Άννα Γρίβα, Οι μέρες που ήμασταν άγριοι

0282037Άννα Γρίβα

 

Οι μέρες που ήμασταν άγριοι

(Γαβριηλίδης, 2012)

 

Ο πόλεμος με τα ζώα μου

 

Όταν οι αρθρώσεις θωρακίζουνε

θυμό και κίνηση στα οστά μου

απλώνω τα χέρια ανοίγομαι

στον κίνδυνο να υπάρχω

τρέφεται άνεμο η ουρά

ανάμεσα στα πόδια

και μια παλιά ισορροπία

– τη θυμάμαι –

χτυπά στις πέτρες

και σηκώνεται

πιο μαλακή στο βάρος της

 

τα ζώα

με κρατούν

δεμένη

στο ένστικτο τους

 

τρέμω γρυλίζω σαν σκυλί

στην πόρτα του σφαγείου

και αμολιέται η μύτη μου

υγρή για λίγο αίμα

η νοστιμιά αναπάντεχη

η έλξη φρέσκια

μέχρι να γίνει ο θάνατος

ένα ξερό υφάδι

κι όσο κι αν γλείφω απαλά

η γλώσσα να πετρώνει

 

χαϊδεύω ακόμη

ανθούς στο λαιμό μου

περιβόλια αντίστροφα

στη δύναμη των φόνων.

 

***

 

Θέρος

 

Το φως κυλά

στην κατολίσθηση της πέτρας

και η κρυψώνα του φιδιού

λαθραία περνάει και βυθίζεται

κάτω απ’ την καμπάνα του ήλιου

μια ακτίνα σιωπής:

ποτέ δεν άκουσα ουρλιαχτά

τις χασμωδίες της αντανάκλασης

– τ’ αυτιά μου είχαν ματώσει –

κι όπως του δέντρου ο μαρασμός

προσκύνησα το καλοκαίρι.

 

Είδα τα ρούχα μου καμένα σαν χαρτί

τραύμα το στόμα μου χάρτης του κόσμου

πλήγματα έβαλα και δαγκωνιές

σε όσον ίσκιο περίσσευε

να γίνει τρόμος

μη μου τον κλέψουν

όσοι παλεύανε το ρίγος τους

μέσα σε καύματα

και σκύλου δόντια.

 

Ο πυρετός κι αν μας νικά

τα χέρια δυναμώνει

με μιαν ανάκρουση

παλμών κι ερώτων:

εκεί που ούτε χορτάρι

δε βλασταίνει

σμίγει κι αφήνεται

κάμπος ονείρων

και δράκος τρυφερός.

 

Δίψα δεν έσβησε κανείς

όσο το ποίημα που γιατρεύτηκε

απ’ τη κακή του σκέψη.

 

***

 

σ’ ακροβατώ λιανό μου σώμα

μέσα σ’ ιδρώτα

και προσμίξεις

– κι ας μην το παραδέχεσαι

πως φτερουγίζεις –

η ελευθερία

σε ανέχεται

στα στραβοπόδαρα σου

και στην καμπούρα σου

 

***

 

Οιωνοί

 

Διαβάζω τα σπλάχνα των ζώων

κρατώ το κόκαλο ψηλά

κάτω απ’ τον ήλιο

και δεν μαντεύω τίποτα

έξω απ’ τα κομμένα μου πόδια

κι απ’ το ψωμί που πέτρωσε

 

οι μοίρες

στο στήθος μου

σφίγγονται

κι αστράφτουν

 

διαβάζω τα σπλάχνα των ζώων

ούτε να φάω πια

ούτε να περπατήσω

κι όπως πατώ

κουτσά και ζόρικα

με δυο πληγές

πάνω στης πέτρας τη διάταξη

κι όπως χαλώ

νερού σκασίματα

και μυρμηγκιών φορτία

στο φρέσκο χώμα

έχω του κύκλου τη φορά

και στην ανάσα μου εφάπτομαι

δεν είμαι τόξου παραβίαση

βέλος που σκίζει τ’ οξυγόνο

μα παλιννόστηση

πνιγμός

στο φυλλοβόλο δέρμα μου.

 

***

 

θέλω να βρω τα χρώματα του γέλιου σου

τις φυλλωσιές που ανοιγοκλείνουν

σκοτώνοντας το χιόνι

κι έναν σκύλο να μιλά

όλες τις γλώσσες των πουλιών:

οι άνθρωποι τότε

θα κρατούν το σπίτι τους

στην πλάτη

και το χάδι στην παλάμη τους

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: