Δοκίμια: Μέρος Α’: Ο Ζαχόπουλος, τα DVD και τα έντυπα τέχνης

Ζ. Δ. Αϊναλής

Ο Ζαχόπουλος, τα DVD και τα έντυπα τέχνης [1]

Ξεπουληθήκαμε στο Γιουσουρούμ για ένα κουστούμ…


Τα λογοτεχνικά περιοδικά – γενικότερα τα έντυπα τέχνης – παρουσιάστηκαν στο ιστορικό προσκήνιο, και εγκαθιδρύθηκαν ως θεσμός, κατά τη διάρκεια μιας πολύ συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου. Λίγο πριν, λίγο μετά την Γαλλική επανάσταση, μικρή σημασία έχει. Σε κάθε περίπτωση, είναι γέννημα θρέμμα του Διαφωτισμού. Αυτό φυσικά σημαίνει ότι η εμφάνιση τους πρακτικά συμπίπτει με την άνοδο της αστικής τάξης στην Ευρώπη. Κατ’ επέκτασιν, σημαίνει πως συμπίπτει με την κεφαλαιοποίηση της οικονομίας και τη γέννηση του Καπιταλισμού. Κι απ’ τη στιγμή που για να εκδόσεις ένα οποιοδήποτε περιοδικό έχεις την ανάγκη ύπαρξης ενός συγκεκριμένου κεφαλαίου, όλα αυτά σημαίνουν πως, από τις απαρχές της εμφάνισης τους, την έκδοση των διαφόρων εντύπων την είχαν εξ’ ολοκλήρου επωμιστεί οι μεγαλοαστοί. Θα ήταν αφελές, λοιπόν, να θεωρούμε πως αυτοί οι τελευταίοι κινούμενοι από αγνές προθέσεις και ανιδιοτελή κίνητρα επιδόθηκαν, από καθαρή αγάπη για την τέχνη, στην έκδοση των διαφόρων εντύπων τέχνης. Ένα οποιοδήποτε έντυπο τέχνης, λοιπόν, βασισμένο στους νόμους, στη λογική και στις πρακτικές της καπιταλιστικής οικονομίας δεν μπορεί να είναι απολύτως τίποτε άλλο παρά εμπόρευμα. Και μάλιστα ένα εμπόρευμα που αποφέρει κέρδη πολλά. Θυμηθείτε την περίπτωση της Βιομηχανικής τέχνης (ο τίτλος και μόνο είναι ενδεικτικός) και του εκδότη της κ. Αρνού, το πορτρέτο των οποίων με μπρίο φιλοτεχνεί στην Αισθηματική αγωγή ο Flaubert.

Στην Ελλάδα, όμως, λόγω διαφόρων ιδιαιτεροτήτων (παραπλήσιες, εδώ που τα λέμε, σε όλα τα εθνικά κράτη που ξεπηδούσαν ωσάν τα μανιτάρια κατά τη διάρκεια του δευτέρου ημίσεως του 19ου αι.) η κατάσταση ήταν ελαφρώς διαφορετική. Και ήταν διαφορετική ακριβώς εξαιτίας του γεγονότος ότι σε μία ήπειρο που ραγδαία μετασχηματιζόταν και μετασχημάτιζε τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές δομές της, ερχόταν ξαφνικά, τεχνητά – και σχεδιασμένα από τις συντηρητικές δυνάμεις της γηραιάς Ευρώπης – να δημιουργηθούν ‘οάσεις σταθερότητας’ (δηλαδή, συντήρησης) σ’ έναν κόσμο που άλλαζε. Το αποτέλεσμα ήταν πως, ακριβώς όπως και το κραταιό αυτό Βασίλειον της Ελλάδος, όλα τα κράτη που γεννήθηκαν εκείνην ακριβώς την περίοδο, συνήθως στην περιφέρεια της αστικο-καπιταλιστικής Ευρώπης, παρουσίασαν την αντίφαση της τεχνητής – αλλά αναπόφευκτης – δόμησης επάνω σε αστικά μοντέλα ενώ στο εσωτερικό τους δεν υπήρχε γηγενής αστική τάξη. Μόνο αριστοκράτες και φεουδάρχες. Τα παραδείγματα πολυάριθμα: Σερβία, Βουλγαρία, Ουγγαρία, Ρουμανία. Κι όταν μίλησα παραπάνω για ‘οάσεις σταθερότητας’ εννοούσα ακριβώς αυτό: η θνήσκουσα ευρωπαϊκή αριστοκρατία προσπαθούσε να διασωθεί ιδρύοντας φεουδαρχικά βασίλεια στην περιφέρεια της Ευρώπης, τη στιγμή που τα ευρωπαϊκά κεφάλαια που συνέρεαν στα νεοσύστατα αυτά βασίλεια, υπό την μορφή δανείων, αναπόφευκτα δομούσαν τα κράτη αυτά πάνω σε αστικο-καπιταλιστικά πρότυπα.

Κατ’ επέκτασιν, οι επιμέρους θεσμοί που μορφώνονταν στα κράτη αυτά – συνεπώς και τα έντυπα τέχνης – έπρεπε να υπακούουν, για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, στους νόμους της φεουδαρχίας. Όσο κι αν έχει αμφισβητηθεί, τροποποιηθεί κι αλλάξει τα τελευταία χρόνια η αντίληψη μας περί φεουδαρχίας κι όσο κι αν νέες διαστάσεις έχουν προστεθεί στο περιεχόμενο του όρου αλλά και στα ίδια τα δεδομένα που αυτός υπονοεί, ως ιστορικό φαινόμενο, αυτό που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι η άμεση, κάθετη εξάρτηση των υποκείμενων στους εξουσιαστές εξουσιαζόμενων. Και η εγγενής της φεουδαρχίας ‘οικογενειοκρατία’. Και η νοοτροπία της ‘ανταμοιβής’ (‘δώσε μου για να σου δώσω’) που αυτή καλλιεργεί. Ως εκ τούτου, διόλου παράδοξο δεν είναι το γεγονός που αυτή η νοοτροπία κυριάρχησε σε όλο το φάσμα της υπό διαμόρφωσης τότε νεοελληνικής κοινωνίας και στους θεσμούς της – και συνεπώς και στους μηχανισμούς προώθησης της τέχνης. Και η φεουδαρχία μπορεί, βέβαια, κάποια στιγμή να έφυγε. Οι νοοτροπίες όμως, βαθιά ριζωμένες, παρέμειναν.

Όταν, βέβαια, αναλογιζόμαστε όλα τα παραπάνω παύει να μας εκπλήσσει – αν μας εξέπληττε, δηλαδή, ποτέ – το γεγονός ότι όλη η ιστορία των λογοτεχνικών – και λοιπών καλλιτεχνικών – εντύπων στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από την διαπλοκή, τα βρώμικα παρασκήνια και την κερδοσκοπική πρόσληψη του έντυπου τέχνης. Το μεράκι και οι αγνές προθέσεις ορισμένων εντύπων – και των εκδοτών τους – δεν είναι ικανά να ανατρέψουν τη συλλογική εικόνα. Ως πότε θα κλαψουρίζουμε για την απουσία αξιοκρατίας; Τα υπάρχοντα έντυπα, και όσα θα υπάρξουν, που στηρίζονται στους νόμους, τις λογικές, τις πρακτικές και τις νοοτροπίες που επί τροχάδην προσπάθησα να μνημονεύσω παραπάνω, θα συνεχίσουν να λειτουργούν όπως ακριβώς λειτουργούν, για τον απλούστατο λόγο ότι είναι ιστορικά αδύνατον να δραπετεύσουν του οικονομικού συστήματος που τα γέννησε. Πετάχτε τα! Θα συνεχίσω να δημοσιεύω (ενδεχομένως…) σ’ αυτά, όπως και όλοι μας. Αλλά μέχρι πότε θα είμαστε ικανοποιημένοι από αυτό; Εκεί εξαντλείται το όραμα μας για την τέχνη; Στο να περιληφθεί το ποίημα μας, η φωτογραφία μας με τη μάπα μας, η κριτική για το καινούργιο βιβλίο μας στην όποια φυλλάδα; Προτιμάμε μια τέχνη που θα προβάλλει τα μίζερα υποκείμενα μας ή μια τέχνη που θα ‘χει τ’ αρχίδια ν’ αλλάξει, αλλάζοντας τον ίδιο τον άνθρωπο, την κοινωνία που όλοι μας ζούμε; Κι ο ρόλος ο δικός μας ποιος θα ‘ναι; Εγώ θέλω να μιλήσω για την αυτοδιάθεση της τέχνης, να μου δοθεί ετούτη η χάρη…

Ένα άρθρο που θα ισοπέδωνε τα πάντα θα ήταν μάλλον κάπως ντανταϊστικό αν δεν ερχότανε να προτείνει και κάτι. Το πρόβλημα δεν είναι το μέσο. Θέλω να πω πως η ρίζα του προβλήματος δεν βρίσκεται, προφανώς, στο έντυπο ως τέτοιο. Το πρόβλημα έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι τα υπάρχοντα έντυπα, όπως λειτουργούνε, εγκλωβίζουν και καταδυναστεύουν, αντί να αποδεσμεύουν και να απελευθερώνουν, τις όποιες δημιουργικές δυνάμεις. Το ίδιο ισχύει με ολόκληρο το σύστημα ‘προώθησης’ της τέχνης: εκδοτικοί οίκοι, galléries, festivals, παραγωγοί και δεν συμμαζεύεται. Τσάμπα μάγκες, νταβατζήδες πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Πορνοβοσκοί κατεστημένου γούστου. Ποιος φταίει όμως γι αυτό;

Ολόκληρη η ιστορία της τέχνης των τελευταίων πενήντα χρόνων βασίστηκε σε μια παρανάγνωση των κατακτήσεων του μοντερνισμού (βάζω μέσα όλα τα μοντερνιστικά κινήματα τόσο τα αμιγώς αγγλοσαξονικά, όσο και τα γαλλοτραφή – ντανταϊσμός, σουρεαλισμός – καθώς και τις, με τις ιδιαιτερότητες τους, ιταλικές, γερμανικές και ρωσικές πρωτοπορίες). Ο μοντερνισμός απελευθέρωσε οριστικά τον καλλιτέχνη και έστησε τον αιώνιο ανδριάντα της ελευθερίας της ατομικότητας του. Ο μοντερνισμός όμως κινήθηκε συλλογικά, επειδή συλλογικά αντιλαμβανόταν τον κόσμο και το υποκείμενο εντός του. Και επειδή συνειδητά και συλλογικά προσπαθούσε να ενοποιήσει εκ νέου το ιστορικό υποκείμενο με τον καλλιτέχνη (που είχανε μεταξύ τους διαχωριστεί σταδιακά ήδη από τις απαρχές του Διαφωτισμού), και εν συνεχεία με τον κόσμο και την κοινωνία. Γι αυτό και πολλάκις ο μοντερνιστής καλλιτέχνης του 1920 αυτοδεσμεύτηκε συνειδητά σε κοινές αρχές που επεξεργάστηκε προηγουμένως συλλογικά (τα μανιφέστα του σουρεαλισμού, Vortex). Οι επίγονοι, όμως, του μοντερνισμού, κρατώντας μονάχα το πρόταγμα της απόλυτης ελευθερίας του καλλιτέχνη και του σεβασμού της ατομικότητας του, κατέληξαν στην απόλυτη ασυδοσία, βαφτίζοντας το οτιδήποτε τέχνη, και στο βωμό ακριβώς της ατομικότητας αυτής, θυσίασαν οποιαδήποτε έννοια συλλογικότητας, συλλογικής αντίληψης περί τέχνης ή συλλογικής δράσης. Και η ατομικότητα εξέπεσε κι αυτή με τη σειρά της σε μια στυγνή εξατομίκευση. Το γεγονός ότι απλά συμπαρασύρθηκαν από τα νέα κοινωνικά δεδομένα που δημιουργούσε ο Ύστερος καπιταλισμός, δεν τους απαλλάσσει απ’ τις ευθύνες τους. Η περίοδος που ακολούθησε το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (κυρίως βέβαια από το 1960 και μετά), είναι ίσως η μοναδική περίοδος στην ιστορία της παγκόσμιας τέχνης (απ’ τη χρονική στιγμή τουλάχιστον που αυτή αυτονομήθηκε από τη σφαίρα της μαγείας και της θρησκείας), που η τέχνη δεν χτίστηκε πάνω στη βάση της άρνησης, αλλά αντίθετα επάνω στη βάση της de facto αποδοχής μιας κατεστημένης κοινωνικής πραγματικότητας και κυρίως του τηλεκατευθυνόμενου γούστου της. Κοινό και καλλιτέχνης βρίσκονται σε μια μόνιμη διάδραση. Κι όσο με σκατά ταΐζεις το κοινό, το κοινό θα μάθει να θεωρεί τα σκατά σου τέχνη. Κι όσο σκατά ζητάει το κοινό, τόσο ο καλλιτέχνης δε θα κάνει τίποτα άλλο παρά ν’ αποπατεί. Ότι δηλαδή ακριβώς έγινε κατά τη διάρκεια του δευτέρου ημίσεως του 20ου αι., με τη σημαντική προσθήκη ότι, εκτός των άλλων, ο καλλιτέχνης αποδέχτηκε και τη διαμεσολάβηση ως τον νόμιμο και μοναδικό τρόπο παρουσίασης της τέχνης του. Μια απόρριψη της τέχνης μετά το 1960 δεν θα έπρεπε να εδράζεται μόνο στην φρικτή ασημαντότητα της, στην ολοκληρωτική ρήξη μεταξύ μορφής και περιεχομένου που επέφερε, στη «θεαματικότητα» της, αλλά και στους νέους, ολοκληρωτικούς τρόπους παρουσίασης που καθιέρωσε, εγκαινιάζοντας έτσι και στο χώρο της τέχνης τις νέες πρακτικές οικονομικής δόμησης του Ύστερου καπιταλισμού, και μάλιστα χωρίς την παραμικρή αντίδραση εκ μέρους των καλλιτεχνών. Αντίθετα, θα έλεγα, πως ως έναν ορισμένο βαθμό, οι ίδιοι οι καλλιτέχνες προώθησαν την πρόσληψη αυτήν της παρουσίασης – και της διακίνησης – της τέχνης τους.

Μπορεί, λοιπόν, ο σύγχρονος καλλιτέχνης να υπερβεί τη βαριά κληρονομιά που συσσώρευσε στους ώμους του η ιστορία της τέχνης των τελευταίων πενήντα χρόνων; Μπορεί να ρισκάρει εκ νέου να αυτοδεσμευθεί με συλλογικές αρχές που και ο ίδιος, σε συνεργασία και συνδιαμόρφωση και με όλους τους άλλους, θα έχει επιλέξει και επεξεργαστεί; Μπορεί να διεκδικήσει ως αυτονόητο δικαίωμα του την αδιαμεσολάβητη τέχνη, την αυτοδιάθεση της τέχνης του ως απόρροια των διαδικασιών που επέλεξε; Μπορεί να αφήσει για λίγο το καμαράκι του για να συναντηθεί εκ νέου με ομοτέχνους του απ’ όλο το φάσμα των τεχνών και να αυτορυθμίσει τη δράση του; Μπορεί να ‘ανοίξει’ μέσα από συλλογικές διαδικασίες την ανακάλυψη και την απελευθέρωση όλων εκείνων των δημιουργικών δυνάμεων που τώρα καταπιέζονται και κινδυνεύουνε ποτέ να μην ακουστούν; Μπορεί να αποτυπώσει αυτές τις διαδικασίες σε έντυπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα; Μπορούν αυτά τα έντυπα εν συνεχεία να αποτελέσουν το εφαλτήριο για νέες εξορμήσεις; Μπορούν τα έντυπα αυτά να καταστούν χώροι πολυφωνικής και ελεύθερης έκφρασης με ρητώς εκπεφρασμένους στόχους, όπως, για παράδειγμα, το να καταστούν σταδιακά χώροι συσπείρωσης και συνδιαλλαγής καλλιτεχνών ή το βήμα της έκφρασης νέων καλλιτεχνών; Δεν νομίζω πως μπορεί να το κάνει. Πιστεύω πως έχει την υποχρέωση να το κάνει. Γι αυτόν τον λόγο, όμως, πρέπει να συναντηθούμε, να συζητήσουμε, να αναστοχαστούμε. Συλλογικά να δουλέψουμε και συλλογικά να κινηθούμε. Για ποιον λόγο αλλιώς να προστεθεί στα ήδη υπάρχοντα έντυπα ένα ακόμη που απλά θα λαμβάνει και θα δημοσιεύει συνεργασίες;                                              

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων αυτών πενήντα – εξήντα χρόνων της μεταμοντέρνας εποχής, η κανιβαλική εξατομίκευση βούλιαξε την τέχνη στα περιττώματα του Καπιταλισμού. Πόσο καιρό έχετε να δείτε κινήματα στο χώρο της τέχνης; Πόσο καιρό έχετε να δείτε καλλιτέχνες να προβάλλουνε δημόσια με πρόσωπο συλλογικό; Προφανώς πολύ. Κι αν δεν κάνουμε κάτι μόνοι μας, δεν ξέρω κι εγώ πόσο καιρό θα κάνετε να δείτε. Είναι μεμψίμοιρο να κλαυθμηρίζουμε για την ‘κατάντια’ των σύγχρονων λογοτεχνικών περιοδικών. Για την αναξιοκρατία, την αδιαφάνεια, την διαπλοκή. Μία κατάσταση που επαναλαμβάνεται και διαιωνίζεται αρμονικά μέσα στο χρόνο δεν μπορεί να είναι ‘κατάντια’. Είναι μηχανισμός και φαινόμενο. Ξεχάστε το κράτος, τα Υπουργεία Πολιτισμού και τους φαιδρούς Ζαχόπουλους. Ξεχάστε τους μαικήνες, τους πάτρωνες. Και κυρίως ξεχάστε τα DVD (ή τα CD) με τσόντες και με ποιητές. Η τέχνη δεν είναι εμπόρευμα. Κι όσο θα αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα, θα ξεπουλιέται.

Αθήνα,

Απρίλης 2008

***


[1] Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το Μάη του 2008 στην Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης – Ποιείν:

http://www.poiein.gr/archives/2089/index.html

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: