Charles Baudelaire, Ποιήματα σε πεζό

baud

Charles Baudelaire

 

 

Ποιήματα σε πεζό

 

 

Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής

 

ΣΤΟΝ ARSÈNE HOUSSAYE

(αντί προλόγου)

    Αγαπητέ μου φίλε, σου στέλνω ένα μικρό έργο για το οποίο θα μπορούσαμε να πούμε, όχι άδικα, πως δεν έχει ούτε κεφάλι ούτε ουρά, καθώς όλα τα μέρη του, αντίθετα, λειτουργούν σε αυτό, εναλλάξ και αμοιβαία, πότε ως κεφάλι και πότε ως ουρά. Σκέψου, λοιπόν, σε παρακαλώ, τι αξιοθαύμαστες ευκολίες ένας τέτοιος συνδυασμός προσφέρει σε όλους, σε σένα, σε μένα και στον αναγνώστη. Μπορούμε να το κόψουμε όπου θέλουμε, εγώ τις φαντασιώσεις μου, εσύ το χειρόγραφο, ο αναγνώστης την ανάγνωση του. Διότι καθόλου δεν επαφίεμαι στην ατίθαση θέληση αυτού του τελευταίου την ‘εξαρτημένη’ από το αδιάκοπο ξεδίπλωμα μιας κάποιας υπερ-επεξεργασμένης μυθιστορηματικής ίντριγκας. Αφαιρέστε την σπονδυλική στήλη κι ευθύς αμέσως τα δυο μέρη αυτής της βασανιστικής ‘φαντασίας’ συνενώνονται δίχως κανένα κόπο. Κόψτε την σε μικρότερα αποσπάσματα και θα διαπιστώσετε πως το καθένα μπορεί να υπάρξει αυτοτελώς. Ελπίζοντας πως ορισμένα από τούτα τα κομμάτια θα αποδειχτούν αρκετά ζωντανά ούτως ώστε να σου αρέσουν και να σε διασκεδάσουν, τολμώ να σου αφιερώσω το ερπετό ολόκληρο.

    Έχω όμως μια μικρή εξομολόγηση να κάνω. Είναι ξεφυλλίζοντας, για εικοστή φορά, το διαβόητο  Gaspard de la Nuit του Aloysius Bertrand (ένα βιβλίο γνωστό σε σένα, σε μένα και σ’ ορισμένους ακόμα εκλεκτούς φίλους, δεν έχει κάθε δικαίωμα να καλείται διαβόητο;) που μου ήρθε η ιδέα να αποπειραθώ να γράψω κάτι ανάλογο, και να εφαρμόσω στην περιγραφή της σύγχρονης ζωής, ή περισσότερο μιας, και σίγουρα περισσότερο αφηρημένης, εκ των σύγχρονων ζωών, την διαδικασία που εκείνος εφάρμοσε στην ζωγραφική της παρελθούσας ζωής, τόσο παράδοξα γραφικής.

    Ποιος από μας στις μέρες της φιλοδοξίας του δεν ονειρεύτηκε το θαύμα μιας ποιητικής πρόζας, μουσικής χωρίς ρυθμό και δίχως ρίμα, αρκετά εύκαμπτη και ασυνάρμοστη προκειμένου να προσαρμόζεται στα λυρικά κινήματα της ψυχής, στους κλυδωνισμούς της ονειροφαντασιάς, στα ξέφρενα τινάγματα της συνείδησης.

    Είναι κυρίως εξαιτίας της παραμονής σε πόλεις αχανείς, καθώς και των περιπλοκών που οι αναρίθμητες σχέσεις σε αυτές δημιουργούν, που γενούν αυτό το έμμονο ιδανικό. Εσύ ο ίδιος δεν αποπειράθηκες να μεταγράψεις σε άσμα την διαπεραστική κραυγή του Vitrier, και να εκφράσεις σε μια λυρική πρόζα τη μελαγχολική υποβολή που τούτη η κραυγή στέλνει ίσαμε τις σοφίτες, διαμέσου της πιο πυκνής ομίχλης των δρόμων;

    Για να πω την αλήθεια, όμως, φοβάμαι πως ο φθόνος μου δεν μου χάρισε την ευτυχία. Δεν πρόλαβα να αρχίσω να δουλεύω κι αμέσως συνειδητοποίησα ότι όχι μόνο παρέμενα μακριά από το μυστηριώδες και εκθαμβωτικό πρότυπο μου, αλλά και ότι έκανα κάτι (αν αυτό μπορεί να αποκληθεί κάτι) μοναδικά διαφορετικό, ατύχημα βέβαια για το οποίο κάθε άλλος εκτός από μένα θα εξοργιζόταν το δίχως άλλο, και το οποίο δεν μπορεί παρά να ταπεινώσει βαθιά ένα πνεύμα το οποίο θεωρεί πως η μεγαλύτερη τιμή του ποιητή είναι το να εκπληρώσει ακριβώς αυτό που σχεδίαζε αρχικά να κάνει.

Στοργικά δικός σου,

C. B.

ΕΝΑΣ ΓΕΛΟΙΟΣ

    Ήταν κατά την έκρηξη του νέου έτους: χάος λάσπης και χιονιού, τροχήλατου από μυριάδες άμαξες, στίλβοντας από πολύχρωμα παιχνίδια και ζαχαρωτά, ξεχειλίζοντας απληστία κι απελπισία, το επίσημο παραλήρημα μιας μητρόπολης σχεδιασμένο για να βασανίζει τον εγκέφαλο του μοναχικού όσο το δυνατόν περισσότερο.

    Εν τω μέσω όλης αυτής της χάβρας και της οχλαγωγίας ένας γάιδαρος βιαστικός, στενάζοντας κάτω από το καμουτσίκι ενός χωριάταρου.

    Καθώς ο γάιδαρος ετοιμαζόταν να στρίψει στη γωνία ενός δρόμου, ένας γαντοφορεμένος κύριος, λουστραρισμένος, απάνθρωπα γραβατωμένος και φυλακισμένος μέσα στα ολοκαίνουργια ρούχα του, ξεπετάχτηκε από το πουθενά, υποκλίθηκε τελετουργικά μπροστά στο ταλαίπωρο ζωντανό και, βγάζοντας το καπέλο του, λέει: «Σας εύχομαι ένα ευτυχισμένο νέο έτος!», εν συνεχεία στράφηκε χαμογελαστός προς το μέρος κι εγώ δεν ξέρω ποιων συντρόφων μ’ έναν αέρα αυταρέσκειας σαν να τους παρακαλούσε να προσθέσουν κι αυτοί την έγκριση τους στην δική του ικανοποίηση.

    Ο γάιδαρος βέβαια δεν αντιλήφθηκε που βρισκόταν το αστείο και συνέχισε να τρέχει με ζήλο εκεί όπου το καθήκον του τον καλούσε.

    Όσο για μένα, ξαφνικά με κατέλαβε ένα κύμα οργής απροσμέτρητης ενάντια σ’ αυτόν τον μνημειώδη ηλίθιο, που μου φάνηκε πως συνόψιζε εντός το πνεύμα όλης της Γαλλίας.

ΣΤΙΣ ΜΙΑ ΜΕΤΑ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

 

    Επιτέλους! Μόνος! Δεν ακούγεται πια παρά ο ήχος από τις λιγοστές αργοπορημένες και κατάκοπες άμαξες στο βάθος της νύχτας. Για μερικές ώρες θ’ αξιωθούμε την σιωπή, και ίσως την γαλήνη. Επιτέλους! Η τυραννίδα του ανθρώπινου συρφετού εξαφανίζεται και δεν έχω πια να υποφέρω παρά από τον εαυτό μου.

    Επιτέλους! Είμαι επιτέλους ελεύθερος ν’ αφεθώ σ’ ένα λουτρό σκοτάδια! Πρώτα-πρώτα διπλοκλειδώνω την κλειδαριά. Μου φαίνεται πως αυτή η επιπρόσθετη στροφή του κλειδιού θα επαυξήσει την μοναξιά μου και θα ενισχύσει τα οδοφράγματα που με χωρίζουνε πραγματικά από τον κόσμο.

    Ζωή φρικτή! Πόλη φρικτή! Ας ανακεφαλαιώσουμε, λοιπόν, την αποψινή μέρα: έχοντας δει μερικούς ανθρώπους των γραμμάτων, εκ των οποίων ο ένας με ρώτησε εάν θα μπορούσε άραγε κανείς να επισκεφτεί την Ρωσία δια ξηράς (προφανώς θεωρούσε πως επρόκειτο για νησί)· έχοντας φιλονικήσει γενναιόδωρα με τον διευθυντή κάποιας επιθεώρησης, ο οποίος σε κάθε αντίρρηση ανταπαντούσε: «Ακούστε κύριε μου, εδώ είμαστε έντιμοι άνθρωποι» αφήνοντας να εννοηθεί πως οι συντάκτες όλων των υπολοίπων δεν είναι παρά κανάγιες· έχοντας χαιρετήσει καμιά εικοσαριά άτομα εκ των οποίων δεν γνώριζα τουλάχιστον τα δεκαπέντε· έχοντας διανείμει ισάριθμες χειραψίες κι ετούτο δίχως να έχω φροντίσει ν’ αγοράσω γάντια· έχοντας ανέβει, κατά τη διάρκεια μιας νεροποντής, εν μέρει για να σκοτώσω το χρόνο μου, στο δώμα μιας πόρνης που με παρακάλεσε να την σχεδιάσω με την περιβολή της Αφροδίτης· έχοντας περάσει από έναν διευθυντή θεάτρου ο οποίος μου είπε δίνοντας μου τα παπούτσια στο χέρι: «Καλά θα κάνατε να απευθυνθείτε στον Ζ. …είναι ο πιο βαρύς, ο πιο ηλίθιος και ο πιο δημοφιλής από τους συγγραφείς μου, όλο και κάτι θα κερδίσετε από την γνωριμία του. Δείτε τον κι έπειτα ξαναμιλάμε αν είναι» και ο οποίος εν συνεχεία με εκθείασε (γιατί άραγε;) για διάφορες πρόστυχες πράξεις που ουδέποτε διέπραξα και αποσιώπησε άλλες που με χαρά διέπραξα, κακούργημα φανφαρονισμού, έγκλημα εναντίον του ανθρώπινου σεβασμού· έχοντας αρνηθεί σ’ έναν φίλο μια εύκολη εξυπηρέτηση κι έχοντας δώσει συστατική επιστολή σ’ ένα υποκείμενο ολωσδιόλου γελοίο· ουφ! Ακόμα να τελειώσει;

    Δυσαρεστημένος απ’ όλους και κυρίως από τον εαυτό μου, θα ήθελα να μ’ αποζημιώσω και να μεθύσω λιγάκι μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή της νύχτας. Ψυχές εκείνων που αγάπησα, ψυχές εκείνων που τραγούδησα, δώστε μου δύναμη, στηρίχτε με, πάρτε από πάνω μου το ψέμα και τις διαφθείρουσες του κόσμου αναθυμιάσεις· κι εσύ Κύριε και Θεέ μου! κάνε να γράψω δυο στίχους τουλάχιστον της προκοπής, δύο μονάχα στίχους, ώστε ν’ αποδείξω στον εαυτό μου πως δεν είμαι ο τελευταίος των τελευταίων, ο έσχατος μες στους ανθρώπους, πως δεν είμαι ακόμα χειρότερος κι από εκείνους που τόσο φρικτά καταφρονώ!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: