Βύρων Λεοντάρης, Στον δεύτερο όρο της αντίφασης

Казимир Малевич, Скачет красная конница

Казимир Малевич, Скачет красная конница

Βύρων Λεοντάρης

Στον δεύτερο όρο της αντίφασης

(1978)

 

Από το βιβλίο Δοκίμια για την ποίηση

(Έρασμος, 1985)

 

    Η ολοκληρωτική δημοκρατία, που σφραγίζει τη σημερινή ιστορική φάση της ανθρωπότητας, επανεντάσσει δυναμικά τον ποιητή στο σύστημα των εξουσιαστικών αξιών. Όταν η ανθρωποκεντρική άποψη για την ποίηση, που πάσχιζε να συγκαλύψει την σοβούσα (ανέκαθεν και οπωσδήποτε από το μεσαίωνα) διάσταση ανάμεσα στον ποιητή και στην ποίηση, κατέρρευσε με την έκρηξη του ρομαντισμού, που αποκάλυψε όλο το χάος αυτής της διάστασης, η κρατούσα κοινωνική τάξη υιοθέτησε σαν κατά παραχώρηση αξία την ποίηση (αναγορεύοντας την σε Ποίηση και θεμελιώνοντας μορφές κοινωνικής συμπεριφοράς και σωσίβιους ηθικούς κομφορμισμούς πάνω στην ιδέα της «ποιητικής αδείας»), αποκλήρωσε όμως τον ρομαντικό και μεταρομαντικό ποιητή, αφήνοντας του μόνο τους δήθεν «πύργους» του εγκλεισμού του και τα παγκάκια των πάρκων. Σήμερα η ολοκληρωτική δημοκρατία, όπως η ανεπτυγμένη βιομηχανία, δεν είναι διατεθειμένη καθόλου να αφήσει ανεκμετάλλευτα τα απόβλητα της. Ο χθεσινός περιθωριακός Σκαρίμπας, με μια επεξεργασία καραγκιοζοποίησης, σέρνεται προς επιθανάτια και μεταθανάτια αναγνώριση και δόξα, ο απόβλητος «τρελλός» Κατσαρός «έχει καλύβην» – και μπουάτ – ο αντικομματικός Αναγνωστάκης με εθελούσια νέα κομματικοποίηση διεκδικεί θέση στα κοινά… Στο χρηματιστήριο των κοινωνικών αξιών ο τίτλος «ποιητής» παίρνει τη ρεβάνς από το παραδοσιακό του αντίκρυσμα (την Ποίηση), αναποδογυρίζει όλα τα μελανοδοχεία της κλασικής αισθητικής και επιβάλλει το νέο ορισμό: ποίηση είναι ότι κάνει ο ποιητής. 

    Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε μια λυτρωτική ταύτιση του ποιητή με την ποίηση προς  δόξαν του ανθρώπου, μπροστά σε έναν εξανθρωπισμό της ποίησης; Θα πρέπει τότε να δεχτούμε το παράδοξο ότι, σ’ αντίθεση με τις ήττες άλλων επαναστάσεων, η ποίηση είναι η μόνη θριαμβεύουσα επανάσταση και ότι ο ποιητής, κατ’ εξαίρεση απ’ όλους τους άλλους ανθρώπους, μόνο αυτός κατέκτησε το προνόμιο να μην του είναι εχθρικό και ξένο το ίδιο του το δημιούργημα… Ή μήπως όλα αυτά σημαίνουν απλώς και μόνο την καθολική προσχώρηση και υποταγή του ποιητή σε μια καθαρά αντεπαναστατική λειτουργία της ποίησης; 

    Το πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα σε επαναστατική πράξη και ποίηση αμφισβητεί ακατάπαυστα τις λύσεις του. Υπάρχει μια «επαναστατική» ποίηση ή η δυνατότητα της σαν «έκφρασης» της επαναστατική πράξης;

    Η επαναστατική πράξη είναι άρνηση και συντριβή του πραγματικού. Η ποίηση είναι κι αυτή (στο βαθμό που είναι…) άρνηση του συνειδητού και συντριβή της πρακτικής γλώσσας κι ωστόσο δεν είναι ούτε επαναστατική πράξη ούτε η έκφραση της.

    Η επανάσταση είναι η μόνη μοίρα, η μόνη και ατελείωτη περιπέτεια του ανθρώπου. Ασυμφιλίωτος με κάθε αρχή και κάθε τέλος, ο άνθρωπος είναι πάντα αυτό που δεν θέλησε να είναι. Η κάθε πραγματικότητα του είναι θανάσιμα εχθρική και συγχρόνως α υ τ ή  η πραγματικότητα είναι η ζωή του. Ριγμένος στην επαναστατική περιπέτεια συνιστά και ορίζει την αντιφατικότητά της – το τρέκλισμα της δράσης και το τραύλισμα της ψυχής. Γιατί η επαναστατική πράξη σαν βιωματική εμπειρία, στην άρνηση της πραγματικότητα και στην σύγκρουση της μ’ αυτήν, είναι οδύνη, αγωνία, απώλεια, – με έσχατο όριο της το θάνατο. Δεν δρα σαν τάση επιβολής και κυριαρχίας προς την κατεύθυνση ενός μετασχηματισμού του κόσμου, δεν είναι γνώση αλλά απόγνωση, καθαρή άρνηση που δεν κρυσταλλώνεται σε μορφές ιδεολογίας. Όμως, όσο δεν εξικνείται στο έσχατο όριό της, χάνει την αυθεντικότητά της. Από χαίνουσα πληγή που βλαστημάει τη θεϊκή και εγκόσμια τάξη, γίνεται η επούλωσή της. Από καθαρή άρνηση μεταλλάζει σε επιθυμία επιβίωσης και κυριαρχίας, από επανάσταση γίνεται αντεπανάσταση. Εκκρίνει η ίδια από μέσα της την προστατευτική εφελκίδα, το ιδεολογικό της κακάδι. Η ιδεολογία της μετατροπής της πραγματικότητας και της προσαρμογής της στις ανάγκες και στα «μέτρα» του ανθρώπου έρχεται αυτόθροα με την επαναπαραδοχή της πραγματικότητας ως πλέγματος κοινωνικών σχέσεων και με τον αυτοακρωτηριασμό των αναγκών. Ο άνθρωπος περνάει και εντάσσεται στο κοινωνικά οργανωμένο επαναστατικό κίνημα, σ’ ένα ομαδικό επαναστατικό εγώ, όπου θα βρει βοτάνια για τα τραύματα της ύπαρξης, δύναμη για τις συγκρούσεις και παρηγοριά για τις ήττες, ένα συνειδητό νόημα για τη ζωή και το θάνατο, κι ακόμα ένα θαυματουργό τραγούδι γύρω από τη γούρνα του Σιλωάμ αντί για κλάμα που καταλύει και καταριέται το τραγούδι «επί των ποταμών της Βαβυλώνος…». Αυτή η κατάσταση ένταξης, που βιώνεται επίσης αντιφατικά, καταλήγει σε ασφυξία ανάμεσα σε ανάγκη και ελευθερία και δημιουργεί βαθμιαία τη νέα αποξένωση του. Παίγνιο στη δίνη των κοινωνικών δυνάμεων που, διαφοροποιημένες και ανεξάρτητες από την προσωπική του δράση και πρόθεση, αναπαράγουν τον κόσμο σε μέτρα που πάλι και ποτέ δεν είναι «δικά του» και καθιδρύουν νέες εξουσιαστικές σχέσεις, μένει εκτός κοινωνική λύσεως και επαναστρέφει στην προσωπική εκδοχή του. Στις ακτές μιας άλλης πραγματικότητας που ποτέ δεν τη θέλησε, η παλιά πληγή της αυθεντικής άρνησης κακοφορμισμένη αιμορραγεί και πάλι – κι αρχίζει έτσι απ’ την αρχή ξανά ο ίδιος κύκλος.       

    Σ’ αυτό τον κύκλο που διαγράφει η επαναστατική περιπέτεια του ανθρώπου, δεν αντιστοιχεί καμιά «επαναστατική» ποίηση. Αντιστοιχεί είτε μια ποίηση βιωματική – προϊδεολογική, είτε μια ποίηση ιδεολογική – αντεπαναστατική. Στοιχεία των δύο αυτών ειδών επισημαίνονται σ’ ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής ποίησης και πιο συσσωρευμένα και εκ διαμέτρου αντιθετικά στον Βάρναλη και στον Ρίτσο.

    Η βιωματική –προϊδεολογική ποίηση είναι ποίηση αντιστρεπτική. Δεν υπάρχει ούτε νοείται χωρίς την αναφορά της σε άλλη ποίηση που την αναιρεί και χωρίς το αίτημα ανατροπής του κόσμου. Η ποίηση του Βάρναλη (καθώς και η πεζογραφία του) δεν είναι απλώς λεκτικά αντιστρεπτική («φως ιλαρόν» – «φως που καίει», «ελεύθεροι πολιορκημένοι» – «σκλάβοι πολιορκημένοι», κτλ), είναι παρωδία των «τρόπων» ποίησης – ολόκληρης της θρησκευτικής και εθνικής παράδοσης και της ελληνοχριστιανικής ιδεοκρατίας. Σε αναφορά με τον ίδιο τον εαυτό της είναι η αυτοαναίρεσή της. Χωρίς να διακηρύσσει πουθενά ο Βάρναλης ότι «δεν είναι ποιητής», είναι ο πιο αντιποιητής από όλους τους έλληνες ποιητές. Συνακόλουθα η ποίηση του είναι αντιμυθική. Διαλύει το μύθο και λειτουργεί χωρίς την ανάπλασή του και δίχως νέα σύμβολα. Η θεϊκότητα, που γίνεται γήινη παρουσία, δεν μεταγγίζεται ξανά στον κόσμο των ιδεών. Μετά τον Βάρναλη, μια Παναγιά – υπέρμαχος στρατηγός ή πατηγορήτρα, όπως και ένας Χριστός – αίρων τα αμαρτίας, μόνο σαν φαντάσματα μπορούν να κυκλοφορούν στην ελληνική ποίηση, και η «εθνική παλιγγενεσία» με όλη την τοπιογραφία της μόνο σαν τουριστικό αξιοθέατο μπορεί να προβάλλεται. Στην ποίηση αυτή ο άνθρωπος ορίζεται αρνητικά και αντιηρωϊκά, σαν έλλειψη, αναπηρία, μη ολοκλήρωση, σαν ξαστοχημένη μοίρα («όλοι οι νεκροί από μέσα μου περνούν και με σαπίζουν…», «θεριά οι άνθρωποι δε μπορούν το φως να το σηκώσουν…», «αχ, που ‘σαι νιότη που ‘δειχνες πως θα γινόμουν άλλος…»). Υπάρχει μια ριζική άρνηση της πραγματικότητας («ω πόσο βάσανο μεγάλο είναι της ζωής…», «μαύρη ζωή, όλη πίκρα…»), το μέλλον δεν γίνεται μελλοντολογία και προγραμματισμένη μεταμόρφωση του κόσμου, αλλά είναι ένα εναγώνιο ενδεχόμενο, αβεβαιότητα ξένη προς κάθε οπτιμιστική επαγγελία. Ο Βάρναλης μιλάει για το μέλλον πάντοτε με το «να» και όχι με το «θα» («άμποτε λίγο να δυνόμουν… να ιδώ τον κόσμο ανάποδα…»). Αλλά και αυτός ο άλλος (ο ανάποδος, ο εξανθρωπισμένος) κόσμος, νοούμενος σαν «θαύμα» ανήκει μόνο στην αυταπάτη των δειλών, νοούμενος σαν έκβαση ανθρώπινης δράσης, σαν «αντίκρα», δεν ανήκει σε κανέναν – αφού αντίκρα περνάει κανείς (ακόμη και τρελλός) μόνο με μια σφαίρα στο κεφάλι… Η ποίηση αυτή αντί για κατανόηση και εξήγηση του πραγματικού, είναι βαθιά αίσθηση του πραγματικού και γι αυτό στην αρνητικότητά της βρίσκεται σε πιο στενή επαφή με τη βιωματική εμπειρία. Η μάνα που το παιδί της (τριάντα χρόνια παιδί της…) δεν το ‘μαθε ακόμα, βρίσκεται κοντύτερα σ’ αυτό από κάθε άλλη μάνα που «ξέρει» το παιδί της και που θα μπορούσε να «εξηγήσει» τη συμπεριφορά του. Ο άνθρωπος που «δε βρήκε και δεν είπε ακόμα» τη λύση στο πρόβλημα του, είναι πιο κοντά στην αλήθεια του προβλήματός του από οποιονδήποτε που έχει προτείνει ή δεχτεί λύσεις. Καθόλου παράδοξο που η ποίηση αυτή είναι ποίηση πυκνού, σχεδόν σωματικού, στοχασμού. Ο ποιητικός της στοχασμός πλανιέται κυριολεκτικά επί των υδάτων της βιωματικής εμπειρίας και όχι πάνω και αποσπασμένος απ’ αυτήν. Απορρίπτει, προτού προλάβουν να πήξουν, τα ιδεολογικά σχήματα προς τα οποία τείνει, μένοντας έτσι σ’ ένα στάδιο προϊδεολογικό, γιατί η ποίηση αυτή αποκλίνει προς μεταιχμιακές στιγμές του κύκλου της επαναστατικής περιπέτειας (στιγμές περάσματος από την επαναστατική πράξη στο κοινωνικό επαναστατικό κίνημα και αντίστροφα).

    Δεν έχει νόημα ένας χαρακτηρισμός της ποίησης αυτής σαν «επαναστατικής» ή όχι. Και γενικά κάθε φλυαρία για «επαναστατικότητα» της ποίησης, αν δεν αποκαλεί συγκάλυψη μιας αντεπαναστατικότητας, είναι καθαρή πλάνη. Επαναστατική είναι μόνο η πράξη σαν χαίνουσα πληγή∙ η ποίηση, έτσι κι αλλιώς, είναι έκκριμά της, ανήκει πάντα στον δεύτερο όρο της αντίφασής της. Κι όταν δεν είναι αντεπανάσταση, δεν σημαίνει πως είναι επανάσταση. Γι’ αυτό πάντοτε η ποίηση δίνει μια εικόνα του κόσμου ανάπηρη και απόμαχη. Επαναστατική ποίηση θα μπορούσε να ήταν μια μη-ποίηση, μια ποίηση στη στιγμή ακριβώς που παύει να υπάρχει, μια γλώσσα κολλημένη στον ουρανίσκο.

    Αντίθετα προς τη βιωματική ποίηση, η ιδεολογική ποίηση αποσπάται από τη βιωματική εμπειρία της επαναστατικής πράξης και προσκολλάται σαν ιδεολογία στις διαρκέστερες φάσεις του κύκλου της επαναστατικής περιπέτειας, στο «κίνημα», γίνεται η απολογητική μεταβατικών (αλλά με το σπέρμα της μονιμότητας μέσα τους) μορφών νέας κοινωνικής δυνάστευσης και αυτοϋποδούλωσης.

    Σ’ αυτά τα άθλια χρόνια της αντεπανάστασης δεν είναι τυχαίο πως ο Βάρναλης πολιτογραφήθηκε σαν περίπου «σατιρικός» με τα πιο γκροτέσκα στοιχεία του και όχι σαν αγωνία, και πως πέρασε και λειτούργησε σαν «επαναστατική» η ιδεολογική ποίηση του Ρίτσου με εκείνα από τα προέχοντα στοιχεία της που είναι ακριβώς σκέτη «αντεπανάσταση» (και που άλλοι επιμένουν να τα ονομάζουν… «αντιήττα»).

    Η ιδεολογική ποίηση είναι ποίηση μιμητική και συμπεριφέρεται σαν ακόλουθος άλλων μορφών ποίησης, όχι τόσο σαν ευεπίφορη σε αισθητικές επιδράσεις, αλλά περισσότερο σαν απολογητής αξιών. Δεν απορρίπτει τίποτα από την ποιητική παράδοση (κινείται με την ίδια ευκολία από παλαμισμό σε καβαφισμό, από παρνασσισμό σε υπερρεαλισμό κτλ.), ούτε από την εθνική παράδοση (στην ποίηση του Ρίτσου η «ρωμιοσύνη» δεν έχει αρνητικά, μελανά σημεία – ούτε καν όσα επεσήμανε η επιεικής μούσα του Σολωμού και του Κάλβου…). Δεν θέτει θέμα ανατροπής του κόσμου, αλλά μόνο μετατροπής του. Αποδέχεται εμφαντικά και ολοκληρωτικά τον κόσμο («… ο κόσμος, σου λέω, είναι όμορφος. Ό,τι κι αν πεις, ό,τι κι αν κάνεις, όμορφος…») και το μόνο που του χρειάζεται είναι ένα «νοικοκύρεμα», μια «επισκευή» – μετατροπή. Αλλά κι αυτή η μετατροπή δεν φαίνεται να είναι έργο όλων των ανθρώπων, αλλά ειδικά του ποιητή που ξέρει «την ακριβή στατιστική της ευτυχίας, τα σωστά νούμερα για το ανάστημα του ανθρώπου…» – σάμπως να υπάρχουν «μέτρα» για την άμετρη ουσία του ανθρώπου… Είναι ποίηση συμφιλιωμένη με τα πάντα και τον εαυτό της. Όταν προβάλλεται σαν δήθεν άρνηση της ποίησης, δεν είναι παρά η προβολή του ηγεμονικού δόγματος: η ποίηση είναι αυτό που κάνει ο ποιητής (επομένως μπορεί να γράφει σε πλατανόφυλλα ή όπου αλλού μπορούν οι στίχοι του «να φοράνε χοντροπάπουτσα» κτλ. και ποτέ πια δεν είναι καταραμένος, αλλά πάντα χαρισματικός). Στην σχέση της με τον εαυτό της είναι άκρατος ναρκισσισμός – αφού αφεθεί φιλάρεσκα σε κάθε είδους ναϊφισμό, θέλει στο τέλος, σαν άλλη Αριστέα, «να κάνει το κορίτσι πια…». Δε μπορεί να λειτουργήσει χωρίς μυθολογία. Όλοι οι θεολογικοί και ιδεολογικοί μύθοι – κι αυτός ακόμη της «αθανασίας του ανθρώπου» – λειτουργούν μέσα της με παλιά ή νέα περιγράμματα. Αντί για άρνηση του πραγματικού, είναι άγνοια και παραμόρφωση του πραγματικού. Τα επίμονα μοτίβα της όπως:

Γλυκέ μου, εσύ δεν χάθηκες μέσα στις φλέβες μου είσαι

γιε μου, στις φλέβες όλων έμπα βαθιά και ζήσε

… Σ’ αυτό το δρόμο δεν πεθαίνει κανένας

κανένας νεκρός σου δεν πέθανε…

… Όταν σκοτώνονται η ζωή τραβάει την ανηφόρα…

… Οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες…

κτλ. δεν συνιστούν επαναστατική άρνηση – απόρριψη της πραγματικότητας (της πραγματικότητας τους χαμού, της φυλακής κτλ.) αλλά ψευδή πραγματικότητα. Με μια οπτιμιστική μελλοντολογία επιφυλάσσει στον άνθρωπο εύκολη εξήγηση και δικαιολόγηση της ύπαρξης και ένα μέλλον που δεν είναι παρά τα μεταποιημένα αποφόρια της αβάσταχτης παρούσας πραγματικότητας. Παρόλο που ο φυσικός της χώρος είναι ο χώρος των ιδεών, εμφανίζει έκδηλη ένδεια διανοημάτων και υποτυπώδη προβληματισμό. Η σοβαρότερη προσπάθεια που συναντάμε στον Ρίτσο σχετικά με τη σχέση: άνθρωπος – επανάσταση («Συνέχεια της κουβέντας», από «Το ποτάμι κι εμείς»), σαρώνεται κι αυτή από τη βιταλιστική επωδό «μπορούμε» ενός ομαδικού εγώ.

    Μετατροπή – μεταποίηση του κόσμου και όχι ανατροπή του, ψευδής πραγματικότητα και όχι άρνηση της πραγματικότητας, υποτυπώδης προβληματισμός και εύκολη δικαιολόγηση της ανθρώπινης ύπαρξης, να τα κυρίαρχα ποιητικά μοτίβα που νανουρίζουν μια γενιά, που είχε την ατυχία να γεννηθεί στην ήττα και τη δυστυχία και να ανατραφεί στην αντεπανάσταση. Συμπτώματα ναυτίας από ένα τέτοιο νανούρισμα αναπόφευκτα θα συνοδεύουν τη σημερινή ποίηση στην παραπέρα πορεία της.         

          

2 Σχόλια to “Βύρων Λεοντάρης, Στον δεύτερο όρο της αντίφασης”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: