Αθανασία Κρατημένου, Μνημόπολη

εξώφυλλοΑθανασία Κρατημένου

 

ΜΝΗΜΟΠΟΛΗ

(Ενδυμίων, 2012)

 

 

Ήταν κάποια όπου πήρε το μετρό ένα μεσημέρι να γυρίσει σπίτι μετά τη δουλειά. Φτάνοντας στο σταθμό κοιτούσε κάτω, το διαμορφωμένο πάτωμα του κλειστού χώρου. Έριχνε που και που κλεφτές ματιές στους ανθρώπους που περνούσαν δίπλα της. Δεν είχε ιδιαίτερη όρεξη να κοιτάξει πρόσωπα και έτσι άρχισε να σκέφτεται τεχνικές του βαδίσματος σε αυτές τις παράξενες συνθήκες πολυκοσμίας, με βάση βέβαια και τα προσωπικά της δεδομένα. Έτσι, επινόησε έναν τρόπο, ώστε να μπορεί να περπατάει ανάμεσα στους ανθρώπους, χωρίς τον κίνδυνο της επαφής με άλλα σώματα. Παρατηρούσε τα πόδια των άλλων και τα βήματα τους. Αν τα πόδια πλησίαζαν προς το μέρος της σήμαινε ένα είδος συναγερμού, ότι δηλαδή και το σώμα πλησίαζε, γιατί άλλωστε δεν ήταν δυνατό να πλησιάζουν μόνο πόδια χωρίς θώρακα και κεφάλι. Έτσι, έκανε ελιγμούς ανάλογα με το βήμα και το περπάτημα των άλλων. Οι άνθρωποι γύρω της, ήταν απλά υλικά σημεία που έπρεπε να αποφύγει. Στο μυαλό της τα κορμιά ήταν ηλεκτροφόρα πράγμα που ενέτεινε την αγωνία της και το φόβο του αγγίγματος. Με αυτό τον τρόπο, ανακάλυψε τα διαφορετικά είδη παπουτσιών που φορούν οι άνθρωποι. Κάποια ήταν πραγματικά αστεία. Όπως ένα ζευγάρι γυναικεία πόδια που φορούσαν κάτι κόκκινες λουστρίνι γόβες με καρπούζια και φράουλες. Ή μια άλλη φόρα που συνάντησε μέρα μεσημέρι-μάλλον- ξυπόλυτα πόδια να σχηματίζουν βήματα χορού…Κάποια μέρα απορροφημένη από τα πόδια, ως τα μόνα σημεία ενδείξεων που εγγυώνται τη μη-επαφή, τράκαρε με το καρότσι κάποιου που δεν είχε πόδια. Αυτό ήταν μια παράμετρος που δεν την είχε σκεφτεί ποτέ πριν. Μετά το συμβάν, το οποίο μάλιστα της άφησε μελανιές, αλλά και μνήμες από φωνές που της έλεγαν να προσέχει πως περπατάει-εκείνη; Αν είναι ποτέ δυνατόν!- και άλλα τέτοια , περιέλαβε την εμπειρία της στη μέθοδο που είχε εφεύρει και πραγματοποίησε τις αναγκαίες τροποποιήσεις. Κατέγραψε στο μυαλό της άπειρες πιθανότητες σύγκρουσης με σώματα. Όχι βέβαια για χρήση μόνο στο μετρό ή σε καταστάσεις τάξης. Έφτιαξε ένα μοντέλο κίνησης όπου λάμβανε υπόψη την αταξία των σωματικών κινήσεων. Περιπτώσεις ανθρώπων που τρέχουν για να σωθούν από βόμβες- ακραία περίπτωση, αλλά το μοντέλο έπρεπε να δουλεύει σε όλες τις συνθήκες, ακόμα και αυτές έκτακτης ανάγκης-, ή η περίπτωση που εγκλωβιζόταν με άλλους σε ένα ασανσέρ λόγω διακοπής της ηλεκτροδότησης, καθώς και καταστάσεις όπως οι εκπτώσεις και τα ψώνια σε πολυσύχναστες περιοχές.

Υπήρχαν εποχές που οι σταθμοί γέμισαν με στρατιωτικές αρβύλες, αλλά εκείνη είχε μάθει έναν σίγουρο τρόπο να τις αποφεύγει. Εκείνη την περίοδο το παιχνίδι της δυσκόλεψε πολύ. Πολλές φορές ένιωθε να την ακουμπούν τραχιά ρούχα και έτρεξε συχνά προς αλλοπρόσαλλες, τυχαίες κατευθύνσεις. Μια μέρα, την στοίβαξαν σε μια ευθεία γραμμή και την οδήγησαν σε ένα περιφραγμένο χώρο, αλλά τουλάχιστον στις γραμμές οι άνθρωποι περπατούσαν με τάξη και έτσι δεν συγκρούστηκε ποτέ με κανέναν. Μόνο που άρχισε να βαριέται, γιατί το παιχνίδι δεν είχε νόημα πια. Ένα βροχερό πρωινό άρχισε να παρατηρεί, στην άκρη ενός τοίχου, δύο ζευγάρια ανήσυχα αντρικά και γυναικεία πόδια και πρόσεξε ότι άρχισαν να ξεπετάγονται από τα στενά, διάφορα πόδια που ξεκίνησαν να τρέχουν. Γυναικεία σκισμένα παπούτσια, παιδικά πόδια με κάλτσες και πόδια γυμνά μες το χειμώνα να τρέχουν στις λάσπες και τα νερά. Άρχισε να τρέχει κι εκείνη γιατί είχε κουραστεί σε αυτό το άθλιο μέρος που όλα τα πόδια έκαναν καθορισμένες, τακτικές, προδιαγεγραμμένες κινήσεις. Αν έτρεξε, ήταν γιατί όλα τα πόδια άρχισαν να κινούνται ατάκτως σε σαρκικές μίξεις, στην έκρηξη της κυκλοφορίας…Αυτό το άτακτο πλήθος που περιφερόταν με ακαθόριστο τρόπο χωρίς νόημα, σε ένα χορό πάνω στους τσαλακωμένους χάρτες της κίνησης, με ένα ρυθμό απόλυτα ατονικό, χαοτικό, ανοιχτό ήταν γι΄αυτήν μια πρόκληση… Άλλωστε, εδώ και καιρό  το παιχνίδι της είχε πάψει να είναι σημαντικό…

 είμαι η τυραννία, είμαι ένα μισοτελειωμένο γκράφιτι πάνω σ΄ένα βαγόνι τρένου, είμαι η αναμονή μιας τρυφερής χειρονομίας, είμαι μια πολεμική σύρραξη, είμαι ένας ατέλειωτος χορός σ΄ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο, είμαι η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου,
είμαι μια ιατρική διάγνωση που έχει κολλήσει στο σώμα και το μυαλό μου, είμαι η αγριεμένη άρνηση της, είμαι η πρωινή αναφορά, είμαι μια ουλή

από παιδική πτώση, είμαι το αβέβαιο μέλλον μου, είμαι μια σιωπηλή διαμαρτυρία, είμαι ένα χαρτζιλίκι αντί για ένα μισθό, είμαι η λήθη, είμαι μια μαθητική παρέλαση, είμαι η μυρωδιά ενός φρεσκοτυπωμένου βιβλίου, είμαι η προπαγάνδα, είμαι μια τηλεφωνική γραμμή βοήθειας, είμαι μια όμορφη κουβέντα μετά από μια ερωτική συνεύρεση, είμαι ένα κακόφημο μπαρ, είμαι μια δίαιτα εξπρές, είμαι ένα συνέδριο για τα ναρκωτικά, είμαι το επίδομα ανεργίας, είμαι μια απόλυση λόγω εγκυμοσύνης, είμαι η ρουφιανιά, είμαι η δειλία, είμαι μια κρίση πανικού, είμαι η υπόσχεση «για πάντα», είμαι μια ασφάλεια ζωής, είμαι η αποταμίευση, είμαι ένα αυθόρμητο χαμόγελο σ΄ένα άγνωστο πρόσωπο, είμαι οι εναλλακτικές μορφές ενέργειας, είμαι το πρώτο ραντεβού, είμαι μια ανθρωπιστική αποστολή βοήθειας, είμαι μια κραυγή

στα παράθυρα μιας παγωμένης χυδαίας λέξης

(…)

Ήταν κάποιος, ο οποίος μισούσε τις σιωπές. Όλες τις σιωπές. Της αμηχανίας, της έκπληξης, του έρωτα, της μοναξιάς, της πόλης, του δωματίου μετά τις δύο τα ξημερώματα, της εντατικής, της αμνησίας, της κουβέντας, της άγνοιας, της μνήμης, του χορού, της αναχώρησης, του χωρισμού, της αϋπνίας, της δειλίας, της οργής, της φυγής, του μίσους, του πόνου, της ζητιανιάς, του χαδιού, της τυφλής γυναίκας στην κεντρική λεωφόρο, του κοιμισμένου, του κρεμασμένου, της καταστροφής, της λεηλασίας, της προδοσίας, της ρουφιανιάς, του βιασμένου σώματος, του τρομαγμένου βλέμματος. Όλες τις σιωπές. Κυρίως τις δικές του σιωπές. Κυρίως αυτές. Αυτές όπου θα μπορούσαν να φανερώσουν με τον πιο καταφανή, έκδηλο, αδιάψευστο, ακλόνητο και αδιάσειστο τρόπο την αδυναμία και την κενότητα που επεκτεινόταν σταδιακά στις αισθήσεις του και σιγά- σιγά κυρίευε ολόκληρο το σώμα του. Τις σιωπές, οι οποίες είχαν την αδιαφιλονίκητη δύναμη να καταστρέψουν όλες του τις απόπειρες και να διαλύσουν σε εκατομμύρια θραύσματα τους καθρέφτες της εικόνας που σχημάτιζε για χρόνια τώρα. Ένα παζλ χωρίς τέλος και αρχή, σε ένα μόνο χρώμα και μια τονικότητα. Έτσι, γινόταν όλος ένα τεράστιο στόμα από όπου ξεχύνονταν ένας σωρός ρήματα, επιρρήματα, υποκείμενα, αντικείμενα, σύνδεσμοι και σημεία στίξης προφορικών ακατάληπτων αφηγήσεων. Οι προτάσεις παρατάσσονταν σε επιθετικούς προσδιορισμούς καθορίζοντας το πεδίο της οριοθετημένης ζώνης του λόγου. Ή μάλλον, για να είμαι ακριβής, ενός νευρωτικού και επαναλαμβανόμενου λογυδρίου χωρίς διακοπές, ώστε να μην αποκαλυφθεί περίτρανα ο καθοριστικός ρόλος όπου είχαν διαδραματίσει στην εξέλιξη του και στη ζωή του ολόκληρη οι (αν-)ασφάλειες και οι ενοχές. Κάθε παραμικρή και ασήμαντη κίνηση κάθε λέξη όπου είχε ξεστομίσει. Μιλούσε έτσι ακατάπαυστα, μόνος στο σπίτι και στο δρόμο και στο λεωφορείο και στις δημόσιες τουαλέτες. Ήταν η εποχή της ανακατάληψης του χαμένου εδάφους. Μια επεκτατική λεξιλογική κίνηση η οποία στόχευε όλα τα μέτωπα. Διέκοπτε ακόμα και τον εαυτό του. Σήμερα, σηκώθηκε νωρίς από τους θορύβους του δρόμου της λαϊκής. Κάλεσε σπίτι κόσμο. Γνωστούς και φίλους. Κυρίως όλους εκείνους που τον ξεχνούσαν τον προηγούμενο χρόνο. Έφτιαξε φαγητό με τα ίδια του τα χέρια. Καθάρισε, έπλυνε, ξεζούμισε, έβρασε, σέρβιρε. Τη γλώσσα του κι όλες του τις λέξεις, με πατάτες στο φούρνο. Η βραδιά έκλεισε με μια παρατεταμένη κραυγή στην ταράτσα των φλύαρων μικροαστικών ιστοριών από το στρατό, την πρώτη φορά, κάποιες διακοπές με μια αντροπαρέα, τη δουλειά, τη γειτονιά και τα καθημερινά σήριαλ, τα κουτσομπολιά της διπλανής πόρτας. Μια κραυγή στα παράθυρα μιας παγωμένης, χυδαίας λέξης. Της σιωπής.

Ήταν κάποια, η οποία ήθελε, όταν μεγαλώσει, να γίνει διαφημιστικό σποτ. Είχε κουραστεί με  τους φίλους της και τους γονείς και τους δασκάλους. Σχεδίαζαν τη ζωή της με έναν τρόπο που της διέφευγε. Ήξερε πως η ζωή της θα διαρκούσε λίγα δευτερόλεπτα προβολής. Θα στριμωχνόταν ανάμεσα σε ειδήσεις και τηλεπαιχνίδια, σε δακρύβρεχτα σήριαλ και απευθείας τηλεοπτικές συνδέσεις, αλλά θα δημιουργούσε επιτέλους ένα χώρο όπου θα συμβαίνουν όλα με πρόγραμμα, χρονομετρήσεις αενάως μέσα στην επανάληψη. Υπήρχαν βέβαια και τα περιοδικά, και το ραδιόφωνο και οι γιγαντοαφίσες και τα κάρτα ποστάλ και το Διαδίκτυο. Θα έμπαινε σε όλα τα μέσα…Και εκατομμύρια μάτια, εκατομμύρια χέρια και αυτιά θα διψούσαν για την παρουσία της. Ήταν ένας τρόπος να ζήσει για πάντα.  Στα χείλη νέων ανθρώπων που δεν έχει γνωρίσει ποτέ, θα κρεμιόταν στην πόλη, θα εισέβαλλε στα ερτζιανά την ώρα που ένα ζευγάρι φιλιόταν ή κάποιος οδηγός τράκαρε…Θα έμπαινε μέσα σε όλα. Θα ήταν όλα…Και παντού…Μια εικόνα χαραγμένη στα εγκεφαλικά κύτταρα της πόλης…Ένα μουσικό μπακγκράουντ σε νύχτες μοναξιάς, σε εμπορευματικές διαδρομές…Είχε αποφασίσει άλλωστε ότι θα ήταν μια επιτυχημένη διαφήμιση. Χαρούμενη και ερωτική, έξυπνη και κινηματογραφική…Θα κέρδιζε βραβεία σε φεστιβάλ, θα την διαπραγματεύονταν διάσημες εταιρίες του χώρου…Κι όταν τα χρόνια θα περνούσαν κι εκείνη θα περνούσε με τη σειρά της στην Ιστορία, σα μια πρωτοποριακή κίνηση στο χώρο των διαφημιστικών, σε βιβλία και χρονικά και αφιερώματα. Θα είχε κρυφά νοήματα που θα λειτουργούσαν στο μυαλό χιλιάδων ανθρώπων και θα ήταν σα να ζούσε κι εκείνη  μέσα τους… Μια δυνατή στιγμή και έπειτα θα περιπλανιόταν σε διάρκειες επικοινωνιακού χρόνου. Να γεμίζει χώρους, χρόνους, σκέψεις κενές…Θα έδινε στο βασίλειο του τίποτα την μαγική εικόνα της…

Πέρασε μέρες ολόκληρες στο δωμάτιο της δουλεύοντας το σενάριο, γράφοντας μουσικά κομμάτια, σχεδιάζοντας σελίδες…Η ιδέα που την γοήτευε περισσότερο ήταν ότι θα μπορούσαν να την βλέπουν άπειρα μάτια τηλεθεατών ταυτόχρονα σε πολλά μέρη του κόσμου…Θα την πρόσεχαν επιτέλους…Θα ήθελαν να ακούσουν τι θέλει να τους πει…Με έναν τρόπο θα γινόταν σημαντική…Σκέφτηκε πολλές φορές ότι ίσως είναι παράξενο να θέλει κάποιος να γίνει διαφήμιση…Αλλά όλοι θέλουν να γίνουν κάτι όταν μεγαλώσουν…Είναι σπουδαίο να θέλεις να γίνεις κάτι…Άλλοι θέλουν να γίνουν πρωτοσέλιδο ή εξώφυλλο ακόμα κι αν φώναξαν σε ένα κανάλι «Σκατά στην κοινωνία του θεάματος»… Αυτοί μέσα σε λίγες μέρες καταλήγουν σε κάδους ανακύκλωσης ή στις χωματερές της πόλης…Εκείνη όμως;

  είμαι Bytes πληροφοριακών δεδομένων.

Είμαι η ύλη.

Είμαι η άρνηση της ύλης.

Είμαι όλα τα πράγματα και όλοι οι τρόποι.

Είμαι ένα ξοφλημένο καταναλωτικό όνειρο, είμαι ένα εργατικό ατύχημα, είμαι μια είμαι ένα ρεκόρ στίβου, είμαι όλες οι αυταπάτες, είμαι μια κλεμμένη μπλούζα, είμαι ο εφιάλτης του οχταώρου, είμαι μια προσταγή σε συσκευασία δώρου, είμαι η συγκατάβαση, είμαι η άρνηση, είμαι όλα τα δίκτυα επικοινωνίας, είμαι η συναίνεση

είμαι μια παρεκκλίνουσα συμπεριφορά,

 είμαι η άγνοια,

είμαι οι αντανακλάσεις του καθρέφτη,

είμαι το ράγισμα,

είμαι το σπάσιμο,

είμαι τα θραύσματα.

Είμαι όλες οι αντιθέσεις.

Είμαι όλες οι ρήξεις.

Είμαι όλοι οι συμβιβασμοί.

Δεν είμαι.

 

 

Πρόσωπο 1 Σιωπή δυο ημερών. νεογέννητη

 

Πρόσωπο 2

Να ορίσεις για μια φορά ακόμα

τους όρους της ήττας.

Σύντομη διαγραφή όλων των θεολογικών επικλήσεων,

όλων των ανίερων προσευχών του χρόνου μηδέν.

Δύο μέρες και κάτι,

στριμωγμένη σε ανακριτικό κελί,

γυμνή,

αρσενική

και προδότης της σιωπής.

Μια χειρονομία έμεινε

να αποχαιρετήσεις όρθια

τις κυψέλες πανικού σου.

 

Εγώ Ν΄ ανοίγω την πόρτα της μήτρας μέσα στη νύχτα και να βγαίνω έξω.

Εγώ Γεννήθηκα στο ράγισμα του κόσμου. Τράφηκα με τη σάρκα μου. Αρρώστησα από εμπύρετες μοναξιές. Με νανούρισε μια φωνή, παρατεταμένο φωνήεν, η χάρη του θηλυκού γένους. Τρόμαξα -εισβολή του ξένου μέσα στη μήτρα. Σφράγισα με ενοχή τη γεύση της χαράς. Ξέρασα σε διαδρόμους δηλητηριώδη νεύματα. Φίλησα πειρατικά μάγουλα. Ανακάλυψα τη χημεία του χαρτιού με το μελάνι. Ορκίστηκα πτώσεις σε βρεγμένες μπουγάδες. Χόρεψα στο ρυθμό της απόγνωσης. Μέθυσα από αλκοολούχα απουσία. Κατάπια την καταχνιά του κόσμου. Έφαγα με βουλιμία την αϋπνία των κλειστών χώρων. Σήκωσα στους ώμους μου τα πετρωμένα βλέμματα. Χάθηκα στους αντικατοπτρισμούς. Έπαιξα το παιχνίδι των ενοχών. Καταμέτρησα τις ύστατες ανάσες. Συγύρισα τις ακατάστατες μνήμες. Σιχτίρισα τους παρατεταμένους χειμώνες. Ο χρόνος σκάλισε στο σώμα μου την ιστορία του. Κι έγινα ολόκληρη ένα στόμα. Ποτέ για φιλιά. Μόνο λέξεις.

Έχω μια λέξη

Έχω μια λέξη καρφωμένη στα χείλη μου και μια καταραμένη σιωπή στην καρδιά μου έχω ένα πρόσωπο στον τοίχο μου να του προσθέτω μορφασμούς στη δίνη των εποχών έχω έναν πόνο που επιστρέφει τα ξημερώματα και μου ζητάει πίσω όλες τις ευτυχισμένες μέρες μου έχω μια θλίψη μεθυσμένη να ξερνάει στα πεζοδρόμια καρφωμένα βλέμματα έχω ένα φυλακισμένο παράπονο να δίνει το ρυθμό σε αποσυντονισμένους λυγμούς έχω μια πρόστυχη αλήθεια να διαλύει τακτοποιημένες μνήμες στα ντουλάπια ένοχων ιστοριών έχω αναίμακτες φλυαρίες που γεμίζουν παράδοξα κενά έχω ένα γέρο στη γλώσσα μου να λέει όλα τα βρώμικα αστεία έχω ένα ζευγάρι φτερά στην ντουλάπα μου να ονειρεύονται τα μεγάλα ταξίδια έχω ένα βλέμμα ξεχειλισμένο από αλμύρα να δίνει γεύση σε ένδοξα ψέματα έχω ένα εισιτήριο στην τσέπη μου να ακυρώνει τη μεγάλη φυγή έχω ένα μαχαίρι κάτω απ΄ το μαξιλάρι μου να πραγματοποιεί όλους τους φαντασιακούς φόνους έχω έναν εχθρό κολλημένο στο πίσω μέρος του μυαλού μου να απειλεί να διαλύσει την συμβολική τάξη έχω έναν προδότη μέσα στο σπίτι μου που καταστρέφει τα οικογενειακά γεύματα έχω ένα κέρμα στο κεφάλι μου που πληρώνει τα διόδια στα σύνορα της λογικής με την τρέλα έχω ένα κλουβί γύρω απ΄ το σώμα μου να χλευάζει όλους τους εγκλεισμούς έχω ένα χάδι στα δάχτυλα μου που περιμένει ένα σώμα να εκραγεί έχω ένα χαμόγελο κρυμμένο στο πρόσωπο μου

για σένα

και μια λέξη να στην ψελλίσω όταν επιστρέψεις

από την απουσία.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: