Archive for the Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο Category

Γιάννης Ρίτσος, Γκραγκάντα

Posted in Greek Poetry, Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο on Δεκέμβριος 2, 2012 by Le grand écrivain
Umberto Boccioni, Rissa in galleria (1910)

Umberto Boccioni, Rissa in galleria (1910)

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

 —

Γ Κ Ρ Α Γ Κ Α Ν Τ Α

(1 9 7 2)

 —

 —

                                                              1

 

ΜΕΓΑΛΑ νυχτέρια με τα πολλά τσιγάρα, νηστικές κουβέντες, καπνός,

λόγια∙

τ’ αστέρι έκανε λάθος στην μπαλκονόπορτα, γύρισε, φεύγει∙

η γριά κρυφακούει πίσω απ’ τις πόρτες των νοικάρηδων,

κάνει πως σφουγγαρίζει ακόμα τη σανιδένια σκάλα∙

ο γιος της είναι όμορφος – τόνα του πόδι στο παπούτσι, τ’ άλλο

στο γύψο,

 

Αχ, – έκανε ο μικρός στραγαλάς σκουντώντας τον αγκώνα του

μικρού καπνοπώλη∙

περνάν δυο-δυο οι γυναίκες με τα μακριά τσιγάρα∙

 

Αχ, τα μεγάλα, ανοιξιάτικα, λουλουδιασμένα Σαββατόβραδα στα

προάστια

μπροστά στα μαγαζιά που κλείνουν, στα μπαρμπέρικα, στα παλιά

βαγόνια, στα επιπλοποιεία,

με τις φτηνοντουλάπες, τους ψευτοκαθρέφτες, για φτωχογάμους

της μικρής πλύστρας

με κείνον τον μελαχροινό υδραυλικό, τον κοντοστούπη,

– κοντό  ‘ν’ το μάτι σου- είπε η Ευτέρπη, πολύξερη∙

αχ, αχ, παιδιά μου, αναστενάρια μου –είπε–

πατώντας ξυπόλυτα τις μεγάλες φωτιές των αστεριώνε,

από ξερό θυμάρι, αναστημένα συνθήματα, φυλακές εξορίες, λεβεντιές

αδήλωτες,

 

Παιδιά μου, ανύπαντρά μου, με τσούρμο τα παιδιά, με τα γυμνά

ξενύχτια, με τις προκηρύξεις,

όταν αρχίζουν τα υπαίθρια σινεμά, οι πασατέμποι, τα στραγάλια,

οι γκαζόζες,

τα παγωτά χωνάκι, εισπράκτορες, κολλητήρια, αποφάσεις,

η μυρωδιά τηγανητής μαρίδας δοξασμένη πλάϊ στις καρβουναποθήκες,

το μεγάλο ποτήρι της μπύρας σα γυάλινος καπνοδόχος μ’ ένα φτερό,

 

Και το ψιλικατζίδικο κλειστό, κ’ έχει ξεχάσει ο καμπούρης υπάλληλος

έξω στον τοίχο

εκείνο τ’ άσπρο τετράγωνο χαρτόνι με τα λογής- λογής κουμπιά

μικρά , μεγάλα – τι χρώματα – χρυσά , μελιτζανιά, γαλάζια, κόκκινα

μαύρα, πορτοκαλένια,

τόσο που να μην ξέρεις πια πώς να κουμπώσεις το βρακί σου

κ’ η νύχτα του Ιούνη καταμόναχη μέσα στον κόσμο σπαρταρώντας

μες στον ίδιο το σπασμό της

κι ας γαυγίζουν μπροστά στους ξεσκισμένους χάρτες τα σκυλιά, οι

διπλωμάτες, οι χαφιέδες

κι ας είναι η βρώμικη γκαζιέρα στο τραπέζι της κουζίνας

κλεισμένη στη μυρωδιά του πετρέλαιου με το χρυσό της στόμα

μπουκωμένο καπνά.

 

Εσύ  ‘χες πυρετό. Καθόσουν μέσα. Είσουν ένα παράθυρο με υαλογραφίες∙

και πως περνούσαν τα καράβια ανάμεσα στις κόκκινες βελανιδιές

και στους γαλάζιους αγίους.

Τον άλλο χρόνο μας έφτασε πιο γρήγορα το καλοκαίρι.

Πληθύναν τα πρατήρια βενζίνας ως πίσω απ’ τους λόφους.

Πελώριοι λαστιχένιοι σωλήνες σέρνονταν στα πεζοδρόμια.

Οι γυάλινοι σωλήνες σκονίζονταν στο τραπέζι.

 

Γύριζαν ένας – ένας οι ξενιτεμένοι με πεσμένα αυτιά, γδαρμένες βαλίτσες∙

κοντοστέκονταν λίγο, κοιτάζανε, παραξενεύονταν. Το μπαλκόνι

είταν τετράγωνο ακόμη σαν ανάποδο τραπέζι

με τα πολλά του πόδια υψωμένα στα σύννεφα. Παράξενο. Ο δρόμος

δεν είχε μετακινηθεί. Βάδιζαν. Ο ένας

μ’ έναν υπνόσακκο κ’ ένα τεράστιο φύλλο στεγνό μπακαλιάρο. Το αλάτι

πασπάλιζε δίπλα του το πεζοδρόμιο. Ο άλλος

με μια χελώνα στο τσεπάκι του σακκακιού του – έβγαζε το κεφάλι

της , κοιτούσε, ξανακρύβονταν∙

σαν έχεις τα χέρια σου τουλάχιστο, τα πόδια σου –

οι άλλοι κάτω στα υπόγεια δεν είχαν.

 

Μαθαίναμε να ξεχνάμε. Τι να κάναμε; Παρηγοριόμασταν.

Τι φελάει ο θυμός; Ο χρόνος –είπε– δεν κάνει χατήρια.

Και ποιος του ζήτησε; – είπε ο άλλος∙ – ας είν’ καλά ο θάνατος.

Οι τσουκνίδες

φυτρώνουν μες στη μάντρα. Τις μαζεύουμε. Τις τρώμε. Όχι, όχι-είπε ο πρώτος∙ – ο θάνατος όχι. Τα βράδια

 

δροσίζει κάπως  ο καιρός. Ανάβουν τα παράθυρα πίσω απ’ τα δέντρα.

Οι γέροι ψαράδες

ασάλευτοι, μαρμαρωμένοι στο παλιό μουράγιο

αργά ως τη νύχτα, πιο πέρα απ’ τα μεσάνυχτα. Πότε-πότε

μια κίνηση απότομη του χεριού τους σα ν’ αποφεύγουν

τη χειραψία του φεγγαριού, του βουνού ή του απέραντου,

ρίχνουν την πετονιά, περιμένουν, δεν περιμένουν,

μισοκοιμούνται, κοιμούνται, μια άγκυρα πέφτει στον ύπνο τους,

τ’ αγκίστρι τους αντίς για ψάρια ανεβάζει

ένα παπούτσι, μια φανέλα, ένα ρολόι των πνιγμένων. Κείνες τις

νύχτες

 

άκουγες μέσα σου την αρνημένη, εξορισμένη λέξη

ή την άλλη την απαγορευμένη – την άκουγες ατέλειωτα

όπως το στεναγμό της φεγγαρόπετρας, μεταφερμένης στο Εργαστήρι∙

από κει μέσα

δε φαινόταν καθόλου φεγγάρι, μονάχα το μεγάλο κιβώτιο

από ξύλο χοντρό, με σιδερένια ζουνάρια∙ και πάνω του

τα τρία ορθοκέφαλα κουρνιαγμένα κοράκια. Τότε είταν

 

που γύρισε πίσω κι ο Βαγγέλης – είχε λείψει σχεδόν πέντε χρόνια.

Σε κανέναν

δε μίλησε γι’ αυτό το ταξίδι. Δεν έκανε παρέες.

Ένα μικρό βατράχι τον ακολουθούσε με ισόχρονα πηδήματα και

σταματήματα

μαλακά, πολύ μαλακά ως τη σιωπή και την έκταση

γιατί ήξερε το βατράχι πως μόνον οι άγιοι είναι τόσο λυπημένοι,

μόνον εκείνοι περπατούν πιο προφυλακτικά απ’ τους δολοφόνους

μην αφήνοντας δαχτυλικά αποτυπώματα σε κανένα πόμολο καμιάς

πόρτας

κρύβοντας με τα δυο τους χέρια το κομμένο τους κεφάλι μπροστά

στην κοιλιά τους-

 

αν τους δεις κάποτε μια νύχτα με πανσέληνο απ’ το πλάι

μπροστά σ’ έναν τοίχο ασβεστωμένο ή έξω απ’ τα κάγκελα του

ποτισμένου κήπου

θαρρείς κ’ είναι έγκυοι απ’ την ίδια συγγνώμη

και ψάχνουν τόπο να γεννήσουν

αυτοί οι παράνομοι του κόσμου

αυτοί που ξεκρεμάνε τα σκοινιά απ’ τα δέντρα

αυτοί που μιλάνε από μακριά με τα δελφίνια

αυτοί με μια συνοδεία από αόρατα, παραπλανητικά τριζόνια

οι γλυκομίλητοι με τα σκουριασμένα πριόνια

οι μονοσάνδαλοι με τις πυγολαμπίδες

 

ο Βαγγέλης, ο Λευτέρης, ο Ευγένιος Πυροχίτων, συνδρομητής, λέει

των σπουργιτών

αυτός με τη δαγκωμένη φέτα το ψωμί στη ζώνη του

αυτός με τον τενεκεδένιο χωνί στην άκρη του καλαμιού του

αυτός με το σκισμένο πουκάμισο στα δημόσια ουρητήρια

αυτός με το τσιγάρο ανάποδα στον αφαλό του

αυτός με το φάλαγγα στα πόδια του

αυτός με τους δυο σταυρούς στα γόνατά του

ο ακίνητος δρομέας

ο Σταύρος ο Κυπαρισσοφόρος

ο Στάθης ο Καντηλανάφτης

ο Θωμάς Λευκοπάτης συλλέκτης κομματιών κιμωλίας

απ’ τα επαρχιακά σχολεία μπροστά σε τεράστιους μαυροπίνακες

μικρά κομμάτια κιμωλίας που τ’ ακούμπησαν στην ξύλινη κώχη

λιγνά μελανιασμένα χέρια φτωχών, τιμωρημένων, μηδενισμένων

αγοριών

τότε ακριβώς που η μεγάλη διαμελισμένη μητέρα

κοιτάζει πίσω απ’ τις φωτογραφίες του 21

κ’ η κάθε σκιά στο ταβάνι ή στο πάτωμα φαίνεται παρεξηγημένη.

 

Τ’ άλλο, μικρότερο βατράχι, κρυμμένο στο κοίλωμα

ανάμεσα στο χαμηλό τακούνι και στην τρύπια μεντζεσόλα στο παπούτσι

της νεκρής

ορκίζεται και με τα δυο του μάτια: δε θα σε μαρτυρήσω,

δε θα πω τίποτα για τις κρυφές πράξεις του έρωτα των αγίων∙

 

Τ’ αυγά των ψαριών και των πουλιών βρίσκονται στη σωστή θερμοκρασία,

τ’ άσπρο πανί σαλεύει στα ρηχά νερά,

η γαλαζόπετρα έχει πέσει, ξεγελιούνται τα χταπόδια,

βγαίνουν απ’ τις ρωγμές των βράχων, Λευτέρη, Λευτέρη,

Λευτέρη – φώναξε ο Διονύσης – Λευτέρη∙

 

πάλι πιο πάνω απ’ το λόφο: Λευτέρη, Λευτέρη

(τούτη η φωνή τόσο μονάχη, ερωτική πάνω απ’ τους αμπελώνες

κάτω απ’ τ’ αστέρια)

Λευτέρη, Λευτέρη, Λευτέρη,

 

η λάμψη και το τραγούδι ακούγονται∙ θα σμίξουμε∙

τα κομμένα κουμπιά συναθροίζονται στη σιδερένια κασετίνα,

δεν κουδουνίζουν∙ δεν τα ράβεις∙ αργότερα

παίρνουν τη θέση τους στα περιγράμματα στο μεγάλο ψηφιδωτό

επάνω στην ασπίδα του Αχιλλέα μετά την μάχη. Λοιπόν –είπε–

έβγαλε από την τσέπη του, τα μέτρησε –

ένα μισοάδειο τσιγάρο, μια τσατσάρα, το καθρεφτάκι,

τ’ αράδιασε στην παλάμη του, τα κοίταξε,

τάριξε κάτω στο φωταγωγό με τα σπασμένα μπουκάλια,

με τα παλιά γάντια, τους σκισμένους χαρταετούς, τους χαρτονένιους

δίσκους φτηνών ζαχαροπλαστείων,

εκεί στο παράθυρο, μοναχός∙ χαμογέλασε∙

Διονύση, Διονύση –αποκρίθηκε –

Διο-νύυυ-σηηη.

Συνέχεια

Βλαδίμηρος Μαγιακόβσκι, Σύννεφο με παντελόνια

Posted in European Poetry, Αφιέρωμα στον Маяковский, Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο on Νοέμβριος 11, 2012 by Le grand écrivain

024_001

Владимир Маяковский – ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ ΜΑΓΙΑΚΟΒΣΚΙ

(7 Ιουλίου 1893 – 14 Απριλίου 1930)

ΣΥΝΝΕΦΟ ΜΕ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙΑ
Τετράπτυχο
(Αποσπάσματα)

Απόδοση Γιάννη Ρίτσου – Άρη Αλεξάνδρου

Σ’ εσένα Λίλη

Πρόλογος

Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξυγκόθρεφτος λακές
σ’ ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου
φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.

Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχειά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω,
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.

Εσείς οι αβροί!…
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.

Όμως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα;
Ελάτε να σας δασκαλέψω,
εσάς τη μπατιστένια απ’ το σαλόνι,
εσάς την άψογον υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κι εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα – ήρεμα τα χείλη σας
σε μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού
μαγειρικής.

Θέλετε –
θάμαι ακέριος όλο κρέας, λυσσασμένος,
– κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός-
Θέλετε –
θάμαι η άχραντη ευγένεια
– όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια.
. . . . . . . . . . . . . . .

Ι

– Νομίζετε ίσως πως παραμιλάει ο πυρετός;
Έγινε.
Έγινε στην Οντέσσα.
Θάρθω στις τέσσερις, είπε η Μαρία.

Οχτώ
Εννέα
Δέκα

Να και το βράδυ
έφυγε απ’ το παράθυρο
μες στ’ ανατρίχιασμα της νύχτας
κατσουφιασμένο
δεκεμβριανό.

Πίσω απ’ την ξεχαρβαλωμένη πλάτη
χλιμιντράν χαχανίζουν τα πολύφωτα.

. . . . . . . . . . . . . .

Και να τεράστιος
καμπουριάζω στο παράθυρο
λυώνοντας με το κούτελο το τζάμι.

. . . . . . . . . . . . .

Ακόμα, ακόμα,
με το πρόσωπο ζουληγμένο
πάνω στο βλογιοκομμένο πρόσωπο της βροχής,
περιμένω
πιτσιλισμένος απ’ τον κεραυνό
των παφλασμών της πολιτείας.

Το μεσονύχτι
σειώντας το γυμνό μαχαίρι του,
έφτασε,
τον έσφαξε.
Πετάχτε τον.

Έπεσε κι η δωδέκατη ώρα
σάμπως κεφάλι εκτελεσμένου απ’ το ικρίωμα.

. . . . . . . . . . . . . . . .

Άξαφνα
οι πόρτες τρίζουν
σα να χτυπάνε από το κρύο τα δόντια της εισόδου.

Μπήκες εσύ,
απότομα σαν ένα : πάρ’ το
βασανίζοντας το σεβρό του γαντιού σου
κι είπες:
Ξέρετε –
παντρεύομαι.
Τι να γίνει, παντρευτείτε.
Δεν πειράζει.
Θα κάνω κουράγιο.
Βλέπετε – τι ήρεμος που είμαι!
Σαν το σφυγμό
ενός νεκρού.

. . . . . . . . . . . . . . .

Πάλι ερωτευμένος θα ριχτώ στο γλεντοκόπι,
Πυρπολώντας το τόξο των φρυδιών μου.
Τι να γίνει;
Και σ’ ένα σπίτι καμένο
ζούνε καμιά φορά άστεγοι αλήτες.

. . . . . . . . . . . . . . . .

Αλό, αλό!
Ποιος εκεί;
Α εσύ μητέρα,
Μητέρα,
ο γιος σας είναι εξαίσια άρρωστος.
Μητέρα!
Πάσχει από πυρκαϊά καρδιάς.
Πέστε στις αδερφές, τη Λιούντα και την Όλια,
δεν έχει πια πού ν’ απαγκιάσει.
Κάθε λέξη,
ακόμα κι ένα αστείο
που φτύνει απ’ το καψαλιασμένο στόμα του,
πετάγεται έξω σαν πόρνη γδυτή
απόνα μπορτέλο πούπιασε φωτιά.

. . . . . . . . . . . . . . .

Στο πρόσωπο που ακόμα καίγεται,
απ’ τη σκισμάδα των χειλιών,
ένα μικρό – μικρό φιλί απανθρακωμένο
προβαίνει να ριχτεί στο δρόμο.
Μητέρα.
Δεν μπορώ να τραγουδήσω.
Στο παρεκκλήσι της καρδιάς μου
τα ψαλτήρια καίγονται.

. . . . . . . . . . . . . .

Στερνή κραυγή –
κάνε τουλάχιστον εσύ,
μες απ’ τη φλόγα που σε καίει,
ν’ αντιλαλήσει ο στεναγμός σου
στους αιώνες!

ΙΙ

Δοξάστε με.
Δεν είμαι ταίρι εγώ των ισχυρών.
Εγώ επάνω σ’ όλα που έχουν γίνει
βάζω μηδέν.

. . . . . . . . . . . . .

Ετούτοι
τσαγκρουνώντας ρίμεςστο βιολί τους.
Βράζουν έρωτες κι αηδόνια
για να βγάλουν δυο δάχτυλα ζουμί.
Ενώ ο δρόμος
δίχως γλώσσα κουλουριάζεται.
Δεν έχει με τι να φωνάξει.
Δεν έχει με τι να μιλήσει.

. . . . . . . . . . . . .

Ο δρόμος
στριμώχνει σιωπηλά τα βάσανά του.
Η φωνή του
σαν κόκκαλο ψαριού στο λαρύγγι του.

Η πολιτεία αμπάρωσε το δρόμο με σκοτάδι.

Και στο στόμα
σαπίζουν τα μικρά πτώματα
των πεθαμένων λέξεων,
και δυο μονάχα ζουν
χοντραίνοντας,
τσογλάνι,
και μια άλλη ακόμα,
θαρρώ:
«ψωμί»

Οι ποιητές
που μούλιασαν στα κλάματα και στ’ αναφιλητά
λακίσαν απ’ το δρόμο
τινάζοντας ακατάδεχτα τα τσουλούφια τους.
Πώς με δυο τέτοιες λέξεις
να τραγουδήσεις
την δεσποινίδα
και τον έρωτα
και το τριανταφυλλάκι με τις δροσοσταλίδες;

Και πίσω από τους ποιητές
τρέχουν τα πλήθη του δρόμου:
Φοιτητές,
πόρνες,
εργολάβοι.

. . . . . . . . . . . . . .

Ακούστε!
Κάνει το κήρυγμά του
με βογγυτά κι ουρλιάγματα
ο σύγχρονος φωνακλάς Ζαρατούστρας.

Εμείς
με πρόσωπο σαν αγουροξυπνημένο σεντόνι,
με χείλια κρεμασμένα σαν πολύφωτα,

Εμείς
οι κατάδικοι της πολιτείας των λεπρών,
όπου η βρώμα κι ο χρυσός γαγγραίνιασαν τη λέπρα,

Εμείς,
είμαστε πιο καθάριοι κι απ’ το κρούσταλλο της Βενετιάς
που το ξεπλύνανε μαζί κι οι θάλασσες κι ο ήλιος.
Στα παλιά μας παπούτσια κι αν δε βρίσκονται
στους Όμηρους και στους Οβίδιους
ανθρώποι σαν και μας,
βλογιοκομμένοι απ’ την καπνιά.

Εμείς,
καθένας από μας,
κρατάμε μέσα στη γροθιά μας
τους κινητήριους ιμάντες του σύμπαντος.

. . . . . . . . . . . . . . .

Εγώ που η σύγχρονη γενιά μου γέλασε κατάμουτρα,
διακρίνω αυτόν που φτάνει μες απ’ τις οροσειρές του χρόνου,
διακρίνω αυτόν που κανένας δε βλέπει.

Εκεί που τ’ ανθρώπινο βλέμμα τσακίζεται ανήμπορο,
βλέπω να καταφθάνει
των πεινασμένων στρατηλάτης,
φορώντας το ακάνθινο στεφάνι της επανάστασης
το 1916.

Κι ανάμεσά σας είμαι εγώ
ο Πρόδρομος του,
κι είμαι όπου βρίσκεται κι ο πόνος, πάντοτε παντού.
Πάνω σε κάθε μια σταλαματιά του νέφους των δακρύων
έχω σταυρωθεί.

Τίποτα πια δεν είναι για συγγνώμη.

Κι όταν
τον ερχομό του διαλαλώντας
ανταριασμένοι
θα βγείτε να δεχτείτε τον Σωτήρα,
εγώ για σας
θα ξεριζώσω την καρδιά μου
θα την ποδοπατήσω
κι έτσι μεγαλωμένη
και καταματωμένη
θα σας τη δώσω για σημαία.

ΙΙΙ

—-

Σήμερα πρέπει
με τη βαρειά
ν’ αποτυπώνεσαι στο καύκαλο του κόσμου.
Εσείς που μοναχά μιαν έγνοιαν έχετε:
είναι τάχα ο χορός μου κομψός;
κοιτάχτε πως διασκεδάζω
εγώ –
ο χαρτοκλέφτης κι ο ρουφιάνος
της πλατείας.

Από σας
που χρόνια τώρα παπαριάζετε στον έρωτα
εγώ θα χωρίσω τα τσανάκια μου
τον ήλιο βάζοντας μονύελο
στ’ ορθάνοιχτό μου μάτι.
Μ’ απίθανο ρούχο ντυμένος
θα βαδίσω στη γης
και μπροστά μου δεμένον μ’ αλυσίδα
θα κρατάω σαν σκυλί τον Ναπολέοντα.

. . . . . . . . . . . . . . .

Έι, σεις που σουλατσέρνετε
βγάλτε τα χέρια από τις τσέπες.
Πάρτε μαχαίρι, πέτρα, μπόμπα,
κι αν είν’ κανείς σας δίχως χέρια
ναρθεί να χτυπηθεί με κουτουλιές.

. . . . . . . . . . . . . .

Στον ουρανό, σα Μαρσεγιέζα κόκκινη,
σφαδάζει ψοφώντας η δύση.
Όλα πια είναι μια τρέλλα.

. . . . . . . . . . . . . .

Μαρία, Μαρία, Μαρία.
Άσε με νάμπω Μαρία,
Δε μπορώ έξω στους δρόμους.
Μαρία το βλέπεις –
που ανάμεσα στα δόντια μου κρατάω
– πάλι –
το μπαγιάτικο ψωμάκι
απ’ το χτεσινό σου χάδι.

Μαρία. Άνοιξε. Πονάω.

Βλέπεις –
μες στα μάτια μου μπήχτηκαν
οι καρφίτσες των γυναικείων καπέλων

Μαρία,
Φοβάμαι μην ξεχάσω τα’ όνομά σου,
όπως φοβάται μην ξεχάσει ο ποιητής
μια λέξη που γεννήθηκε
στις ωδίνες της νύχτας
μια λέξη μεγάλη σαν το Θεό.

Δε θέλεις Μαρία; Δε θέλεις;

Λοιπόν θα ξαναπάρω πάλι
σκυφτός και σκοτεινός την καρδιά μου
ποτισμένη με δάκρυ
για να την κουβαλήσω
σαν το σκυλί που κουβαλάει
στην τρύπα του
το πόδι του που τούκοψε το τραίνο.

Χίλιες φορές θα στροβιλίσει ο ήλιος
σε χορό τη γη
όπως η Ηρωδιάδα
την κεφαλή του Βαπτιστή.
Κι όταν τα χρόνια μου
τα χορέψει ως το τέλος,
μ’ εκατομμύρια στάλες αίμα
θάχουν στρωθεί τα χνάρια μου στο δρόμο
ως το κατώφλι του Πατέρα.

Παραμερίστε.
Δε θα μου φράξετε το δρόμο.

Κοιτάχτε
αποκεφάλισαν ξανά τ’ αστέρια
ματωμένος ουρανός σα σφαγείο.
Έι, εσύ! Ουρανέ!
Βγάλ’ το καπέλο σου.
Εγώ περνάω.

Ησυχία!
Κοιμάται η οικουμένη
ακουμπώντας το τεράστιο αυτί της
πάνω στο χέρι της το ολόστικτο
απ’ τα τσιμπούρια των άστρων.

(1915)

Aragon, Pour saluer Ritsos

Posted in Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο on Μαρτίου 30, 2011 by Le grand écrivain

POUR SALUER RITSOS

En février 1949, dans la page du C.N.E. que les Lettres Françaises publiaient alors, était présenté à nos lecteurs un poète grec, Yannis Ritsos, avec un grand poème, Lettre à la France, traduit par M. Néoclès Coutousis : dans un article voisin, on pouvait lire de lui cette biographie :

Né à Monemvasie (Laconie), en 1909, il est, depuis 1934, un des chefs de file de la jeune poésie grecque. Ses recueils lyriques et généreux s’intitulent Tracteurs, Pyramides, Le chant et la sœur, Symphonie Printanière, La marche de l’Océan, Epreuve. Ritsos est un vibrant ami de la France, de ses livres, de ses messages de progrès. Le 14 Juillet 1945, il composa une admirable Lettre à la France qui fut déclamée alors devant 30 000 Athéniens et dont le retentissement fut profond en France, où notamment Pierre Blanchard, en 1946, à Paris, au cours d’une réunion franco-grecque, en fit une inoubliable lecture. Le poème, depuis, a été reproduit dans l’anthologie des poèmes pour la paix, publiée par M Armand Megglé. Ritsos est poitrinaire.

Le poète était alors déporté à l’île de Limnos.

Nous n’avions plus entendu parler de lui depuis ce temps là. Voici qu’un petit livre de lui nous donne de ses nouvelles, cette Sonate au clair de lune, qui nous parvient avec une traduction de M. Alécos Kataza, que nous publions aujourd’hui. Le poète est maintenant à Athènes, libre. Il a quarante-neuf ans, et sur ce texte on peut maintenant le voir grandeur nature : il faut savoir le saluer, et le dire très haut, c’est un des plus grands et des plus singuliers parmi les poètes d’aujourd’hui. Pour ma part, il y avait longtemps que quelque chose ne m’avait donné comme ce chant le choc violent du génie.

Je sais : ce mot-là ne se prononce pas, ou tout au moins il ne faut pas l’écrire. Je n’y puis rien. Je ne le retire pas.

*

De ce poème, paru en décembre 1956, le traducteur m’écrit qu’il exprime l’impasse tragique dans laquelle sont tombés l’individualisme et toute le civilisation bourgeoise.

J’imagine qu’il me dit ceci, s’étant donné la peine de et l’amour de traduire, pour concilier à ce poème le lecteur que je suis. Et je sais que l’ayant lu à des camarades, qui avaient paut être besoin de ce commentaire pour se sentir le droit d’admirer, et à qui j’avais omis de le transmettre, j’ai vu dans leurs yeux cet égarement, ce trouble, des gens qui ne voient pas où on les mène. On m’a dit que c’était obscur, difficile, et même plus fait pour une revue que pour les Lettres. Je ne me suis pas arrêté à ces remarques : J’ai peut être tort de faire cette confiance aux lecteurs des Lettres françaises, mais je ne les croie pas faits pour ne lire que des poèmes d’un seul type, portant tout au moins les références évidentes qui rendent licite l’enthousiasme qu’on en a.

Ritsos a-t-il ou non voulu montrer l’impasse de l’individualisme et de la civilisation bourgeoise ? Je n’en sais rien. Je puis imaginer que l’on comprenne cette Sonate, au clair de lune d’une telle affirmation, et elle peut bien être fondée. Elle me rappelle et l’explication que Michelet donne du Radeau de la Méduse, affirmant que Guéricault y a peint la France dans la nuit de la Restauration, et l’explication par Proudhon de ce Retour de foire de Courbet, où il voit toute l’histoire de la société sous Louis-Philippe. Ce n’est pas aujourd’hui que les hommes marqués par la passion politique, cherchent ainsi à lier profondément ce qu’ils admirent et ce qu’ils pensent, avec un bonheur inégal. Justifier, justifier… Qui oserait dire que cela ne part pas d’un sentiment louable ? J’ajouterai qu’il arrive que ce genre d’interprétation serve le livre, tableau, poème, ou cuvette, à laquelle il faut bien voir qu’il s’applique par une volonté émouvante du théoricien, cherchant à créer un pont entre l’œuvre d’art et ceux qui vont passer distraitement devant elle. Mais c’est par là surtout que ce genre d’interprétation vaut, et parfois prévaut. Il faut le prendre comme une image poétique, ne pas trop s’attacher à la traduction qu’il donne, et Michelet ne pouvait pas ne pas voir la France sur le Radeau, et son image est celle d’un poète, et je salue en lui ce poète. Mais considérer directement l’œuvre de Géricault comme  « la France sous le Restauration » est un non-sens. C’est, une fois de plus, tomber dans ce qu’on appelle, pour le condamner, le sociologisme vulgaire.

*

Συνέχεια

Γιατί τον είχαμε λησμονήσει…

Posted in Greek Poetry, Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο on Φεβρουαρίου 26, 2008 by Le grand écrivain


Γιάννης Ρίτσος

(1909 – 1990)


(Μέρος τρίτο)

 

Σιγή

 

Μέσα στο σώμα του, ένα άλλο σώμα, μεγάλο, ανεξιχνίαστο,

βουβό, – μια βουβαμάρα παντοδύναμη. Τα μεσημέρια

η τα βράδια, στο δείπνο, με την ήσυχη λάμπα, καθώς ανεβάζει

αργά, προσεχτικά το πιρούνι ως το στόμα του, το ξέρει

ότι ταΐζει εκείνο το άλλο, το άγνωστο, αδηφάγο στόμα.

 

 

Επίλογος

 

Ζωή, – ένα τραύμα στην ανυπαρξία.

 

 

Νύχτα

 

Ψηλός ευκάλυπτος μ’ ένα φαρδύ φεγγάρι.

Ένα άστρο τρέμει στο νερό.

Ουρανός άσπρος, ασημένιος.

Πέτρες, γδαρμένες πέτρες ως επάνω.

Ακούστηκε πλάι στα ρηχά

Δεύτερο, τρίτο πήδημα ψαριού.

Εκστατική, μεγάλη ορφάνια – ελευθερία.

 

 

 

(Πέτρες, 1968)


 

 

 

Παραπλανητική εξομολόγηση


 

Έριχνε τα μαλλιά της στον αγέρα, ωραία, ωραία, αγέρωχη·

έτρεχε ξαναμμένη στον ηλιόλουστο διάδρομο. «Εσάς – έλεγε –

δε σας χρειάζομαι διόλου. Εγώ είμαι ερωτευμένη με τ’ αγάλματα».

Έτρεχε, αγκάλιαζε τους πέτρινους εφήβους μπρος στα μάτια μας·

φιλούσε τον έναν στο στόμα, τον άλλον στο στήθος ή στο γόνατο,

τον άλλον στα νύχια των ποδιών. Γελούσε. Λάμπαν τα δόντια της.

Έτρεχε αγέρινη, χορεύοντας. Τέλος, σωριάστηκε στο πάτωμα.

Γελούσε ακόμη. Σκέπασε το πρόσωπο με τα μαλλιά της. Έκλαιγε.

Η χρυσή ζώνη της κρεμότανε στον ώμο ενός αγάλματος.

 

 

Υποθήκη


Είπε: Πιστεύω στην ποίηση, στον έρωτα, στο θάνατο,

γι αυτό ακριβώς πιστεύω στην αθανασία. Γράφω ένα στίχο,

γράφω τον κόσμο· υπάρχω· υπάρχει ο κόσμος.

Από την άκρη του μικρού δακτύλου μου ρέει ένα ποτάμι.

Ο ουρανός είναι εφτά φορές γαλάζιος. Τούτη η καθαρότητα

Είναι και πάλι η πρώτη αλήθεια, η τελευταία μου θέληση.

 

 

Το αίμα


 

Ύστερα, μια κηλίδα από αίμα φάνηκε στην άσφαλτο·

η κηλίδα μεγάλωνε, απλωνόταν, κατάπινε

την αυλή, την καρέκλα, το πηγάδι, το σίγλο·

έμεινε απ’ έξω ένα μέτρο σκοινί – τόσο μόνο.

Το ρολόι της Μητρόπολης έγινε κόκκινο·

το ίδιο και το Ταχυδρομείο. Η κηλίδα απλωνόταν,

κατάπινε τα σπίτια, τα τηλεγραφόξυλα, τον ήλιο,

κατάπινε κι εμάς – μας έκρυβε μέσα στο κόκκινο.

Και μόνο που είδαμε το μέγεθος της, νιώσαμε και πάλι

ωραίοι, απλοί, συντεταγμένοι, αθωωμένοι.

 

 

Ο σκοινοβάτης


Όχι, δεν θέλει ν’ αφεθεί· το σκοινί τρέμει· κλείνει τα μάτια.

Το βάθος, κάτω, μαύρο από ησυχία. Το σκοινί δεν τελειώνει.

Τα μάτια ανοίγουν, διαστέλλονται, επιπλέουν, κοιτάζουν πάνω,

κρατιούνται από ‘να σύννεφο, ένα φύλλο· αλλάζουν, στρογγυλεύουν,

γίνονται δυο μεγάλοι κρίκοι· αρπάζεται απ’ τα μάτια του – να τον,

αφήνει το σκοινί, κάνει μια τούμπα στον αέρα, χαμηλώνει,

του πέφτει το καπέλο, πέφτει το λουλούδι του απ’ το πέτο· – να τον πάλι

που ψαύει το σκοινί με τ’ ακροδάχτυλα· ανεβαίνει τη σκάλα,

ισορροπεί, χαμογελάει· μια τελευταία υπόκλιση. Κανείς τριγύρω

να τον χειροκροτήσει. Μόνο μία φωνή: Κρατήσου, κρατήσου,

κρατήσου απ’ τα μάτια σου. Ποιος τον φωνάζει; Από πού τον φωνάζουνε;

 

 

(Κιγκλίδωμα, 1968-1969)


 

Αποσπασματικά


 

Έτσι ήταν· – κάτω απ’ τις σημαίες κανένας δεν σκεφτόταν.

Ύστερα, που μάζεψαν τις σημαίες και τις κλείσαν στο μπαούλο,

είχαν χάσει πια τη συνέχεια· κομμένο ένα πόδι, ένα χέρι,

κάποτε το κεφάλι. Στην κουζίνα χτυπούσε το ξυπνητήρι μονάχο·

έβραζε το νερό, ξεχείλιζε απ’ το μπρίκι. Τον τραυματία τον πέρασαν

κρυφά απ’ το διάδρομο, σκεπασμένον ολόκληρο με μια κουβέρτα.

Και, ξαφνικά, στο τελευταίο δωμάτιο ακούστηκε η κραυγή.

Όλοι έφεραν την παλάμη στο στόμα τους σαν να ‘ταν αυτοί που ‘χαν φωνάξει.

 

 

Άγνωστο όργανο


 

Δεν αγαπούσε πια τα πράγματα, τα λόγια, τα πουλιά που ‘χαν γίνει

συνθήματα ή σύμβολα· (και τίποτα σχεδόν δεν είχε ξεφύγει

τη μοίρα ετούτη). Έτσι προτίμησε να κλείσει το στόμα του

κάνοντας, όπως οι μουγκοί, κάτι παράδοξες κινήσεις

ήρεμες, διφορούμενες, πικρές και κάπως αστείες. Όμως κι εκείνες,

μερικά χρόνια αργότερα, συνθήματα είχαν καταντήσει.

 

 

Στο βυθό

 

Είδε το δύτη να κινείται βαθιά στο νερό

με ανάλαφρες, σάρκινες κινήσεις. Πιο πέρα

είδε το πήλινο πέος και τα πόδια του αγάλματος

να πατούν σταθερά στο βυθό. Κι είδε ακόμη

την πήλινη γυναίκα ξαπλωμένη, περιμένοντας

με το ‘να γόνατο ανασηκωμένο, μ’ ένα κόκκινο

ολότελα κόκκινο ψάρι στην κοιλιά της. Μονάχα

που δεν σαλεύαν τα φύκια, δεν υπήρχαν φύκια,

και το νόμισμα που ρίξαν από πάνω κατέβαινε αργά

ώσπου σταμάτησε μια σπιθαμή απ’ το στόμα της γυναίκας.

 

 

(Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη, 1967-1971)


Ανταπόκριση

 

(Ένας ποιητής μιλάει σ’ έναν ποιητή του μέλλοντος)

 

Αν δεν ήξερα πως εσύ θα μ’ ακούσεις μια μέρα

δεν θα ‘χα πια τι να πω, δεν θα μπορούσα να μιλήσω,

κι η αράχνη που μας δίδαξε την κάθετη άνοδο

στο γυμνό τοίχο, θα στάθμευε στο στόμα μου

σπρώχνοντας ίσα μέσα στο λαιμό μου

τα τρία μαύρα κουμπιά του σακακιού μου

και τ’ άλλα τα λευκά απ’ τις πουκαμίσες των νεκρών.

 

 

 

 

 

Προσανατολισμός


 

Σχεδιασμοί οικονομικοί, χάρτες, πυξίδες, διαβήτες –

τίποτα δεν καταλαβαίναμε απ’ αυτά. Η προμελέτη

σε αποτυχία θα κατέληγε πάντοτε.

Εμείς

πιασμένοι απ’ το σκοινί κατεβαίναμε κάτω, πιο κάτω

στ’ αρχαίο πηγάδι, νιώθοντας στα πέλματα μας

τη σκοτεινή δροσιά του βάθους.

Στο στόμιο, επάνω,

ένα ελάχιστο φως (ίσως η καύτρα του δικού μας τσιγάρου),

κι οι πέτρες που κατρακυλούσαν στο βυθό

μας όριζαν μια θέση μες στον κρεμασμένο κόσμο.

 

 

Ο σκοινοβάτης κι οι θεατές


 

Ωραίος, εκπληκτικός σκοινοβάτης, ψηλά στον αέρα, –

τι ευαίσθητα πέλματα· και οι άκρες των δακτύλων – θαύμα·

κομψός, ευσταθής, με την κίτρινη ομπρέλα του – έτσι

σαν φωτοστέφανο δήθεν, – με δυο, με τρεις καρέκλες

κρατημένες στα δόντια του· με πόσα τόπια και στεφάνια

ν’ ανεβοκατεβαίνουνε στα χέρια του. Ωραίος, αλήθεια,

εκεί ψηλά, πάνω απ’ τις πολυθρόνες των θεατών, πάνω

απ’ τις τριανταφυλλιές, τα δέντρα, τα λαμπιόνια του Κήπου·

κι ύστερα μέσα στα χειροκροτήματα, που μάζευε

με μια παράξενη ησυχία τα σύνεργα του, ταυτόχρονα

υποκλινόμενος αόριστα· – τα τόπια στις θήκες τους,

το ίδιο και τα στεφάνια. Σιωπηλός. Έκλεισε τελευταία

την κίτρινη ομπρέλα του. Το σκοινί, τώρα, στο λαιμό του,

πατώντας όχι πια στο σκοινί, μα κατευθείαν στον αέρα.

 

Κι εμείς προσμέναμε καπνίζοντας, λίγο πιο κάτω,

κανονικά τη συνέχεια του προγράμματος, ιδίως

κείνο το νούμερο με τις χιλιάδες γυναικεία πόδια

στροβιλιζόμενα ψηλά με μαύρες κάλτσες και ψηλά τακούνια.

 

 

(Θυρωρείο, 1971)

Νυχτερινή περιπολία


 

Ανώνυμη πολιτεία, εναλλασσόμενη· αεικίνητα φώτα.

Πολύχρωμα γράμματα, σχήματα, εικόνες. Μεθυσμένοι

μονολογούν πάνω απ’ τον ίσκιο τους. Μια πρόσθεση – είπε –

κάνουν μια πρόσθεση (όχι ένωση, βέβαια) μ’ αριθμούς ξένους,

φανταστικούς αριθμούς· – πόσα κομμάτια χώρια. Υπάρχουν και ζώα

χαμένα στους δρόμους, ανόητα, περίλυπα. Αν τα φωνάξεις

δε γυρίζουν να δουν· φεύγουν αργά· δε φοβούνται. Ένα σκυλί

κοιτάζει το βλεφάρισμα των αστεριών στον άσπρο τοίχο,

ύστερα προχωρεί, ανεβαίνει τη σκάλα. Η τζαμόπορτα

είναι κατάφωτη. Μέσα στην αίθουσα είκοσι τέσσερα χέρια

κινούνται πάνω απ’ το μακρύ τραπέζι, σταματούν, μιμούνται

τη συμπεριφορά μιας μακρινής αθανασίας, ανταλλάσσουν

κολλαριστά χαρτονομίσματα (πιθανόν κίβδηλα) που δεν τους ανήκουν,

που δεν υπάρχουν· ως την ώρα που ακούγονται γύρω στους λόφους

τα τύμπανα κι οι σάλπιγγες απ’ τους στρατώνες κρυμμένους στα πεύκα

και πια κανείς δεν είναι στους αποχρωματισμένους δρόμους

μονάχα τα τεράστια δοχεία απορριμμάτων κι οι πανύψηλες σκάλες

μέσα στο πελιδνό ξημέρωμα με τις όρθιες, τυφλές πινακίδες.

 

 

(Πάροδος, 1971-1972)


Ξημερώνει


 

Γήινο βάθος σκοτεινό ως το τέλος. Ένα μόνο

παράθυρο αναμμένο – ένα μεγάλο

κλεμμένο πράσινο διαμάντι. Ο ουρανός

ολόλευκος, ολόγυμνος. Ω, μυστικό ξημέρωμα – είπε –

δέρμα ολόλευκο κατάστικτο με κόκκινους πόρους· όνειρο,

όνειρο επουλωμένο, η ουλή σου πιο λευκή στον κρόταφο μας.

 

(Το μακρινό, 1975)

 

 

Γιατί τον είχαμε λησμονήσει…

Posted in Greek Poetry, Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο on Φεβρουαρίου 13, 2008 by Le grand écrivain

Γιάννης Ρίτσος (1909 – 1990)

(Μέρος δεύτερο)

Φως

Ένα κλαδάκι μυγδαλιάς

μπρος στο παράθυρο,

ένα κλαδάκι μονάχα

σου κρύβει το μισό χωριό.

Ο έρωτας με την παλάμη του

Σου κρύβει όλο τον κόσμο.

Μένει το φως μονάχα.

Μικρή Μοναξιά

Στη γωνιά της αυλής, μέσα στα σαπουνόνερα,

κάτι τριαντάφυλλα καμπούριασαν από το βάρος της ευωδιάς τους.

Κανένας δεν μύρισε αυτά τα τριαντάφυλλα.

Καμιά μοναξιά δεν είναι μικρή.

Ξεχασμένος καλλιτέχνης

Ένας ζωγράφος, μες το απόγευμα, σχεδίασε ένα τραίνο.

Το τελευταίο βαγόνι ξέκοψε από το χαρτί

και ξαναγύρισε μονάχο του στην αποθήκη.

Μέσα σ’ αυτό ακριβώς το βαγόνι καθόταν ο ζωγράφος.

Ταύτιση

Μόνος.

Τ’ άσπρο και σκοτεινό σώμα της νύχτας,

κολλημένο στο σώμα του.

Υπάρχει; Δεν υπάρχει; Μες τα σπίτια, οι καρέκλες

έχουν τέσσερα πόδια.

Τόσο απλός είναι ο κόσμος.

Τόσο σύνθετος.

(Ασκήσεις, 1950-1960)


Στίχος

Γεύση βαθιά του τέλους προηγείται του ποιήματος. Αρχή.

Ο κλέφτης

Κλέφτης, – στ’ αλήθεια, κλέφτης, άσημος, σεσημασμένος·

παραμόνευε

γυναίκες κι άντρες, γέρους και παιδιά, φύλλα, παράθυρα,

λαμπτήρες,

παλιές κιθάρες, ραπτομηχανές, ξερά κλαδιά, τον εαυτό του.

Όλο έκλεβε

μια στάση τους, μιαν έκφραση τους, τ’ αποτσίγαρα που πετούσαν

στο δρόμο,

τα ρούχα τους, όταν γδύνονταν την ώρα του έρωτα, τη σκέψη

τους,

τ’ άγνωστα σχήματα τους, τα δικά τους, τα δικά του, κι έφτιαχνε

μεγάλες, περίεργες ανθοδέσμες ή φύτευε γλάστρες. Τώρα,

στ’ ανθοπωλείο της γειτονιάς, πίσω απ’ τα τζάμια, τον βλέπαμε

να ραντίζει με την τρόμπα τα μεγάλα τριαντάφυλλα, τις ντάλιες,

τα γαρύφαλλα

χωρίς να τα πουλάει μήτε να τα χαρίζει· – ένας κλέφτης

ιδιόρρυθμος,

ένας παρηκμασμένος πρίγκιπας μέσα στη σέρα του. Μόνο το

πρόσωπο του,

ωχρό, ξεχώριζε ανάμεσα στους πανύψηλους κρίνους,

σαν ένας νεκρός μέσα στο γυάλινο του φέρετρο. Ωστόσο,

στα κρύα του χειμώνα, αυτό το ανθοπωλείο με τ’ απούλητα

άνθη,

πάντα μας έδινε την αίσθηση μιας αιώνιας άνοιξης· κι ας μάθαμε

αργότερα

πως όλ’ αυτά τα λουλούδια ήταν χάρτινα, βαμμένα

με κόκκινη και κίτρινη μπογιά – πιότερο κόκκινη – σε

διάφορους τόνους.

(Μαρτυρίες Α’, 1957-1963)


Ακίνητη απομάκρυνση

Κανένας δεν ακούει τον άλλο. Ούτε αυτός ακούει κανέναν.

Έτσι άρχισε να τραγουδάει αμίλητος τη δύσκολη δικαιοσύνη.

Στα βραδινά μπαλκόνια μέναν οι γυναίκες κουρασμένες.

Τα χέρια τους πάνω στα κάγκελα άναβαν γαλάζια ή ασημένια.

Και κάτω απ’ τα μπαλκόνια, τα καράβια με σβησμένα φώτα.

Πέρασμα

Γυναίκες κι άντρες πέρασαν γυμνοί καβάλα στ’ άλογα.

Στις ράχες των αλόγων τα όργανα τους έπαιζαν.

Πίσω τους έμειναν κλαδιά, λαγήνια, πούπουλα,

ένα μεγάλο χρώμα κατακόκκινο

κι ένα μακρύ φτερό να γράφει ο έρωτας.

Ο αναδυόμενος

Καθώς βγήκε απ’ τη θάλασσα, λάμποντας όλος, εκείνη

σύρθηκε στα χαλίκια, σκέπασε τα πόδια του με τα μαλλιά της.

Ολόγυρα φεγγοβολούσε η αγέρωχη ερημιά κι ακούγονταν

τα βέλη που χτυπούσαν στη μεγάλη, ολόχρυση ασπίδα.

(Επαναλήψεις, Σειρά πρώτη, 1963 – 1965)


Ο Ηρακλής κι εμείς

Μεγάλος και τρανός, σου λένε, τέκνο Θεού, κι ένα σωρό δασκάλοι από πάνω: –

ο γέρο-Λίνος, γιος του Απόλλωνα, ναν του μαθαίνει γράμματα· ο Εύρυτος

την τέχνη του τοξότη· ο Εύμολπος, γιος του Φιλάμωνα,

τραγούδι και λύρα· και, το πιο σπουδαίο απ’ όλα, ο γιος του Ερμή, ο Αρπάλυκος

που τα παχιά, τα τρομερά του φρύδια πιάναν το μισό του κούτελο,

του ‘μαθε για τα καλά την τέχνη των Αργείων: – την τρικλοποδιά·- με τούτην

κερδίζονται τα πιο πολλά, στην πυγμαχία, στην πάλη, και στα Γράμματα ακόμα.

Όμως εμείς, τέκνα θνητών, δίχως δασκάλους, με δικιά μας μόνο θέληση

μ’ επιμονή κι επιλογή και βάσανα, γίναμε αυτό που γίναμε. Καθόλου

δεν νιώθουμε πιο κάτου, μήτε χαμηλώνουμε τα μάτια. Μόνες

περγαμηνές μας: τρεις λέξεις: Μακρόνησος, Γυάρος και Λέρος. Κι αν αδέξιοι

μια μέρα σας φανούν οι στίχοι μας, θυμηθείτε μόνο πως γραφτήκαν

κάτω απ’ τη μύτη των φρουρών, και με τη λόγχη πάντα στο πλευρό μας.

Κι ούτε χρειάζονται δικαιολογίες, – πάρτε τους γυμνούς, έτσι όπως είναι,-

Πιότερα ο Θουκυδίδης ο στεγνός θα σας πει απ’ τον περίτεχνο τον Ξενοφώντα.

Η απόγνωση της Πηνελόπης

Δεν ήτανε πως δεν τον γνώρισε στο φως της παραστιάς· δεν ήταν

τα κουρέλια του επαίτη, η μεταμφίεση, – όχι· καθαρά σημάδια:

η ουλή στο γόνατο του, η ρώμη, η πονηριά στο μάτι. Τρομαγμένη,

ακουμπώντας τη ράχη της στον τοίχο, μια δικαιολογία ζητούσε,

μια προθεσμία ακόμη λίγου χρόνου, να μην απαντήσει,

να μην προδοθεί. Γι αυτόν, λοιπόν, είχε ξοδέψει είκοσι χρόνια,

είκοσι χρόνια αναμονής και ονείρων, για τούτον τον άθλιο,

τον αιματόβρεχτο ασπρογένη; Ρίχτηκε άφωνη σε μια καρέκλα,

κοίταξε αργά τους σκοτωμένους μνηστήρες στο πάτωμα, σαν να κοιτούσε

νεκρές τις ίδιες της επιθυμίες. Και: «καλωσόρισες», του είπε,

ακούγοντας, ξένη, μακρινή, τη φωνή της. Στη γωνιά, ο αργαλειός της

γέμιζε το ταβάνι με καγκελωτές σκιές· κι όσα πουλιά είχε υφάνει

με κόκκινες λαμπρές κλωστές σε πράσινα φυλλώματα, αίφνης

τούτη τη νύχτα της επιστροφής, γυρίσαν στο σταχτί και μαύρο

χαμοπετώντας στον επίπεδο ουρανό της τελευταίας της καρτερίας.

(Επαναλήψεις, Σειρά δεύτερη, 1968)


Η χαμένη Υπερβόρειος

Το μάθαμε καλά πως Υπερβόρειος διόλου δεν υπάρχει

πέρα από τις Ριπαίες οροσειρές, όσο κι αν τα γλαυκά όρια της,

ανάλογα με τις πιο πρόσφατες ανακαλύψεις των γεωγράφων,

μετακινούνταν όλο πιο μακριά.

Σήμερα βεβαιώθηκε:

μια σκέτη φαντασία η χώρα απ’ όπου μας ερχόντανε

οι κύκνοι και τα ορτύκια, όπου οι σεμνόπρεπες κόρες

Λαοδίκη και Υπερόχη ετοίμαζαν για τους θεούς

τα πρώτα φρούτα της σοδειάς, προσεχτικά τυλίγοντας τα

σ’ άχυρο σίτου και λεπτό χαρτί.

Και τώρα αναρωτιόμαστε

που τάχατε ν’ αποδημεί ο Απόλλωνας κάθε χειμώνα

με τ’ άρμα του που το ‘σερναν λάμποντες κύκνοι και γρύπες,

κρούοντας τη χρυσή του λύρα, όταν εμείς μήνες και μήνες

μάταια κατά το Μάρτη καρτερούσαμε το γυρισμό του

συντάσσοντας μέσα στο κρύο τους γιορτινούς του παιάνες;

Ή μήπως πια ούτε Απόλλωνας ούτε και λύρα υπάρχει;

Ωστόσο ακόμη συνεχίζουμε τον μισοτελειωμένο παιάνα

αφήνοντας ένα κενό στου ονόματος το μέρος, μήπως

βρεθεί κανένα νέο κα το προσθέσουμε την ύστατη ώρα,

πάντοτε με το φόβο μήπως ο αριθμός των συλλαβών του,

μικρότερος η μεγαλύτερος, μας χαλάσει το μέτρο.

(Επαναλήψεις, Σειρά τρίτη, 1969)

Γιατί τον είχαμε λησμονήσει…

Posted in Greek Poetry, Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο on Ιανουαρίου 30, 2008 by Le grand écrivain

Γιάννης Ρίτσος (1909-1990)
(Μέρος πρώτο)

Έχω την αίσθηση πως όσο περνά ο καιρός το όνομα και το έργο του Γιάννη Ρίτσου δεν απαγκιστρώνεται από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος με αποτέλεσμα να μην καταλαμβάνει την θέση εκείνη που του αξίζει. Ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Εμπειρίκος, και σε έναν ορισμένο βαθμό ο Εγγονόπουλος, έχουν ήδη λάβει τη θέση που τους αναλογεί μέσα στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Εντούτοις δεν ξέρω κατά πόσον ισχύει το ίδιο και για τον Ρίτσο. Ίσως να φταίει που κατά τη διάρκεια της ζωής του ενόχλησε πολύ. Ίσως να φταίει και η εικόνα που ο ίδιος καλλιέργησε για τον εαυτό του. Ίσως να φταίει που σήμερα, είκοσι σχεδόν χρόνια από το θάνατο του, η πολιτική ποίηση ενοχλεί ακόμη περισσότερο. Αν αποφασίζω να παρουσιάσω εδώ τμηματικά μια μικρή επιλογή από το έργο του το κάνω ως έναν ελάχιστο φόρο τιμής και με την δεδηλωμένη επιθυμία να αναδείξω τα περισσότερα από ένα πρόσωπα ενός ποιητή, στου οποίου το έργο συνυπάρχουν τόσο ποιητικές συνθέσεις εβδομήντα – ή και πλέον – σελίδων όσο και ποιήματα αποτελούμενα από έναν και μοναδικό στίχο. Κατ’ αρχάς οφείλω να διευκρινίσω ότι προσωπικά θεωρώ τον Γιάννη Ρίτσο μαζί με το Γιώργο Σεφέρη τους μεγαλύτερους έλληνες ποιητές του 20ου αιώνα. Βεβαία είναι αμφίβολο το κατά πόσον τέτοιου είδους αφορισμοί έχουν την οποιαδήποτε σημασία. Και για να επιχειρηματολογήσω υπέρ μιας τέτοιας άποψης θα χρειαζόμουν περισσότερο χώρο και χρόνο από όσον διαθέτω. Εντούτοις, από ιστορική άποψη και μόνο, έχω την αίσθηση πως είναι το δικό τους έργο, μαζί με αυτό των Κ. Π. Καβάφη και Κ. Γ. Καρυωτάκη, που σφράγισε ανεξίτηλα την ελληνική ποίηση, επηρέασαν και επηρεάζουν τις εξελίξεις της. Δεν υπάρχει περίπτωση ο δυνητικός ποιητής του πρόσφατου παρελθόντος, του παρόντος – και ενδεχομένως του μέλλοντος – να μην αναμετρηθεί με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο με το έργο τους.
Ο Γιάννης Ρίτσος είχε κατά την διάρκεια της ζωής του την καλή τύχη – ή την ατυχία, αν προτιμάτε – να καταστεί δημοφιλής. Όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις η δημοτικότητα εδράζεται σε λόγους άσχετους από το καλλιτεχνικό δημιούργημα ή τουλάχιστον ελάχιστα εφαπτόμενους μαζί του. Το αποτέλεσμα ήταν η δημόσια προβολή μιας μονάχα συνιστώσας της ποίησης του, αυτής που και ο ίδιος εν πλήρη επίγνωση αποκαλούσε «επικαιρική». Το αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος υπήρξε διπλό: αφενός παρέμειναν στη σκιά οι άλλες πτυχές, κατά πολύ σημαντικότερες, του έργου του και αφετέρου το έργο εκείνο για το οποίο στην εποχή του κατέστη διάσημος στερήθηκε τη δυνατότητα μιας νηφάλιας αποτίμησης και, το κυριότερο, νέων αναγνωστών. Διότι όσο καλοπροαίρετος κι αν είναι ένας νέος αναγνώστης σήμερα είναι αδύνατο να διαβάσει ποιήματα όπως «Ο Επιτάφιος» ή «Η Ρωμιοσύνη» για λόγους άλλους από ιστορικού ενδιαφέροντος. Δεν θέλω να παρεξηγηθώ και να θεωρηθεί πως υποτιμώ τα ποιήματα αυτά, που αναμφίβολα είναι από τα σημαντικότερα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Διατυπώνω μονάχα την κοινή αίσθηση όλων: ο κορεσμός που επέφερε η επαναληπτική επαφή μαζί τους, μακροπρόθεσμα, τα έβλαψε ανεπανόρθωτα ώστε να καταστούν πλέον ανυπόφορα τετριμμένα. Ιδίως για τους ανθρώπους της ηλικίας μου και της γενιάς μου, φέρνουν στο νου υποχρεωτικές θεοδωρακικές ακροάσεις, τα ακούσματα της γενιάς των γονέων μας, που αφού επιτέλεσαν το ιστορικό χρέος τους με το Πολυτεχνείο αρκέστηκαν, σαν τον ήρωα στο «Ψαράκι της γυάλας» του Χάκκα, να αναπολούν με νοσταλγία περασμένα μεγαλεία και να απολαμβάνουν τις επαναστατικές δάφνες τους τα σαββατόβραδα στο σαλόνι με ξηρούς καρπούς, ουίσκι και CocaCola… αλλοτριωμένοι με τρόπο τραχύ και πρωτοφανή και με ρυθμούς χιονοστιβάδας…
Στην επιλογή που ακολουθεί θα προσπαθήσω να παρουσιάσω, αναγκαστικά εντελώς επιγραμματικά, λόγω έλλειψης χώρου, περισσότερες από μία από αυτές τις πτυχές του «άγνωστου» Ρίτσου, ελπίζοντας να καταστούν ευδιάκριτες και κυρίως να αναδείξουν το πολυδιάστατο, ή το «πολυφωνικό» αν προτιμάτε – ακόμα και σε πολιτικό επίπεδο –, του δημιουργού τους. Για καθαρά πρακτικούς λόγους είμαι υποχρεωμένος να αποκλείσω από αυτήν την υποτυπώδη ανθολογία τις πολυσέλιδες ποιητικές συνθέσεις (ξεκινώντας από την μεθοδολογική αρχή πως μία ποιητική σύνθεση είναι αδιανόητο να φιλοξενείται σε μιαν ανθολογία αποσπασματικά). Αρκούμαι να αναφέρω τους μονολόγους της Τέταρτης Διάστασης (από τους οποίους θα ξεχώριζα πρωτίστως την Σονάτα του Σεληνόφωτος και τον Φιλοκτήτη, καθώς και τον Αγαμέμνονα, το Χρονικό και τον Ορέστη), καθώς επίσης και τις δύο αριστουργηματικές συνθέσεις της εντελώς όψιμης περιόδου του, Γκραγκάντα (παρενθετικά να πω εδώ πως πιστεύω πως θα ήταν ενδιαφέρουσα ενδεχομένως η απόπειρα μιας συστηματικής παραβολής κάποτε του εν λόγω έργου με την φελινική μυθολογία και εικονοπλασία) και Τερατώδες Αριστούργημα.


Το νόημα της απλότητας

Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε·

αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα,

θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου,

θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας.

Το αυγουστιάτικο φεγγάρι γυαλίζει στην κουζίνα

σα γανωμένο τεντζέρι (γι αυτό που σας λέω γίνεται έτσι)

φωτίζει τ’ άδειο σπίτι και τη γονατισμένη σιωπή του σπιτιού –

πάντα η σιωπή μένει γονατισμένη.

Η κάθε λέξη είναι μια έξοδος

για μια συνάντηση, πολλές φορές ματαιωμένη,

και τότε είναι μια λέξη αληθινή, σαν επιμένει στη συνάντηση.

Ιπποδρόμιο

Νυχτερινό ιπποδρόμιο, τα φώτα, η μουσική,

τ’ αστραφτερά αυτοκίνητα σ’ όλο το μάκρος της λεωφόρου.

Όταν σβήνουν τα φώτα στη συνοικία,

όταν κι η τελευταία νότα πέφτει σαν ξερό φύλλο,

η πρόσοψη του ιπποδρομίου γίνεται

σαν πελώρια βγαλμένη μασέλλα. Τότε

τα χάλκινα όργανα κοιμούνται στις θήκες τους,

πάνω απ’ την πολιτεία ακούγεται η κραυγή των ζώων,

η τίγρις μέσα στο κλουβί της προσηλώνεται στον ίσκιο της,

ο θηριοδαμαστής βγάζει τη στολή του και καπνίζει το τσιγάρο του.

Κι η συνοικία στιγμές – στιγμές φωτίζεται

καθώς αστράφτουν τα μάτια των λιονταριών πίσω απ’ τα κάγκελα.

Μικρογραφία

Η γυναίκα σηκώθηκε μπροστά στο τραπέζι. Τα λυπημένα της

χέρια

κόβουν λεπτές φέτες λεμόνι για το τσάι

σαν κίτρινους τροχούς για ένα πολύ μικρό αμαξάκι

παιδιάστικου παραμυθιού. Ο νεαρός αξιωματικός αντίκρυ της

χωμένος στην παλιά πολυθρόνα. Δεν την κοιτάει.

Ανάβει το τσιγάρο του. Το χέρι του με το σπίρτο τρέμει

φωτίζοντας το τρυφερό πηγούνι του και το χεράκι του φλιτζανιού.

Το ρολόι

κρατάει μια στιγμή το καρδιοχτύπι του. Κάτι έχει αναβληθεί.

Η στιγμή πέρασε. Είναι αργά. Να πιούμε το τσάι μας.

Μπορεί λοιπόν να ‘ρθει ένας θάνατος μ’ ένα τέτοιο αμαξάκι;

Να περάσει και να φύγει; Ν’ απομείνει μονάχα

ετούτο το αμαξάκι με τις κίτρινες ροδίτσες του λεμονιού

σταματημένο τόσα χρόνια σε μια πάροδο με σβηστούς φανοστάτες

κι ύστερα ένα μικρό τραγούδι, λίγος αχνός, κι ύστερα τίποτα;

(Παρενθέσεις, 1946 – 1947)


2 Δεκεμβρίου

Ο ουρανός είναι μια τρύπα.

Δεν χωράμε.

4 Δεκεμβρίου

Πρόβατο, πρόβατο της παγωνιάς

μικρό ποίημα

πιάσε με απ’ το χέρι.

Η αυγή έχει τ’ αγκάθι της

και το σκαμνί της.

Ως το βράδυ ας πιστέψουμε.

15 Ιανουαρίου

Πολιορκώ το μαύρο σημάδι βήμα βήμα

διπλασιάζω το πράσινο ενός φύλλου

πολλαπλασιάζω μιαν αίσθηση ησυχίας

χρησιμοποιώ μεταφορές, μεταφέρω

άλλοτε αλλού πουθενά.

Άξαφνα νιώθω να βρίσκομαι

Πολιορκημένος από το μαύρο σημάδι.

(Ημερολόγια εξορίας, 1948-1949)