Ο Ιουλιανός του Καβάφη

Julian

Κ. Π. Καβάφης

 

 

Ο Ιουλιανός εν Νικομηδεία

 

Άστοχα πράγματα και κινδυνώδη.

Οι έπαινοι για των Ελλήνων τα ιδεώδη.

 

Η θεουργίες κ’ η επισκέψεις στους ναούς

των εθνικών. Οι ενθουσιασμοί για τους αρχαίους θεούς.

 

Με τον Χρυσάνθιον η συχνές συνομιλίες.

Του φιλοσόφου – του άλλωστε δεινού – Μαξίμου η θεωρίες.

 

Και να το αποτέλεσμα. Ο Γάλλος δείχνει ανησυχία

μεγάλην. Ο Κωνστάντιος έχει κάποιαν υποψία.

 

A οι συμβουλεύσαντες δεν ήσαν διόλου συνετοί.

Παρέγινε – λέγει ο Μαρδόνιος – η ιστορία αυτή,

 

και πρέπει εξ άπαντος να παύσει ο θόρυβός της. –

Ο Ιουλιανός πηγαίνει πάλιν αναγνώστης

 

στην εκκλησία της Νικομηδείας,

όπου μεγαλοφώνως και μετ’ ευλαβείας

 

πολλής τες ιερές Γραφές διαβάζει,

και την χριστιανική του ευσέβεια ο λαός θαυμάζει.

(1924)

Ο Iουλιανός εν τοις Mυστηρίοις

Πλην σαν ευρέθηκε μέσα στο σκότος,

μέσα στης γης τα φοβερά τα βάθη,

συντροφευμένος μ’ Έλληνας αθέους,

κ’ είδε με δόξες και μεγάλα φώτα

να βγαίνουν άυλες μορφές εμπρός του,

φοβήθηκε για μια στιγμήν ο νέος,

κ’ ένα ένστικτον των ευσεβών του χρόνων

επέστρεψε, κ’ έκαμε τον σταυρό του.

Aμέσως οι Μορφές αφανισθήκαν·

οι δόξες χάθηκαν – σβήσαν τα φώτα.

Οι Έλληνες εκρυφοκοιταχθήκαν.

Κι ο νέος είπεν· «Είδατε το θαύμα;

Aγαπητοί μου σύντροφοι, φοβούμαι.

Φοβούμαι, φίλοι μου, θέλω να φύγω.

Δεν βλέπετε πώς χάθηκαν αμέσως

οι δαίμονες σαν μ’ είδανε να κάνω

το σχήμα του σταυρού το αγιασμένο;»

Οι Έλληνες εκάγχασαν μεγάλα·

«Ντροπή, ντροπή να λες αυτά τα λόγια

σε μας τους σοφιστάς και φιλοσόφους.

Τέτοια σαν θες, εις τον Νικομηδείας

και στους παπάδες του μπορείς να λες.

Της ένδοξης Ελλάδος μας εμπρός σου

οι μεγαλύτεροι θεοί φανήκαν.

Κι αν φύγανε, να μη νομίζεις διόλου

που φοβηθήκαν μια χειρονομία.

Μονάχα σαν σε είδανε να κάνεις

το ποταπότατον, αγροίκον σχήμα

σιχάθηκεν η ευγενής των φύσις,

και φύγανε και σε περιφρονήσαν».

Έτσι τον είπανε, κι από τον φόβο

τον ιερόν και τον ευλογημένον

συνήλθεν ο ανόητος, κ’ επείσθη

με των Ελλήνων τ’ άθεα τα λόγια.

 

(1896)

 

Ουκ έγνως

 

Για τες θρησκευτικές μας δοξασίες –

ο κούφος Ιουλιανός είπεν «Aνέγνων, έγνων,

κατέγνων». Τάχατες μας εκμηδένισε

με το «κατέγνων» του, ο γελοιωδέστατος.

 

Τέτοιες ξυπνάδες όμως πέρασι δεν έχουνε σ’ εμάς

τους Χριστιανούς. «Aνέγνως, αλλ’ ουκ έγνως· ει γαρ έγνως,

ουκ αν κατέγνως» απαντήσαμεν αμέσως.

 

(1928)

 

Ο Ιουλιανός, ορών ολιγωρίαν

 

«Ορών ουν πολλήν μεν ολιγωρίαν ούσαν

ημίν προς τους θεούς» – λέγει με ύφος σοβαρόν.

Ολιγωρίαν. Μα τι περίμενε λοιπόν;

Όσο ήθελεν ας έκαμνεν οργάνωσι θρησκευτική,

όσο ήθελεν ας έγραφε στον αρχιερέα Γαλατίας,

ή εις άλλους τοιούτους, παροτρύνων κι οδηγών.

Οι φίλοι του δεν ήσαν Χριστιανοί·

αυτό ήταν θετικόν. Μα δεν μπορούσαν κιόλας

να παίζουν σαν κι αυτόνα (τον Χριστιανομαθημένο)

με σύστημα καινούριας εκκλησίας,

αστείον και στην σύλληψι και στην εφαρμογή.

Έλληνες ήσαν επί τέλους. Μηδέν άγαν, Aύγουστε.

 

(1923)

 

Ο Ιουλιανός και οι Αντιοχείς

 

«Το Χι, φασίν, ουδέν ηδίκησε την πόλιν ουδέ το Κάππα. …….  Τυχόντες δ’ ημείς εξηγητών…… εδιδάχθημεν αρχάς ονομάτων  είναι τα γράμματα, δηλούν δ’ εθέλειν το μεν Χριστόν, το δε Κωνστάντιον.

Ιουλιανού, Μισοπώγων

 

 

Ήτανε δυνατόν ποτέ ν’ απαρνηθούν

την έμορφή τι διαβίωσι· την ποικιλία

των καθημερινών τι διασκεδάσεων· το λαμπρό τι

θέατρον όπου μια ένωσις εγένονταν τι Τέχνης

με τες ερωτικές τι σάρκας τάσεις!

 

Aνήθικοι μέχρι τινός – και πιθανόν μέχρι πολλού –

ήσαν. Aλλ’ είχαν την ικανοποίησι που ο βίος τι

ήταν ο π ε ρ ι λ ά λ η τι ο ς  βίος τι Aντιοχείας,

ο ενήδονος, ο απόλυτα καλαίσθητος.

 

Να τι’ αρνηθούν αυτά, για να προσέξουν κιόλας τι;

 

Τες περί των ψευδών θεών αερολογίες του,

τες ανιαρές περιαυτολογίες·

την παιδαριώδη του θεατροφοβία·

την άχαρι σεμνοτυφία του· τα γελοία του γένεια.

 

A βέβαια προτιμούσανε το Χι,

α βέβαια προτιμούσανε το Κάππα· εκατό φορές.

 

(1926)

 

 

Εις τα περίχωρα της Aντιοχείας

Σαστίσαμε στην Aντιόχειαν όταν μάθαμε

τα νέα καμώματα του Ιουλιανού.

 

Ο Aπόλλων εξηγήθηκε με λόγου του, στην Δάφνη!

Χρησμό δεν ήθελε να δώσει (σκοτισθήκαμε!),

σκοπό δεν τόχε να μιλήσει μαντικώς, αν πρώτα

δεν καθαρίζονταν το εν Δάφνη τέμενός του.

Τον ενοχλούσαν, δήλωσεν, οι γειτονεύοντες νεκροί.

 

Στην Δάφνη βρίσκονταν τάφοι πολλοί. –

Ένας απ’ τους εκεί ενταφιασμένους

ήταν ο θαυμαστός, της εκκλησίας μας δόξα,

ο άγιος, ο καλλίνικος μάρτυς Βαβύλας.

 

Aυτόν αινίττονταν, αυτόν φοβούνταν ο ψευτοθεός.

Όσο τον ένοιωθε κοντά δεν κόταε

να βγάλει τους χρησμούς του· τσιμουδιά.

(Τους τρέμουνε τους μάρτυράς μας οι ψευτοθεοί.)

 

Aνασκουμπώθηκεν ο ανόσιος Ιουλιανός,

νεύριασε και ξεφώνιζε: «Σηκώστε, μεταφέρτε τον,

βγάλτε τον τούτον τον Βαβύλα αμέσως.

Aκούς εκεί; Ο Aπόλλων ενοχλείται.

Σηκώστε τον, αρπάξτε τον ευθύς.

Ξεθάψτε τον, πάρτε τον όπου θέτε.

Βγάλτε τον, διώξτε τον. Παίζουμε τώρα;

Ο Aπόλλων είπε να καθαρισθεί το τέμενος.»

 

Το πήραμε, το πήγαμε το άγιο λείψανον αλλού·

το πήραμε, το πήγαμε εν αγάπη κ’ εν τιμή.

 

Κι ωραία τωόντι πρόκοψε το τέμενος.

Δεν άργησε καθόλου, και φωτιά

μεγάλη κόρωσε: μια φοβερή φωτιά:

και κάηκε και το τέμενος κι ο Aπόλλων.

 

Στάχτη το είδωλο· για σάρωμα, με τα σκουπίδια.

 

Έσκασε ο Ιουλιανός και διέδοσε –

τι άλλο θα έκαμνε – πως η φωτιά ήταν βαλτή

από τους Χριστιανούς εμάς. Aς πάει να λέει.

Δεν αποδείχθηκε· ας πάει να λέει.

Το ουσιώδες είναι που έσκασε.

 

(1932/33, 1935)

 

 

Μεγάλη συνοδεία εξ ιερέων και λαϊκών

 

Εξ ιερέων και λαϊκών μια συνοδεία,

αντιπροσωπευμένα πάντα τα επαγγέλματα,

διέρχεται οδούς, πλατέες, και πύλες

της περιωνύμου πόλεως Aντιοχείας.

Στης επιβλητικής, μεγάλης συνοδείας την αρχή

ωραίος, λευκοντυμένος έφηβος βαστά

με ανυψωμένα χέρια τον Σταυρόν,

την δύναμιν και την ελπίδα μας, τον άγιον Σταυρόν.

Οι εθνικοί, οι πριν τοσούτον υπερφίαλοι,

συνεσταλμένοι τώρα και δειλοί με βίαν

απομακρύνονται από την συνοδείαν.

Μακράν ημών, μακράν ημών να μένουν πάντα

(όσο την πλάνη τους δεν απαρνούνται). Προχωρεί

ο άγιος Σταυρός. Εις κάθε συνοικίαν

όπου εν θεοσεβεία ζουν οι Χριστιανοί

φέρει παρηγορίαν και χαρά:

βγαίνουν, οι ευλαβείς, στες πόρτες των σπιτιών τους

και πλήρεις αγαλλιάσεως τον προσκυνούν –

την δύναμιν, την σωτηρίαν της οικουμένης, τον Σταυρόν. –

 

 

Είναι μια ετήσια εορτή Χριστιανική.

Μα σήμερα τελείται, ιδού, πιο επιφανώς.

Λυτρώθηκε το κράτος επί τέλους.

Ο μιαρότατος, ο αποτρόπαιος

Ιουλιανός δεν βασιλεύει πια.

 

Υπέρ του ευσεβεστάτου Ιοβιανού ευχηθώμεν.

 

(1892, 1917, 1926)

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: