Ζ. Δ. Αϊναλής, 3η Σεπτεμβρίου 1843

Ζ. Δ. Αϊναλής

 

 

3η Σεπτεμβρίου 1843

 

 

Γερνάνε γρήγορα οι μέρες στην Ελλάδα

σβήνει απότομα το φως

τρώνε σκυλιά τα δάκτυλα του ήλιου

παίζουν αδέσποτα παιδιά στα περιθώρια του δρόμου

έρχονται νύχτα μητρικές φωνές κραυγές

                                                   για να μαντρώσουν

 

           Κι έπειτα τίποτα

                                   σιωπή

                     οι μπάτσοι έφιπποι σφυρίζουν

                     λακέδες με λιβρέα τσακίζονται

                     φερέφωνα

                     κυρίες με κρινολίνα κι άμαξες

                     Νυδραίοι εφοπλιστές κι ευνούχοι Φαναριώτες

                     καλαμαράδες φραγκοφόρετοι και πένες πληρωμένες

                   

                      στο Φόρο πένητες μασάνε το σκοτάδι

 

                      ένα φεγγάρι θάνατος 

                      κόσα στο σβέρκο καρφωμένο

 

γενιά παρά γενιά εμφύλιος, γενιά παρά γενιά εκκαθάριση

και όλο απ’ το μηδέν ν’ αρχίζω

 

Παίζουν ακόμα, τραγουδάν, γελάν στους δρόμους τα παιδιά μας;

 

Μαζεύονται τώρ’ από παντού φωνές κραυγές

συρρέουν μπρος στ’ ανάκτορα αλαλάζουν

βάζουν φωτιά περιδεείς και δέονται

ελπίζουν

σβήνουν απότομα οι φωτιές

διαλύονται

γερνάνε γρήγορα οι μέρες στην Ελλάδα

——————-

To ποίημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Unfollow, τεύχος 24, Δεκέμβρης 2013

2 Σχόλια to “Ζ. Δ. Αϊναλής, 3η Σεπτεμβρίου 1843”

  1. Κι επειδή η ποιητική στις μέρες μας έπαψε να λογαριάζεται ως πράξη εξωστρεφής και κουλουριάζεται ,ολοένα κουλουριάζεται στους εσωτερικούς της κύκλους και στην καθημερινότητα των ποιητών της , δημιουργήματα σαν και τούτο ,που αγκυλώνουν με πόνο την ιστορική μας ταυτότητα , μοιάζουν με την πρώτη επαφή παρένθετα ,ίσως κι ενοχλητικά . Αλλά για σταθείτε λιγάκι κι ανοίξτε τα παράθυρα της ευαισθησίας σας μπροστά σε τόσο δυνατές λέξεις ,μπροστά στη δυναμική της συμπλοκής τους μέσα στον στίχο και στο μουσικό άρμα που θέτει σε κίνηση η αισθητική τους «ανάγνωση» .
    Κώστας Τσιαχρής

    • Xώρα μου Εσύ.

      Κάτω απ’ τον ήλιο τον καυτό,
      μας καίει η χώρα μας
      η χώρα μου
      μ’ απίστευτο, απίστευτο
      μια τέτοια μέρα, σημερινή
      σήμερα κιόλας
      εσύ
      ποίημα εσύ να με χαράξεις

      Κατέβασα τα βλέφαρα
      στάζουν δε στάζουν μάτια
      τα μάτια μου
      τα μάτια τα δικά μου.
      Μα χώρα άδολη, βασανισμένη
      όσοι εντέλει
      κάτω απ’ το ήλιο το καυτό
      και πάλι σελώνουν, ξεσελώνουν
      τα σχέδια τους.

      Στο πηγεμό δε τα κατάφερα
      στο γιαγερμό;

      Σγουρό βασιλικό στα ξεραμένα χείλη
      να τον μυρίζω
      ν’ ανοίξεις αγάλι μάτι μου
      ν’ ανοίξεις μιαν αγκάλη

      χώρα μου εσύ.

      kostis nil

      με χάρη, αντί σχολίου
      στο ποίημα
      διαβάζοντας έτσι απλά
      μόλις γεννήθηκε
      και το δικό μου
      σ’ ευχαριστώ…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: