Ζ. Δ. Αϊναλής, ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

my8ologia

Ζ. Δ. Αϊναλής

 

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

(ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη, 2013)

 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΡΟΜΗΘΕΑ

 

Θ’ ανατινάξω τα τοιχώματα της πρόστυχης σιωπής σας

δεν θα μπορούν τα βλέφαρα να κλείσουν το σκοτάδι

μαύρος ο κόσμος που κοιτώ εντός του υπάρχω μαύρος

καυλοπυρέσσων με πυρσούς θα ξεχυθώ στους δρόμους

θα κάψω τα γιατάκια σας και τ’ αυτοκίνητα σας

και να ουρλιάζουν οι γυναίκες σας τα μπάσταρδα παιδιά σας

τους τάφους των προγόνων σας θα λούσω με μπεζίνα

κι όλους τους ανδριάντες σας με πέτρες τις πλατείες

και τις Ερμές τις κεφαλές στο χώμα θα γκρεμίσω

 

Θα σας τη φέρω τη φωτιά την έκλεψα απ’ το Δία

και στο ταξίδι μόνος μου αυτό μαζί μου θα σας πάρω

μέσα από δάση σκοτεινά κι οι φλόγες να σφυρίζουν

και τα πουλιά πετώντας έντρομα καπνός που κυνηγώντας

στο βλέμμα οι λύκοι την κραυγή τα ελάφια αλαφιασμένα 

πύρινος ουρανός οι αρχάγγελοι βρυχώντας τη ρομφαία

μακριά σειρά αστέρια τάγματα λευκά στο κέντρο σκοτωμένος

άγγελος μαύρος κλέφτης πεπτωκώς φεγγάρι ματωμένο

μακάβριος χορός οι νυχτοπεταλούδες μες τις φλόγες

 

Και οι νεκροί μακριά πομπή να σέρνονται στο χώμα

βαρύ στο χέρι σκελετό μπαλτάς στα δόντια το μαχαίρι

έντομο θάνατο που σπέρνοντας η κύηση της πέτρας

κι η μέσα μήτρα σκοτεινή πνοή συσπώντας ο πλακούντας

να πνίγοντας αμνιακή οργή την έσω θάλασσα πιο μαύρη

μαύρος ο κόσμος που κοιτώ εντός του υπάρχω μαύρος

θα σας τη φέρω τη φωτιά την έκλεψα απ’ το Δία

θ’ ανατινάξω τα τοιχώματα της ένοχης σιωπής σας   

και στο ταξίδι μόνος μου αυτό μαζί μου θα σας πάρω

 

 

***

 

Από την ενότητα « Στον εγκέφαλο του Ιλχάν »

 

 Ότι επαναστέλλοντας έσω ασύμμετρος

την ερήμωση του διαστήματος

τον έρημο χώρο πίσω απ’ τον έρημο χώρο

τα κίτρινα δόντια πίσω απ’ το πέτρινο στόμα

αίμα τόσο γεμάτος μίσος

να μην μπορέσω να συγχωρήσω

τόσο κίτρινος τι θα πει

θήραμα που όντας να προπορεύεσαι

την κούρσα να οδηγείς

χνώτα κουρασμένα βαριά

πίσω κλαγγή

ίπποι ιππείς βαριεστημένοι ευγενείς

στο χώρο τα χέρια ξάφνου εκτείνομ’ ευθυτενής

επιμήκης διαστέλλομαι

άγριο που αυτό το γέλιο να διαμελίζοντας μου τις σάρκες

ελεύθερος μόνος

να σκίζοντας μου τα χείλη

ασύμμετρος

 

***

 

Για χάρη των χειμερινών κοιμητηρίων

που τώρα αναπαύομαι τα φεγγάρια μου

επανεφευρίσκω τη γλώσσα μου

που όταν φυσάω γεννιέται ο θάνατος

η ανάσα μου

αναφλέγομαι τα φωνήεντα

που πλάθω πυρίτιδα

στα δάκτυλα πλαστελίνη τα οράματα

κι όλα τα δράματα μαριονέτες στα δάκρυα

διάφανα

πέτρα στη πέτρα πορεύομαι

δημιουργώ κατακλύζω

ένας κόσμος ολόκληρος

μέσα στη γη που βουλιάζω ξανά

να περάσω στο φως   

ονειρεύομαι

κι έτσι γυμνός στην πόρτα σας

να φλέγω

τα όνειρα σας

 

***

 

Από την ενότητα « Κερσώδια »

 

    Άρχισε. Βγήκε στο δρόμο μόνος. Όλα ανακατώνονται στο κεφάλι μου ένα καζάνι που βράζει. Όλα αρχίζουν πρώτα με το κουμπί ένα μπιπ παρατεταμένο η πόρτα κι ύστερα ύστερα η κόλαση μέσα στο που ανατινάζει σκουπιδοτενεκέδες τη γη τι τα πάντα φαινόταν να λιώνουν το μυαλό μου κοβάλτιο οι κουράδες των σκύλων να λιώνει αναθυμιάσεις εξατμίσεις καπνοί διασχίζουν κόκκινοι την νύχτα κρουνοί περαστικοί και τρέχω να προλάβω τη μέρα πως γίνεται πάντα ν’ απέχω να τρέχω να τρέχω δε καταλαβαίνω τόσο πολύ το λαχάνιασμα σπασμένη αναπνοή ακούγεται το σφύριγμα της φυγής α γαμήσου κι εσύ δεν είναι όχι δεν είναι πλέον εκεί κι εγώ τι που να μετά ξυπνάω και είμαι ακόμα εκεί γιατί Θεέ μου που να μην είμαι πουλί να σκίζω τη νύχτα λάμψη εκτυφλωτική η φυλακή δεν γερνάει το σώμα γερνά την ψυχή έκατσα πάλι στα βρεμένα παγκάκια σκατόκαιρος όλο να βρέχει τούτες τις μέρες πώς να γεμίσεις την μέρα όταν δεν υπάρχει ζωή το ένα μετά το άλλο τσιγάρα απανωτά σπαταλημένη ζωή μου αφηρημένη στεκόταν έτσι παράλυτος επιρρεπής πάντα στο απροσδόκητο και μόνο οι πουτάνες της λεωφόρου τον καληνυχτίζαν τις νύχτες ζεστά με τα συμπονετικά τους χαμόγελα αλληλέγγυα πώς να ξεφύγεις το χρόνο ποια ανάπαυση να ζητήσεις στην υποταγή κρύα θάλασσα ανατριχιάζει καραπαντατζουμ καπάμ καπάμ μπαμ κίνετρον κλαν αφγκάν γκι καργκάν μπο ντετράν ασγκάν γκίντεμπαρ γκλαν αλτεμπαράν γκλιν γκλαν λόγια αλυσίδες τροχοί δίχως νόημα συνοχή ήχοι χι χι γλιστράν σε πατίνια ασύνδετη ξεχαρβαλωμένη ζωή κι αυτή η βιτρίνα τι θέλει εκεί η χαρά της ζωής το κάπνισμα σκοτώνει να προσέχεις τον εαυτό σου ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΚΟΤΩΣΕΙ ΜΑΛΑΚΑ κίρρωση του ύπατος θα πάθεις πουλάκι μου εσύ πέτρα βιτρίνα κομμάτια συναγερμοί κούκλα παιδική κούκλα κλαίω ψηλαφώ δεν ήσουν εσύ ψάχνω πίσω απ’ τα δέντρα μήπως σε βρω χαλάκια πολυκατοικιών δεν είσαι κει που να ψάξω καρδιά μου αυτή δεν είναι ζωή τόση αταξία μες το μυαλό μου δεν είναι κραυγές είναι το πυρ μου ψιθύριζε η φωνή τρε τρέχω πάνω στη γη πνιχτή πν πν πνιχτή με ψευδαισθήσεις κατασκευάζω την ιστορία μου κι είμαι ακόμα εκεί κι εσύ εσύ που είσαι τώρα που δεν είσαι εκεί εγώ που θα είμαι μετά όταν θα κάψει το δρόμο η φωτιά και θα ‘χουνε ανατιναχτεί τ’ αυτοκίνητα όλα τα λεωφορεία και θα βράζουνε τα μυαλά οι περιφερειακοί τα πτώματα γεμίζουν τα πάντα διαμελισμένα στους δρόμους ομίχλη δεν υπάρχει ζωή υπάρχει μόνο το αίμα που κοχλακά και κυλά το αίμα που χάνεται χαμένο αίμα ζεστό μέσ’ από δίκτυο αρτηριών αποχετευτικό πώς να τη διαφυγή όπου κι αν στρέψω το βλέμμα η φρίκη με κοιτάει τυφλή τι κι εσύ που τώρα τα χέρια σου αν με βλέπεις εσύ ένα νεύμα θα έφτανε και όχι πες μου τώρα εσύ γιατί γιατί τ’ όνομα σου μόνος φωνάζω στα σκοτεινά κι ύστερα πάλι  σιωπή ανέκφραστη ανέξοδη μίζερη οργή… άρχισε…         

 

 

***

 

 

Έξω βρέχει. Μέρες τώρα. Θέλω να χτυπήσω κείνο τον τύπο που στέκεται μόνος του στο δωμάτιο μου και κλαίει. Σηκώνομαι. Όλα ανακατώνονται στο κεφάλι μου ένα καζάνι που βράζει. Σπάω έναν έναν τους καθρέφτες μου στο δωμάτιο. Οι γροθιές μου ματώνουν. Γλείφω το αίμα λύκος ουρλιάζω. Γκρεμίζω τα συρτάρια μου αναποδογυρίζω τα ρούχα μου. Κλωτσώ τη ντουλάπα. Πετάω τα σκεύη μου. Σπάω τα πιάτα μου ουρλιάζω. Ξεσκίζω τα σεντόνια. Ξεσκίζω το στρώμα. Το σηκώνω και το πετάω. Περνάνε οι μέρες. Ουρλιάζω. Σκαρφαλώνω γυμνός στο παράθυρο. Διπλώνω τα γόνατα. Ανοίγω τα χέρια. Στις στέγες πουλί μεγάλο μαυροφτέρουγο. Κοιτάζω έναν κόσμο κεραίες τον κόσμο μου. Προσπαθώ να γυρίσω το βλέμμα μου να κλείσω τη μεγάλη οθόνη της πόλης. Έχει στο ηλιοβασίλεμα κόκκινο κολλήσει το ίδιο κανάλι. Εξανεμίζεται νιώθω τη ζωή μου να χάνεται. Θέλω να βουτήξω. Μόνος στο μεγάλο κενό να ανοίξω αρπακτικό τις αρχέγονες μου φτερούγες του δαίμονα ν’ ανοίγουν ολόμαυρες στη σελήνη οι ήχοι του δάσους που στέκεται η ανάσα μου οι ψίθυροι ο τρόμος και η σιωπή ξεχύνονται οι φόβοι μες τη σκιά διπλώνω τα χέρια μου βουτιά στο κενό. Να χυθώ στους δρόμους φόβος να γίνω να πίνω το αίμα τους να ορμώ από ψηλά να ξεσκίζω τις σάρκες τους να ορμώ από ψηλά να ξεσκίζω τις σάρκες μου να μην έχω να φάω παρά μόνο τον εαυτό μου να βγω να χτυπάω τον εαυτό μου να παίρνω τους δρόμους να σπάζω στο ξύλο κρετίνους περαστικούς να σφάζω όποιον θα βγαίνει μπροστά μου στο σκοτάδι να τους μαχαιρώνω στις γωνίες να ουρλιάζουν οι μάρτυρες να μην με βλέπουν αόρατο ανεβοκατεβαίνοντας ένα στιλέτο να επανορθώνει τα κρίματα τους πληγή μου δικαιοσύνη μου. Να γίνω ο άνεμος να φυσάω ανάμεσα απ’ τις σκέπες τους να σπάω στα παράθυρα τους τα τζάμια τους στο παράθυρο τους να τους αγκαλιάζω στην αόρατη αγκαλιά μου και να τους πνίγω που κλαίγοντας. Να γίνω η καταιγίδα τυφώνας να γίνω η θάλασσα να γκρεμίσω τα κτίρια τους τα λιμάνια την πίκρα τους να γίνω οργή να γκρεμίσω τα έργα τους να τους γυρίσω στην αιμάτινη μήτρα τους αγκαλιά να τους σπείρω στη μήτρα μου. Να σπάσω όλα τα τζάμια να σπάσω τα έργα τους να σπάσω το γυαλί τους να σπάσω τ’ ατσάλια τους να με δουν να τους δω να μιλήσω τη γλώσσα τους τη μοναξιά μου να κάνουν τον έρωτα τη μοναξιά τους να κάνω την ευτυχία τους να με δούνε ν’ ακούσουνε τη φωνή μου να μου μιλήσουν. Να κλάψω στο στήθος τους. Να γίνουν η ευτυχία μου.

 

Να γίνω η κρίση τους.

 

***

 

Κρατώ τα μάτια μου ένδικα μες τον μεσόγειο χρόνο

μιαν όραση πολυπρισματική που μεγεθύνοντας τον πόνο

μιαν αίσθηση ιδιώνυμη οδύνης μες τον τόπο

κι έπειτα σύδεντρο σαλός καρνάβαλος ξωκλήσι σ’ ένα λόφο

τόσα χαμένα γυναικεία κορμιά ονείρωξη φαντάσματα

τα προσωπεία χρυσά

κι οι πέτρες μαύρες στίλβοντας έναν γιγάντιο ήλιο

κι οι αστρολάβοι θάλασσα να ξεδιπλώνοντας γοργόνες μες τη νύχτα

το άδειο δέρας τζίτζικας καμένοι ελαιώνες

όπου κι αν πήγα όπου κι αν γύρεψα

κατατεμαχισμένος μόνος

ποια θάλασσα ποιο φως παραίσθηση κρατώ

τα μάτια μου ένδικα στον ενδοφλέβιο πόνο

 

***

 

    Ε, λοιπόν από μικρός είχα την μάλλον παράδοξη δοξασία πως ένα κι ένα δεν κάνουν κατ’ ανάγκη δύο, πως δύο και δύο δεν κάνουν κατ’ ανάγκη τέσσερα. Εκεί όπου οι άλλοι βλέπαν δύο εγώ δεν έβλεπα παρά ένα και ένα κι έτσι αδυνατώντας να δω ένα σύνολο ως άθροισμα πορευόμουνα προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι αφού όλοι οι άλλοι νομοτελειακά στο ένα κι ένα αντιλαμβάνονταν δύο εγώ πρέπει μοιραία να ήμουν παράφρων. Γιατί όμως να ήμουν εγώ ο τρελός; Τι είχαν οι άλλοι περισσότερο από μένα κι η δική τους εντύπωση βάραινε περισσότερο απ’ τη δική μου; Γιατί ετούτη η μαζική πίεση, ο φασισμός ν’ αναγνωρίσω τη λογική τους; Γιατί να μην είναι κάλλιστα όλοι οι άλλοι τρελοί; Ε, πώς να το κάνουμε τώρα, αφού ένα κι ένα δεν κάνουνε δύο! Ένας φυσικός νόμος δεν μπορεί να στηρίζεται στην νομοτελειακή αλληλουχία αιτίου αιτιατού αν το κάθε εγώ βλέπει διαφορετικά αποτελέσματα να εκπηγάζουν από διαφορετικά αίτια έτσι κι εγώ αποφάσισα πως δεν θα αναγνώριζα για νόμο φυσικό παρά ότι εγώ όριζα ως νόμο φυσικό. Βέβαια, αυτό προξενούσε ορισμένα προβλήματα διότι όταν εγώ έλεγα γυναίκα εκείνοι καταλάβαιναν άλογο. Τελικά μεγαλώνοντας ανακάλυψα πως ήμουνα θύμα μιας σκοτεινής διαπλανητικής συνωμοσίας. Ζούσα σ’ έναν κόσμο παρανοϊκών που από μιας αρχής το είχανε βάλει στόχο να τρελάνουν και μένα. Στερώντας μου την επικοινωνία θέλανε να με φυλακίσουν στον κόσμο τους να με κάνουνε να λέω τη γυναίκα γυναίκα και το άλογο άλογο. Κλείνοντας μου το στόμα θέλανε να μου κλείσουν όλους τους δρόμους όλες τις εναλλακτικές και ή να με φυλακίσουν στον κόσμο τους να με αυλίζουνε τις μέρες με λιακάδα ή να μ’ αφήσουνε να σαπίσω ελεύθερος αλλά μόνος μου στο δικό μου. Δεν θα τους περάσει όμως. Βάλθηκα λοιπόν να αποκαλύψω την ειδεχθή τους απάτη αποδεικνύοντας τους ότι ένα κι ένα δεν κάνουνε δύο καθόσον εγώ ο ίδιος που αντικρίζοντας με βλέπανε έναν δεν ήμουν στην ουσία ποτέ ένας παρά πολλοί μαζί συγκολλημένοι σ’ έναν. Αν κατάφερνα να τους κάνω να λένε δύο, τρία, πέντε, δέκα όταν θα αναφερόταν σε μένα θα είχα πετύχει το σκοπό μου διότι βέβαια ένα κι ένα δεν μπορούν ποτέ να κάνουνε δύο όταν το ίδιο το ένα δεν είναι ένα αλλά τουλάχιστον δύο. Τώρα όσο περνάνε τα χρόνια πείθομαι ολοένα και περισσότερο πως ένα και ένα δεν μπορεί δεν πρέπει να κάνουνε δύο αλλά ένα και ένα και πως δύο και δύο δεν πρέπει να κάνουνε παρά ένα και ένα και ένα και ένα. Έτσι χτίζω πετραδάκι πετραδάκι το δικό μου πλανήτη δίνοντας στέγη σ’ όλους τους αποκλεισμένους παράφρονες που επιμένουν να λένε το ένα κι ένα ένα κι ένα. Κι όταν θα γίνουμε ένα ωραίο μεγάλο σύνολο από μονάδες και πια δεν θα έχουμε ανάγκη τη φυλακή τους θα τραγουδήσουμε όλοι μαζί με μια φωνή το χαρούμενο τραγούδι της αντεστραμμένης βαρύτητας τους όπου όλα θα είναι αληθινά και ένα και ένα θα κάνουνε ένα και ένα κι οι γυναίκες άλογα θα μας παίρνουνε καλπάζοντας μακριά τους τρυφερά κουβαλώντας μας μες στην αγέρινη αγκαλιά τους.         

 

 

***

 

Τώρα ο κόσμος που κοιτώ είναι αλήθεια. Αληθινό είναι αυτό που βλέπω εγώ. Ό,τι βλέπω εγώ δεν το βλέπουν οι άλλοι. Η δική μου αλήθεια δεν είναι η αλήθεια των άλλων. Κι αυτό που εμένα μου φαίνεται αυτονόητο στους άλλους φαντάζει παράδοξο. Προσπαθώ να μεταφράσω αυτό το καινούργιο συναίσθημα. Οι λέξεις μου δεν μου φτάνουν. Ανακατώνω τις λέξεις. Αναρωτιέμαι που αρχίζει η δική μου αλήθεια και που τελειώνει των άλλων. Επισκέπτομαι συνέχεια τα όνειρα μου ψάχνω να βρω τα λόγια να κάνω την πράξη μου όνειρο. Όνειρο είναι αυτό που βλέπω εγώ. Ό,τι βλέπω εγώ δεν το βλέπουν οι άλλοι. Και τα όνειρα τα δικά μου μοιάζουν στους άλλους εφιάλτες. Ανοίγω την πόρτα στο όνειρο. Περπατάω μέσα σ’ ένα πούσι πυκνό προσπαθώντας να μεταμορφώσω τον κόσμο να τον κάνω τον κόσμο μου το σύμπαν διαστέλλεται και μένω μόνος και πάλι οι άλλοι εξαφανίζονται κι εγώ κοιτάω την πλάτη μου. Λείπω. Κι όμως ξέρω καλά πως είμαι ακόμα εδώ. Όπως ξέρω καλά το νιώθω πως δεν είμαι δεν μπορεί δεν πρέπει να είμαι μόνος μου. Νιώθω την παρουσία τους ν’ αχνοφέγγει μες τα σκοτάδια. Μία σιωπή αμφίσημη. Πίσω από δάση δέντρα σκοτεινά και λίμνες πεδιάδες μέσα σε κάστρα έρημες πόλεις κι ερειπωμένα χωριά. Μέσα σ’ ένα απέραντο διάστημα κι ένα σπίτι νεκρό. Και θέλω να τους φωνάξω ν’ ανοίξω την πόρτα και να τους ψάξω. Να πάρω τους δρόμους να τρέχω ν’ αναγνωρίσω τα πρόσωπα τους ψηλαφιστά ν’ αποκτήσουν χαρακτηριστικά. Σκιές. Σκοτεινές σκιές σιωπηλές. Πώς να τους ψάξω σ’ έναν κόσμο που δεν είναι δικός τους; Πώς να τους ψάξω σ’ έναν κόσμο που είναι μόνο δικός μου; Δεν υπάρχω μόνος μου κι όμως ζω σ’ έναν κόσμο δικό μου. Πώς να κάνω τον κόσμο μου κόσμο τους; Πώς να τους κάνω να υπάρξουνε πλάι μου; Να τους δώσω τα κλειδιά για τον κόσμο μου; Μεταφράζω το όνειρο και βλέπουν εφιάλτες. Όσα γνωρίζουν εγώ δεν τ’ αναγνωρίζω κι όσα φοβούνται δεν με τρομάζουν. Όσα γνωρίζω αρνούνται να τα κοιτάξουν κι όσα φοβάμαι τους φαίνονται μάταια. Πώς να εναρμονίσω τους κόσμους μας; Πώς να εναρμονίσω την αλήθεια μου στις υπάρξεις τους; Πώς να δέσω την ύπαρξη μου στον κόσμο τους που καθόλου δεν τον αναγνωρίζω για κόσμο μου; Πώς να παρεισφρήσω στα όνειρα τους και να τα κάνω δικά μου; Πως να κάνω τα δικά μου όνειρα κόσμο τους; Σε Όνειρο πώς να συγκροτήσω τα όνειρα; Πώς να δω στην εγγενή μου αντίφαση μια ψηφίδα του Όλου και στ’ όνειρο μου την αντανάκλαση του Ενός όταν το Ένα επιμένει να μου διαφεύγει λανθάνων μέσα σ’ αισθήσεις εφήμερες χωρίς συνοχή; Πώς να διαχειριστώ την ήττα ότι υπήρξα χωρίς να υπάρξω; Και πώς να επουλώσω την αυτεπίγνωση πως δεν θα υπήρχαν αν δεν είχα υπάρξει; Βαθιά μες το αίμα υπάρχει μία πληγή που δεν τη γιατρεύουν τα λόγια.

 

 

***

 

Ο Ζ. Δ. Αϊναλής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Έχει δημοσιεύσει τα βιβλία: Ηλεκτρογραφία, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2006, Αποσπάσματα, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2008, Η σιωπή της Σίβας (e-book), Βακχικόν, Αθήνα, 2011. Έχει μεταφράσει Antonin Artaud: Πούτσα και ξύλο, Ουαπίτι, Αθήνα 2011, καθώς και στο πλαίσιο του εκτενούς αφιερώματος στον Artaud «Εξέγερση και Ουτοπία», Πλανόδιον, τ. 49, Αθήνα, 2010 (σε συνεργασία με τους Ήλιο Chailly & Ειρήνη Παπαδοπούλου). Επίσης έχει μεταφράσει δοκίμια των William Wordsworth και Samuel Taylor Coleridge στον τόμο Ρομαντική Αισθητική. Οι ποιητές των Λιμνών και η Σχολή της Ιένα, Κριτική, Αθήνα, 2011 (σε συνεργασία με τον Μιχάλη Παπαντωνόπουλο). Έχει επιμεληθεί και προλογίσει την έκδοση Μιχάλης Τάτσης, Με το καδρόνι στα χέρια, Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, 2011. Ποιήματα, πεζά, μεταφράσεις και δοκίμια του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.

 

Ένα Σχόλιο to “Ζ. Δ. Αϊναλής, ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ”

  1. Σε ένα πλοίο, με μια θάλασσα αγριεμένη και τη βροχή να πέφτει στις λαμαρίνες, διάβασα τη «Μυθολογία» μονορούφι. Το βράδυ τη σκεφτόμουν:http://oneirogiapantaoneiro.blogspot.gr/2013/10/blog-post.html

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: