Νικόλας Ευαντινός, Ενεός…

eneosΝικόλας Ευαντινός

Ενεός…

(Μανδραγόρας, 2012)

————

———-

Ενεός…

 

μπροστά στην ελευθερία μου

Δεν είμαι ελεύθερος

να φτιάξω

τις αλυσίδες μου

 

 

 

μπροστά στο μέλλον της δημόσιας σφαίρας

Όταν στάξει σκοτάδι η μέλαινα χολή της πόλης και σαν σκυλιά σκύψουν οι νέοι να ξεδιψάσουν, οι φωτοστεφανωμένοι θα τρέξουν να προλάβουν τον βαθύτερο τάφο. Από τους ωκεανούς θα αναδυθεί ο πιο παγωμένος ήλιος για να καρφιτσωθούν πάνω του βοναπάρτηδες και γοργόνες, αγκιτάτορες και ιππότες, όλες οι ψηφίδες της παραμυθένιας ηρωοποιείας. Τα τρισέγγονα του Λεβιάθαν -σχολικοί σπασίκλες που είχαν μεταμορφωθεί σε κερδομόλες πεταλούδες-  θα γίνουν η λεία των  θρόνων τους, καθώς η νύχτα άχνη θα σκεπάζει τη γυάλινη αίθουσα των ακροάσεων. Άγγελοι σχοινοβάτες θα εκπίπτουν από τις συννεφένιες ταράτσες και στο στόμα της απόγνωσης θα πέσουν για να αλεστούν από το στομάχι της οργής.

Τότε από τα πέρα σύνορα θα εμφανιστούν αγέλες κύκνων, κοπάδια λύκων, και άοπλες όλες οι λεγεώνες των υστερορωμαικών σφραγίδων. Θα ζητούνε Σύνταγμα και θα τους δοθεί ο Θάνατος. Ο Θάνατος του Παρόντος.

Και τότε παρελθόν και μέλλον βουτηγμένα μέχρι τα γόνατα στην λευτερωμένη σκοτεινιά θα εκλιπαρούν για Έλεος, να ξεκινήσει η Επόμενη,  η πέραν των γνωστών τεσσάρων, Εποχή.

 

μπροστά στο χιόνι

Μνήμη Αργύρη Χιόνη

Εκείνη τη στιγμή ήμουν απόγονος αμμοδαρμένων νομάδων, εθισμένων στην κάψα και τη μονοτονία της τραχύτητας. Εκείνη τη στιγμή ήμουν ιθαγενής μιας χώρας αιώνια μαστιγωμένης από του ήλιου τα σχοινιά. Εκείνη λοιπόν τη στιγμή εγώ, ένας γιος του καύσωνα, έπρεπε να εφεύρω μια λέξη για να ονομάσω το θαύμα που έβλεπα. Έτρεξα στους γέροντες, σε μύθους και παροιμίες, αρχαία αινίγματα, προϊστορικά βιβλία των θεών μου. Δεν βρήκα τίποτε. Πήγα ξανά στο σημείο του θαύματος. Ο χρόνος κυλούσε. Το θαύμα έλιωνε. Ήταν λευκό, ψυχρό και συμπαγές. Το έσφιξαν οι χούφτες μου μέχρι που κάηκαν. Το μάσησαν τα δόντια μου μέχρι που πάγωσαν. Ο χρόνος κυλούσε. Το θαύμα έλιωνε. Λέξη δεν έβρισκα. Στο τέλος γίνηκε νερό και χάθηκε. Ήταν αποτέλεσμα ακραίων καιρικών φαινομένων. Τότε κατάλαβα πόσο δύσκολη είναι η δουλειά των ποιητών

 

μπροστά στο δίλημμα κίνηση ή ακινησία;

Δεν περπάτησα ακόμα ούτε μια σπιθαμή τούτης της γης. Κι όμως όλο βαδίζω.

Ακατάπαυστα οργώνω τον κόσμο πότε ως έφοδος και πότε ως υποχώρηση. Ταυτόχρονα βέβαια παραμένω αθεράπευτα ακίνητος, προσηλωμένος τρυγητής  των θαλασσόκηπων που εκτείνονται κάτω από τον μέσα ουρανό, ερωτευμένος βαθιά με τα ψάρια που τραγουδιστά πετούνε με ακλάδευτα πτερύγια στα σπλάχνα μου.

Κι όμως όλο βαδίζω και σκέφτομαι πως ούτε μια σπιθαμή γης δεν ανήκει στο βήμα μου. Είναι αμαρτία που με αυτή τη διαπίστωση νιώθω αναμάρτητος;

 

 

 

μπροστά σε κάποιο νυχτερινό του Chopin.

Θεόρατη η σκιά του λεπτού της χεριού πάνω στη λεπίδα σελήνη. Τα μαλλιά της λευτερώνονται και φτιάχνουν πεντάγραμμα για το τριβελιστό τραγούδι των γρύλων. Οι παράνυμφες λεμονιές την καμαρώνουν. Με την μυρωδιά της φλούδας τους ραντίζουν το  στροβίλισμά της. Καθώς βαρυπατά τον αέρα της νύχτας, ανοίγονται πηγάδια σε κάθε της βήμα, – στο βάθος τους το φεγγαρόφωτο πολλαπλασιάζεται. Η πίστα του χορού της κοιλάδα νυχτερινών ουρανών. Καθώς λυγίζει στο πλάι το λαιμό, από τα βλέφαρα γλιστράει μια ευχή – να πιανόμουν στην ουρά της βραδινής δροσιάς στον αυλό της σελήνης να χανόμουν.

Ναι, πάει καιρός που μένω πίσω απ’ το τζάμι να κοιτώ τον κήπο. Πάνω του πέφτουν ψιχάλες. Σαν χαμηλόφωνες νότες λυγίζουν τα χέρια μου που κρατούν ένα άδειο φόρεμα..

 

 

μπροστά στην όραση

Μια κοπέλα μεγαλώνει στα μάτια μου. Όσο τα ανοίγω, τόσο απλώνεται, εκπτύσσεται γαργαριστή σαν κάποιο πλατύμακρο ποτάμι, που τα υγραίνει. Με καθάρια υδάτινα βλέμματα κατακλύζω τον κόσμο και τα πράγματα μουσκεύουν, μαλακώνουν και παίρνουν σχήμα αληθινό.

Έτσι

πότε το σπίτι είναι ένα μεγάλο στόμα που καταπίνει σιωπές σαν ηρεμιστικά για να κοιμηθεί και πότε όχι,

πότε τα μάτια των ανθρώπων είναι ανάποδες πινέζες που εξακοντίζουν λήθη και πότε όχι,

πότε τα κορμιά κάτω απ’ τα παλτά είναι οι πύρινοι κίονες της κόλασης, άκαυτα στην αιωνιότητα και πότε όχι,

πότε η κιθάρα είναι μια λεπτοκαρυά που στοίχειωσε στο ξύλο της των σπίνων το τιτίβισμα και πότε όχι,

πότε τα αστέρια είναι οι τρύπες που άνοιξε στον ύπνο του κόσμου το μυδραλιοβόλο του Θεού και πότε όχι,

πότε το ασταμάτητο γάβγισμα των πεινασμένων σκύλων οιωνός για κάποια παντοτινή παύση της Ιστορίας και πότε όχι.

Κι όμως στην χίμαιρα ζωή υπάρχει μια τρανή παρηγοριά:  η υδάτινη γυναίκα των ματιών μου που όλο μεγαλώνει, κάποτε θα σκίσει τα μάτια μου και θα νιώσει τον κόσμο έξω τους.

Τυφλός, θα είμαι ο πρόγονος μιας νέας όρασης.

Ένα Σχόλιο to “Νικόλας Ευαντινός, Ενεός…”

  1. Μπορεί κάποιος να δει τις πρώτες μορφές των ποιημάτων αυτών εδώ: https://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/2010/04/25/evantinos-eneos/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: