Γιάννης Υφαντής, Μανθρασπέντα

0017340Γιάννης Υφαντής

 

Μανθρασπέντα

(Κέδρος, 1980)

 

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ

 

Σκέλια του βράχου φως και θάλασσα.

 

Στην πύρα του μεσημεριού, ο αέρας

Τρέμισε, πύκνωσε κι ανάδεψαν

Ίσκιοι με ψίθυρους φτενούς και διψασμένους

Χορεύοντας την άσαρκη εξορία τους

 

Σ’ έσυρα τότε στη σπηλιά και προς το βάθος

Πάνω στην άμμο σούλυσα τη ζώνη…

 

Έπεσ’ ο ήλιος∙ κουρασμένοι

Απλώσαμε τα μέλη στην απέραντη

Νύχτα της ερημίας…

 

Με ξύπνησε το γέλιο των αχτίδων

Απάνω στις βρεμένες πέτρες

Στις κόχες σου δυο πράσινα χαλίκια

Τα δόντια σου πετράδια σφηνωμένα

Και στα πλευρά σου πελαγίσιος άνεμος

Έσερνε το δοξάρι του δροσίζοντας

Της μνήμης μου τα μάτια με σκοπό

Βαθιά νοσταλγικό

και είπα «Σήκω

αγαπημένη

να πάρουμε σειρά

βαρέθηκα

τα αιώνια πράματα»

 

Σκέλια του βράχου φως και θάλασσα. 

 

ΣΤΙΧΟΙ

 

I

Κι έρχονται οι άξεστοι βουνίσιοι άνεμοι

ντυμένοι τα βαριά αρώματα της ρίγανης και του ελάτου

έχοντας άλλος στο μανίκι άλλος στο γόνατο

την ασημένια λάμψη απ’ τ’ άγγιγμά τους σε μια κρύα πηγή.

 

II

Α γέμιση του φεγγαριού και δέση των νερών·

κρένοντας η κρυότερη μορφή σα ρέει στη στέρνα

έναρθρο το ανάστημα τρέμει των καλαμιών.

 

III

Κ’ οι νέρινες γυναίκες του συντριβανιού

υψώνουνε το δροσερό κορμί τους ρίχνοντας

η μια στην άλλη λόγια δροσερά

σαν το κορμί τους, σαν την όψη τους.

 

ΜΑΘΗΜΑ

 

Δέκα ενιαυτούς οι Αχαιοί

πολιορκούσανε την Τροία –

όπως πολιορκούν τα σπερματόζωα τ’ ωάριο

όπως πολιορκούνε οι ψυχές τον Ήλιο

ή οι νυχτερίδες το Φεγγάρι – όπως

δέκα ενιαυτούς οι Αχαιοί

πολιορκούσανε την Τροία.

 

Κι επάνω στη χρονιά τη δέκατη

τη δίσεκτη την τόσο τυχερή

σαν πέος μπήκε το παλιάλογο ο Δούρειος

και την κατάχτησαν την Τροία οι Αχαιοί.

 

Λοιπόν;

 

ΕΧΩ ΚΑΤΙ ΞΑΔΕΡΦΙΑ ΣΤΟ ΒΡΑΧΩΡΙ

 

Έχω κάτι ξαδέρφια στο Βραχώρι

            χε

κάτι νεόπλουτους.

Όλοι τους χριστιανοφασίστες.

Τρατάρουν τον πατέρα μου του κάνουν

μικροθελήματα τον σέβονται

μόνο και μόνο θάλεγες για να

μπορούν να του τη φέρουνε χωστά.

νάβρουν την ευκαιρία να τον πικράνουν.

Μα θάναι βλάκας αν πικραίνεται με το

«τι γίνεται ο Γιάννης, που

θα καταλήξει αυτός μωρ’ μπάρμπα Μήτσο».

 Έχω κάτι ξαδέρφια στο Βραχώρι

            χε

κάτι νεόπλουτους.

Όλοι τους χριστιανοφασίστες.

 

Μ’ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΗ ΜΝΗΜΗ ΔΥΝΑΜΗΣ

 

Φοβούμαι δεν μπορώ να προχωρήσω∙

φοβούμαι τους ανθρώπους συνεχίζουν

πράματα που με τόσο μόχθο εγκατέλειψα.

Φοβούμαι τη ζωή το θάνατο αν ανοίξω

ένα παράθυρο τι έχω ν’ αντικρίσω αν σκεφτώ

που μπορεί να με βγάλει μια σκέψη∙

φοβούμαι και να κοιμηθώ –

ό,τι σκοτώνω στον ξύπνο μου ζωντανεύει

μέσα στον ύπνο μου∙ θαρρεύω

οπλίζομαι στον ξύπνο μου μα στον ύπνο μου

βρίσκομαι πάντα γυμνός.

 

Μήνες που μια οχιά βυζαίνει την καρδιά μου – δεν την είδα

σκόρπια σε πρόσωπα και σε πράματα – δεν την είδα

παρά μονάχα μια φορά σ’ ένα μου όνειρο∙

μόλις που είχε ξεκολλήσει και σερνότανε πρησμένη αργά στο χώμα δε μπορούσα

να κινηθώ όσο κι αν πάσχιζα δε μπορούσα

να κινηθώ μέχρι που ξύπνησα.

 

Και περιμένω από ύπνο σ’ ύπνο

μήπως μπορέσω να ξαναβρώ αυτό το όνειρο

για να το συνεχίσω, μήπως, μ’ ενισχυμένη δύναμη,

μ’ ενισχυμένη μνήμη δύναμης μπορέσω ετούτη τη φορά να κινηθώ,

να προχωρήσω.

 

ΕΔΕΜΙΚΟ

 

Ένας άγγελος χόρεψε χόρεψε κι έσβησε

αφήνοντας αυτή τη στάχτη ανάμεσά μας και το ρέμα στερεμένο σαν πουκάμισο φιδιού μέσα στις πέτρες και ο βράχος καπνισμένος

θαρρείς και κράτησε τον ίσκιο μιας φωτιάς ή αυτού του αγγέλου·

ακόμα η μυρουδιά πυρακτωμένου σίδερου στη μνήμη ακόμα

εκείνος ο αχός μέσα στο αίμα μας·

σάμπως βαθιές ανάσες οι φτερούγες θέριζαν το χρόνο

κι έλαμψαν τα οστά λευκά πάνω στην άβυσσο κι αδιάβαστα

κι άνοιγ’ απάνω ο ουρανός μ’ όλα τα ζώα του και τ’ άστρα,

ζώα πανάρχαια κι άστρα δροσερά μια ευφροσύνη

σαν όπως πριν από τη γνώση πριν από την πτώση,

μέσα στον κήπο του Θεού που ‘χ’ ευωδιάσει δροσερή μια πυρκαγιά τον ύπνο σου

κοντά στο άσπρο βόδι και στο ζώο του Ήλιου που αναχάραζαν

ενώ το σούρουπο του κόσμου κούρνιαζε κάτω απ’ τα φύλλα της συκιάς

κι έβγαινε η πεταλούδα του βραδιού με τις σφραγίδες από έκλειψη ήλιου στα φτερά της

και στον αστερισμό του Αιγόκερω η μηλιά γυναίκα και το φίδι

γλιστρώντας στη μασχάλη του δεντρού τινάχτηκε

κι έπεσαν μπόρα τ’ άνθη πάνω σου και ξύπνησες.

Ένας άγγελος

χόρεψε χόρεψε κι έσβησε

αφήνοντας αυτή τη στάχτη ανάμεσά μας μέσα μας παντού

αυτή τη στάχτη.

 

ΟΝΤΑ ΜΙΚΡΑ

Όντα μικρά που κάποτε μπερδεύεστε στα δάση του κορμιού μου ή που διαβαίνετε

τρεχάλα μέσα στο ανοιχτό βιβλίο μου ή που χάνεστε

στην έρημο του τραπεζιού μου ή στις λειχήνες χώρες ενός βράχου ή που σας βρίσκω

πάνω σ’ ένα λουλούδι να μαζεύετε σοφία και ηλιόσκονη· όντα

υδρόβια, μες στο χώμα ή φτερωτά, όντα της νύχτας

παιχνίδια των σεληνιακών αγγέλων με τη βούλα πάνω σας του Σκότους,

ψήγματα της δημιουργίας και που εν τούτοις και μ’ αντένες των υπόηχων και ραντάρ του πράσινου ή του γκρίζου· όντα

άλλοτε μ’ ένα σάκο καφετί στον ώμο μπαλωμένο κι άλλοτε φορώντας

ένα κοχύλι κατ’ ομοίωση του χρόνου ή μι’ ασπίδα του Μεσαίωνα ή

μια κερασφόρα προσωπίδα ηλιακού πολεμιστή· όντα μικρά

που τα φτερά σας έχουν τ’ άστρα πάνω τους της Μνήμης κι ερυθρούς

κύκλους μικρούς ενιαυτούς και αριθμούς του Μηδενός μεταμορφώσεις ή

στιγμές καρφιά πάνω στην πύλη της Ιστάρ· όντα της μέρας

παιχνίδια των ηλιακών αγγέλων με τη βούλα του Φωτός, μεγάλα όντα

που ερωτεύεστε και ζείτε και πεθαίνετε μη ξέροντας

μη καταδέχοντας να ξέρετε ποιος είμαι και πού πάω και τι θέλω αραδιάζοντας εδώ

τα μαύρα ετούτα κόκκαλα της σκέψης μου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: