Μεχμέτ Γιασίν, Πέντε ποιήματα από το ανθολόγιο Άγγελοι Εκδικητές

cover_high

MEHMET YAŞІN

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ     Ζ. Δ. ΑΪΝΑΛΗΣ

 

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΜΙΑΣ ΜΑΝΑΣ

 

Ο πόλεμος τέλειωσε, λένε,

όσοι ήταν στο μέτωπο γύρισαν

έτρεξα στο Σαραιγιονού

ρώτησα για σένα τη στήλη του Ντικιλιτάς

«Δεν τον είδα», απαντάει.

 —

Ρίχτηκα πίσω από ένα παιδί κλαμένο

Πέρασα μπροστά από ένα σπίτι καμένο

Βρήκα μια μικρή κατσίκα νεκρή

Ρώτησα, γιε μου, για σένα.

—-

Ρώτησα την αμυγδαλιά

Ρώτησα το τζιτζίκι

«Δεν τον είδα», απαντάνε

Κοίταξα στους δρόμους παντού έκλαψα

έκλαψα έκλαψα.

—-

Ρώτησα για σένα τον πόλεμο

Ρώτησα το αίμα που κυλάει

τα μυρμήγκια, το χώμα.

 —-

Τραγούδησα τα τραγούδια που σ’ άρεσαν

Έδειξα τις φωτογραφίες σου

Ήταν μόλις δεκαεφτά, είπα,

«Δεν τον είδα, δεν τον είδα, δεν τον είδα…»

 —-

Κοίταξα στον πόλεμο παντού έκλαψα

έκλαψα έκλαψα.

—-

Περνάνε μπροστά απ’ την πόρτα μας τανκς

εσύ δεν περνάς,

περνάν οι φυλακισμένοι

οι μέρες κι οι μήνες

εσύ δεν περνάς.

 —-

Περίμενα, αφουγκράστηκα, πρόσμενα

καρτέρεψα, γιε μου, την επιστροφή σου.

 —

Μια φωτογραφία σου μου ‘μεινε μόνο

καμιόνια κουβαλούν τους νεκρούς

το ράδιο παίζει νικητήρια εμβατήρια

κανένας δεν σ’ είδε,

κανένας.

 —-

Πήρα τους δρόμους της Λευκωσίας έκλαψα

έκλαψα έκλαψα.

 —-

Λευκωσία, 1980

 

***

 —-

ΒΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

 —-

Βγαίνοντας από το καταφύγιο δεν αναγνωρίσαμε τον τόπο

χρώματα και ήχοι άλλαξαν

των προαστίων οι ονομασίες και των οδών μία-μία.

«Πώς θα βρούμε τώρα τα σπίτια μας;»

Αδιέξοδα όπου κι αν στρίψουμε

δρόμοι κλειστοί από οδοφράγματα.

 —-

Πήραμε ν’ αναζητούμε ορόσημα

«Το σχολείο ήτανε στη γωνία… κοντά στο μπαρ Ατλαντίς

πέρα από τα τρία ψηλά πεύκα…»

Στρατώνες τώρα υψώνονται στις γωνίες, καήκαν τα δέντρα,

πρέπει να την ονειρευτήκαμε την Ατλαντίδα

δεν απομένει ούτ’ ένα ίχνος της.

—-

Μας ‘δωσαν καινούργια σπίτια με τα κουφάρια τους

ήμασταν σαν τις αρκούδες ψάχνοντας για φωλιές να βγάλουμε το χειμώνα

με καινούργιες ταυτότητες και πιστοποιητικά γέννησης

λέγαμε και πάλι «εμείς» – ποιοι εμείς; –

αν ό,τι μας καθόριζε μόνο ήταν πως ήμασταν οι αντίποδες

των προσφύγων γειτόνων μας, είχαμε στ’ αλήθεια υπάρξει;

 —

Σ’ ένα ταξίδι προς Ανατολάς

τρέξαμε στο λιμάνι με τις κάμερες

οικογένειες αποίκων από Πέρα πλησίασαν.

Μεγαλαυχώντας τους είπαμε «εσείς»

ενώ εκείνοι φιλοδοξούσαν να γίνουν «εμείς».

Αλλά όταν πετάξαμε τα κράνη μας μείναμε γυμνοί.

—-

Σήκωσα τ’ ακουστικό σ’ ένα ρημαγμένο από τον πόλεμο σπίτι

– κανείς δεν απαντά· είν’ όλοι νεκροί; –

Είμαι ο μόνος επιζών στα χαλάσματα;

Οι παλιοί τους βρίσκουν παράξενους

οι έφηβοι βλέπουν τους στίχους μου

σαν μια λησμονημένη γραφή σε κάποια αρχαία ταφόπλακα.

 —-

Μέσα σε τούτη τη καταστροφή ίσως να είν’ η θάλασσα που δίνει ελπίδα

μια ανήσυχη φωνή από μέσα:

– Ποτέ ακόμα η Κύπρος, τα παιδικά μου χρόνια, δεν διαγράφτηκαν

από τα περιβόλια όπου ανθίζουν οι πορτοκαλιές…

Ανθρώπινα όντα αναζητούν τους εαυτούς τους,  νησιά τα διαβατήρια

για να εισέλθουν από τις πύλες του κόσμου.

 

 —-

Λευκωσία, 1984

 

***

 —-

COCACOLA COKE

 —

Απ’ τον καιρό που αποφάσισα να γίνω ποιητής

δεν είχα χρόνο για μια αγαπημένη,

Έκανα έρωτα στα όρθια στα μπαρ

είπα να φύγω αλλά με σταματήσανε στα Ελληνο-Τουρκικά σύνορα

έκανα να δραπετεύσω από τον αυτοκινητόδρομο Ε-5

συνετρίβη η ζωή μου

περιμένοντας στην ουρά του λεωφορείου συνελήφθην

κατάσχεσαν αμέτρητα καλάσνικοφ και απαγορευμένα φυλλάδια

εξουσιοδότησα επίσημα δικηγόρους

και προκάλεσα την Ιστορία σε μονομαχία,

αλλά Μ’ ΕΚΤΕΛΕΣΑΝ

επιζώντες με διαβάζουν εν ονόματι του αύριο

τα χτες μου το παρών τους, τους θάνατος

οι ζωές τους –

Χτύπησαν ξυπνητήρια κι έφυγα για τη δουλειά

επέστρεψα απ’ τη δουλειά και πήγα κι επέστρεψα

σταμάτησα στα πράσινα φώτα και διέσχισα

τους δρόμους με κόκκινο

και μου αντιτάχθηκαν οι φίλοι μου

απ’ τον καιρό που αποφάσισα να γίνω ποιητής

χάος παντού

ορίστηκαν πρόωρες εκλογές

αλλά δεν ήταν το όνομα μου στα ψηφοδέλτια

ούτε πουθενά αλλού στον κόσμο

καβάλησα το αστέρι μου και κατέβηκα στον Ιχθύ

κοινοποιήθηκαν προειδοποιήσεις για ραδιενεργά απόβλητα

συνέχισα να μπαίνω στη θάλασσα ολόγυμνος

σ’ όποιο κανάλι και να γυρίσω την TV έπαιζε Πάντα τα ίδια

Πάντα τα ίδια σ’ όποιο σταθμό και να γυρίσω το ράδιο

και συνεχίζεις να ακούς το δελτίο ειδήσεων των 19.00

τι κόσμος φρικτός –

 

Τα βράδια περπατώ κοιτώντας πάνω απ’ τον ώμο μου

και για μέρες κυνηγούσα έναν ήχο,

μιας πεταλούδας το πέταγμα

μπορεί η ποίηση να εξιλεώσει τον κόσμο;

Σταμάτησα στη λάθος στάση, έχασα

το βιβλίο διευθύνσεων μου

ξέχασα την ταυτότητά μου, μπουχτισμένος, συγχυσμένος

το ‘σκασα

έτρεξα έτρεξα αλλά αργότερα επέστρεψα

δεν μπορούσα να μείνω σε τούτη ή την άλλη χώρα

αλλά όποτε απάντησα κάποιον Έλληνα

αρρώστησα από αγάπη

έστριψα, σαν πλοίο σ’ έναν πίνακα του 17ου αιώνα,

το κεφάλι μου γυρίζει, σταμάτησα

 

(Συνεχίζεται)

 —-

***

—-

COCACOLA COKE (Συνεχίζεται)

 —-

Εδώ, «Εδώ έχουμε Ένδειξη Προδοσίας», με κατέθλιψε

ακόμα κι ο Μπαχ με κατέθλιψε, τώρα ακούω μπλουζ

διαβάζω Νίτσε για να διατηρήσω σώας τας φρένας μου

κουράστηκα να παραπονιέμαι για τη μοναξιά,

αλλά πρέπει να τη συνηθίσω

αν αυτοκτονήσω, είπα, κι έπειτα συνήθισα και σ’ αυτό

αγάπησα αρκετές φορές

και τη συνέχεια της ιστορίας την ξέρετε –

Είπα, αγάπη μου, με σκοτώσανε, σύντροφε μου, είπα

ΜΕ ΣΚΟΤΩΣΑΝΕ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ

ΝΑ ΞΟΡΚΙΣΟΥΝ ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΜΟΥ

Έγραψα ως τα χαράματα ποιήματα

και πέταξα τα περισσότερα

έγραψα ξανά και ξανά και ξανά κι έπειτα

τίποτα.

 

Ακούσατε τα νέα. Και τώρα διαφημίσεις:

CocaCola! Η αληθινή απόλαυση στη ζωή!

 

 

Λονδίνο, (1987) 1988

 —

***

—-

ΤΗΝ ΑΥΓΗ

 —-

Είναι χλωμότερο το φως σε τούτη τη μεριά του βουνού. Διηθείται

μέσ’ απ’ τα σύννεφα… Το πέτρινο σπίτι από κάτω

είν’ εκεί που γεννήθηκα. Δύο δωμάτια συναρμοσμένα

με μεγάλες καμάρες… Ο ελαιώνας,

δέντρα φυτεμένα σε κάποια απόσταση να μην σκιάζει το ένα το άλλο,

είναι παράξενο το πώς ξάφνου τελειώνει στην πλαγιά.

Σε τούτη τη ρημαγμένη γη φουντώνει μια αίσθηση στα σπλάχνα μου

που μου θυμίζει τα μικράτα μου

μία παρόρμηση να τρέξω… Μακριά μακριά

και όμως στέκω ακίνητος, καθώς να έτρεχε

μέσα στη σκοτεινάγρα του βουνού

η καρδιά μου. Θα ‘ναι τα παιδικά μου χρόνια, λέω,

που τρέχουν. Πάνε πέντε βδομάδες

που είμαι εδώ κι είν’ η πρώτη φορά που μιλώ

για τον εαυτό μου σε κάποιον.

Ένα χωριό στα σύνορα. Οι σκοποί φυλάν τα χαλάσματα

δεν μιλάνε… Πόσο παράξενο

να με δουν σαν τον τουρίστα να τραβώ τον τόπο που μεγάλωσα

φωτογραφίες.

Δεν κάνω τίποτ’ απολύτως εδώ. Μέσα στο λιόγερμα

φλέγονται τα χωράφια, ανάφτουν κι έπειτα σβήνουν μόνα τους.

Λίγο πιο πέρα ένα ρέμα φιδογυρίζει προς τις καλαμιές…

Μέσα στ’ απομεσήμερο γίνονται οι μέρες φως πουλιά

πορτοκαλιά κατρακυλώντας το βουνό… Το χώμα είναι λευκό,

για τ’ αμπέλια, χώμα καλό… Εδώ είναι που έμαθα επίσης να ξυπνώ

πριν να λαλήσουν τα κοκόρια.

Μείνε απόψε εδώ, κι ας περπατήσουμε προς το πρωί

κρατώντας στο χέρι τη φωτογραφική.

 

(Μα ήτανε τόσο σύντομη η αυγή που δεν μπορέσαμε

να τη φωτογραφήσουμε.)

 

 

Λευκωσία, 2005

Ένα Σχόλιο to “Μεχμέτ Γιασίν, Πέντε ποιήματα από το ανθολόγιο Άγγελοι Εκδικητές”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: