Archive for the Αφιέρωμα στον Τάσο Λειβαδίτη Category

Τάσος Λειβαδίτης, Ποιήματα 1958 – 1964

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1952-1974, Αφιέρωμα στον Τάσο Λειβαδίτη on Ιανουαρίου 25, 2011 by Le grand écrivain

Τάσος Λειβαδίτης

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1958 – 1964

 

 

Ο Άλλος

 

Το σχέδιο ήταν προετοιμασμένο από καιρό, το πιστόλι αγορασμένο – θα τον σκότωνε οπωσδήποτε. Ένα γράμμα, όχι επεξηγηματικό, μα σχεδόν, χαιρέκακο γι αυτόν τον τιποτένιο, που, χρόνια τώρα εξουσίαζε τη ζωή μου. Πώς άρχισε, μου ήταν αδύνατο να θυμηθώ, ο Άλλος, τόσο γλυκομίλητος στην αρχή, τα μάτια του μεγάλα κι έκπληχτα, σχεδόν ποιητικά. Κι όμως σε λίγο, θάδειχνε το αληθινό του πρόσωπο, διεστραμμένος ως το κόκκαλο, μ’ έσπρωξε μια νύχτα στου πιο αγαπημένου φίλου τη γυναίκα, χρησιμοποιούσε τρόπους σατανικούς, όλες οι ραδιουργίες του ήσαν γνωστές, φώλιαζε μέσα μου τον φθόνο, ή την τύψη για εγκλήματα που δεν είχα κάνει, θυμάμαι, μάλιστα, παιδί, που ο Άλλος μ’ έβαζε να κλέβω τα βιβλία των συμμαθητών μου, έτσι, μόνο και μόνο για να ταπεινώνομαι απ’ την ντροπή. Δεν υπήρχε σκέψη ποταπή που να μην την έχωνε, με ηδονή, σαν ένα μαχαίρι, μέσα στο μυαλό μου. Μούστελνε όνειρα φριχτά: την πεθαμένη μητέρα μου γυμνή, με παγίδευε σε καταστάσεις αλλόκοτες, να θέλω νάμαι βασιλιάς, κι ύστερα να βγαίνω απ’ τις ονειροπολήσεις, πραγματικά σαν ένας βασιλιάς που τάχασε όλα ξαφνικά. Μ’ έβαζε να χτυπάω τις πόρνες, να δειλιάζω στο πολύ φως, το γέλιο ενός ανθρώπου στην γωνιά του δρόμου, μ’ έκανε, με μια ακρίβεια μαθηματική, να το νοιώθω σα δική μου προσβολή. Κι ενώ τόσο φοβόμουνα τους άλλους, μ’ έσπρωχνε να εξομολογιέμαι τα ακατανόμαστα της ψυχής. Κι όταν αυτό δεν τούφτανε, μ’ έριχνε στα πόδια τους, να τους ζητάω να με συχωρέσουν. «Λυπήσου με» φώναζα καμμιά φορά τις νύχτες, μα ο Άλλος, με τη διαβολική σιωπή του, μ’ άφηνε να κλαίω ώρες, για δόξες που δεν ήρθαν, για θυσίες που δεν μπόρεσα, ή μ’ ένα χαρτοκόπτη να βγάζω τα μάτια φανταστικών γυναικών. Κι άλλοτε μ’ έστελνε στο ανοιχτό παράθυρο μ’ έναν ίλιγγο ηδονικό – μόλις κατόρθωνα, την τελευταία στιγμή να κρατηθώ απ’ το περβάζι. Μα τι ήθελε λοιπόν; Γιατί μ’ έβαζε αλύπητα να ντροπιάζω τον εαυτό μου; Τι είχε να κερδίσει; Μια νύχτα, μάλιστα, νύχτα τρομαχτική, πριν λίγες μέρες η αγαπημένη μου είχε για πάντα φύγει, ο Άλλος, με την εγκληματική του ιδιοφυΐα, βρήκε έναν καινούργιο τρόπο: μ’ έβαλε να γδυθώ και να φορέσω τα εσώρουχα της, κι εκεί μες στο μισόφωτο, να φαντάζομαι πως είμαι εκείνη, να θέλω απεγνωσμένα να γίνω εκείνη – για να υπάρξει λίγο ακόμα, εδώ, μέσα σ’ αυτήν την κάμαρα πούχαμε ζήσει μιαν ατέλειωτη ευτυχία. Δεν έλειπε παρά ο φόνος. Ώσπου άρχισε να τον σταλάζει ακατανίκητα κι εκείνον μέσα μου. «Το αίμα είναι μια ηδονή, σαν το αλκοόλ», μούλεγε σιγανά, «ένα σώμα νεκρό είναι κάτι δικό σου – και δικό σου, ηλίθιε, δεν είχες τίποτα, ποτέ». Τότε, κατάλαβα μονομιάς, ότι για πρώτη φορά, ο Άλλος θάταν ο χαμένος, εδώ είχε ξεγελαστεί, τον κρατούσα πια. Αγόρασα το πιστόλι, κι έτοιμος από καιρό, τον περιμένω. Δεν μπορεί να μου ξεφύγει: το κλειδί του σπιτιού του είναι μες στην τσέπη μου, και το πρόσωπο του μες στο πρόσωπό μου.

Συνέχεια

Της επανάστασης

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1952-1974, Αφιέρωμα στον Τάσο Λειβαδίτη on Ιανουαρίου 2, 2011 by Le grand écrivain

Τάσος Λειβαδίτης

 

ΣΥΜΦΩΝΙΑ Αρ. 1

(1957)

ΙΙ

[Απόσπασμα]

Έβρεχε κείνο το βράδυ. Εννιά η ώρα. Ανέβηκα τέσσερα-τέσσερα τα   σκαλιά –

κανείς στην κάμαρα. Έτρεμε στ’ ανοιχτό παράθυρο η κουρτίνα.

«Φεύγω, μη ζητήσεις να με βρεις. Αγαπώ άλλον», έγραφε.

Η χτένα της ξεχασμένη πάνω στο τραπέζι

ανάμεσα στις χυμένες πούντρες – σαν ένα μικρό παιδικό φέρετρο μέσα στη σκόνη.

Δρόμοι λασπωμένοι. Άνθρωποι περπατάνε βιαστικοί. Κίτρινα νερουλά φώτα.

Ζευγάρια αγκαλιασμένα κάτω απ’ τις ομπρέλες τους

γελάνε στρίβοντας τη γωνιά. Σε λίγο θ’ ανάβουνε το φως

σε μια ξαφνιασμένη κάμαρα, θα κοιτάζονται στα μάτια

και με χέρια ανυπόμονα πλάι στους σαστισμένους άφωνους καθρέφτες

θα πετάνε, θέ μου, από πάνω τους όλη τη μοναξιά

και θα φυσάει και θα παρασέρνει τα σεντόνια και τη μνήμη

ώσπου μια καταιγίδα από κραυγές, άστρα, παπαρούνες και φιλιά

θα ξεσπάσει ασυγκράτητη σαρώνοντας το χρόνο

βοήθεια…

Οι φωτεινές ρεκλάμες ανοιγοκλείνουν τα μάτια τους

έκπληχτες πάνω απ’ τη θλίψη των περαστικών: οδοντόκρεμες, παστίλιες για το βήχα, μοσκοσάπουνα

τόσα πράγματα προσφέρει ο πολιτισμός για την ευτυχία μας

και μεις επιμένουμε αναχρονιστικά

νάμαστε δυστυχισμένοι: εσώρουχα νάιλον, λοσιόν, γαλακτώματα για το δέρμα

όλα στην εποχή μας διαφημίζονται, γιατί όχι κι αυτό

«αγαπώ άλλον», με κόκκινα πελώρια γράμματα θάταν υπέροχη διαφήμιση

πάνω απ’ την είσοδο των νεκροταφείων –

α, δε θα βρεθεί λοιπόν μια διαφημιστική μεγαλοφυΐα να φωταγωγήσει πάνω απ’ τον πλανήτη μας

τη λέξη μοναξιά, δάκρυα, ταπείνωση. Να πει για κείνους που πεθαίνουν ξαφνικά

την ώρα που όλα θ’ αλλάζαν. Και γι αυτούς που επιμένουνε να ζουν χωρίς λόγο πια. Και για τη νύχτα και τη λησμονιά και τον καρκίνο

και τη φιλοδοξία. Να πει και για τα σκυλιά που τα διώχνουν και τα κλωτσάνε

και κλείνουν μπρος στα δακρυσμένα μάτια τους την πόρτα για πάντα. Που να πάω;

Πόρνη, βρώμα του δρόμου, κάθαρμα, πουτάνα!…

Συχώρα με, αγάπη μου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω.

Συνέχεια

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1952 – 1974 (Επίμετρο ΙΙΙ)

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1952-1974, Αφιέρωμα στον Τάσο Λειβαδίτη on Νοέμβριος 4, 2009 by Le grand écrivain

Francisco José de Goya y Lucientes, El perro (1820-23)

Francisco José de Goya y Lucientes, El perro (1820-23)

Τάσος Λειβαδίτης

Από τη συλλογή

Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΗΡΟΠΗΓΙΟ

(1975)

Ε’



ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ, Κύριε, να μιλώ, στερεωμένος με σύρματα μέσα στην τεφροδόχη, να παραδίνομαι χωρίς να μου το ζητούν. Και μόνο οι νεκροί μπορούν ν’ αντέξουν τόση αφθονία πραγμάτων αφού πια δεν τα χρειάζονται – βήχοντας από φθόνο, με μισό πανωφόρι, καφετί, σαν τα τραίνα της θείας Ελένης, τις νύχτες ακούγαμε τις πυροσβεστικές αντλίες που έτρεχαν δαιμονισμένα, πολλοί είχαν μαγκωθεί ανάμεσα σε τόσα απλά πράγματα και πέθαιναν αβοήθητοι, άλλοι είχαν καρατομηθεί καθώς έσκυβαν να βρούνε τα παπούτσια τους έναν ολόκληρο χρόνο, μάλιστα, ήμουν ανήσυχος για μια φτωχή αλατιέρα, μαύρη απ’ τη λίγδα ή τα κακά προαισθήματα, «τι να κάνουμε, Ιλιούσα», λέω, και ρίχνω ένα σάλι στους ώμους μου, τάχα πως δεν έγινε κανένα έγκλημα εδώ, τόσο μοναχός ώστε ν’ αντισταθώ στον πειρασμό να βγάλω απ’ την τσέπη μου τέσσερις ή δώδεκα άμαξες, τόσο άγνωστος για να με βρουν και να μου τις πάρουν πίσω.

 

Φορτηγά γεμάτα καταδίκους διάβαιναν τραντάζοντας τη γέφυρα, γεγονότα παλιά ξεχασμένα στέκονταν στις γωνιές, σαν τους μονόφθαλμους έξω απ’ τα φαρμακεία – ποιος πρόδωσε; ποιος μπήκε στο λεωφορείο; ποιος δεν ξέχασε! Όλα συγκεχυμένα, με μόνο τον αλέκτορα να θυμάται κάθε πρωί την καταστροφή που αρχίζει. Κι όταν με φωνάζουν, γυρίζω απλώς από κακία διαιωνίζοντας την ψευδαίσθησή τους.

 

Συνέχεια

Αφιέρωμα: Ελληνική ποίηση 1952 – 1974

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 1952-1974, Αφιέρωμα στον Τάσο Λειβαδίτη on Φεβρουαρίου 1, 2009 by Le grand écrivain

Pablo Picasso, La vie (1903)

Τάσος Λειβαδίτης

 

 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

(1972)


 

Έρημος σταθμός

Μόλις πέθανα, βγήκα απ΄το μεγάλο καθρέφτη του πατρικού

σπιτιού, το σούρουπο είχε μια παράφορη οικειότητα, η Τερέζα έλε-

γε το παλιό τραγούδι των αλλοπαρμένων σταθμών που ακολουθού-

σαν τα τρένα, κι εγώ δεν είχα πού να πάω κι αποκοιμήθηκα στα χε-

ρια των τυφλών, που εντούτοις ανάβαν την λάμπα,

ήταν σκοτεινή εποχή, δράματα παίζονταν σιωπηλά πάνω στις

γέφυρες, τραυματιοφορείς τρέχανε και πάνω στα φορεία κείτονταν

μεγάλοι στεναγμοί από παλιές εξεγέρσεις,

όταν τέλος έφτασα στο σταθμό, είχαν όλοι φύγει, ήμουν τόσο

φοβισμένος που αν μ΄ άγγιζες θα ράγιζα, αφήνοντας να φανεί ο

Θεός, στο απάνω πάτωμα έμεναν οι Φ. κι εμείς έπρεπε να κάνουμε

ησυχία, γιατί η μεγάλη κυρία είχε πυρετό κι η μητέρα που την

υπηρετούσε είχε μάθει να πετάει, για να μην της λερώνει το χαλί,

φέρανε, μάλιστα, και τον επιστάτη να καταθέσει, αλλά δεν είχα-

νε καμιά απόδειξη, γιατί το παλιό σχολικό κουδούνι ήταν πιο μα-

κριά κι απ΄ τους νεκρούς κι ο αμαξάς των παιδικών καιρών έξω

απ΄ την πόρτα μάταια χτυπούσε απελπισμένα τα τέσσερα μαρμα-

ρωμένα άλογα.

 

 

Αλκοολισμός

 

Κρατούσα μια λάμπα και κατέβαινα τη σκάλα, έπρεπε ν΄ ανα-

καλύψω ποιος είμαι, τι είχα κάνει στο παρελθόν, και το σπίτι πώς

έστεκε ακόμα, αφού εμείς είχαμε κάποτε γκρεμίσει όλους τους

τοίχους, για να χωρέσουν εκείνοι που έφευγαν,

στο βάθος, σακάτηδες χωρίς χέρια παίζαν την τύχη μου στα

χαρτιά, ο Ιησούς των μεθυσμένων περνούσε το βράδυ μες στα θαμ-

πά φανάρια, κι έπαιρνα από πίσω το φονιά σκουπίζοντας τα ίχνη

Του πάνω στο χιόνι, γιατί τώρα ήξερα,

κι η γυναίκα, όταν πήγα να την αγκαλιάσω, έκανε μια μικρή

κίνηση και μπήκε σε μια δική της πόρτα, κλειστή, αφήνοντας με

έξω.

Δώσε μου, Κύριε, να ΄μια νεκρός και μεθυσμένος.

Άσε μου μόνο τ΄ άστρα, που ήταν το ίδιο φιλικά ακόμα και

στους δρόμους που πυροβολούσαν.

 

 

Περιπέτεια

Απ΄ τον πατέρα μου κληρονόμησα αυτό το δυστυχισμένο χέρι κι

απ΄ τη μητέρα μου ένα μεγάλο φτερό, από κείνα που έβγαζε απ΄

την ψυχή της και τα κάρφωνε στο αστείο καπέλο της – είναι από

τότε που τις νύχτες η παλιά ντουλάπα ανοίγει μόνη της και βγαί-

νει η λαιμητόμος, εγώ παλεύω μαζί της παίρνω τον μπαλντά και

την κάνω κομμάτια, ύστερα καταπίνω τις σανίδες για να μην τις

βρουν, πολλοί ναυαγοί σώθηκαν έτσι.

Χρόνια έζησα τρέμοντας τις πόρτες, ώσπου μάζεψα τα χαρτιά

μου, τις τύψεις μου κι έφυγα. Μα στον πρώτο σταθμό είδα πάλι

εκείνο το παιδικό φτερό και κατέβηκα.

Από τότε έμεινα για πάντα στην Κόλαση.

 

 

Δολοφονία

 

«Ποιος είναι;», « ησύχασε κανείς» είπε, οι μύγες πνίγονταν με-

σα στ’ απομεινάρια του κρασιού, σκεπάζοντας με μαύρες κηλίδες

τη λάμψη του φθινοπώρου, «που πάμε;» ρώτησα, « σ’ έπαιξα, είπε,

κι έχασα»

τ’ αγάλματα μου γνέφαν, μα ήταν κάτι το ανεξήγητο, που το

ξέρουν αλήθεια, αναρωτιόμουν, και τις νύχτες έσκυβα, « είσαστε

καλά;» ρώταγα, γιατί εγώ δεν είχα θάψει τους νεκρούς μου,

η αμαρτία μου ήταν ότι προσπάθησα να ξεφύγω το πεπρωμένο,

γέμισα ξανά τα ποτήρια, « πιες, κάθαρμα» είπα, παλέψαμε με λύσ-

σα πάνω στο χαλί, όταν με πέταξε απ’ το παράθυρο, μια μακρι-

νή γυναίκα άνοιξε το φεγγίτη και με σκέπασε με τα βλέφαρα της,

τότε φάνηκε το φεγγάρι, έπρεπε να βιαστώ, έπρεπε να κρύψω

όλα αυτά τα πτώματα που πλημμύριζαν το υπόγειο – Θεέ μου,

πόσες φορές με είχαν σκοτώσει,

κι όπως άνοιξε την πόρτα, είδα πάνω στο τραπέζι σαν χυμένο

κρασί το μακρινό μας ταξίδι, « αν ξανάρθω, θα συναντηθούμε, άρα-

γε;» είπε, « ναι, του λέω, γιατί εγώ θα βρίσκομαι πάντα στην

άκρη».

Συνέχεια