Μεταφράσεις: Μέρος V: Paul Éluard (Πωλ Ελουάρ)

Imagen1 eluard

Paul Éluard

(1895 – 1952)


Μια ανθολογία

(1926 – 1938)


Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής

οι μεταφράσεις αυτές στη Μυρτώ


paul_eluard

Από τη συλλογή Πρωτεύουσα του πόνου [1]

Μανία


Μετά από χρόνια ολόκληρα σωφροσύνης

τόσο διάφανος ο κόσμος όσο και μία βελόνα

παθητικά γουργουρίσματα, θα ήτανε τώρα τίποτε άλλο;

Έχοντας αντιπαλέψει, εκτιμήσει, το θησαυρό διασπαθίσει

Περισσότερα από ένα κόκκινα χείλη μ’ ένα κόκκινο στίγμα

Και περισσότερες από μια γάμπες λευκές μ’ ένα πέλμα λευκό

Για ποιους μας περνάμε λοιπόν;


***


Η επινόηση


Μια ευθεία αφήνει την άμμο να στάζει.

Όλες οι μεταμορφώσεις είναι πιθανές.

Κάπου μακριά, ο ήλιος ακονίζει στις πέτρες την βιασύνη του να τελειώνει

Η περιγραφή του τοπίου ελάχιστα ενδιαφέρει

Εντελώς κατάλληλη η ευχάριστη διάρκεια του θέρους.

Διαυγής και με τα δύο μου μάτια

Καθώς το νερό κι η φωτιά.

*

Ποιος ο ρόλος της ρίζας;

Διέρρηξε η απόγνωση όλους της τους δεσμούς

Τώρα φέρνει στο κεφάλι τα χέρια.

Ένα εφτά, ένα τέσσερα, ένα δύο, ένα ένα.

Εκατό γυναίκες στο δρόμο

Που πια δεν θα δω.

*

Η τέχνη του αγαπάν, η φιλελεύθερη τέχνη, η τέχνη του ευ αποθνήσκειν, η τέχνη του σκέπτεσθαι, η δίχως συνοχή τέχνη, η τέχνη του καπνίζειν, η τέχνη του τέρπεσθαι, η μεσαιωνική τέχνη, η διακοσμητική τέχνη, η τέχνη του επιχειρηματολογείν, η τέχνη του ευ επιχειρηματολογείν, η ποιητική τέχνη, η μηχανική τέχνη, η ερωτική τέχνη, η τέχνη του είναι τεκών, η τέχνη του χορού, η τέχνη του οράν, η τέχνη της συγκατάθεσης, η τέχνη του χαϊδεύειν, η γιαπωνέζικη τέχνη, η τέχνη του παίζειν, η τέχνη του εσθίειν, η τέχνη του βασανίζειν.

*

Ποτέ ωστόσο δεν βρήκα αυτό που γράφω μέσα σ’ αυτό π’ αγαπώ.


***


Σουίτα


Κοιμάται, στο ένα μάτι η σελήνη, ο ήλιος στο άλλο,

Ένας έρωτας στο στόμα βαθιά, ένα πουλί όμορφο στα μαλλιά,

Στολισμένη καθώς οι αγροί, τα δάση, οι δρόμοι κι η θάλασσα,

Στολισμένη και όμορφη καθώς ο γύρος του κόσμου.

Φεύγεις διασχίζοντας το τοπίο,

Ανάμεσα στα κλαδιά του καπνού και τους καρπούς όλους του ανέμου,

Πέτρινες γάμπες σε κάλτσες από άμμο,

Πιασμένη στη μέση και σ’ όλους τους μύες του ποταμού

Κι η έσχατη έγνοια σ’ ένα πρόσωπο αλλοιωμένο.


***


Η ισότητα των φύλων


Τα μάτια σου έχουν επιστρέψει από μιαν αυθαίρετη χώρα

Όπου κανείς δεν έμαθε ποτέ τι είναι βλέμμα

Μήτε και γνώρισε την ομορφιά των ματιών, την ομορφιά της πέτρας,

Εκείνη του νερού της σταγόνας, το μαργαριτάρι μες τα ντουλάπια,

Την πέτρα γυμνή και χωρίς σκελετό, άγαλμα μου,

Ο ήλιος εκτυφλωτικός σε κραδαίνει καθρέφτη,

Κι αν μοιάζει να υπακούει στις δυνάμεις του δειλινού

Είναι που το κεφάλι σου είναι κλειστό, άγαλμα πτοημένο

Απ’ τον έρωτα μου και την πρωτόγονη πανουργία μου.

Ο ακίνητος πόθος μου το τελευταίο σου στήριγμα

Και δίχως μάχη σε μεταφέρω, εικόνα μου,

Τσακισμένη απ’ την αδυναμία μου και δέσμια των δεσμών μου.


***


Στην καρδιά της αγάπης μου


Ένα πουλί εξαίσιο μου δείχνει το φως

Εκείνη στέκεται κατάφωρη μες τα μάτια του.

Πάνω σε μια σφαίρα από γκι τραγουδάει

Στον πυρήνα του ήλιου.

*

Τα μάτια των ωδικών κτηνών

Και τα άσματα της οργής ή της ανίας τους

Μου έχουν απαγορεύσει την έξοδο απ’ αυτό το κρεβάτι.

Εδώ θα περάσω τη ζωή μου.

Η χαραυγή σε χώρες δίχως χάρη

Ντύνεται την εμφάνιση της λήθης.

Και που συγκινημένη αποκοιμάται, την αυγή, μια γυναίκα

Το κεφάλι πρώτο, η πτώση του το φωτίζει.

Αστερισμοί

Γνωρίζετε το σχήμα του κεφαλιού της

Εδώ, συσκοτίζονται όλα:

Το τοπίο ολοκληρώνεται, αίμα στα μάγουλα,

Με τον ύπνο

Οι όγκοι μειώνονται και κυλούν στην καρδιά μου.

Και ποιος λοιπόν θέλει την καρδιά μου να πάρει;

*

Ποτέ μου δεν ονειρεύτηκα μιαν έτσι όμορφη νύχτα.

Οι γυναίκες του κήπου ζητούν να μ’ αγκαλιάσουν –

Στηρίγματα τ’ ουρανού, τα δέντρα ακίνητα

Αγκαλιάζουνε τις σκιές που τα στηρίζουν.

Μια γυναίκα με καρδιά χλωμή

Βάζει τη νύχτα στα ρούχα της.

Ο έρωτας ανακαλύπτει τη νύχτα

Στ’ αψηλάφητα στήθη της.

Πώς να βρεις στα πάντα την ηδονή;

Καλύτερα, όλα να τα διαγράψεις.

Ο άνδρας όλων των κινήσεων,

Όλων των θυσιών και όλων των κατακτήσεων

Κοιμάται. Κοιμάται, κοιμάται, κοιμάται.

Αθέατη, από τους στεναγμούς του διαγράφεται η νύχτα ελάχιστη.

Δεν νιώθει ούτε κρύο, ούτε ζέστη.

Δραπετεύει αιχμάλωτος για να κοιμηθεί.

Δεν είναι νεκρός, κοιμάται.

Όταν αποκοιμήθηκε

Όλα τον ξάφνιαζαν,

Έπαιζε με πάθος,

Παρατηρούσε,

Άκουγε.

Η τελευταία του λέξη:

« Αν ήταν να ξαναρχίσω, θα σ’ έβρισκα χωρίς να σε ψάξω ».

Κοιμάται, κοιμάται, κοιμάται.

Όσο και να σηκώνει η αυγή το κεφάλι

Εκείνος κοιμάται.


***


Η ερωτευμένη


Στέκεται όρθια στα βλέφαρα μου,

Και τα μαλλιά της μες τα δικά μου,

Έχει των χεριών μου το σχήμα,

Έχει των ματιών μου το χρώμα,

Βυθίζεται στη σκιά μου

Καθώς μια πέτρα στον ουρανό.

Έχει τα μάτια πάντα ανοιχτά

Και δεν μ’ αφήνει να κοιμηθώ.

Τα όνειρα της γεμάτα φως

Κάνουν τους ήλιους να εξατμίζονται

Με κάνουνε να γελώ, να κλαίω και να γελάω

Να μιλώ δίχως να έχω κάτι να πω.


***


Η σιωπή του ευαγγελίου


Κοιμόμαστε με κόκκινους άγγελους που δίχως μικρά γράμματα και δίχως γλυκά ξυπνήματα μας δείχνουν απομονωμένα την έρημο. Κοιμόμαστε. Ένα φτερό μπορεί να μας σπάσει, απόδραση, έχουμε τροχούς πιο γερασμένους κι από πένες που πετάξαν, χαμένες, να εξερευνήσουν κοιμητήρια βραδύτητας, η μόνη λαγνεία.

*

Το μπουκάλι αυτό που περιβάλλουμε με τα ξεφτίδια των πληγών μας δεν αντιστέκεται σε καμία επιθυμία. Ας αδράξουμε τις καρδιές, τους εγκεφάλους, τους μυς της οργής, ας αδράξουμε τ’ αόρατα άνθη των χλωμών κοριτσιών και των δεμένων παιδιών, ας αδράξουμε το χέρι της μνήμης, ας κλείσουμε τα μάτια της θύμησης, θεωρία δέντρων κλέφτες παρωχημένων μας χτυπάει και μας διχάζει, όλα τα κομμάτια είναι καλά. Τι θα τους μοιάσει, τρόμος, απέχθεια ή οδύνη;

*

Να κοιμηθούμε, αδέρφια. Το ανεξήγητο κεφάλαιο κατέστη ακατανόητο. Γίγαντες περνούν αναδίδοντας φριχτούς στεναγμούς, στεναγμοί γίγαντα, στεναγμοί καθώς η αυγή επιθυμεί σπρώχνοντας, η αυγή που δεν μπορεί πια ν’ αναστενάξει, πριν απ’ το χρόνο, αδέρφια, πριν απ’ το χρόνο.


***


Απουσίες, Ι


Η επίπεδη ηδονή και άπορο το μυστήριο

Που να μην μ’ έχω δει.

Σας γνωρίζω, χρώμα των κορμών και των άστεων,

Ανάμεσα μας η διαφάνεια των εθίμων

Ανάμεσα σ’ απαστράπτοντα βλέμματα.

Κυλάει απάνω στις πέτρες

Καθώς που το νερό ταλαντεύεται.

Στην μια πλευρά της καρδιά μου παρθένες να συσκοτίζονται

Στην άλλη η παλάμη απαλή σε λοφοπλαγιές ν’ αναπαύεται.

Η καμπύλη του νερού ελάχιστου την κάθετη πτώση

Το ανακάτωμα αυτό των κατόπτρων.

Τα φώτα του προσδιορισμού, δεν ανοιγοκλείνω τα μάτια,

Δεν κινούμαι

Μιλάω

Κι όταν κοιμάμαι

Ο λαιμός μου το περιλαίμιο επιγραφή από τούλι.


***


Απουσίες, ΙΙ


Εξέρχομ’ απ’ τον βραχίονα των σκιών,

Στο υπογάστριο των σκιών,

Μόνος.

Η ελεημοσύνη λίγο ψηλότερα και μπορεί στ’ αλήθεια να παραμείνει,

Η αρετή ελεημονεί πρώτα τα στήθια της

Κι η χάρη αιχμάλωτη στων βλέφαρων της τα δίχτυα.

Πιο όμορφη απ’ τις μορφές των κερκίδων,

Πιο σκληρή,

Πιο βαθιά με τις πέτρες και τις σκιές.

Εκεί την συνάντησα.

Είναι εκεί όπου η διαύγεια δίνει την ύστατη μάχη της.

Κι αν αποκοιμιέμαι είναι πια για να μην ονειρεύομαι.

Τα όπλα του θριάμβου μου λοιπόν ποια θα είναι;

Που δένοντας τους αρμούς ο ήλιος στα μεγάλα μου μάτια ανοιχτά,

Κήπε των οφθαλμών μου!

Όλοι οι καρποί είν’ εδώ για ν’ απεικονίσουν τα άνθη,

Τα άνθη μέσα στη νύχτα.

Στο πρόσωπο της

Ανοίγει ξαφνικά ένα παράθυρο φύλλωμα

Που θ’ ακουμπούσα τα χείλια μου, φύση με δίχως ακτή;

Μια γυναίκα είναι πιο όμορφη απ’ τον κόσμο που ζω

Και κλείνω τα μάτια.

Εξέρχομ’ απ’ τον βραχίονα των σκιών,

Στο υπογάστριο των σκιών,

Και σκιές με προσμένουν.

***

Pablo Picasso

Τα όπλα του ύπνου μέσα στη νύχτα που σκάβοντας

Τα εξαίσια αυλάκια που διαχωρίζουνε τα κεφάλια μας.

Διασχίζοντας το διαμάντι, κάθε παράσημο κίβδηλο,

Κάτω από έναν απαστράπτοντα ουρανό, η γη είν’ αθέατη.

Το πρόσωπο της καρδιάς που έχοντας χάσει το χρώμα του

Και ο ήλιος μας ψάχνει και μας τυφλώνει το χιόνι.

Αν τον εγκαταλείψουμε, ο ορίζοντας έχει φτερά

Και τα βλέμματα μας από μακριά διασκορπίζουν τα λάθη.

***

Paul Klee

Εκεί, στη μοιραία κατωφέρεια, ο οδοιπόρος επωφελείται

Της ευεργεσίας της μέρας, παγωμένο οδόστρωμα δίχως χαλίκια,

Και τα γαλάζια μάτια του έρωτα, ανακαλύπτει την εποχή του

Που φέροντας σε όλα τα δάκτυλα δακτυλίδια αστέρια μεγάλα.

Στην ακτή η θάλασσα που εγκαταλείποντας τα αυτιά της

Και η άμμος σκαμμένη η τοποθεσία ενός ωραίου εγκλήματος.

Το βασανιστήριο είναι κάποτε πιο σκληρό για το δήμιο παρά για το θύμα

Τα μαχαίρια σημάδια κι οι σφαίρες τα δάκρυα.

***

Max Ernst

Κατασπαραγμένος απ’ τα φτερά κι υποταγμένος στη θάλασσα,

Άφησε να περάσει η σκιά του στην πτήση

Πουλιά μεγάλα της ελευθερίας.

Άφησε

Τη ράμπα σ’ εκείνους που πέφτουνε στη βροχή,

Άφησε τη σκεπή τους σ’ εκείνους που την επαληθεύουν.

Τότε το κορμί του που βρισκόταν σε τάξη,

Το ίδιο κορμί των άλλων που είχ’ εξανεμιστεί

Εκείνη την διάταξη που κρατούσε

Από το πρώτο αποτύπωμα του αίματος του στη γη.

Τα μάτια του τώρα που θαμμένα στο τοίχο

Και το πρόσωπο του ο βαρύς διάκοσμος τους.

Ένα ψέμα επιπλέον τη μέρα,

Μιαν επιπρόσθετη νύχτα, δεν υπάρχουνε πια τυφλοί.

***

Georges Braque

Ένα πτηνό απογειώνεται,

Απορρίπτει τους ουρανούς σαν άχρηστο πέπλο,

Ότι ποτέ το φως δεν φοβήθηκε,

Έγκλειστο μέσα στην πτήση του,

Ποτέ δεν είχε σκιά.

Κελύφη θερισμών ραγισμένων από τον ήλιο.

Όλα τα φύλλα στο δάσος που φωνάζουνε ναι,

Που δεν ξέρουνε παρά να φωνάζουνε ναι,

Κάθε ερώτηση, κάθε απάντηση

Κι η δροσιά να σταλάζει στα βάθη ετούτου του ναι.

Ένας άντρας με ανάλαφρα μάτια απεικονίζει του έρωτα ουρανό.

Που συλλέγοντας σημεία και τέρατα

Καθώς που τα φύλλα στο δάσος,

Καθώς που τα πουλιά στα φτερά τους

Κι οι άνθρωποι στα βάθη του ύπνου τους.

***

Joan Miro

Ήλιος της λείας που δέσμιος του μυαλού μου,

Απάγει τους λόφους, απάγει τα δάση.

Ο ουρανός πιο όμορφος από ποτέ.

Οι λιβελούλες των αμπελιών

Του δίνουνε κάποτε σχήματα ακριβή

Που διασκορπίζω με μια μου μόνο χειρονομία.

Σύννεφα μέρας της πρώτης

Ανεπαίσθητα σύννεφα και που τίποτε δεν εγκρίνουν,

Οι σπόροι τους καίνε

Στις φλόγες των βλεμμάτων μου από άχυρο.

Εντέλει, για να ντυθεί μιαν αυγή

Θα πρέπει ο ουρανός εξίσου αγνός με τη νύχτα.

***

Η καμπύλη των ματιών σου κάνει της καρδιάς μου τον γύρο,

Σχηματίζοντας έναν κύκλο χορού και γλυκύτητας,

Του χρόνου φωτοστέφανο, λίκνο νυχτερινό και σίγουρο,

Κι αν πλέον όλα όσα έζησα δεν ξέρω

Είναι που τα μάτια σου δεν μ’ έχουν ακόμ’ αντικρίσει

Φύλλα της μέρας κι αφρός της δροσιάς,

Καλάμια του ανέμου, αρωματισμένα χαμόγελα,

Φτερά να καλύπτουν έναν κόσμο φωτός,

Καράβια φορτωμένα με θάλασσα κι ουρανό,

Κυνηγοί θορύβων και χρωμάτων πηγές,

Αρώματα επωασμένα απ’ την εκκόλαψη μιας αυγής

Κείμενη πάντοτε στα άχυρα πάνω των άστρων,

Καθώς η μέρα εξαρτάται από την αθωότητα

Ο κόσμος ολόκληρος εξαρτάται απ’ τα μάτια σου αγνά

Κι όλο το αίμα μου μέσα στο βλέμμα τους κυλά.


***


Από τη συλλογή Ο έρωτας η ποίηση [2]

Από την ενότητα Δεύτερη φύση


Ι


Στα γόνατα η νιότη στα γόνατα η οργή

Η προσβολή ματώνει απειλή ερειπώνει

Τα πείσματα δεν έχουνε πια το στέμμα τους οι τρελοί

Ζουν υπομονετικά στη χώρα των πάντων.

Και το μονοπάτι του θανάτου επικίνδυνου φράχτηκε

Από κηδείες εξαίσιες

Ο τρόμος γυαλίστηκε η μιζέρια έχει τις χάρες της

Κι ο έρωτας έτοιμος να γελάσει κατάμουτρα στους αθώους παχύσαρκους.

Χαρές φυσικές στοιχεία εν μουσική

Παρθενίες από λάσπη πιθήκων καμώματα

Σεβάσμια κούραση αξιότιμη ασκήμια

Απασχολήσεις εύγεστες η λήθη που τρέφεται

Η οδύνη είν’ εδώ – πάντοτε – κατά τύχη

Κι εμείς το χώμα τα πάντα που πάνω του χτίστηκαν

Κι εμείς παντού

Όπου ο ουρανός ανατέλλει τους άλλους

Παντού όπου η άρνηση της ζωής είναι άχρηστη.

III

Η μοναξιά η απουσία

Κι αυτά τα χτυπήματα του φωτός της

Κι οι ισορροπίες της

Μην έχοντας τίποτα δει τίποτα μην έχοντας καταλάβει

Η μοναξιά η σιωπή

Περισσότερο συγκινητική

Στο λυκόφως του φόβου

Απ’ ότι στων δακρύων πρώτη επαφή

Η άγνοια η αθωότητα

Η περισσότερο κρυφή

Η περισσότερο ζωντανή

Που χαρίζει στον κόσμο το θάνατο.

IV

Στα δεξιά κοιτώ τα πιο όμορφα μάτια

Στ’ αριστερά ανάμεσα στα φτερά τυφλά του τρόμου

Στα δεξιά ενήμερος από μόνο τον εαυτό μου

Στ’ αριστερά δίχως λόγο στις πηγές της ζωής.

Ακούω όλα τα λόγια που ξέρω που ενέπνευσα

Και που δεν ανήκουνε πια σε κανέναν

Μοιράζομαι τον έρωτα που πια δεν μ’ αναγνωρίζει

Και ξεχνώ την ανάγκη μου ν’ αγαπήσω.

Μα γυρνώ το κεφάλι να πάρω και πάλι κορμί

Να θρέψω την έγνοια θνητή του όντος ζώντος

Η ντροπή σ’ ένα βάθος γενετήσιων μορφασμών.

VIII

Λευκές οι σκιές

Τα μέτωπα ψόφια απ’ την εξάντληση

Μπροστά από ηλίθιες φύσεις

Οι γκριμάτσες των τοίχων

Η γλώσσα του γέλιου

Και για να διασώσουνε τα προσχήματα

Οι φυλακισμένοι του χιονιού χτίζουν στη φυλακή τους

Το πρόσωπο όπου οι αντανακλάσεις του ήλιου

Θάβουνε τη συνήθεια του θανάτου.

IX

Τα μάτια καμένα του δάσους

Η άγνωστη μάσκα πεταλούδα της μοίρας

Μέσα σε παράλογες φυλακές

Της καρδιάς τα διαμάντια

Το κολιέ του εγκλήματος.

Οι απειλές δείχνουν τα δόντια τους

Δαγκώνουν το γέλιο

Ξεριζώνουν τα φτερά του ανέμου

Τα νεκρά φύλλα της διαφυγής.

Η πείνα σκεπάζει τ’ απόβλητα

Σφιχταγκαλιάζει το φάσμα του σιταριού

Ο τρόμος στα ράκη τρυπάει τους τοίχους

Πεδιάδες χλωμές μιμούνται το κρύο

Μονάχος ο πόνος παίρνει φωτιά.

Χ

Τα πουλιά τώρα πετάνε μακριά απ’ τις σκιές τους

Τα βλέμματα δεν έχουνε την ίδια δυνατότητα

Και οι ανακαλύψεις ρίχνουν καλή ζαριά

Ο οφθαλμός κλειστός καμένος μέσα σε όλα τα κεφάλια

Ο άνθρωπος ανάμεσα στις εικόνες

Ανάμεσα στους ανθρώπους

Όλοι οι άνθρωποι ανάμεσα στους ανθρώπους.

***

Η υπεράσπιση της γνώσης

Ι

Η παρουσία μου δεν είναι εδώ

Τον εαυτό μου ενδεδυμένος

Που να μην υπάρχει πλανήτης που να κρατά

Την διαύγεια που εντός μου υπάρχει.

Από το χέρι μου γεννημένη στα μάτια μου

Κι αποσπώντας με απ’ την οδό μου

Η σκιά να βαδίσω με εμποδίζει

Πάνω στο στέμμα μου σύμπαν

Μες το μεγάλο καθρέφτη κατοικημένο

Καθρέφτης σπασμένος που κινώντας αντίστροφος

Που η έκπληξη κι η συνήθεια

Κατ’ εναλλαγή γεννάνε την πλήξη.

***

Από τη συλλογή Η άμεση ζωή[3]

Κριτική της ποίησης

Μισώ τούτη την εποχή της βασιλείας των αστών

τη βασιλεία μπάτσων και παπάδων

μ’ ακόμα περισσότερο μισώ τον άνθρωπο αυτόν που δεν την μισεί

καθώς εγώ

μ’ όλες του τις δυνάμεις.


Και φτύνω στη μούρη σου άνθρωπε μηδαμινέ, από τη φύση πιο μικρέ,

που, εσύ, απ’ τα ποιήματα μου όλα προτιμάς τούτη την Κριτική

της ποίησης.



Σημειώσεις


[1] Capitale de la douleur, 1926.

[2] L’amour la poésie, 1929.

[3] La vie immédiate, 1932.

***


Αναδημοσιεύσεις από εδώ:

http://www.poiein.gr/archives/2158/index.html

http://vakxikon.blogspot.com/2008/02/barracuda-club-paul-eluard_24.html

http://vakxikon.blogspot.com/2008/02/barracuda-club-paul-eluard.html

http://vakxikon.blogspot.com/2008/01/barracuda-club-paul-eluard-le-grand.html

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: