Δοκίμια: Μέρος Γ’: Η πολιτική λειτουργία της καλλιτεχνικής δημιουργίας

Hans Holbein der Jüngere, Der tote Christus im Grabe (1521)

——-

Ζ. Δ. Αϊναλής

—————–

Η πολιτική λειτουργία της καλλιτεχνικής δημιουργίας

ή

Το καλλιτεχνικό έργο ως πράξη

————

Μῦθος δ’ ἐστὶν εἷς οὐχ ὥσπερ τινὲς οἴονται ἐὰν περὶ ἕνα ᾖ· πολλὰ γὰρ καὶ ἄπειρα τῷ ἑνὶ συμβαίνει, ἐξ ὧν ἐνίων οὐδέν ἐστιν ἕν· οὕτως δὲ καὶ πράξεις ἑνὸς πολλαί εἰσιν, ἐξ ὧν μία οὐδεμία γίνεται πρᾶξις. διὸ πάντες ἐοίκασιν ἁμαρτάνειν ὅσοι τῶν ποιητῶν Ἡρακληίδα Θησηίδα καὶ τὰ τοιαῦτα ποιήματα πεποιήκασιν· οἴονται γάρ, ἐπεὶ εἷς ἦν ὁ Ἡρακλῆς, ἕνα καὶ τὸν μῦθον εἶναι προσήκειν.

Αριστοτέλους, Περὶ Ποιητικῆς, 8.17-22, 1451a

Λαός μου, οἱ πράκτορες ὑμῶν καλαμῶνται ὑμᾶς, καὶ οἱ ἀπαιτοῦντες κυριεύουσιν ὑμῶν· λαός μου, οἱ μακαρίζοντες ὑμᾶς πλανῶσιν ὑμᾶς καὶ τὸν τρίβον τῶν ποδῶν ὑμῶν ταράσσουσιν. ἀλλὰ νῦν καταστήσεται εἰς κρίσιν κύριος καὶ στήσει εἰς κρίσιν τὸν λαὸν αὐτοῦ, αὐτὸς κύριος εἰς κρίσιν ἥξει μετὰ τῶν πρεσβυτέρων τοῦ λαοῦ καὶ μετὰ τῶν ἀρχόντων αὐτοῦ· Ὑμεῖς δὲ τί ἐνεπυρίσατε τὸν ἀμπελῶνά μου καὶ ἡ ἁρπαγὴ τοῦ πτωχοῦ ἐν τοῖς οἴκοις ὑμῶν; τί ὑμεῖς ἀδικεῖτε τὸν λαόν μου καὶ τὸ πρόσωπον τῶν πτωχῶν καταισχύνετε;

Ησαΐας, 3.12-15

————

ΘΕΣΗ Ι

«Το ότι τα πάντα οφείλουν να γίνουν τέχνη ανήκει στην φιλοσοφία της πράξης», γράφει ο Friedrich Schlegel, καθιστώντας έτσι την διαβόητη ρομαντική απόπειρα ποιητικοποίησης του κόσμου ουσιαστική πράξη πολιτικής ευθύνης. Εδώ στην άκρη του χρόνου που ο Ναυή σταμάτησε τον ήλιο κατά μέσον τ’ ουρανού για πάντα, οι πεπτωκότες προσμένουνε ακόμα ν’ ακούσουνε τις σάλπιγγες της Ιεριχούς να ηχούν – ποια πράξη; – και να γκρεμίζονται τα τείχη.

———–

ΘΕΣΗ ΙΙ

————

Ο καλλιτέχνης δημοσιοποιώντας το έργο του καθιστά γνωστό, ορατό και ακουστό, στον κόσμο ένα μέρος του εαυτού του, του ποιος είναι (και όχι του τι είναι, που αντικαθρεφτίζεται στην βιολογική ύπαρξη του ποιητή). Γνωστοποιώντας ένα μέρος του εαυτού του στον κόσμο, ο καλλιτέχνης καθιστά το μέρος αυτό τμήμα του κόσμου. Επειδή όμως ο κόσμος σε αντίθεση με τον μεμονωμένο κηριτρεφή θνητό δεν είναι και αυτός πεπερασμένος (υπήρχε και θα εξακολουθήσει κατ’ ανάγκη να υπάρχει και μετά το βιολογικό πέρας του έκαστου υποκειμένου), καθιστώντας ο καλλιτέχνης ένα μέρος του εαυτού του τμήμα του κόσμου, του επιτρέπει να μετέχει ισοδύναμα της μη περατότητας του. Έτσι, το έργο του καλλιτέχνη (στο σύνολό του, ως τελειωμένη πράξη, και όχι στα επιμέρους συστατικά του) συνιστά ένα δυνητικό διηνεκές σημείο έναρξης, καθόσον όσα έργα το ακολουθήσουν θα επισυναφθούν εξ ανάγκης σ’ αυτό, καθιστώντας το ίδιο το έργο ταυτόχρονα τέλος και αρχή, καθόσον αυτό αποπερατώνει όσες διεργασίες ξεκίνησαν ήδη πριν απ’ αυτό και αποτελεί ένα δυνητικό σημείο έναρξης για όσες διεργασίες ξεκινήσουν μετά απ’ αυτό. Τα επακόλουθα έργα καθίστανται με τη σειρά τους καινά σημεία έναρξης στο διηνεκές δικαιώνοντας την αλληλουχία των ήδη υπαρχουσών αλυσίδων. Αιωρούμενος, λοιπόν, επάνω από ένα δισυπόστατο και αμφίσημο κενό, εκείνον τον κενό χώρο που πάντοτε αιωρείται ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, ο καλλιτέχνης φροντίζει να χτίσει τις γέφυρες εκείνες που θα συνδέσουν δύο διαφορετικούς κόσμους, το παρελθόν το δικό του και το μέλλον των άλλων, μέσα στο πλαίσιο μίας και μόνης συνεκτικής εγκοσμιότητας, μετασχηματιζόμενος ταυτόχρονα ο ίδιος στο επιποθούμενο μέλλον των παρελθόντων και το πρωθύστερο παρελθόν των μελλόντων και διαρρηγνύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την ατέρμονη παροντικότητα της σύγχρονης μαζικής κοινωνίας και την πρωτοφανή στην ιστορία αδιαφορία της γι’ αθανασία.

——

ΘΕΣΗ ΙΙΙ

——-

«Ο κόσμος άλλαξε βάση», σχολιάζει ο Debord στην Κοινωνία του Θεάματος, αναφορικά με τις αλλαγές που δεν παύουν να επισυμβαίνουν στον δυτικό κόσμο από τη Γαλλική Επανάσταση και δώθε. Ο κόσμος εντός του οποίου ζούμε σήμερα έλκει σαφώς τις αφετηρίες του στην μετά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου εποχή, παρά το αδιαφιλονίκητο γεγονός ότι πολλά από τα κυριαρχικά χαρακτηριστικά του χρονολογούνται ήδη από το πρώτο ήμισυ του 19ου αι. Τα τρία ίσως πιο ουσιώδη χαρακτηριστικά του κόσμου αυτού είναι η μαζικότητα, η ασημαντότητα και η παροντικότητα, που και τα τρία είναι, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, παράγωγα του θεάματος και της γραφειοκρατικοποίησης της κοινωνίας. Η μαζικότητα είναι αυταπόδεικτη: μαζική κοινωνία, μαζική εργασία, μαζικά σχολεία, μαζικά νοσοκομεία, μέσα μαζικής μεταφοράς, μέσα μαζικής επικοινωνίας, ποτέ, σε καμιά άλλη ιστορική κοινωνία ο όρος μαζικός δεν αξιοποιήθηκε τόσο εξαντλητικά από την ίδια την κοινωνία προκειμένου να περιγράψει τις δομές της. Η ασημαντότητα επίσης: μια κοινωνία που τοποθέτησε το χρήμα (ένα εξ ορισμού στερούμενο νοήματος πράγμα, το οποίο αδυνατεί κανείς να το ορίσει είτε ως αντικείμενο, καθόσον η ιδέα του υπερβαίνει της υλικής του υπόστασης, είτε ως αφηρημένη ιδέα, καθόσον διαθέτει υλική υπόσταση, είτε ως κατάσταση, μολονότι η απουσία ή η παρουσία του είναι ικανή να διαφοροποιήσει τις συνθήκες ζωής του υποκειμένου) και την αποθησαύρισή του στο επίκεντρο του αξιακού της κατεστημένου και στον πυρήνα της φαντασιακής της δόμησης, και η οποία οργάνωσε τις κυρίαρχες λειτουργίες της, την υπερ-εργασία και την υπερ-κατανάλωση  (υπερ-εργασία που καθιστά δυνατή την υπερ-κατανάλωση και υπερ-κατανάλωση που καθιστά αναγκαία την υπερ-εργασία, σε μία σχέση αλληλεξάρτησης όμοια με του φιδιού που δαγκώνει την ουρά του) με τέτοιον τρόπο ώστε να εξυπηρετούνε αυτόν τον έναν και αποκλειστικό σκοπό, του χρήματος και της αποθησαύρισής του, δεν μπορεί παρά να μετατρέπει το παν (φύση, αντικείμενα, υποκείμενα, σχέσεις μεταξύ υποκειμένων) σε καταναλωτικό αγαθό, προορισμένο να καταναλωθεί και να εξαλειφθεί η ύπαρξη του από τον κόσμο αυτοστιγμεί. Αυτή η ασημαντότητα του καταναλωτικού αγαθού που διαπερνά όλο το πλέγμα της κοινωνικής δόμησης και που αιτείται τον πλέον ελάχιστο χρόνο ύπαρξης εφάπτεται του ζητήματος της παροντικότητας. Συγκεκριμένα, με την σταδιακή παρακμή, και την τελική εξάλειψη, των πεποιθήσεων περί αθανασίας και αιωνιότητας καθώς και της κυκλικής υπόστασης του χρόνου κατά την νεώτερη εποχή, το νεωτερικό υποκείμενο υποχρεώνεται να ζει σε μια άχρονη παροντικότητα, όπου οι έννοιες του παρελθόντος και του μέλλοντος δεν συνιστούν πλέον βιωμένες σημασίες. Αυτή η καθήλωση του υποκειμένου σε έναν επίπεδο ες αεί παροντικό χρόνο, όπου κάθε σύνδεση, κάθε συνοχή ανάμεσα στο τώρα το πριν και το μετά έχει σπάσει, λειτουργεί αποτρεπτικά ως προς την αφομοίωση της εμπειρίας, το ες αεί βιούμενο ουδέποτε κατορθώνει να μετουσιωθεί σε βίωμα. Κι αυτό διότι η παροντικότητα, και ως δυνητικό επιφαινόμενο του διαρκούς αισθητηριακού καταιγισμού που το νεωτερικό υποκείμενο είναι υποχρεωμένο να υφίσταται από τη μια και της μηχανικής επαναληψιμότητας των επιτελέσεων του από την άλλη, όπως κατ’ επανάληψη παρατηρεί ο Benjamin, συνεπάγεται αφενός την έκπτωση της εμπειρίας, που καθίσταται έτσι εικονική, και κατά συνέπεια την μη αφομοίωση της, και αφετέρου την προβολή της ίδιας αυτιστικής εμπειρίας στο άπειρο. Ο καπιταλισμός εκκινώντας από μία προτεσταντική ηθική κατέληξε να μετατρέψει την κοινωνία, εδώ και τώρα, σε μία κόλαση πραγματικότερη της χριστιανικής όπου το υποκείμενο, σαν άλλος Σίσυφος, είναι υποχρεωμένο να κυλάει της γιγαντιαία κοτρόνα της ανίας και της μιζέριας του εις μάτην σ’ ένα ανέλπιδο άπειρο. Όσο για το ίδιο το υποκείμενο εκείνο αδυνατεί να αξιολογήσει και κατ’ επέκταση να νοηματοδοτήσει, το ίδιο και για το ίδιο, τη ζωή του· αδυνατεί να γίνει και αδυνατώντας να γίνει εξακολουθεί να είναι. Παραπαίοντας ανάμεσα σε ασυνεχείς στιγμές επί στιγμών σαν καρυδότσουφλο στην τρικυμία προορίζεται να συντριβεί υπό το βάρος της ασίγαστης και εκδικητικής μανίας του Ποσειδώνα.

————

ΘΕΣΗ IV

————

Η ατέρμονη παροντικότητα, με την εφιαλτική και μάταιη επαναληψιμότητα της, οικοδομεί, αργά και σταθερά, μια φυλακή-Βαβέλ που εκτείνεται όσο το μάτι βλέπει, ενώ τ’ ανθρώπινα μυρμήγκια σπαράσσουνε φρικτά, σιγιλλάρια νευροσπαστούμενα, στις σκαλωσιές και τα εργοτάξια της. Από αυτήν την παροντικότητα είναι ακριβώς που αποπειράται να αποδεσμευτεί ο καλλιτέχνης γενικά (και ο ποιητής ειδικά, καθόσον η ποίηση, γι αδιάφορους προς τους στόχους του παρόντος δοκιμίου λόγους, είναι ίσως η μόνη τέχνη – σε αντίθεση τόσο με το μυθιστόρημα, όσο και με τη μουσική, τις εικαστικές τέχνες και τον κινηματογράφο – που εξακολουθεί να μένει ριζικά εκτός κάθε θεαματικής διαδικασίας, εκτός κάθε είδους μαζικής Kulturindustrie), επιχειρώντας να ανακαλύψει και να νοηματοδοτήσει εκ νέου μέσω του έργου του τόσο τον κόσμο όσο και τον εαυτό του, εμμένοντας, αναχρονιστικά κατά τους απολογητές της σύγχρονης κοινωνίας, σε ένα ουτοπικό όραμα εγκόσμιας αθανασίας. Εκτός όμως από την πίστη αυτή, ή καλύτερα την βούληση να δημιουργήσει κάτι έμφορο νοήματος και διαρκές, υπερβαίνον τα στενά χρονικά όρια της ανθρώπινης ζωής και ικανό να κατανικήσει το χρόνο (πίστη και βούληση από μόνες τους ιδιαζόντως μοναδικές εντός των πλαισίων μιας κοινωνίας που δεν αξιώνει τίποτε άλλο πέραν του άμεσου τώρα), εκτός από τη βούληση να δραπετεύσει από τη φυλακή της παροντικότητας χάρη στο θαύμα της δημιουργίας που τέμνει εγκάρσια τον χρόνο δυναμιτίζοντας το κάθε δευτερόλεπτο του, ένα έτερο λεπτό σημείο διαφοροποίησης του ποιητή από το σύνολο των συνανθρώπων του στην σύγχρονη μαζική κοινωνία των ες αεί μοχθούντων και μηδέποτ’ εργαζομένων είναι το γεγονός ότι η δική του «εργασία» συνιστά (πολιτική) πράξη και όχι (κοινωνική) δραστηριότητα. Πολιτική πράξη η οποία παρά το γεγονός ότι συντελείται μέσα στα όρια της πλήρους ιδιωτικότητας (όπως ακριβώς κάθε προ-καπιταλιστική εργασία και σε πλήρη αντίθεση με τη ‘δημοσιότητα’ κάθε άλλης σύγχρονης μαζικής εργασίας), κατορθώνει να συνιστά την έκφραση της ατομικότητας σε ένα δημόσιο επίπεδο. Κατορθώνει να μεταφράζει στον εξώτερο τον εσώτερο κόσμο. Ο ποιητής, μύθων τε ῥητῆρ με το λόγο του, ἔργων τε πρηκτῆρ με την πράξη του (καθόσον με τη δημοσίευση του έργου του μετουσιώνει σε δημόσιο γεγονός το λόγο του), αγωνίζεται, συνειδητά ή ασυνείδητα, να διατηρήσει απελπισμένα εν ζωή το πολιτικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα σε μια κοινωνία που τείνει να το συνθλίψει· αγωνίζεται να διατηρήσει το δικαίωμα στην πράξη και το λόγο σε μια κοινωνία που τα εξοστράκισε στην περιοχή του στενά προσωπικού, προτιμώντας η ίδια σε δημόσιο επίπεδο την άτεγκτη ασφάλεια της κομφορμιστικής και ομοιογενοποιητικής συμπεριφοράς, αγωνίζεται να διατηρήσει ένα πολιτικό εγώ μέσα σε μια κοινωνία που τείνει να απορροφήσει και να συνθλίψει τόσο το πολιτικό όσο και το εγώ.

————

ΘΕΣΗ V

————

Η Εξουσία θα έχει πάντα δύο βοηθούς, το Κράτος και τη Βία. Όσο υπάρχει Εξουσία θα υπάρχει το Κράτος, θα υπάρχει η Βία. Και όσο υπάρχει Κράτος, όσο υπάρχει Βία, θα υπάρχει κι Εξουσία. «Ο Μεσσίας, όμως, δεν θα ‘ρθει μοναχά ως λυτρωτής, θα ‘ρθει κι ως νικητής του Αντίχριστου», γράφει ο Benjamin. Ο Μεσσίας είναι η Εξέγερση. Η διαρκής και καθολική Εξέγερση που ενσαρκώνει την αυτονομία και θέτει σε κίνηση την Ιστορία. Η εξέγερση είναι ασυνείδητη και ενστικτώδης και αναβλύζει από μια βαθιάν αναγκαιότητα: την αναγκαιότητα να πάψεις να μεταχειρίζεσαι ως αντικείμενο και να αρχίσεις να αναγνωρίζεσαι ως υποκείμενο. Εκκινώντας από αυτήν την ασυνείδητη αρχικά και ενστικτώδη αναγκαιότητα, το υποκείμενο χάρη στην εξέγερση αποκτά συνείδηση του εαυτού του, γίνεται αυτόνομο, μαθαίνει «να υπακούει στους νόμους που μόνο του φτιάχνει» (Novalis, Glauben und Liebe), το υποκείμενο γίνεται Εγώ. Όσο περισσότερο το Εγώ προχωρά στην χαρτογράφηση του εαυτού του τόσο περισσότερο αποκτά μιαν ενσυνείδητη γνώση του εαυτού του και φτάνει στην αυτογνωσία. Το υποκείμενο που φτάνει στην αυτογνωσία, λέγοντας Εγώ μαθαίνει να κατανοεί Εγώ και να βλέπει στο πρόσωπο του άλλου όχι πια τον Άλλο – τον εχθρό, τον αντίπαλο, την Κόλαση –, αλλά ένα έτερο Εγώ με τη δική του ιδιοπροσωπία. Μαθαίνει να δομεί τις σχέσεις του με τα έτερα υποκείμενα ως σχέσεις μεταξύ εξ ορισμού ισόνομων – ως αυτόνομων – υποκειμένων και όχι ως σχέσεις μεταξύ υποκειμένου – αντικειμένου, και παύοντας να αντιμετωπίζει τους άλλους σαν αντικείμενα το Εγώ γίνεται πολιτικό. Η Εξέγερση σε μαθαίνει να λες Εγώ και να κοιτάς δίπλα σου και να βλέπεις, να βλέπεις χιλιάδες, εκατομμύρια Εγώ να στέκονται δίπλα σου και να μην φοβούνται, να μην φοβούνται να είναι Εγώ, χιλιάδες, εκατομμύρια Εγώ και μόνο Εγώ και τίποτε άλλο, όχι πια κοπάδι και σύνθεση μα ένα σύνολο, σύνολο μεγάλο από μονάδες. «Ο Μεσσίας, όμως, δεν θα ‘ρθει μοναχά ως λυτρωτής, θα ‘ρθει κι ως νικητής του Αντίχριστου». Το πολιτικό εγώ, που κατόρθωσε να γίνει τέτοιο μόνο έπειτα από πολλούς αγώνες, γνωρίζει ότι η πρόσκαιρη χρήση της Βίας για την οριστική εξάλειψη της Βίας, του Κράτους και της Εξουσίας, δεν είναι παρά ένα αναγκαίο κακό, και μάλιστα στιγμιαίο, και όχι ένα μέσο. Γιατί αν αναγνωριστεί ως μέσο, το υποκείμενο θα υποτροπιάσει αναπόδραστα στην εκ νέου αναπαραγωγή της Βίας (μιας προ-πολιτικής δηλαδή δόμησης των σχέσεων μεταξύ υποκειμένων, που καταστρατηγεί την με μόχθους και με ατέρμονα πισωγυρίσματα κατακτημένη αυτονομία), και καταλήγοντας στον φετιχισμό της Βίας, και συνεπώς στην αναπαραγωγή της αντιμετώπισης του Άλλου ως αντικειμένου, θα οδηγηθεί αναπόφευκτα σε μια εκ νέου ανασύσταση της Εξουσίας. Η πολιτική ξεκινά εκεί όπου η Βία τελειώνει. Η πολιτική ξεκινά εκεί όπου οι Ερινύες γίνονται Ευμενίδες, εκεί όπου το Κράτος παραχωρεί τη θέση του στην πόλιν. Η πολιτική ξεκινά εκεί όπου οι άνθρωποι γίνονται άνθρωποι και κύριοι του εαυτού τους, τη στιγμή που ο Δίας πεθαίνει.

———

ΘΕΣΗ VI

——–

Η απολιτική πρόσληψη του φαινομένου της κοινής ζωής δεν εδράζεται μόνο, όπως παρατηρεί η Hannah Arendt, στην πεποίθηση ότι ο κόσμος δεν θα διαρκέσει (πεποίθηση – ιδιαζόντως χαρακτηριστική στον απόστολο Παύλο για παράδειγμα – που γεννά την αδιαφορία για τον κόσμο και βρίσκεται έτσι στις αφετηρίες της χριστιανικής κοσμοαντίληψης), αλλά και στην σχετικιστική – μεταμοντέρνα – πεποίθηση ότι ο κόσμος δεν διαρκεί παρά όσο διαρκούν τα υποκείμενα που τον απαρτίζουν. Η μεγαλύτερη «κοινωνική παθογένεια» («κοινωνική παθογένεια» που αποδεικνύει με τον πλέον απερίφραστο τρόπο το πόσο η κοινωνία έχει εξοβελίσει την πολιτική) που παρουσιάζουν όλες οι δυτικές κοινωνίες από τον Μάη του ’68 και εξής είναι η ουσιαστική αδιαφορία της κάθε γενεάς να οικοδομήσει έναν δημόσιο χώρο ο οποίος θα εξακολουθήσει να υπάρχει, θα διαρκέσει και πέραν του χρονικού ορίου της δικής της βιολογικής ύπαρξης, και θα κληροδοτηθεί κατά συνέπεια στους απογόνους της. Από το Μάη του ’68 και εξής η κάθε γενεά ζει αποκλειστικά και μόνο για τον εαυτό της, περιχαρακωμένη αυστηρά στην ιδιωτικότητα της και αναλωνόμενη αυστηρά στις δικές της δραστηριότητες, με αποτέλεσμα να μην έχει τίποτα πέραν της βιολογικής ύπαρξης να κληροδοτήσει στους επιγόνους της, καθώς ακόμα κι αυτός ο φαινομενικός δημόσιος χώρος που εξ ανάγκης είναι υποχρεωμένη να οικοδομήσει (καθόσον δεν νοείται συλλογική ζωή δίχως την ύπαρξη κάποιου είδους, έστω και θεαματικού, δημόσιου χώρου) να προορίζεται να εξαφανιστεί μαζί της, υποχρεώνοντας τους επιγόνους της να ξεκινήσουν από την αρχή την οικοδόμηση κάποιου είδους δημόσιου χώρου, ο οποίος όμως επειδή ακριβώς δεν θέτει αξιώσεις διάρκειας προορίζεται να κατεδαφιστεί κι αυτός με τη σειρά του σαν πύργος από τραπουλόχαρτα όπως ακριβώς κι οι προηγούμενοι.

[ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Όσο είναι προφανές ότι το «χάσμα γενεών» δεν είναι κάτι το ‘φυσικό’, άλλο τόσο είναι προφανές ότι αυτό ακριβώς το «χάσμα», που κάνει την εμφάνιση του σε συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους, οφείλεται στις κοινωνικές συνθήκες που το δημιουργούν. Το τυχαίο γεγονός της κοινής ένταξης σε ένα ιστορικό παρόν είναι που δημιουργεί εκείνον τον κοινό δεσμό μεταξύ των συμμετεχόντων που ο Mannheim αποκαλεί ιστορικό πεπρωμένο. Το κοινό αυτό ιστορικό πεπρωμένο έχει ως αποτέλεσμα την δημιουργία μίας ανάλογης ψυχοπαθολογίας στα συμμετάσχοντα υποκείμενα. Το «χάσμα» δημιουργείται από τη στιγμή που η ψυχοπαθολογία των ατόμων της γενεάς β τα φέρνει σε ρήξη με την αντίστοιχη της γενεάς α αναφορικά με τη διαχείριση του ιστορικού παρόντος το οποίο και οι δύο εκ των πραγμάτων μοιράζονται. Ξανά: η ραγδαία αλλαγή των υλικών συνθηκών και η επικράτηση της λογικής του θεάματος σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής δόμησης μεταβάλλει πλέον τις κοινωνικές συνθήκες από δεκαετία σε δεκαετία ταχύτερα από ότι όλοι οι αιώνες μαζί που προηγήθηκαν της Βιομηχανικής Επανάστασης. Αποτέλεσμα: στη θέση των ‘φυσικών γενεών’ διάρκειας εικοσιπενταετίας (γονείς-παιδιά), αρχίζουν και παρεμβάλλονται ‘τεχνητές’ γενιές διάρκειας δεκαετίας. Μένει να εκκρεμεί η απροκάλυπτη προκήρυξη πολέμου.]

——–

ΘΕΣΗ VII

——–

Σε αντίθεση με την δραστηριότητα, που επιτελείται εντός του ορίζοντα της ατέρμονης παροντικότητας και της μηχανικής επαναληψιμότητας, μία πράξη έχει αρχή, μέση και τέλος, αιτίες κι αποτελέσματα. Και μάλιστα αποτελέσματα απρόβλεπτα, καθόσον «το ίδιο το αντικείμενό της», σύμφωνα με την καστοριαδική διατύπωση, «είναι το καινούργιο». Μία ανθρώπινη ζωή νοηματοδοτείται από τις πράξεις του πράττοντος υποκειμένου και ένας ανθρώπινος Βίος καθίσταται δυνατός μόνο εκεί όπου υφίσταται ένα πράττων υποκείμενο. Ένα υποκείμενο θέτει σε κίνηση και δυνητικά αποπερατώνει περισσότερες από μία πράξεις κατά τη διάρκεια της ζωής του. Το σύνολο των πράξεων ενός υποκειμένου μετά το τέλος – δηλαδή την ολοκλήρωση – της ζωής του δύναται να αποκαλύψει στους άλλους τον Βίο του, το ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος. Ενόσω ζει ένας άνθρωπος ποτέ δεν μπορείς να πεις ποιος είναι, καθόσον τελεί ακόμα εξ ανάγκης εντός των πλαισίων που οι ίδιες οι πράξεις του επικαθορίζουν, καθόσον πράττοντας μεταβάλλεται συνέχεια κι ο ίδιος. Ενόσω ζει ένας άνθρωπος μπορείς μόνο να περιγράψεις τις ιδιότητες αυτού του ανθρώπου, το τι είναι (ψηλός, αδύνατος, έντιμος, ειλικρινής, κατσούφης, χαρωπός κτλ), ποτέ το ποιος είναι. Αποκτούμε την δυνατότητα εποπτείας ενός προσώπου (τη δυνατότητα δηλαδή να αντιληφθούμε το ποιος είναι ένας άνθρωπος) μόνο αφού αυτός έχει φύγει από τη ζωή και συνεπώς δυνάμεθα να παρακολουθήσουμε όλο το – αποπερατωμένο – πανόραμα των πράξεων του, που συνιστούνε τον Βίο του. Και μία από τις πράξεις που συνιστούν τον Βίο του καλλιτέχνη, ίσως η κυριαρχική, είναι, βεβαίως, το έργο του (ως τελειωμένο σύνολο)· έργο το οποίο, ως πράξη, αναφέρεται κατ’ ανάγκην στον άλλον. Και ακριβώς επειδή το έργο, όπως και κάθε πράξη, αναφέρεται πάντα στον άλλον, καθιστά δυνατή, μέσω της διάδρασης, της ζύμωσης των πράξεων των επί μέρους αυτόνομων υποκειμένων, την οικοδόμηση ενός δημόσιου χώρου, οροθετώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την Πολιτεία του καλλιτέχνη, το πώς έζησε ανάμεσα στους άλλους. Η βούληση για την επιτέλεση μιας πράξης (η απόφαση του Οδυσσέα να εγκαταλείψει το νησί της Καλυψούς και να διεκδικήσει τον Οίκο του), ακόμα κι αν φαινομενικά έχει τις καταβολές της στο ίδιο το υποκείμενο (ο νόστος του Οδυσσέα) στην πραγματικότητα αυτές βρίσκονται πάντα στον άλλον (την Πηνελόπη και τον Τηλέμαχο, την ύπαρξη των οποίων έρχεται διακριτικά να υπενθυμίσει στον Οδυσσέα ο Ερμής στην αρχή της Οδύσσειας), ενώ η ίδια η πράξη απευθύνεται πάντα στον άλλον (στην Καλυψώ, στην Πηνελόπη, στον Τηλέμαχο, στους μνηστήρες). Και ένας δημόσιος χώρος, δυνάμενος να έχει διάρκεια, οικοδομείται μόνο μέσα από τη ζύμωση των πράξεων των διαφορετικών αυτόνομων υποκειμένων (η επιστροφή του βασιλιά – πλέον – Οδυσσέα και η επανα-πολιτικοποίηση, μέσω του νείκους με τις οικογένειες των σφαγέντων μνηστήρων, της απολιτικής, μέχρι εκείνη τη στιγμή, κοινωνίας της Ιθάκης). Όσο για τους μνηστήρες, εκείνοι σφάζονται εξαιτίας της εντελώς παθητικής, μη ενεργητικής τους, ύπαρξης. Σφάζονται γιατί ούτε μιλούν ούτε και πράττουν, μόνο καταναλώνουν. Οι μνηστήρες τρώγοντας και πίνοντας και γαμώντας μόνο, υπάρχουν ως βιολογικά όντα αλλά όχι ως πολιτικά υποκείμενα. Διαθέτουν ζωή, αλλά πεθαίνοντας συνειδητοποιούμε πως δεν διαθέτουν Βίο. Διαθέτουν ζωή, αλλά καταναλώνοντας την μόνο για τον εαυτό τους συνειδητοποιούμε πως δεν διαθέτουν Πολιτεία. Και ως εκ τούτου η μοίρα τους είναι να εξαφανιστούν μην αφήνοντας πίσω τους κανένα ίχνος από το πέρασμα τους απ’ τον κόσμο.

———-

ΘΕΣΗ VIII

———–

Σε πλήρη αντίθεση με την πλειοψηφία των συνανθρώπων του στη σύγχρονη μαζική κοινωνία που ούτε μιλούν ούτε και πράττουν, με αποτέλεσμα να αποστερούνται του δικαιώματος να αποκαλυφθούν μέσα στον κόσμο, ο καλλιτέχνης πράττει και μάλιστα με τρόπο συστηματικό. Και δημοσιοποιώντας το έργο του το καθιστά ορατό και ακουστό από τους άλλους, καθιστώντας το κατ’ αυτόν τον τρόπο τμήμα του κόσμου. Ένα έργο το οποίο δεν δημοσιοποιείται δεν υπάρχει· ένας πίνακας που κανείς δεν τον βλέπει, ένα γλυπτό που κανείς δεν το βλέπει, μια θεατρική παράσταση που κανείς δεν την βλέπει, μια μουσική σύνθεση που κανείς δεν την ακούει, ένα ποίημα που κανείς δεν το διαβάζει, απλά δεν υπάρχουν. Το έργο τέχνης είναι οι αποδέκτες του. Κι αυτό διότι σε αντίθεση με κάθε άλλο προϊόν της ανθρώπινης εργασίας, είτε προ-καπιταλιστικής είτε καπιταλιστικής, το καλλιτεχνικό έργο, μετά την αποκοπή του από τον μαγικο-θρησκευτικό ομφάλιο λώρο του, δεν έχει αξία χρήσης, είναι καθαρή ενέργεια, λόγος και πράξη (αν διέθετε αξία χρήσης το καλλιτεχνικό έργο θα μπορούσε να είναι τουλάχιστον αυτοσκοπός, καθόσον θα χρησίμευε αν μη τι άλλο στον ίδιο τον δημιουργό του – ας πάρουμε το παράδειγμα του τραπεζιού που παρασκευάζει ο επιπλοποιός· ακόμα κι αν κανείς άλλος άνθρωπος δεν δει το τραπέζι, ακόμα κι αν δηλαδή αυτό δεν δημοσιοποιηθεί, αυτό μπορεί πάντα να χρησιμεύσει στον ίδιο το δημιουργό του· αντίθετα, ένας πίνακας που ιστορείται από τον ζωγράφο αποκλειστικά και μόνο για τον ίδιο τον ζωγράφο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ούτε καν ως χαρτί τουαλέτας). Μέσα από το κοινωνηθέν έργο είναι που ο λόγος του καλλιτέχνη αλληλεπιδρά με το λόγο του άλλου, ζυμώνεται μαζί του, υποστασιοποιείται και μετουσιώνεται σε πράξη καινή. Γνωστοποιώντας ένα μέρος του εαυτού του στον κόσμο, ο καλλιτέχνης καθιστά το μέρος αυτό μόνιμο τμήμα του κόσμου και διεκδικεί την δυνατότητα να εξακολουθήσει να ομιλεί και να πράττει μεταξύ των ανθρώπων και μετά το πέρας της βιολογικής του ύπαρξης. Προσδένοντας έτσι μέσω του έργου του τον εαυτό του σε μια έγχρονη εγκοσμιότητα ο καλλιτέχνης διεκδικεί για τον εαυτό του το δικαίωμα να δρα στο διηνεκές μεταξύ των ανθρώπων. Ο λόγος του και η πράξη του αποκτούν με τον τρόπο αυτό διάρκεια (άγνωρη για τις υπόλοιπες κοινωνικές δραστηριότητες που ο ορίζοντας προσδοκίας τους εξαντλείται σε ένα διαρκώς ανανεούμενο σήμερα) και εκτείνονται πέρα πολύ από το χρονικό όριο μιας ζωής.

——

ΘΕΣΗ IX

——-

«Μέσω των καλλιτεχνών υψώνεται η ανθρωπότητα σε ένα άτομο, καθώς αυτοί επιτελούν τη συνένωση μέλλοντος και παρελθόντος κόσμου στο παρόν, αποτελώντας το υψηλότερο ψυχικό όργανο στο οποίο συναντώνται τα πνεύματα ολόκληρου του εξωτερικού κόσμου για να επιδράσουν έπειτα στον εσωτερικό.» (Fr. Schlegel, Ideen, 64). Περισσότερο όμως κι από τον καλλιτέχνη αυτό που μετρά είναι η κληρονομία του, το ίδιο το έργο, που μεταφράζει στον εξωτερικό τον εσωτερικό κόσμο καθιστώντας τον δεύτερο μόνιμο τμήμα του πρώτου. Τα καλλιτεχνικά έργα, ως απόρροια του λόγου και της πράξης των δημιουργών τους, ως ενσαρκωμένος λόγος, προσδένονται αναπόσπαστα στον κόσμο αλληλεπιδρώντας μεταξύ τους και με τον κόσμο και οικοδομώντας μία διαρκή δημόσια σφαίρα, έναν διαρκή, παράλληλο δημόσιο χώρο που ριζώνει βαθιά στο παρελθόν και εκτείνεται απεριόριστα στο μέλλον. Έναν δημόσιο χώρο εντός του οποίου είναι δυνατόν να λαμβάνουν ακόμα χώρα εξελίξεις, ζυμώσεις, δράσεις και αντιδράσεις, αλληλεπιδράσεις, αντικρουόμενες δυναμικές. Έναν δημόσιο χώρο όπου είναι ακόμα δυνατόν να συντελούνται το εξαιρετικό και το θαυμαστόν καθόσον αυτός υπόκειται στην θαυματουργή αβεβαιότητα της πράξης, η οποία δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει η ίδια εκ των προτέρων και επακριβώς ποιους μοχλούς θέτει σε κίνηση, ποιες διεργασίες ξεκινά, τ’ αποτελέσματα της. Τον μόνο ίσως ελεύθερο δημόσιο χώρο εντός του οποίου οι άνθρωποι διατηρούν ακόμα ακέραιο το δικαίωμα να υφίστανται ταυτόχρονα ως αυτόνομες οντότητες και ως όντα πολιτικά, και ο οποίος δύναται να διαρκέσει όσο οι άνθρωποι θα εξακολουθούν να επιθυμούν να γίνονται άνθρωποι. Έναν δημόσιο χώρο για τον οποίον, επειδή ακριβώς τα υποκείμενα εξακολουθούν να υφίστανται εντός του ταυτόχρονα ως αυτόνομες οντότητες και ως όντα πολιτικά, ο καλλιτέχνης έχει κάθε δικαίωμα να βούλεται και να οραματίζεται την δυνατότητα απαγκίστρωσης του από την εξαίρεση και της μετατροπής του στον κανόνα. Έναν δημόσιο χώρο που δύναται ακόμα να στεγάσει την Ουτοπία, ελπίζοντας πως ναι, οι σάλπιγγες της Ιεριχούς θα ηχήσουν επιτέλους, θα γκρεμιστούνε οι Βαβέλ, θα βρουν την θέση τους στον κόσμο όλοι οι πεπτωκότες, οι φτωχοδιάβολοι, οι παρίες, οι ηττημένοι, οι οραματιστές της Ιστορίας.

—————-

Παρίσι,

Οκτώβρης – Νοέμβρης 2009

————–

Το κείμενο αναδημοσιεύεται από εδώ:

http://www.e-poema.eu/dokimio.php?id=212

Αρέσει σε %d bloggers: