισσα του Νότου, πότε σοφή και πότε μάγισσα, πότε άγγελος και πότε δαίμονας, πάντα πανέμορφη, απαντά σε διάφορους πολιτισμούς, τον ιουδαϊκό, τον ισλαμικό, τον χριστιανικό, σε διάφορα κείμενα, από τη Βίβλο και το Κοράνι ως το Ταλμούδ και τον μυστικιστικό χριστιανισμό. Τη ζωγράφισε ο Πιέρο ντε λα Φραντσέσκα, πέρασε στην όπερα με τον Γκουνό κι έγινε ορατόριο από την Χαίντελ, τη συναντούμε στον Φλωμπέρ και τον Νερβάλ, στον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου και στο Ταξίδι στην Ανατολή αντίστοιχα, αλλά και στον Λεοπόλντ Σενγκόρ στην «Ελεγεία για τη βασίλισσα του Σαβά».

Όλα αυτά είναι βέβαιο ότι τα γνωρίζει ο Αϊναλής, ένας από τους πιο λόγιους ποιητές της γενιάς του, και σχετίζονται, άλλωστε, με την επιλογή του. Ο συγκρητισμός, ο μύθος, η αφρικανική παράδοση, όλα είναι στοιχεία που ταιριάζουν με μια αισθητική η οποία σαφώς σφραγίζεται από τον ρομαντισμό και τις πρωτοπορίες, με έντονη την εξεγερσιακή τους συνιστώσα. Ο Αϊναλής εμφανίστηκε στην ποίηση με την Ηλεκτρογραφία το 2006 και ακολούθησαν τα πεζόμορφα κείμενα των Αποσπασμάτων, το 2008. Η φωνή του ήταν εξαρχής διακριτή, όχι μόνο για το μέταλλο αλλά και για την επεξεργασία της, και τη συμμόρφωσή της προς ένα αισθητικό πρόταγμα, που τελικά αντί να την δεσμεύει την απελευθερώνει. Σήμερα, μετά από δοκίμια και μεταφράσεις, επιστρέφει με ένα ηλεκτρονικό βιβλίο, επιδιώκοντας με την ηλεκτρονική έκδοση να αντιπαλέψει, όπως λέει στην εισαγωγή του, την εμπορευματοποίηση του εκδοτικού χώρου και την αποξενωτική διαμεσολάβηση ανάμεσα στον ποιητή και το κοινό του –ένα κοινό που παραδέχεται και ο ίδιος ότι ιστορικά δεν υπήρξε ποτέ μεγάλο, ακόμη και στις «μυθικές» εποχές της αβάν-γκάρντ, στις αρχές του 20ου αιώνα.

Συνέχεια

Ludwig Bauer, Μεσαίωνας, 1932

Posted in Επικαιρότητα, Μικροκείμενα on 30 Σεπτεμβρίου, 2012 by Le grand écrivain

LUDWIG BAUER

Μεσαίωνας, 1932[1]

(Μετάφραση Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος)

 —

    Το τρένο της Ιστορίας τρέχει προς τον νέο Μεσαίωνα που τον ζούμε ήδη χωρίς και να μπορούμε, ακριβώς επειδή τον ζούμε και να τον φανταστούμε. Όλη η ανθρωπότητα έχει κόψει εισιτήριο γι’ αυτό το δρομολόγιο. Ο 19ος αιώνας έχει πεταχτεί στη χωματερή∙ ο Μουσολίνι έχει ανακαλύψει ότι ο 18ος αιώνας, ο αιώνας του Λόγου, υπήρξε ο βλακωδέστερος των αιώνων. Και τώρα, το γερμανικό υποκατάστατο του Μουσολίνι, με όλους τους αλαζονικούς αντιδιανοούμενους προφεσόρους του, έχει αναλάβει να συνεχίσει την εκτροχιασμένη πορεία του Ιταλού. Διότι κατά τον περασμένο αιώνα η ανθρωπότητα κάλυψε όλη την απόσταση από το «εμείς» στο «εγώ», ανακάλυψε ότι το κράτος αποτελεί ένα αναγκαίο κακό και άναψε τη δάδα των ατομικών δικαιωμάτων, η οποία τώρα κινδυνεύει να σβήσει μέσα σε μια πυκνή πνευματική καταχνιά. Σήμερα επικρατεί η βαθιά επιθυμία ν’ απαλλαγούμε από το βάρος του «εγώ» – γεννιόμαστε με μια στολή, ξεφορτωνόμαστε την ψυχή μας και υποτασσόμαστε στη μάζα. Η ανεκτικότητα αντικαθίσταται από τον φανατισμό, το χαμόγελο από την ψυχική ακαμψία.

    Το άτομο σκοντάφτει πάνω σ’ έναν τοίχο και κάνει γκελ προς το παρελθόν.

Συνέχεια

Κώστας Τσιαχρής, Ζήσης Αϊναλής: Η σιωπή της Σίβας

Posted in Μικροκείμενα on 2 Σεπτεμβρίου, 2012 by Le grand écrivain

Κώστας Τσιαχρής

Ζήσης Αϊναλής: Η σιωπή της Σίβας

    Δημιουργός που βιώνει απόλυτα τον παλμό της εποχής του, ο Ζήσης Αϊναλής ακολουθεί έναν καινούργιο δρόμο, όσον αφορά την ελληνική πραγματικότητα, στη δημοσίευση της ποιητικής δημιουργίας, παρακάμπτοντας τους εκδοτικούς οίκους και τους άλλους διαμεσολαβητές, και προσφέροντας ο ίδιος τη δουλειά του μέσω του διαδικτύου και του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού ΒΑΚΧΙΚΟΝ.

     Αν και έχουν προηγηθεί κι άλλες παρόμοιες προσπάθειες, η συγκεκριμένη ηλεκτρονική έκδοση, γέννημα ενός από τους καλύτερους νέους Έλληνες ποιητές και κριτικούς της λογοτεχνίας, καταγγέλλει συνειδητά και μεγαλόφωνα τη χειραγώγηση και την οικονομική εκμετάλλευση της τέχνης από τους διαθέτοντες τα μέσα για τη δημοσιοποίηση και την προώθησή της, και προτείνει ως διέξοδο την απευθείας επαφή του δημιουργού με το κοινό μέσα από την αξιοποίηση των ηλεκτρονικών μέσων πληροφόρησης, χωρίς φυσικά να παραγνωρίζει και τις αρνητικές όψεις του εγχειρήματος [απουσία μηχανισμών προβολής, δωρεάν διάθεση του έργου, αναγνωστικό κοινό που αντιμετωπίζει ακόμη με δυσπιστία εγχειρήματα αυτού του είδους ].

     Παρά τις δυσκολίες αυτές ο Ζήσης Αϊναλής , όντας αντισυμβατική καλλιτεχνική φιγούρα, τολμά, και η δουλειά του είναι από εκείνες που επιβεβαιώνουν το φανέρωμα μιας νέας ποιητικής γενιάς, της οποίας χαρακτηριστικά είναι η εσωτερικότητα, η αναζήτηση ενός προσανατολισμού μέσα σε μία απόλυτη ιδεολογική σύγχυση, η αγωνία για την εύρεση μιας διεξόδου, η αναγωγή του καθημερινού βιώματος σε αισθητικό γεγονός, η απενοχοποίηση του χυδαίου, η πλήρης απελευθέρωση των εκφραστικών τρόπων ή και η αναδιάταξη εκείνων της παραδοσιακής στιχουργίας ώστε να ανταποκρίνονται στις αλλαγές των καιρών, οι επιδράσεις από ποικίλα λογοτεχνικά ρεύματα που εμφανίστηκαν στο πρόσφατο παρελθόν, και η δημιουργική συγχώνευσή τους. Το μυστικό ωστόσο που κάνει την ποίηση του Αϊναλή ιδιαίτερη, είναι ότι παρακολουθεί την άνδρωση αυτής της γενιάς κατά κάποιο τρόπο απ’ έξω, χαράσσοντας με τους δικούς του όρους το λογοτεχνικό του στίγμα και δημιουργώντας μία ποίηση εγκεφαλική, απαιτητική και την ίδια στιγμή χειμαρρώδη, κατάστικτη από υπαρξιακές, μεταφυσικές και πολιτικές αναφορές .

Συνέχεια

Έλσα Παπαγεωργίου, Ο Θίασος ή το παρελθόν ανήκει στο μέλλον

Posted in Cinema, Επικαιρότητα, Μικροκείμενα on 5 Φεβρουαρίου, 2012 by Le grand écrivain

Έλσα Παπαγεωργίου

Ο Θίασος ή το παρελθόν ανήκει στο μέλλον

Στο νέο του θανάτου του Θόδωρου Αγγελόπουλου, το πρώτο μέιλ που έλαβα από φίλο και σύντροφο περιείχε το πρώτο δεκαπεντάλεπτο από το Θίασο. Απάντησα με ένα σύντομο απόσπασμα από το Βλέμμα του Οδυσσέα, το γνωστό με τον άλλο μεγάλο απόντα Θανάση Βέγγο, τη φύση και το μπισκότο : «Η Ελλάδα πεθαίνει. Πεθαίνουμε σαν λαός. Δεν ξέρω κι εγώ πόσες χιλιάδες χρόνια ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και αγάλματα. Αλλά αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα ας το κάνει γρήγορα γιατί η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει πολύ θόρυβο. Μωρή φύσηηηη! Μόνη σου είσαι, μόνος μου είμαι κι εγώ. Πάρε ένα μπισκότο.»

Δυό βράδια αργότερα έκατσα να δω τον Θίασο. Σκέφτηκα έπειτα ότι δύο είναι οι μεγάλες αφηγήσεις μέσα από τις οποίες μαθαίνουμε σχεδόν τα πάντα για την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. Και λέω σχεδόν γιατί ποτέ η αφήγηση δεν μπορεί να πει τα πάντα. Ό,τι όμως μπορεί να ειπωθεί για τα ταραγμένα χρόνια που σημάδεψαν αυτή τη γωνιά της Μεσογείου που γνωρίζουμε ως πατρίδα μας, το είπαν οι Ακυβέρνητες πολιτείες του Τσίρκα και ο Θίασος του Αγγελόπουλου. Το πρώτο, αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, έξοχο δείγμα ενός μοντέρνου κομμουνιστικού κοσμοπολιτισμού, αποθεώνει τον τρελό χορό του προσωπικού και του ιστορικού δράματος. Στον Τσίρκα οι ήρωες και οι ηρωίδες είναι πολλοί και πολλές. Ο Μάνος Σιμωνίδης ή «Μεσιέ Καλογιάννος» είναι ο αφηγητής αλλά κι αυτός δεν ξέρει. Μαθαίνει από την Έμμυ, τη Νάνσυ, την Αριάγνη, το Ανθρωπάκι, τον Χέντερλιγκ. Μαθαίνει τόσα πολλά, που στο τέλος πληρώνει με την ίδια του τη ζωή. Γιατί υπάρχει, τελικά, μια βαθιά σχέση ανάμεσα στο θάνατο και τη θέληση για γνώση, όπως μας είπε ο Φουκώ στον πρώτο τόμο της Ιστορίας της Σεξουλικότητας. Η θέληση για γνώση.

  Συνέχεια

Mehmet Yaşin, Μεταμορφώσεις της ταυτότητας στην ποίηση

Posted in Μικροκείμενα on 15 Ιανουαρίου, 2012 by Le grand écrivain

Mehmet Yaşin

Μεταμορφώσεις της ταυτότητας στην ποίηση
Το παράδειγμα τον Καβάφη και τον Σεφέρη

Ευχαριστώ τα Σύγχρονα Θέματα που μου ζήτησαν να πω κάτι για την «ταυτότητα μου» όπως αυτή δια¬φαίνεται στα ποιήματα και στο μυθιστόρημα που έχω γράψει. Χρειάστηκε πολλές φορές από τα εί¬κοσι μου χρόνια έως τώρα να μιλήσω για το θέμα αυτό, και παρόλο που οι περισσότερες από τις ομι¬λίες μου αυτές δεν έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, δεν θα ήθελα να επαναλάβω όσα έχω ήδη πει.
Ξέρω από κοντά την Αθήνα και αντιλαμβάνομαι πόσο «ενδιαφέρουσα» σας φαίνεται η περίπτωση μου. Σίγουρα σας κάνει εντύπωση πώς γίνεται ένας «Τούρκος» να είναι συνάμα και «Κύπριος». Μακάρι να μην προξενούσε τόση εντύπωση αυτό στην Αθήνα γιατί ίσως τότε να μην ζούσαμε τόσο βαθιά την κυπριακή τραγωδία. Επειδή δεν διστάζω να αποκαλύπτω όλες μου αυτές τις πτυχές, προκαλώ  ερωτήσεις αυτού του είδους σε όσους ‘Έλληνες έχουν αντιφατικές μεταξύ τους εικόνες του τι είναι «Τούρκος», τι «Κύπριος», τι «Μουσουλμάνος» και τι «Ευρωπαίος». Δυσκολεύονται να κατα¬λάβουν πώς μπορώ να είμαι όλα αυτά συγχρόνως (και ως εκ τούτου, τίποτα απ’ όλα αυτά). Εμένα μου φαίνεται, ωστόσο, τόσο φυσική αυτή η κατάσταση, που αδυνατώ κι εγώ με τη σειρά μου να τους κατανοήσω. Θα μπορούσα να γεμίσω ένα ολόκληρο βιβλίο με αναμνήσεις πάνω σ’ αυτό το θέμα και σίγουρα θα συναντούσε το ενδιαφέρον των αναγνωστών… Δεν πρόκειται όμως να τις γράψω! Και αυτό, επειδή έχω βαρεθεί να βλέπω να εξετάζουν όσοι θεωρούν πως ανήκουν οριστικά και αμετάκλητα σε ένα έθνος, σε μία κοινωνία ή σε μία ομάδα σαν αξιοπερίεργο φαινόμενο όσους δεν ανήκουν πουθενά με την πλήρη έννοια της λέξης. Νομίζω μάλιστα ότι αυτό που πρέπει κατ’ ουσία να εξεταστεί είναι αυτή η βαθιά ριζωμένη πεποίθηση ότι όσα πλάσματα ανήκουν στο είδος του homo sapiens φέρουν «εκ φύσεως» την ταυτότητα κάποιου έθνους, κοινωνίας η ομάδας, και ότι μάλιστα αλληλοσφάζονται για χάρη της.
Η γοητεία για μένα της «κυπριακής ταυτότητας» στην οποία επιχείρησα να καταφύγω στην πρώ¬τη μου νεότητα ενάντια στη βία του τουρκικού και του ελληνικού εθνικισμού, οφειλόταν στην ιδιαιτερότητα της να είναι στην ουσία ένα είδος «έλλειψης ταυτότητας» η μάλλον μία απροσδιό¬ριστη αναφορά, αδύνατο να οριοθετηθεί, να περιγραφεί με ακρίβεια αφού δεν μπορούσε να αντιπροσωπεύει καμία εξουσία και ανέτρεπε τις εθνικό θρησκευτικές ταξινομήσεις.
Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα (που, όπως λέει ο Καβάφης, «βγήκα στον πηγαιμό για την Ιθά¬κη… και μετά από τόση πείρα») μου είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσω ποιος είμαι αναφερόμενος σε μία απόλυτα συγκεκριμένη γνωστή ταυτότητα. Και δεν εννοώ μόνο ότι έχω πολλαπλές ταυτό¬τητες, εθνική, θρησκευτική, φυλετική κ.ο.κ., αλλά και ότι δεν μπορώ τις πολλαπλές μου αυτές «ταυτότητες» να τις περιορίσω σε μία και μόνο διάσταση.

Συνέχεια

Φώτης Τερζάκης, Κρίση

Posted in Επικαιρότητα, Μικροκείμενα, Meditations on 21 Δεκεμβρίου, 2011 by Le grand écrivain

Φώτης Τερζάκης

Κρίση

ΚΑΤΗΦΕΙΑ, ΖΟΦΟΣ και ανασφάλεια πλανιώνται πάνω από την ελληνική κοινωνία. Το πρόγραμμα σταθεροποίησης που επέβαλαν ΔΝΤ και Ευρωπαϊκή Ένωση γίνεται αντιληπτό ως απειλή για τα «κοινωνικά κεκτημένα» της Μεταπολίτευσης και κουρελιάζει οριστικά εκείνη την καταναλωτική ευφορία που συνεπήρε επί τρεις περίπου δεκαετίες μικροαστικά και μεσαία στρώματα, λαθρεπιβάτες στο τραίνο της ευρωπαϊκής «ανάπτυξης» που πίστεψαν ότι έχουν απεριόριστο ελευθέρας στον επί πιστώσει παράδεισο μιας ιλουστρασιόν Δύσης. Με κουτοπόνηρη αμεριμνησία αφέθηκαν να ξεγελαστούν από ανενδοίαστες πολιτικές ηγεσίες, σάρκα εκ της σαρκός τους άλλωστε, για τις οποίες είναι εδώ και μισό αιώνα τουλάχιστον ––και ανεξαρτήτως πολιτικών αποχρώσεων–– άρθρο πίστεως το «ανήκομεν εις την Δύσιν». Ιδού λοιπόν τα επίχειρα της υπολογιστικής δουλικότητας, η δίκαιη αμοιβή τού υποτακτικού που έχει κάνει τέχνη τον προσεταιρισμό των ισχυρών με την ελπίδα ότι θα καρπωθεί και ο ίδιος ένα περίσσευμα ισχύος.

Ασφαλώς η ελληνική κοινωνία έπρεπε να πληρώσει. Για τί πράγμα όμως, είναι το κρίσιμο ερώτημα. Για την ανευθυνότητα, την αναξιοπιστία, τον παρασιτισμό της, λένε ορισμένοι, τα «τριτοκοσμικά» της χαρακτηριστικά – την έλλειψη δηλαδή εκείνης της ορθολογικότητας που θα την έκανε αντάξια του «ανεπτυγμένου κόσμου» στον οποίον φιλοδοξούσε να συμμετάσχει. Ξεχνούν όμως να μας πουν ποιος εξώθησε, και με ποιους εκβιαστικούς τρόπους, μία κοινωνία πρότινος στερημένη και τραυματισμένη από τον εμφύλιο διχασμό, την αμερικανοκίνητη δικτατορία και την ταπεινωτική ΝΑΤΟϊκή κηδεμονία στην υιοθέτηση των μοντέλων της παγκόσμιας αγοράς και σ’ εκείνες τις καταναλωτικές συμπεριφορές που απαιτούσε η αναπαραγωγή του διεθνοποιούμενου κεφαλαίου· ποιος κατέστρεψε την παραγωγική της αυτάρκεια εντάσσοντάς την σ’ έναν πανευρωπαϊκό (αναπόσπαστο τμήμα τού παγκόσμιου) καταμερισμό εργασίας, εξαρθρώνοντας τις αγροτικές της υποδομές, τη μικρή κατά τόπους παραγωγή και τις άτυπες συναλλακτικές σχέσεις, για να την μεταμορφώσει σε εξάρτημα της παγκόσμιας τουριστικής βιομηχανίας, κέντρο διοίκησης επιχειρήσεων και κόμβο χρηματιστικών και χρηματιστηριακών δραστηριοτήτων για την Ανατολική Μεσόγειο, τα Βαλκάνια ή και την υπόλοιπη Ανατολική Ευρώπη – στην προοπτική τού οποίου σχεδιασμού χρηματοδοτήθηκαν φαραωνικά προγράμματα όπως τα μεγάλα έργα στην Αττική, η είσοδος στην ΟΝΕ και το όνειδος της Ολυμπιάδας του 2004· ποιος εξώθησε σε εγκληματικά ανεξέλεγκτο δανεισμό την οικιακή οικονομία, όπως τηρουμένων των αναλογιών και τον ίδιο τον κρατικό προϋπολογισμό, πέραν της ενδημικής διαφθοράς και κακοδιαχείρισης που απλώς επιδείνωσαν την κατάσταση κι επιτάχυναν μια εξέλιξη η οποία ήταν εν πολλοίς δρομολογημένη: διότι όσο απελπιστική κι αν παρουσιάζεται η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας σήμερα, η Ελλάδα κάθε άλλο παρά μόνη βρίσκεται στο ικρίωμα του δημόσιου χρέους, και οι ελληνικές ιδιομορφίες προφανώς δεν αρκούν για να εξηγήσουν την κανονικότητα με την οποία ο δημοσιονομικός στραγγαλισμός καραδοκεί τη μία μετά την άλλη τις χώρες του κόσμου, προχωρώντας αμείλικτα από τις περιφέρειες προς τα κέντρα.

Συνέχεια

Θωμάς Τσαλαπάτης, Η ποίηση της Χρυσής Καρπαθιωτάκη

Posted in Μικροκείμενα on 14 Δεκεμβρίου, 2011 by Le grand écrivain

Egon Schiele, Freundschaft (1913)

Θωμάς Τσαλαπάτης

Η ποίηση της Χρυσής Καρπαθιωτάκη

«Όλη μου τη ζωή δεν ξεπέρασα τα σαράντα πέντε κιλά, ίσως γι’ αυτό δεν μ’ έπαιρνε ο κόσμος στα σοβαρά, στα λεωφορεία οι άνθρωποι με αγνοούσαν και περνούσαν διαμέσου του κορμιού μου, στο τέλος το πίστεψα κι εγώ η ίδια πως δεν ήμουν εκεί κι έγινα διάφανη. Αυτό ξεκίνησα να σου πω λέγοντας για τη τζαμαρία και τον παράδεισο, πως με απορρόφησε τελικά το γυαλί, αναλήφθηκα ένα ανύποπτο πρωινό σαν σπασμένη λάμπα μεταξύ μαινόμενων χερουβείμ, είμαι η πρώτη γυαλένια οσία στο χριστιανικό εορτολόγιο, οι μελλούμενες γενιές θα γιορτάζουν την επέτειο της αναλήψεώς μου θρυμματίζοντας με πέτρες βιτρίνες πολυκαταστημάτων. Πρόσεχε, κόβω απ’ όλες τις μεριές.»
(απόσπασμα του πεζογραφήματος «Το γυαλί», από τη συλλογή Χάντρες).

Η Χρυσή Καρπαθιωτάκη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1983. Σπούδασε στη Νομική Αθηνών. Το 2004 εξέδωσε τη συλλογή πεζογραφημάτων «Χάντρες, οχτώ εξομολογήσεις και ένας επίλογος» από τις εκδόσεις Πάροδος και από τον ίδιο εκδοτικό, ένα χρόνο μετά, εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Η Φυσαρμόνικα». Ποιήματά της έχουν επίσης εκδοθεί σε περιοδικά όπως το Πλανόδιον, η Ποίηση και αλλού. Η ποίηση της Χρυσής Καρπαθιωτάκη (τόσο στα ποιητικά όσο και στα πεζά κείμενά της) είναι μια ποίηση αυστηρά ενική. Μια προσπάθεια να οριστούν οι αλλαγές στα μεγέθη της μονάδας-υποκειμένου και του κόσμου που την περιβάλει. Η ποιήτρια ζει έναν κόσμο καθημερινό, μα στη μεταφορά από το βίωμα στην ποίηση ο κόσμος αυτός αλλάζει. Τα κείμενα περιγράφουν ακριβώς την ενσάρκωση της ποίησης στο σώμα του έξω κόσμου και αποτελούν μαρτυρία της μεταμόρφωσής του. Η ίδια η ποιήτρια, ως πρωταγωνίστρια του κόσμου, δεν μένει μακριά από τη συνθήκη της μεταμόρφωσης ακόμα και όταν αυτή υπάρχει μόνο ως ενδεχόμενο (μάζεψα σ’ ένα χαρτόκουτο τα ενδεχόμενά μου/κι έπεσα για ύπνο).

    Χώρος των ποιημάτων μένει σχεδόν πάντα ο καμβάς της πόλης, μια περιοχή άλλοτε απειλητική και άλλοτε μουντή και ασπρόμαυρη (Η πόλη τούτη μ’ έχει ερωτευτεί /Αγκαθωτή στη φούστα μου γαντζώνεται /Όρκους ζητά και σημαδεύει το αύριο). Η οικία ή το δωμάτιο τόσο συχνά αποτελούν καταφύγιο, γεννώντας ταυτόχρονα ασφάλεια και μόνωση. Η μοναξιά γράφει τους στίχους (Τώρα τα βράδια αφήνω τις κουρτίνες ορθάνοιχτες -τι να φοβηθώ;- βγάζω τα ρούχα μου μπροστά στον καθρέφτη, έτσι για να έχω παρέα). Η ποίηση της Καρπαθιωτάκη γεννιέται από αντικείμενα που μπορεί κάποιος να συναντήσει παντού, αντικείμενα σχεδόν μη αντιληπτά λόγω της καθημερινής τους παρουσίας, μια φυσαρμόνικα, ένα χρυσόψαρο, μια τζαμαρία, μια σχολική φωτογραφία. Το μικρό τους μέγεθος μέσα από την έκφραση παίρνει νέες διαστάσεις ειπωμένο με το περιφραστικό νέο του όνομα. Με τρόπο όμοιο, ως αφετηρία του κειμένου ορίζεται ένα μικρό περιστατικό καθημερινό και τετριμμένο, μια ερώτηση της δασκάλας, μια μετακόμιση, η αναμονή σε έναν σταθμό. Το ατομικό βίωμα πολλαπλασιάζεται και ταυτίζεται με το χώρο και το χρόνο (Ζήσαμε μια σύντομη αιωνιότητα/ κάθε φορά που μού έσφιγγες το χέρι/ Έφευγε και από μία δεκαετία).

Συνέχεια

Φώτης Τερζάκης, Η ρομαντική παρακαταθήκη

Posted in Μικροκείμενα, Project Romanticism on 12 Οκτωβρίου, 2011 by Le grand écrivain
»]

Η ρομαντική παρακαταθήκη

του Φώτη Τερζάκη


Τα προγραμματικά κείμενα του Ρομαντισμού εκδίδονται αργά και αποσπασματικά στην Ελλάδα, ωστόσο εκδίδονται… Ακόμη μία συμβολή είναι αυτή η προσπάθεια δύο νεαρών λογίων, των Ζ.Δ. Αϊναλή (γεν. 1982) και Μ. Παπαντωνόπουλου (γεν. 1980), με αξιοσημείωτο ποιητικό και μεταφραστικό έργο στο ενεργητικό τους. Ιδού λοιπόν σε αυτόν τον μικρό τόμο τρία βαρύτιμα δείγματα από την ανεξάντλητη ρομαντική παρακαταθήκη, του William Wordsworth, του Samuel Taylor Coleridge και του Karl Wilhelm Friedrich von Schlegel: κείμενα που αξίζει να ξαναδιαβαστούν προσεκτικά για να διαπιστώσει κανείς πόση από την ενέργεια του Ρομαντισμού παραμένει αξόδευτη παρά, και μέσ’ από όλες, τις δραματικές περιπέτειες του μοντερνισμού στη διάρκεια ενός και πλέον ιλιγγιώδους αιώνα.

Τα μεταφρασμένα κείμενα αποτελούν το δεύτερο μέρος του βιβλίου· το πρώτο είναι μια μακροσκελής εισαγωγή του Ζ.Δ. Αϊναλή, που επιχειρεί να συνοψίσει το εγχείρημα του Ρομαντισμού ως προς τα ουσιώδη γνωρίσματά του: όχι μια ιστορία του κινήματος δηλαδή, αλλά μια αποτίμηση των καινοτομιών και ανάδειξη των πολλαπλών, αντιφατικών συχνά, πτυχών του. Δείχνει εν πρώτοις πώς ο ατομικός καλλιτέχνης, ως υποκείμενο, έρχεται για πρώτη φορά στο προσκήνιο με τον Ρομαντισμό εκτοπίζοντας οριστικά την ιδέα της ύστερης αρχαιότητας και του Μεσαίωνα, που τον αντιλαμβανόταν ως κάποιου είδους «ενδιάμεσο» στην υπηρεσία μιας υπερβατικής δημιουργικής αρχής. Η μεγέθυνση του καλλιτεχνικού εγώ συνδέεται καταστατικά με την προβληματική της «ιδιοφυΐας», η αυξανόμενη έμφαση στην οποία αντικατοπτρίζει έναν κρίσιμο ιστορικό παράγοντα: τη βαθμιαία αποξένωση του καλλιτέχνη από την κοινωνία του ενόσω προχωρεί η μηχανοποίηση της εργασίας, η ομοιομορφία των ενασχολήσεων και η εμπορευματική αποξένωση, προϊόντα όλα της επικράτησης της καπιταλιστικής οικονομίας. Ετσι η αυτοεξορία του καλλιτέχνη, η ερμητικότητα στην οποία βαθμιαία προσφεύγει, η παραίτησή του από την ανάγκη να γίνει κατανοητός, γεννάει από τη μία πλευρά το πρώτο σχίσμα ανάμεσα σε ό,τι έκτοτε ονομάζουμε «πρωτοπορία» και «παράδοση»· από την άλλη πλευρά παράγει τον ιδεότυπο του καλλιτέχνη ως του μεγάλου εξεγερμένου, αρνητή όλων των καθιερωμένων αξιών, που εμβαπτίζει διαρκώς την άρνησή του στις μεγάλες πηγές του προμηθεϊσμού, του γνωστικισμού και του εωσφορισμού.

Η ανανεωμένη λατρεία της φύσης και η νοσταλγία της κοινότητας, που εκφράζεται συχνά ως αναζήτηση μιας λαϊκής γλώσσας και ως ριζική επαναξίωση του μύθου, πρέπει να γίνουν κατανοητές στη βάση αυτής της αποξένωσης από την αστική κοινωνία του καιρού τους· μια άλλη όψη της είναι η εναντίωση των ρομαντικών στον αφηρημένο ορθολογισμό της επιστήμης και στο κυρίαρχο υπολογιστικό πνεύμα. Αλλά και η «θρησκευτικότητα» του Ρομαντισμού δεν πρέπει να παρανοηθεί: στη συντριπτική πλειονότητα πρόκειται για κάποιου είδους πανθεϊσμό, ένα αισθητικά χρωματισμένο παγανιστικό αίσθημα που αντιτίθεται εξίσου σε όλες τις καθιερωμένες πίστεις. Πολύ σωστά λοιπόν ο συγγραφέας διαβάζει το νόημα του Ρομαντισμού προπαντός ως χειρονομία εξέγερσης απέναντι στον ραγδαία επεκτεινόμενο αστικό-κεφαλαιοκρατικό κόσμο: «Το αίτημα της εξέγερσης στάθηκε κυρίαρχο αίτημα των ρομαντικών καλλιτεχνών, ένα αίτημα επιτακτικής σπουδαιότητας, ακόμη κι αν καθένας τους το αντιλαμβανόταν διαφορετικά: ως εξέγερση ενάντια στον χρησιμοθηρικό, εκβιομηχανισμένο κόσμο στην Αγγλία, ενάντια στον γαλλικό Διαφωτισμό που συνθλίβει την ατομικότητα και την εσωτερικότητα χάριν μιας εύτακτης και επιφανειακής γενικότητας στη Γερμανία, ενάντια στον μπουρζουάδικο καθωσπρεπισμό στη Γαλλία, ενάντια στην πολιτική και ιδεολογική καταπίεση στη Ρωσία, ενάντια στον ξένο κατακτητή στα Βαλκάνια, στην Ουγγαρία και στην Πολωνία. Το αίτημα της ελευθερίας του αυτοπροσδιορισμού και της αυτοδιάθεσης, το αίτημα της αυτονομίας, αυτή η απαίτηση «να μην υπακούς παρά στους νόμους που μόνος σου φτιάχνεις», όπως χαρακτηριστικά το διατυπώνει στο Αγάπη και πίστη ο Novalis, αυτό είναι ένα από τα κυριότερα μηνύματα του Ρομαντισμού (που θα βρει, λίγα χρόνια αργότερα, την πλέον συστηματική φιλοσοφική του διατύπωση στο έργο του Nietzsche)» (σελ. 48).

Συνέχεια

Στέφανος Ροζάνης, Η αντίφαση του Ρομαντισμού

Posted in Επικαιρότητα, Μικροκείμενα, Project Romanticism on 14 Σεπτεμβρίου, 2011 by Le grand écrivain

Στέφανος Ροζάνης

Η αντίφαση του Ρομαντισμού

H σημαντικότερη ίσως αντίφαση που εμφανίζει το ρομαντικό κίνημα, τόσο στη θεωρία όσο και στην ποιητική και καλλιτεχνική πρακτική του, είναι ότι ενώ υπερασπίζεται μέχρις εσχάτων την αισθητική και καλλιτεχνική αυτονομία έναντι των πολιτισμικών και κοινωνικών διαφοροποιήσεων της εποχής του, αναγνωρίζει εντούτοις τις διαφοροποιήσεις αυτές ως αφετηρία και δημιουργική δύναμη της αισθητικής θεωρίας και της καλλιτεχνικής πρακτικής. Η αυτονομία της αισθητικής σφαίρας είναι ο όρος εκ των ων ουκ άνευ της ρομαντικής κοσμοαντίληψης, ενώ την ίδια στιγμή η ρομαντική Weltaschauung θέτει ως πρόταγμα την ενοποιητική ή εσεμπλαστική, για να χρησιμοποιήσω την ορολογία του Coleridge, αρχή ως θεμέλιο της ανάπτυξής της μέσα σε έναν κόσμο κατακερματισμένο, τον οποίο δημιούργησε και επέβαλε η διαφωτιστική βλέψη της εξαντικειμενοποίησης και άρα του κατατεμαχισμού του ανθρώπινου πνεύματος, αλλά και της ανθρώπινης δραστηριότητας στους επιμέρους διαφοροποιημένους τομείς της αρμοδιότητας του πνεύματος. Πώς λοιπόν συμβιβάζεται αυτή η διπολική αξίωση του Ρομαντισμού, η οποία εγγενώς αναδύεται ως αντίφαση ή contrudictio in terminis;

Όπως ορθά επισημαίνει ο Vlack Schonherr, «ενώ στις προνεωτερικές κουλτούρες η τέχνη λειτουργούσε ως η συμβολική αναπαράσταση της θρησκευτικής και πολιτικής ισχύος, μέσα στη διαδικασία της κοινωνικής διαφοροποίησης απελευθερώθηκε από αυτούς τους ετερώνυμους ρόλους και πέτυχε την αυτονομία. Γύρω στα 1800, η τριάδα αλήθεια-αγαθό-ωραίο τελικά διαχωρίστηκε». Ο Ρομαντισμός αποδέχεται πλήρως αυτή τη διαδικασία προς την αυτονομία της αισθητικής έναντι των λοιπών διαφωτιστικών διαφοροποιήσεων, ως βάση ενός αυτόνομου συστήματος αποκομμένου από το θρησκευτικό, ηθικό, κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον ως συνόλου. Ο ερμαφροδιτισμός της ρομαντικής κοσμοαντίληψης ανυψώνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο σε καταστατική δύναμη, η οποία ακυρώνει τις διαφοροποιήσεις και συγχρόνως τις συντηρεί, κατά εγελιανό τρόπο.

Η ιδιαίτερη σημασία του υπό συζήτηση έργου είναι ότι μέσα από τα συμπεριλαμβανόμενα κείμενα ρομαντικής αισθητικής, αλλά και επιπλέον μέσα από το γενικό σχεδιάγραμμα του προλογικού σημειώματος του Ζ.Δ. Αϊναλή, αναδεικνύεται αδιαμφισβήτητα αυτή η ρομαντική καταστατική αντίφαση.

Γίνεται εμφανές, από την εκ του σύνεγγυς ανάγνωση αυτών των αισθητικών ρομαντικών κειμένων, ότι παρά την προσκόλληση του Ρομαντισμού στην αξίωση της αυτονομίας και της αισθητικής ελευθερίας, η υποψία των ρομαντικών ότι με αυτόν τον τρόπο η τέχνη τους καθίσταται κοινωνικά αδιάφορη και περιθωριακή σε σχέση με τις θρησκευτικές, κοινωνικές και πολιτικές αναταράξεις της εποχής σκιάζει την αισθητική τους αξίωση και κατά κάποιον τρόπο διαφοροποιεί τα προτάγματά του. Ο εκ των επιμελητών-μεταφραστών της έκδοσης Ζ.Δ. Αϊναλής παραθέτει στο προλογικό του σημείωμα ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά χωρία του Wordsworth που εδραιώνει τη ρομαντική αντίφαση και αναπτύσσει τους όρους της: «Διότι μία πληθώρα αιτιών, άγνωστων σε παλαιότερους καιρούς, δρουν σήμερα με συγκεκριμένες δυνάμεις […] Η πιο αποτελεσματική από τις αιτίες αυτές δεν είναι άλλη από τα μεγάλα εθνικά γεγονότα που φαίνεται να λαμβάνουν χώρα πλέον κάθε μέρα, και η ολοένα αυξανόμενη συσσώρευση ανθρώπων στις μεγαλουπόλεις, όπου η ομοιομορφία των ενασχολήσεων παράγει έναν διακαή πόθο για πέραν του συνηθισμένου περιστατικά, πόθο διακαή που η ταχεία ανταλλαγή πληροφοριών ώρα με την ώρα ικανοποιεί».

Η ρομαντική αντίφαση ενθηκεύεται στον ρομαντικό ερμαφροδιτισμό, έτσι ώστε να προκύπτει μιά αμφισημία των όρων της αισθητικής αυτονομίας, καθώς και μιά αμφιθυμία των ρομαντικών μπροστά στις κοινωνικές διαφοροποιήσεις που συγκροτούν οι εθνικές επαναστάσεις του 19ου αιώνα: συντηρητισμός και ιακωβινισμός ως πόλοι της ρομαντικής αξίωσης. Παρά ταύτα, ο Ρομαντισμός επιμένει στον «διακαή πόθο για πέραν του συνηθισμένου περιστατικού». Επιμένει, δηλαδή, στην έλξη που του ασκεί το Unheimliche, το αλλόκοτο, το παράδοξο, γεγονός που τον κάνει να ακροβατεί μεταξύ της ιστορίας και της ανιστορικότητας, να αντιμετωπίζει την ιστορία ανιστορικά και την ανιστορικότητα ιστορικά. Θα τολμούσα να πω ότι το παράδοξο αυτό συνθέτει τη ρομαντική εξέγερση, ως λαμβάνουσα χώρα μέσα στην ιστορία, αλλά υπερβαίνοντας την ιστορία, υπερβαίνοντας, δηλαδή, κάθε ιστορική εγκαθίδρυση μέσω της αυτόνομης θεωρητικής και ποιητικής πρακτικής του.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ρομαντική αντίφαση καθίσταται ριζοσπαστική και ουσιώδης αιτία της διάχυσης του Ρομαντισμού στα μετα-ρομαντικά καλλιτεχνικά και φιλοσοφικά εγχειρήματα, μέχρι τους δικούς μας αιώνες και τις δικές μας αναζητήσεις. Πρόκειται κατ’ ουσίαν για έναν ρομαντικό αναστοχασμό της αυτονομίας της τέχνης και όχι για μια δογματική αξίωση αισθητικισμού, ο οποίος αναπτύσσεται ερήμην των ηθικών, θρησκευτικών, πολιτικών και κοινωνικών προταγμάτων της εκάστοτε εποχής. Ίσια ίσια, μάλιστα, μέσω του ρομαντικού αναστοχασμού της αυτονομίας της τέχνης αναφαίνεται το απόλυτο να διαπερνά το σχετικό, ενώ ο ανθρώπινος βίος και η ανθρώπινη δραστηριότητα ουσιώνονται μέσω της διαπότισης του πεπερασμένου με πνοές απείρου, όπως θα υποστήριζε ο Schelling.

Αν τώρα, η κοινωνική εργαλειοποίηση αναγκάζει τον Ρομαντισμό να αντιδράσει κινούμενος με οξύτητα μέσω ενός φαουστικού πεπρωμένου του κόσμου, αυτό δεν καθιστά τον Ρομαντισμό «ιδεαλιστική» κοσμοαντίληψη, αλλά αντίθετα κίνημα «φυσικού υπερφυσικισμού», κίνημα κατ’ εξοχήν κριτικό και επιθετικό ενάντια στην εργαλειοποίηση του κοινωνικού και ιστορικού, που κατατεμαχίζει την πραγματικότητα και απωθεί επιμελώς το πραγματικό, ήτοι το ενοποιημένο, της πραγματικότητας. Η εναντιοδρομία του Ρομαντισμού βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται καθ’ οδόν προς την ενότητα.

Ακόμη και η αισθητική θεωρία της αποσπασματικότητας του Ρομαντισμού ίσως υποκρύπτει, ώς έναν βαθμό τουλάχιστον, την κριτική αντίφαση που ενθηκεύει η αυτονομία της τέχνης έναντι της διαφωτιστικής διαφοροποίησης των επιμέρους τομέων της ανθρώπινης δραστηριότητας και την εξ αυτής προκύπτουσα εργαλειοποίηση. Άρα, θα μπορούσα να πω συμπεραίνοντας ότι η καθ’ οδόν διαπόρευση του φυσικού υπερφυσικισμού προς την ενότητα φαίνεται να προϋποθέτει την αντίφαση και να την αναδεικνύει ως όρο sine qua non της ριζοσπαστικοποίησης του φανταστικού προς χάριν των «μεγάλων εθνικών γεγονότων» της εποχής.

 —

 —

Δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της εφημερίδας «Αυγή» στις 11/9/2011

Βυζαντινό στασιωτικό

Posted in Επικαιρότητα, Μικροκείμενα on 10 Ιουλίου, 2011 by Le grand écrivain

Goya, Motín de Esquilache

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ

 —

Ζ. Δ. Αϊναλής

Citoyens, si le peuple romain, après six cents ans de vertu et de haine contre les rois ; si la Grande-Bretagne, après Cromwell mort, vit renaître les rois, malgré son énergie, que ne doivent pas craindre parmi nous les bons citoyens amis de la liberté, en voyant la hache trembler dans nos mains, et un peuple dès le premier jour de sa liberté, respecter le souvenir de ses fers ! Quelle République voulez-vous établir au milieu de nos combats particuliers et de nos faiblesses communes ?     
 
Saint-Just, Discours sur le jugement de Louis XVI

 

 —-     

  11 Σεπτεμβρίου 1185. Ο λαός της Κωνσταντινούπολης, αγανακτισμένος από την πολιτική του Ανδρόνικου Κομνηνού, αρχίζει να συγκεντρώνεται με απειλητικές διαθέσεις έξω απ’ το παλάτι των Βλαχερνών. Ο Ανδρόνικος αντιλαμβάνεται ότι οι ώρες του είναι μετρημένες. Φυγαδεύεται από το παλάτι με τη βοήθεια μερικών πιστών του υπηρετών και τη συνοδεία των δύο γυναικών του, της συζύγου του και της ερωμένης του, κι αποπειράται να διαφύγει στα κρυφά στην Κριμαία με το πλοίο. Δεν έχει προλάβει εντούτοις να σαλπάρει το πλοίο όταν η θάλασσα, θαρρείς αγανακτώντας κι εκείνη εναντίον του, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Χωνιάτης, αρχίζει να οργίζεται. Αμέσως σηκώνεται μια τρικυμία τρομερή που ξεβράζει το πλοίο στην ακτή. Εκεί συνελήφθη ο Κομνηνός. Ναυαγισμένος, με τις δυο γυναίκες του, στις ξέρες. Του δέσανε τα χέρια, του δέσανε τα πόδια, του πήραν και το ξίφος. Και πιάνοντας παλιά του τέχνη κόσκινο άρχισε να θρηνεί ο Κομνηνός και να οδύρεται και να παρακαλεί σαν επιδέξιος θεατρίνος τους δεσμώτες του ποιος ναν τον σπλαχνιστεί. Αλλά εις μάτην. Όσα κι αν μηχανεύοταν το πολύτροπο μυαλό του τ’ ανόσια του έργα χώρο δεν άφηναν στους δεσμώτες του για οίκτο· ήτανε τα αυτιά τους θαρρείς και βουλωμένα με κερί να μην ακούν τον ήχο των Σειρήνων. Με διπλή τον δέσανε λοιπόν παχιά αλυσίδα, του την περάσανε στον τράχηλο σφιχτά και τον εσύρανε μπροστά στον δήμο δέσμιο. Ο Άγγελος, που μιαν ημέρα πριν είχε ο λαός κηρύξει αυτοκράτορα μες στην Αγιά Σοφιά, του έκοψε με πέλεκυ, απ’ την αγκώνα, το χέρι το δεξί και τον πέταξε βορρά μες στο λαό της Βασιλεύουσας. Τότε του βγάλανε τα μάτια του, του ξεριζώσανε τα δόντια του, τις τρίχες απ’ το μούσι του και του ξυρίσαν το κεφάλι. Κι έτσι μαγαρισμένο και γυμνό τον κάθισαν σε κάμηλο ψωριάρα και τον περιέφεραν στην αγορά, ανάμεσα στο πλήθος, και τον διαπόμπευαν για μέρες. Κι όσους μέχρι τη μέρα εκείνη ο Κομνηνός καταδυνάστευε, χασάπηδες και βυρσοδέψες και μικροπωλητές και ταβερνιάρηδες και φουρναραίοι και βουργησέοι, ολάκερος ο λαός της Πόλης, παίρνανε την εκδίκηση τους, ένας-ένας γινόταν από θύμα θύτης. Απ’ όπου κι αν περνούσε κάποια καινούργια τιμωρία το πλήθος μηχανεύοταν: τον βρίζαν και τον φτύνανε τον Κομνηνό, εκσφενδονίζαν αντικείμενα στο μέχρι πρότινος περήφανο κεφάλι του. Τον λέγαν σκύλο και τον λιθοβολούσαν. Πουτάνας γιο και του πετάγανε στο πρόσωπο ακαθαρσίες ανθρώπινες και κοπριές βοδιών. Κι έκαψαν νερό και του το πέταξαν στη μούρη. Κι όταν απόκαμε ο Κομνηνός κι έπεσε απ’ την καμήλα, άρπαξε κάποιος μάχαιρα διπλή ακονισμένη και του ‘κοψε ως τη ρίζα το πέος και τ’ αρχίδια και τα κράδαινε σαν τρόπαιο ψηλά μπροστά στο αλαλάζων πλήθος. Και κάποιος άλλος πήρε το σπαθί και το ‘χωσε βαθιά μες στο λαιμό του αλικοβάφοντας το φάρυγγα. Αυτό ήταν το τέλος του Ανδρόνικου Κομνηνού, του τελευταίου των Κομνηνών.

Συνέχεια

Μάκης Μαλαφέκας, Λήμματα από την εποχή της κρίσης

Posted in Επικαιρότητα, Μικροκείμενα on 22 Ιουνίου, 2011 by Le grand écrivain

Μάκης Μαλαφέκας

Λήμματα από την εποχή της κρίσης

(2011)

ΧΡΙΣΤΟΣ, ΙΗΣΟΥΣ

 —

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ

(ΚΑΙ Ο ΠΙΕΡ ΠΑΟΛΟ ΠΑΖΟΛΙΝΙ Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΤΟΥ)

 —

Ο Ιησούς ο Ναζωραίος δεν είναι απλά και μόνο το ιστορικό πρόσωπο που επέτρεψε την επιστροφή της θρησκείας στη φιλοσοφία και την ηθική, ένας προφήτης της ελευθερίας, της αμφιβολίας, της αμφισβήτησης και της ρήξης, είναι επίσης ένας θεός αριστερός, της μοιρασιάς, της διαλεκτικής, του ανθρωπισμού και της παγκοσμιότητας. Και το κεντρικό αυτό ζήτημα για την κατανόηση της απήχησης του Χριστιανισμού το εκθέτει καλύτερα απ’ όλους (σε καλλιτεχνικό επίπεδο) ο μαρξιστής και ομοφυλόφιλος Πιερ Πάολο Παζολίνι στην ταινία του Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (1964).

Επιλέγοντας από τους τέσσερις ευαγγελιστές τον Ματθαίο, ο Παζολίνι μάς απαλλάσσει από τον μυστικισμό του Ιωάννη, τον λυρισμό του Λουκά και την υπερβολική εκλαΐκευση του Μάρκου. Στη συνέχεια, πραγματοποιεί μέχρι τέλους αυτό που δεν έκανε σχεδόν κανένας κινηματογραφιστής (εκτός ίσως από τον Γκίμπσον): βουτάει κατ’ ευθείαν – και για τα καλά – μέσα στο κείμενο.

Ο Χριστός του Παζολίνι, απευθυνόμενος προς τους κατέχοντες την Εξουσία και τον Νόμο, προφέρει με δυνατή και σταθερή φωνή ολόκληρο το χωρίο των «Φαρισαίων» (και όχι μόνο το ένα τρίτο όπως αυτός του συντηρητικού Τζεφιρέλι), υπό την υπόκρουση της πένθιμης 11ης του Σοστακόβιτς (βλέπε Επέσατε θύματα αδέλφια εσείς).

Ο Χριστός του Παζολίνι δεν παρεκκλίνει ούτε κατά μία άνω τελεία από το κείμενο του Ματθαίου. Να γιατί η ταινία του κατηγορήθηκε για κομμουνιστική προπαγάνδα.

Ο Χριστός του Παζολίνι είναι ένας ευθυτενής και ανένδοτος επαναστάτης.

Να γιατί οι εξουσιαστές της εποχής του πρώτου (οι ρωμαϊκές Αρχές και το ξεπουλημένο ιερατείο του Μίσνα Σανχεντρίν) τον καταδίκασαν σε μαρτυρικό θάνατο παρότι αυτός δίδασκε την άρνηση της βίας, τη συγχώρεση και την οικουμενική αγάπη.

Και να γιατί η παρακρατική συμμαχία της εποχής του δευτέρου (η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, η Μαφία και οι νεοφασίστες της Ρώμης) συνωμότησε για να τον σκοτώσει στο ξύλο και στη συνέχεια να τον συκοφαντήσει με τον πιο θρασύδειλο τρόπο, παρότι αυτός κήρυττε την κοινωνική απελευθέρωση και δικαιοσύνη.

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

Φανταστείτε ότι υπάρχουν ακόμη κάποιοι αφελείς που πιστεύουν ότι ο Κάφκα δεν μεταμορφώθηκε ποτέ στ’ αλήθεια σε κατσαρίδα, κι ότι η ομώνυμη νουβέλα του είναι αποκύημα της οργιώδους φαντασίας του και μόνο… Είναι οι ίδιοι βλάκες που λένε ότι ο Ντοστογιέφσκι δεν σκότωσε τον πατέρα του, κι ότι ο Ρεμπώ δεν πέρασε μια εποχή στην Κόλαση. Τι ξέρουν αυτοί από λογοτεχνία;

Συνέχεια

Θωμάς Τσαλαπάτης, Η βιβλική οργή της νέας γενιάς και η ηλεκτρονική της έκδοση

Posted in Μικροκείμενα on 15 Μαΐου, 2011 by Le grand écrivain

Η βιβλική οργή της νέας γενιάς και η ηλεκτρονική της έκδοση

Του
Θωμά Τσαλαπάτη


Και πόσες νύχτες έρημος
σε στάσεις λεωφορείων
Και πόσες πόλεις έρημος
τις νύχτες στις γωνίες
Και ποια παράθυρα κλειστά
μες τη βροχή να τρέμω
Ποια μάτια ξένες γυναίκες μακρινές το γάλα τ’ αγωγιάτη
Ποια στύση στο καυλί
τον πόνο της εσπέρας
Ποια χέρια στα γόνατα
αγκαλιάζοντας
Στο στήθος ποιου εαυτού σκιά μου;
«Η σιωπή της Σίβας»

Ο Ζήσης Δ. Αϊναλής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Κάνει διδακτορικό στη Βυζαντινή Ιστορία και Φιλολογία στο Παρίσι όπου και διαμένει μόνιμα. Το 2006 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Ηλεκτρογραφία» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Το 2008, από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφόρησε το βιβλίο «Αποσπάσματα». Μεταφράσεις και δοκίμιά του έχουν εκδοθεί σε διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.  Επίσης ο ποιητής διατηρεί το blog Κενός Τίτλος, χώρο δημοσιεύσεων και αναδημοσιεύσεων παλαιοτέρων κειμένων (https://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/).

«Η σιωπή της Σίβας» αποτελεί ένα έργο πρωτότυπο τόσο ως προς το ποιητικό της υλικό όσο και ως προς το εκδοτικό εγχείρημά της. Μέσα από την ανάγνωση παλαιοτέρων κειμένων, δοκιμάζεται μια ανακατασκευή μύθων ώστε η νέα τους σήμανση να περιγράψει ένα καινούργιο, σύγχρονο περιεχόμενο. Η φωνή που μιλάει τα ποιήματα, είναι αυτή του Βασιλέα Σολομώντα, βιβλικού προσώπου και  φερόμενου ως συγγραφέα βιβλικών κειμένων. Η Σίβα του τίτλου είναι η βασίλισσα του Σαβά, για την οποία, σύμφωνα με το θρύλο, ο βασιλέας έγραψε το Άσμα Ασμάτων. Τρίτο πρόσωπο του κειμένου, είναι ο Μενελίκ, γιος του Σολομώντα και της Σίβας και πρώτος βασιλιάς της Αιθιοπίας. Το κείμενο αντλεί της αναφορές από ένα σύνολο θρησκευτικών κειμένων όπως τα βιβλία της παλαιάς Διαθήκης, καθώς και από την Kebra Nagast, αιθιοπικό έπος και θρησκευτικό βιβλίο των Ρασταφάρι. Η διακειμενικότητα και η αναφορά στο πολλαπλό των μύθων δεν είναι πρωταρχική, η γνώση τους δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ανάγνωση ίσως ούτε για την κατανόηση του κειμένου, αλλά περισσότερο ένα έδαφος πάνω στο οποίο θα οικοδομηθεί το βασικό θέμα του βιβλίου, η σύγκρουση των γενεών και η προδοσία της νεότερης γενιάς από την παλαιότερη.

Ιερή οργή

Το κείμενο αποτελεί ένα «ιερό» παιχνίδι με σχεδόν ξεχασμένα υλικά. Η γλώσσα του έργου μέσα στην έλλειψή της κατασκευάζει το πεδίο της σύγκρουσης. Σιωπές, αφαιρέσεις, η ασφυκτική συγκατοίκηση του μακρινού μυθικού παρελθόντος με εικόνες σημερινής ρουτίνας, η ταυτόχρονη λέξη του θρησκευτικού βιβλίου και η επιθετικότητα της σημερινής βλαστήμιας συνθέτουν ένα ψηφιδωτό ιερού κλίματος, βγαλμένου από την οργή του παρόντος και του ακυρωμένου μέλλοντος. Το αχρονικό παρελθόν, μέσα από τη μυθολογία υπάρχει όχι μέσα σε μία στιγμή, αλλά στην οικουμενικότητα της στιγμής. Έξω από το χρόνο το γεγονός γίνεται επίκαιρο. Η σύγχρονη πολιτική κατάσταση και το κληροδοτημένο αβέβαιο  είναι  οι πραγματικοί πρωταγωνιστές.  Η οργή μέσα από μια γλώσσα συχνά βιβλική, αποκτά την ένταση μυθικού κατακλυσμού. Όχι ως παράπονο αλλά ως κραυγή, η νεότερη γενιά απευθύνει την ποίηση της προς την γενιά που την καταδίκασε: «Πόσες και πόσες φορές δεν μ’ έβαλε ο πατέρας μου ν’ αποστηθίσω ψόφιους στίχους;/ και τι έφταιγα εγώ για κείνον; / Για τη δική του άρνηση, για τα δικά του όχι;/ Για τη δική του μίζερη σιωπή, για την υποταγή του;/Για το σκυφτό κεφάλι του, για την παραίτησή του;»

Η ηλεκτρονική έκδοση

Με το συγκεκριμένο εγχείρημα το περιεχόμενο του βιβλίου έρχεται να συναντήσει την εκδοτική του υπόσταση, ως μια διπλή περιγραφή αλλά οριακά και ως μια απάντηση. Η τέχνη και οι φορείς της αποτελούν κομμάτια της κοινωνίας και αναπόφευκτα υπάρχουν μέσα στα πλαίσια που αυτή επιτρέπει και επιβάλλει.
Η καλλιτεχνική διάσταση δεν αποτελεί μια εξαίρεση της κοινωνίας και της πλήρους περιγραφής της με οικονομικούς όρους, αλλά μια παράδοξη και απόλυτη επιβεβαίωση των όρων που ισχύουν συνολικά σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας. Η ίδια η τέχνη εδώ και καιρό δεν ορίζεται από τους δημιουργούς της, αλλά πολύ περισσότερο από τους διακινητές της. Εκδοτικοί οίκοι, περιοδικά, γκαλερί, θέατρα λειτουργούν όχι μόνο ως διαμεσολαβητές αλλά ως κυρίαρχοι που επιβάλλουν απόλυτα την αισθητική, την πολιτική και τελικά την ίδια την υπόσταση του έργου. Το εμπόριο του βιβλίου και ακόμα περισσότερο οι τρόποι με τους οποίους υπάρχει επιβάλλουν την οικονομική διάσταση ακόμα και στο περιεχόμενο των έργων. Και δεν υπάρχει καμία κριτική που να μπορεί να μιλήσει δυνατότερα από την σιωπή που επιβάλλει η απόρριψη ενός έργου.  Όταν μάλιστα η απόρριψη αυτή προκύπτει  όχι με λογοτεχνικά κριτήρια αλλά με κριτήρια εμπορίου, αναπόφευκτα οδηγεί σε μια ποιοτική υποβάθμιση. Η άτυπη ταρίφα που πρέπει να πληρώσει ένας ποιητής  για την έκδοση ενός βιβλίου ποίησης, φτάνει σήμερα τα 3.000 ευρώ. Χωρίς κανένα άλλο κριτήριο, ο εκδότης επιβάλλει τη συνύπαρξη της σιωπής όσων δεν έχουν να πληρώσουν με το θόρυβο των άπειρων καλοπληρωμένων εκδόσεων σε ένα ασύμμετρο ποιητικό σύνολο.
Οι ηλεκτρονικές εκδόσεις και τα e-books δεν μπορούν να αντικαταστήσουν το βιβλίο. Ως  αντικείμενο καλλιτεχνικής ολοκλήρωσης, ως ιστορία, ως πάθος ακόμα και ως φετίχ. Μπορούν όμως να επαναδιαπραγματευθούν τους όρους της διακίνησης, τη δύναμη των εκδοτικών οίκων και τελικά τις αξίες ενός (και) καλλιτεχνικά χρεοκοπημένου συνόλου.
«Η σιωπή της Σίβας» μπορεί να αναγνωστεί δωρεάν στον ιστότοπο του περιοδικού «Βακχικόν» (http://www.vakxikon.gr/) ή με ένα κλικ στο σύνδεσμο:
http://www.vakxikon.gr/content/view/813/3479/lang,el/

http://tsalapatis.blogspot.com/

***

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Εποχή (φύλλο 8/5/2011):

http://www.epohi.gr/portal/politismos/9461-%CE%97-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%AE-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BD%CE%AD%CE%B1%CF%82-%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%AD%CE%BA%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B7