Γιάννης Ρίτσος, Γκραγκάντα

Umberto Boccioni, Rissa in galleria (1910)

Umberto Boccioni, Rissa in galleria (1910)

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

 —

Γ Κ Ρ Α Γ Κ Α Ν Τ Α

(1 9 7 2)

 —

 —

                                                              1

 

ΜΕΓΑΛΑ νυχτέρια με τα πολλά τσιγάρα, νηστικές κουβέντες, καπνός,

λόγια∙

τ’ αστέρι έκανε λάθος στην μπαλκονόπορτα, γύρισε, φεύγει∙

η γριά κρυφακούει πίσω απ’ τις πόρτες των νοικάρηδων,

κάνει πως σφουγγαρίζει ακόμα τη σανιδένια σκάλα∙

ο γιος της είναι όμορφος – τόνα του πόδι στο παπούτσι, τ’ άλλο

στο γύψο,

 

Αχ, – έκανε ο μικρός στραγαλάς σκουντώντας τον αγκώνα του

μικρού καπνοπώλη∙

περνάν δυο-δυο οι γυναίκες με τα μακριά τσιγάρα∙

 

Αχ, τα μεγάλα, ανοιξιάτικα, λουλουδιασμένα Σαββατόβραδα στα

προάστια

μπροστά στα μαγαζιά που κλείνουν, στα μπαρμπέρικα, στα παλιά

βαγόνια, στα επιπλοποιεία,

με τις φτηνοντουλάπες, τους ψευτοκαθρέφτες, για φτωχογάμους

της μικρής πλύστρας

με κείνον τον μελαχροινό υδραυλικό, τον κοντοστούπη,

– κοντό  ‘ν’ το μάτι σου- είπε η Ευτέρπη, πολύξερη∙

αχ, αχ, παιδιά μου, αναστενάρια μου –είπε–

πατώντας ξυπόλυτα τις μεγάλες φωτιές των αστεριώνε,

από ξερό θυμάρι, αναστημένα συνθήματα, φυλακές εξορίες, λεβεντιές

αδήλωτες,

 

Παιδιά μου, ανύπαντρά μου, με τσούρμο τα παιδιά, με τα γυμνά

ξενύχτια, με τις προκηρύξεις,

όταν αρχίζουν τα υπαίθρια σινεμά, οι πασατέμποι, τα στραγάλια,

οι γκαζόζες,

τα παγωτά χωνάκι, εισπράκτορες, κολλητήρια, αποφάσεις,

η μυρωδιά τηγανητής μαρίδας δοξασμένη πλάϊ στις καρβουναποθήκες,

το μεγάλο ποτήρι της μπύρας σα γυάλινος καπνοδόχος μ’ ένα φτερό,

 

Και το ψιλικατζίδικο κλειστό, κ’ έχει ξεχάσει ο καμπούρης υπάλληλος

έξω στον τοίχο

εκείνο τ’ άσπρο τετράγωνο χαρτόνι με τα λογής- λογής κουμπιά

μικρά , μεγάλα – τι χρώματα – χρυσά , μελιτζανιά, γαλάζια, κόκκινα

μαύρα, πορτοκαλένια,

τόσο που να μην ξέρεις πια πώς να κουμπώσεις το βρακί σου

κ’ η νύχτα του Ιούνη καταμόναχη μέσα στον κόσμο σπαρταρώντας

μες στον ίδιο το σπασμό της

κι ας γαυγίζουν μπροστά στους ξεσκισμένους χάρτες τα σκυλιά, οι

διπλωμάτες, οι χαφιέδες

κι ας είναι η βρώμικη γκαζιέρα στο τραπέζι της κουζίνας

κλεισμένη στη μυρωδιά του πετρέλαιου με το χρυσό της στόμα

μπουκωμένο καπνά.

 

Εσύ  ‘χες πυρετό. Καθόσουν μέσα. Είσουν ένα παράθυρο με υαλογραφίες∙

και πως περνούσαν τα καράβια ανάμεσα στις κόκκινες βελανιδιές

και στους γαλάζιους αγίους.

Τον άλλο χρόνο μας έφτασε πιο γρήγορα το καλοκαίρι.

Πληθύναν τα πρατήρια βενζίνας ως πίσω απ’ τους λόφους.

Πελώριοι λαστιχένιοι σωλήνες σέρνονταν στα πεζοδρόμια.

Οι γυάλινοι σωλήνες σκονίζονταν στο τραπέζι.

 

Γύριζαν ένας – ένας οι ξενιτεμένοι με πεσμένα αυτιά, γδαρμένες βαλίτσες∙

κοντοστέκονταν λίγο, κοιτάζανε, παραξενεύονταν. Το μπαλκόνι

είταν τετράγωνο ακόμη σαν ανάποδο τραπέζι

με τα πολλά του πόδια υψωμένα στα σύννεφα. Παράξενο. Ο δρόμος

δεν είχε μετακινηθεί. Βάδιζαν. Ο ένας

μ’ έναν υπνόσακκο κ’ ένα τεράστιο φύλλο στεγνό μπακαλιάρο. Το αλάτι

πασπάλιζε δίπλα του το πεζοδρόμιο. Ο άλλος

με μια χελώνα στο τσεπάκι του σακκακιού του – έβγαζε το κεφάλι

της , κοιτούσε, ξανακρύβονταν∙

σαν έχεις τα χέρια σου τουλάχιστο, τα πόδια σου –

οι άλλοι κάτω στα υπόγεια δεν είχαν.

 

Μαθαίναμε να ξεχνάμε. Τι να κάναμε; Παρηγοριόμασταν.

Τι φελάει ο θυμός; Ο χρόνος –είπε– δεν κάνει χατήρια.

Και ποιος του ζήτησε; – είπε ο άλλος∙ – ας είν’ καλά ο θάνατος.

Οι τσουκνίδες

φυτρώνουν μες στη μάντρα. Τις μαζεύουμε. Τις τρώμε. Όχι, όχι-είπε ο πρώτος∙ – ο θάνατος όχι. Τα βράδια

 

δροσίζει κάπως  ο καιρός. Ανάβουν τα παράθυρα πίσω απ’ τα δέντρα.

Οι γέροι ψαράδες

ασάλευτοι, μαρμαρωμένοι στο παλιό μουράγιο

αργά ως τη νύχτα, πιο πέρα απ’ τα μεσάνυχτα. Πότε-πότε

μια κίνηση απότομη του χεριού τους σα ν’ αποφεύγουν

τη χειραψία του φεγγαριού, του βουνού ή του απέραντου,

ρίχνουν την πετονιά, περιμένουν, δεν περιμένουν,

μισοκοιμούνται, κοιμούνται, μια άγκυρα πέφτει στον ύπνο τους,

τ’ αγκίστρι τους αντίς για ψάρια ανεβάζει

ένα παπούτσι, μια φανέλα, ένα ρολόι των πνιγμένων. Κείνες τις

νύχτες

 

άκουγες μέσα σου την αρνημένη, εξορισμένη λέξη

ή την άλλη την απαγορευμένη – την άκουγες ατέλειωτα

όπως το στεναγμό της φεγγαρόπετρας, μεταφερμένης στο Εργαστήρι∙

από κει μέσα

δε φαινόταν καθόλου φεγγάρι, μονάχα το μεγάλο κιβώτιο

από ξύλο χοντρό, με σιδερένια ζουνάρια∙ και πάνω του

τα τρία ορθοκέφαλα κουρνιαγμένα κοράκια. Τότε είταν

 

που γύρισε πίσω κι ο Βαγγέλης – είχε λείψει σχεδόν πέντε χρόνια.

Σε κανέναν

δε μίλησε γι’ αυτό το ταξίδι. Δεν έκανε παρέες.

Ένα μικρό βατράχι τον ακολουθούσε με ισόχρονα πηδήματα και

σταματήματα

μαλακά, πολύ μαλακά ως τη σιωπή και την έκταση

γιατί ήξερε το βατράχι πως μόνον οι άγιοι είναι τόσο λυπημένοι,

μόνον εκείνοι περπατούν πιο προφυλακτικά απ’ τους δολοφόνους

μην αφήνοντας δαχτυλικά αποτυπώματα σε κανένα πόμολο καμιάς

πόρτας

κρύβοντας με τα δυο τους χέρια το κομμένο τους κεφάλι μπροστά

στην κοιλιά τους-

 

αν τους δεις κάποτε μια νύχτα με πανσέληνο απ’ το πλάι

μπροστά σ’ έναν τοίχο ασβεστωμένο ή έξω απ’ τα κάγκελα του

ποτισμένου κήπου

θαρρείς κ’ είναι έγκυοι απ’ την ίδια συγγνώμη

και ψάχνουν τόπο να γεννήσουν

αυτοί οι παράνομοι του κόσμου

αυτοί που ξεκρεμάνε τα σκοινιά απ’ τα δέντρα

αυτοί που μιλάνε από μακριά με τα δελφίνια

αυτοί με μια συνοδεία από αόρατα, παραπλανητικά τριζόνια

οι γλυκομίλητοι με τα σκουριασμένα πριόνια

οι μονοσάνδαλοι με τις πυγολαμπίδες

 

ο Βαγγέλης, ο Λευτέρης, ο Ευγένιος Πυροχίτων, συνδρομητής, λέει

των σπουργιτών

αυτός με τη δαγκωμένη φέτα το ψωμί στη ζώνη του

αυτός με τον τενεκεδένιο χωνί στην άκρη του καλαμιού του

αυτός με το σκισμένο πουκάμισο στα δημόσια ουρητήρια

αυτός με το τσιγάρο ανάποδα στον αφαλό του

αυτός με το φάλαγγα στα πόδια του

αυτός με τους δυο σταυρούς στα γόνατά του

ο ακίνητος δρομέας

ο Σταύρος ο Κυπαρισσοφόρος

ο Στάθης ο Καντηλανάφτης

ο Θωμάς Λευκοπάτης συλλέκτης κομματιών κιμωλίας

απ’ τα επαρχιακά σχολεία μπροστά σε τεράστιους μαυροπίνακες

μικρά κομμάτια κιμωλίας που τ’ ακούμπησαν στην ξύλινη κώχη

λιγνά μελανιασμένα χέρια φτωχών, τιμωρημένων, μηδενισμένων

αγοριών

τότε ακριβώς που η μεγάλη διαμελισμένη μητέρα

κοιτάζει πίσω απ’ τις φωτογραφίες του 21

κ’ η κάθε σκιά στο ταβάνι ή στο πάτωμα φαίνεται παρεξηγημένη.

 

Τ’ άλλο, μικρότερο βατράχι, κρυμμένο στο κοίλωμα

ανάμεσα στο χαμηλό τακούνι και στην τρύπια μεντζεσόλα στο παπούτσι

της νεκρής

ορκίζεται και με τα δυο του μάτια: δε θα σε μαρτυρήσω,

δε θα πω τίποτα για τις κρυφές πράξεις του έρωτα των αγίων∙

 

Τ’ αυγά των ψαριών και των πουλιών βρίσκονται στη σωστή θερμοκρασία,

τ’ άσπρο πανί σαλεύει στα ρηχά νερά,

η γαλαζόπετρα έχει πέσει, ξεγελιούνται τα χταπόδια,

βγαίνουν απ’ τις ρωγμές των βράχων, Λευτέρη, Λευτέρη,

Λευτέρη – φώναξε ο Διονύσης – Λευτέρη∙

 

πάλι πιο πάνω απ’ το λόφο: Λευτέρη, Λευτέρη

(τούτη η φωνή τόσο μονάχη, ερωτική πάνω απ’ τους αμπελώνες

κάτω απ’ τ’ αστέρια)

Λευτέρη, Λευτέρη, Λευτέρη,

 

η λάμψη και το τραγούδι ακούγονται∙ θα σμίξουμε∙

τα κομμένα κουμπιά συναθροίζονται στη σιδερένια κασετίνα,

δεν κουδουνίζουν∙ δεν τα ράβεις∙ αργότερα

παίρνουν τη θέση τους στα περιγράμματα στο μεγάλο ψηφιδωτό

επάνω στην ασπίδα του Αχιλλέα μετά την μάχη. Λοιπόν –είπε–

έβγαλε από την τσέπη του, τα μέτρησε –

ένα μισοάδειο τσιγάρο, μια τσατσάρα, το καθρεφτάκι,

τ’ αράδιασε στην παλάμη του, τα κοίταξε,

τάριξε κάτω στο φωταγωγό με τα σπασμένα μπουκάλια,

με τα παλιά γάντια, τους σκισμένους χαρταετούς, τους χαρτονένιους

δίσκους φτηνών ζαχαροπλαστείων,

εκεί στο παράθυρο, μοναχός∙ χαμογέλασε∙

Διονύση, Διονύση –αποκρίθηκε –

Διο-νύυυ-σηηη.

 

 

                                                     2

 

 

ΤΟΤΕ ο δωδέκατος ξέκοψε και βάδισε και βάδισε μόνος.

Τα πόδια του βουλιάζαν στο γαλάζιο, σηκώθηκε σκόνη γαλάζιο∙

ο άλλος έκοψε τον ουρανό σε χαρτόνι σαν καραγκιόζη,

έχωσε το σουγιά και το ψαλίδι στην αρβύλα,

τόνα του πόδι είναι λεύτερο, κουνάει τα δάχτυλα του

μουντζώνει με τα δάχτυλα του ποδιού του τις κουρτίνες,

το μεγάλο του δάχτυλο είναι πέος.

 

Αχ –είπε– βρε ντουνιά, σκόρπιε σε τόσα μαγαζάκια,

σε χαρτοφάκελα, σε όνειρα, σε αλατιέρες,

σε τόσα αιδοία, τόσους πεθαμένους, πέτρες, ντουφέκια,

όποιος κοιμάται ανάσκελα ροχαλίζει

όποιος κάνει να πει το σωστό μπαίνει στα σίδερα,

ύστερα σύννεφα, σημαίες, κουρνιαχτός, κολώνες,

ύστερα πάλι νύχτα, πάλι κρυφά, πάλι καρφιά, πάλι σίδερα.

 

Ανεβαίνεις, κατεβαίνεις μ’ ένα αίσθημα δίκαιης βαρύτητας

από μισοτελειωμένες εμπειρίες, επαναλαμβανόμενα άγνωστα,

αθεράπευτες αθωότητες. Δε χρειάζεται ομπρέλα ούτε καπέλο.

Αντίκρυ

στον άσπρο τοίχο οι σκιές από δήθεν πειστικά χελιδόνια,

κάθεσαι στην καρέκλα  στο πλυμένο πεζοδρόμιο,

ένα ούζο, μια κομμένη ντομάτα ιδρωμένη απ’ τ’ αλάτι –

 

Τι τύψεις, τι μετάνοιες, τι θυμοί μασημένοι, ψευτοπαρηγορημένοι,

ξαναμασημένοι,

παίζουν οι αντιφεγγιές στα τζάμια. Κοκκορόμυαλε –είπε–

το κάθε ξάνοιγμα  – δεν ξέρεις; – πριν απ’ το καινούργιο σκλάβωμα

– τι να τα λέμε; –

Φοβόσουν να χαμογελάσεις, έβαζες την παλάμη στο στόμα, το γύριζες

στο χασμούρημα,

ζεσταινόταν το παγωμένο νερό στο ποτήρι, ζεσταινόσουνα,

μια θάλασσα, ψαρόβαρκες, άσπρα πανιά, κασόνια, γερανοί, ένας

γλάρος, δεύτερος,

 

η γλάστρα στο μπαλκόνι, η γυναίκα με το βυζί της στο βρέφος –

μεγάλη ποικιλία∙ διαλέγετε, παίρνετε, τζαμπατζήδες,

όλα έτοιμα, διαθέσιμα για εύκολες παρομοιώσεις∙ εσύ

δίσταζες ν’ απλωθείς, να μείνεις, κοίταζες κιόλας πίσω απ’ τα

βουνά,

η φωνή σου δοκίμαζε τον ήχο της βουλιαγμένη στην ιστορία

μέσα σε ανεπαλήθευτους ηρωισμούς, όπως κόβεις τα νύχια σου

μπροστά στην πόρτα, μεσημέρι, και το ψαλίδι δεν κόβει.

 

Εκεί στεκόταν η κουτσή γυναίκα με το μαύρο μαντίλι ώσπου έπεσε

το βράδι.

Η άλλη γυναίκα γυμνή με τα μαλλιά της χυμένα στα δέντρα,

το γυμνό αγόρι με το κριάρι στην κοιλιά του,

ο γυμνός άντρας γεμάτος αχινιούς,

ένα σκόρδο αφημένο στο πράσινο παγκάκι.

 

Ο δρόμος τριχωτός χανόταν μες στην αποτριχωμένη νύχτα. Ο

θυρωρός

ανέβηκε με το ασανσέρ επάνω στην ταράτσα. Εκεί

πέθανε χωρίς λόγο. Στην τσέπη του βρήκαν

την ξύλινη σβούρα και το σπάγγο. Το ίδιο βράδι

γύρισε ο Αλέκος πιωμένος με το γνωστό του βήμα του ενόχου. Στο

χέρι του

κρατούσε μια μικρή χαρτοσακκούλα πιπεράτες καραμέλες για το

βήχα

εκείνες τις πασπαλισμένες με χοντρή, στεγνή, πράσινη ζάχαρη

– τις είχε αγορασμένες

απ’ το περίπτερο του προαστίου με τις πολλές ακακίες,

έτσι να καλοπιάσει τη γυναίκα, τα παιδιά, τους γέρους,

να καλοπιάσει τη λάμπα, το ψωμί, το τραπέζι, τον κόσμο,

το ξυπνητήρι πάνω στην καρέκλα, τον ίσκιο της καρέκλας στο

τοίχο,

να καλοπιάσει τους μουτρωμένους, εκδικητικούς νεκρούς,

να καλοπιάσει την κακιά γριά τη βρυκολακιασμένη με την άσπρη

σουρωτή της σκούφια,

κ’ εκείνους πούναι να πεθάνουν και πιότερο απ’ όλα

να καλοπιάσει τον ίδιο του το θάνατο, καθώς νυχτώνει ταπεινά στα

φαγωμένα κατώφλια,

κείνη τη διφορούμενη ώρα που δεν ξέρεις αν είναι για κατάρα ή

συχώρεση.

 

Ο ξυλουργός, ο σταμνάς, ο  ξυλοκόπος ο τροχιστής, ο δασοφύλακας,

ο κηροπλάστης

έχουν τα μυστικά τους, κρύβονται, ξεκουμπώνονται, δείχνουν το

λιγότερο,

η μπλούζα του εστιατορίου κρέμεται στο καρφί της πόρτας,

η γριά κουφή γάτα ξαπλωμένη στην καρέκλα,

το μαδημένο σκυλί του χασάπη χαζεύει μπροστά στ’ ανθοπωλείο,

ο πλανόδιος φωτογράφος ξεϊδρώνει στην αυλή με τη μια μουσμουλιά

και τα μαρούλια

έχει παρατημένο δίπλα στο πηγάδι το τρίποδο κουτί του με το

μαύρο πανί και το πουλί

με το κρυφό τενεκεδένιο συρτάρι όπου μέσα στο χλιαρό νερό του

βρέχουν τα πόδια τους τ’ αρνητικά των νεοσύλλεκτων,

 

Πιο κει σταθμεύει το χειραμάξι με τα σάπια μήλα και τα κράνη

των σκοτωμένων∙

ανεβάζω δυο πόντους το μέτρο στον τοίχο∙

μετράω, μετριέμαι, –λέει– μετριέμαι, μετράω∙ μπερδεύομαι,

κάθομαι χάμω∙

εκείνος πουλούσε φιτίλια λάμπας, λιβάνι, φουρκέτες, μανταλάκια,

ο άλλος πουλάει κρυφές μενεξεδένιες, κολλαριστές ταινίες,

ο άλλος στην τσέπη του άσεμνες φωτογραφίες, το λερωμένο μαντίλι,

ο τέταρτος χάρτινα τριαντάφυλλα με μια μετάλλινη σφήκα,

ο πέμπτος κοιτάζει κατάματα – δε μετράει∙

σαν γύρισε τη νύχτα μύριζε αλογότριχα κ’ αίμα,

έβγαλε το πουκάμισό του μούσκεμα απ’ τον ίδρωτα, τόστυψε καλά,

το ξαναφόρεσε(.)

κάτσε –του είπε η χοντρή γυναίκα– να σου βγάλω τις μπότες∙

 

Η έκρηξη στο δικαστήριο την ίδια νύχτα τράνταξε τις ψαρόβρακες

τρία  μίλια πέρα στη θάλασσα,

οι φανοστάτες σκαμπανέβασαν∙ ο Θανάσης

γύρισε απ’ το στρατόπεδο μισότρελλος – χου, χου, χουγιάζει τις

πέτρες, τους ίσκιους,

χου, χου, τρεκλίζει, τραυλίζει, δαγκώνει τις λέξεις,

φτύνει τις λέξεις, τις μαζεύει από χάμω μαζί με το χώμα,

τις βάζει στην παλάμη του, τις ψάχνει με το δάχτυλό του,

φτιάχνει κασέλες, κηροπήγια, μια λάμπα θυέλης,

το δεξί χέρι του νεκρού μέσα στο κιούπι,

ένα νυστέρι στο μάρμαρο του νιπτήρα,

ύστερα πολλά κουτιά από σπίρτα δεμένα σε βαγόνια στο περβάζι

του φεγγίτη∙

 

είναι απόγευμα μ’ ένα ροδακινί φως στα παγκάκια του πάρκου,

άδεια μπουκάλια από πορτοκαλάδα ριγμένα στο χορτάρι. Ώστε,

λοιπόν,

δεν είταν τίποτα το χτίσιμο, η ελπίδα, οι σφραγισμένες ταυτότητες,

καθιερωμένες,

τίποτα η σκάλα όταν ανέβαινες το πάνω κεφαλόσκαλο κ’ έλεγες:

τέλειωσε η σκάλα∙ ανέβηκα∙

βρίσκοντας πάλι το ρυθμό σου∙ σε τύλιγε ο αγέρας∙ νιώθοντας

«είμαι»∙

τίποτα το «είμαι», το χτίσιμο, το γκρέμισμα τίποτα,

μήτε λοιπόν κ’ η πυρκαϊά που τόσο μας τρόμαξε τη νύχτα

με τις καρέκλες μας να λαμπαδιάζουν όλες φωτιά διατηρώντας το

σχήμα τους μες στο σκοτάδι∙ τίποτα∙ μόνο

η στάχτη μαλακιά, πολύ μαλακιά∙ ωστόσο – είπε –

το πέσιμο δεν είναι πιο μαλακό έστω και πάνω στη στάχτη.

 

Ο Πέτρος τίναξε ημικυκλικά το σακκάκι του, τόρριξε στο ζερβή

του ώμο

το κράτησε με το δάχτυλο του δεξιού του χεριού περασμένο

στην κρυφή αλυσιδίτσα,

σκύβοντας λίγο το κεφάλι μπήκε στον καθρέφτη του κουρείου

οι πεθαμένοι μασάνε καλύτερα τσίκλες –είπε–

φάνηκε καθαρά πως εννοούσε κάτι πολύ άσπρο και καταμόναχο

όπως μια σιδερωμένη πετσέτα ή ένα πλήκτρο του πιάνου στη

ναυτική ταβέρνα

ή μάλλον μια ολόκληρη σειρά πλήκτρα μαζί και τ’ αστέρια

ή το γάλα μέσα σε δυο ποτήρια στο κομοδίνο, νύχτα, πλάι στο

άρρωστο παιδί

μια μύγα έχει πέσει στόνα ποτήρι

και τα ρούχα είναι κρεμασμένα στον τοίχο χαλαρωμένα από μιαν

ανεξιχνίαστη ευγένεια∙ όλα

γυρίζουν τα μέσα έξω, μεταβάλλονται πρόχειρα για ν’ αποφύγουν ή

να ξεχάσουν το αμετάβλητο,

μεταμφιεζόμαστε –λέει– σε πεθαμένους για να ξεγελάσουμε το

θάνατο

όμως όσο ζούμε δεν είμαστε πεθαμένοι∙ το ξέρεις καλά∙ ο δισκοβόλος

 

κόβει τα νύχια των ποδιών του στο λουτρό, τ’ αχαμνά του ακουμπάνε

στα κόκκινα πλοκάμια,

ή γυναίκα βάζει λίγο άρωμα πίσω απ’ το λωβό του αριστερού αυτιού της

μ’ εκείνον το συνηθισμένο αργό δισταγμό, με πολλές διακοπές,

περιμένοντας

ν’ ακούσει από στιγμή σε στιγμή το θερινόν άνεμο

να ξεκολλάει απ’ τις μάντρες τις αφίσες των υπαίθριων κινηματογράφων

μαζί κ’ εκείνον με το κλεφτοφάναρο κ’ εκείνον με τη μάσκα της τίγρης

κ’ εκείνον με τα μαύρα γυαλιά και τα πόδια του κρεμασμένου

μετέωρα, χαλαρά, πατώντας αθόρυβα με σέβας πάνω στο ανείπωτο

σ’ αυτό το κίτρινο κερωμένο σανίδωμα που κάτω του βρίσκονται οι

στοές του θησαυροφυλακίου

κ’ έρχεται η σαύρα και κάθεται πλάι στο μεγάλο κλειδί της αποθήκης

κ’ η άλλη σαύρα της γνέφει «όχι»,

τότε καταλαβαίνεις πως οι αράχνες πραγματοποιούν όλο το ανεύθυνο

ίσως μάλιστα και να το ξέρουν

αρχίζοντας απ’ τα ποντίκια ως τα επίχρυσα κουδούνια του πιερότου.

 

Οι άλλοι τρεις που ανέβαιναν, μόλις και μετά βίας χωρούσαν στο

ασανσέρ

η μεγάλη ανθοδέσμη πιεζόταν ανάμεσα στα στήθια τους

δεν ήξερες ποιος την κρατούσε

η συνωμοσία φαινόταν εκ των όπισθεν μες στον καθρέφτη

η προδοσία ετοιμαζόταν

η ανθοδέσμη δεν έκρυβε το ρήγμα,

καθένας θα τάριχνε στον άλλο ν’ αλαφρώσει τη θέση του

για τα γενέθλια, για τη δολιοφθορά, για τη δολοφονία,

κ’ η νύχτα μονάχη έξω απ’ τα γυάλινα ζαχαροπλαστεία

με τα σωπασμένα ακορντεόν των τυφλών

με τον ήχο μιας δραχμής πούπεσε απ’ το τσαντάκι του κοριτσιού

στο πεζοδρόμιο∙

 

Και το ανεξήγητο τρυπωμένο κάτω απ’ τις δυο καρέκλες

εκεί που πριν ένα τέταρτο κάθονταν πλάι στις πικροδάφνες

ο Βαγγέλης κ’ η Κατερίνα. Τα κουμπιά

φαίνονται πάντα πολύ περισσότερα πριν απ’ την πράξη

κι αλλιώς περισσότερα μετά την πράξη

αλλιώς

μες στην ελευθερία της κούρασης∙ μέσα στην έλλειψη

επιθυμίας∙ σ’ αυτό το κενό

ανάμεσα στα ξύλινα πόδια των τραπεζιών

ανάμεσα στα σιδερένια πόδια των πανάρχαιων κρεββατιών

σ’ αυτό το κενό από σένα σ’ εκείνον

από σένα σε σένα

απ’ τόνα χέρι σου στ’ άλλο

έξω από κάθε ιδιοτέλεια κάθε φιλοδοξία

εκεί κατάχαμα

πλάι στη γριά σφαγμένη κόττα

πάνω απ’ τα χρυσά θαμμένα νομίσματα με την ωραία κατατομή

του νεαρού Θησέα.

 

 

 

 

                                                 3

 

 

Ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ μας είχε τρομάξει με την άξαφνη οικειότητά του.

Στάθηκε μπροστά στο παράθυρο χωρίς να βγάλει το καπέλο του∙

πίσω του

είναι ο καπνοδόχος, πιο πίσω το φεγγάρι

πιο πίσω οι τρεις γυμνές σταυρωμένες γυναίκες με τους μακριούς

όρχεις,

έλειπαν τα τέσσερα χνουδωτά πρόβατα κ’ η μια πλαστική φιάλη

με τα μύρα.

 

«Μιλάτε σοβαρά;» είπε ο Αλέξανδρος ενώ κανένας δεν είχε μιλήσει∙

κι αυτό μας θύμισε το αόριστο φταίξιμο που σφίξαμε τα δόντια και

δεν κλάψαμε

κι ούτε ζητήσαμε συγγνώμη γιατί είχε κιόλας νυχτώσει

και μια τεράστια εμπορική αμαξοστοιχία, ολότελα άδεια, μ’ αναμμένα

φώτα

είταν σταματημένη καταμεσής του κόσμου

κι όλοι, πριν και μετά, είχαν πεθάνει∙

στο διπλανό χαντάκι με τα μεγάλα αγκάθια είχε μείνει

ένα άσπρο πέτσινο γάντι, μια ζώνη, ένα σακκούλι αλεύρι.

 

Έτσι πέρασε κείνη η βδομάδα μέσα στην ίδια παρεξήγηση. Εκείνοι

που λείπαν

δεν έφταιξαν βέβαια σε τίποτα∙

αλλά και μεις λείπαμε. Την Κυριακή τ’ απομεσήμερο

σπάζαν καρύδια στο περβάζι του παραθύρου

οι τρεις κόρες του φερετροποιού

η μια με πέτρα, η άλλη με τα δόντια της, η τρίτη με το γουδοχέρι.

Αυτός ο κρότος

μας έφερε στο νου πως κάτι θάπρεπε να θυμηθούμε,

να λήξει αυτή η επίπλαστη απουσία με τις σβεστωμένες

αγιογραφίες,

αυτό το παρόν μεταφερμένο, πριν υπάρξει καν, στη μνήμη ή στη

λήθη.

 

Απ’ το μεγάλο δάσος κατεβάζαν βελανίδια, σκοτωμένους, κουκουνάρια

κάτω στο λιμάνι

μέσα σε μπαλωμένα σακκιά χωρίς σφραγίδες

τ’ αφήναν εκεί μέρες και μέρες

ώσπου μια νύχτα εξαφανίζονταν σαν από μόνα τους. Ο τελωνοφύλακας

έκανε πως δεν ξέρει τίποτα, σκάλιζε την πίπα του

μ’ ένα μακρύ καρφί ή με μια βελόνα απ’ τα παλιά γυναικεία καπέλα.

 

Είταν ένας αιώνας – λέει – καμπουριασμένος όπως ο λόφος με τις

καβαλίνες των σκοτωμένων μουλαριών.

Μια ρωγμή χιόνι διατηρούνταν ανάμεσα στο καλοκαίρι.

Από κει μέσα φυσούσε πότε – πότε, παίρναμε μιαν ανάσα.

Κάτω στην προκυμαία φώναζε ο ντελάλης

τον ερχομό νέων καραβιών, νέων ανθρώπων, νέων αυτοκινήτων,

τίποτα σχεδόν δε διακρινόταν μες στην εκτυφλωτική λιακάδα

σφάλματα, εγκλήματα, βασανιστήρια, τίποτα

πάρεξ τα ονόματα των ξένων πλοίων κρεμασμένα πάνω απ’ τη θάλασσα.

 

Με το έμπα του φθινοπώρου ψιλόβρεχε το απόγευμα στην κάμαρα

των φτωχών μουσικών

οι στάλες αποτυπωνόνταν στο παλιό νοικιασμένο σκονισμένο πιάνο∙

ευτυχώς – είπε – η μουσική κι όταν ακόμη παίζεις για τους άλλους

είναι δική σου – μια μεταστροφή, μια μεταμόρφωση, μια αραμόρφωση

μάλιστα,

καλύπτεσαι, διαφεύγεις, έχεις τουλάχιστο τα δάχτυλά σου –

άλλωστε πάντα για τους άλλους παίζεις – να σ’ ακούσουν,

κι όταν ακόμη παίζεις ολομόναχος, πολύ σιγά, κλεισμένος στο

ντουλάπι∙

 

Κάτω απ’ το τραπέζι είναι τα τέσσερα παπούτσια και τα δύο

σώβρακα,

οι άλλοι ψάχνουν για δουλειά στα λαϊκά εστιατόρια∙ ο Γιώργης

πέρασε αλύγιστος εισπνέοντας λαθραία

μια μυρωδιά από ρέγγα καπνιστή και λεμόνι στην ξένη κουζίνα.

Έτσι πάντα

τόλεγε, το ξανάλεγε, κοιτούσε τα χέρια του: η πείνα,

μονάχα η πείνα κυβερνάει∙ γι’ αυτό

εύκολα κυβερνιούνται οι πεινασμένοι. Μπήκε στην εκκλησία

περιεργάστηκε τους σωλήνες του αρμονίου,

το χέρι του είταν σαν αλευρωμένο ψάρι πριν πέσει στο καυτό λάδι.

 

Άνθρωποι, ελάφια, πολύχρωμοι καρποί, γυναίκες φτερωτές, δελφίνια,

άλογα, οι πρόκες, το κόκκινο μήλο, η οπή, το φίδι,

ανταύγειες απ’ τα τζάμια στα χάλκινα πρόσωπα, στους τοίχους,

ένα μπουκάλι, κ’ ένα δεύτερο, μάλλον άδειο,

και τα πολλά ποτήρια ολόρθα πατώντας στόνα τους διάφανο πόδι∙

τα πάντα ξαναγίνονταν γυάλινα,

γυάλινα χέρια, γυάλινη φωνή – ντιν, έκανε κ’ έσπασε.

 

Η άλλη γυναίκα με το ακούραστο ύφος της στείρας μητέρας

κάθεται μπρος στην πόρτα, καθαρίζει φασολάκια,

ρίχνει ένα – ένα στην άσπρη πιατέλα τα κουκκιά με το μονό τους

μαύρο μάτι,

η γυναίκα τα βλέπει, δεν ξέρει αν τη βλέπουν,

βγάζει το κάρκαδο απ’ τη μύτη της το σκουπίζει κάτω απ’ την

καρέκλα,

συνεχίζει να καθαρίζει τα φρέσκα φασολάκια, εκεί μπροστά στην

πόρτα

εκεί που κάνει ρεύμα απ’ τα παλιά χρόνια, τις μαλακές κουρτίνες, τα σφουγγαρισμένα υπνοδωμάτια.

 

Απ’ το διάδρομο περνούν οι καλεσμένοι μπαίνοντας απ’ τον κήπο,

λίγο πιο μέσα έχει πιότερη ζέστη, προχωρούν ανόρεξα

χτυπούν κρυφά με το νύχι του δείχτη τους τα μανίκια των πανωφοριών

που κρέμονται αράδα στον τοίχο, ολότελα άδεια, χνουδωτά,

φουσκωμένα

απόνα μακρινό, λησμονημένο, πάντοτε άγνωστο άνεμο,

ύστερα μαζεύουν πιότερο, τα ξεσφίγγουν, τα μαλακώνουν,

έτσι κουλουριασμένα τα χώνουν στις τσέπες τους σα σκουλήκια

προφταίνοντας μόλις να μπουν απ’ τη δεύτερη πόρτα που μυρίζει

αθόνερο, λαδομπογιά, κομμένο δέντρο.

 

Κι άξαφνα οι άνθρωποι πληθαίνουν στην αίθουσα κάτω από τυπικά

τετραγωνισμένα φώτα

όπως τα ψάρια κάτω απ’ τα κομμάτια του πάγου στα φαρδιά πανέρια

του συνοικιακού ιχθυοπωλείου.

Αργότερα καθένας ήθελε να μιλήσει για το φόβο. Καθένας

είχε και το δικό του φόβο. Αν μιλούσαν

θα μεγάλωνε ο φόβος. Δε μιλούσαν. Οι άλλοι

κατάνευαν σαν τους μουγγούς με αλλεπάλληλες μικρές κινήσεις

του κεφαλιού

και μάλιστα μ’ ένα ευγενικά αφηρημένο χαμόγελο

σα να συμφωνούν, ενώ δεν άκουσαν,

αφήνοντας τους άλλους ν’ ανοίγουν ανόητα το στόμα τους

φαίνεται η γλώσσα τους πασαλειμμένη μ’ άσπρη πηχτή μπογιά

και μια πρασινωπή βούλλα στη μέση

κ’ ένα κομμάτι σπασμένη οδοντογλυφίδα σφηνωμένη πλάι στον

κυνόδοντα.

 

Τότε απομείναν ακίνητοι ανάμεσα στα δυο τους ξύλινα χέρια.

Μια περσινή εφημερίδα χτυπιόταν στην ταράτσα

στριμώγνονταν ανάμεσα στις άδειες γλάστρες, κι άξαφνα

τινάχτηκε κι έφυγε πάνω απ’ τα κάγκελα. Την είδαν.

 

Στις 11 και τέταρτο ήρθε ο άλλος με τ’ όνομα Κλέαρχος∙ μπήκε

στην κάμαρα,

άναψε τους τιμοκαταλόγους να ψήσει τον καφέ του∙

έτσι τσουρουφλίστηκε η κουρτίνα∙ μετά

πήρε το κίτρινο κουτί απ’ τα σοκολατάκια κ’ έβαλε μέσα τις

φουρκέτες της πεθαμένης.

Εκείνη τη στιγμή ακριβώς θυμήθηκε με ύποπτη ακρίβεια

τη σπασμένη καρέκλα στην ταράτσα του αεροδρομίου

και τα μικρά σκοτεινά καπνοπωλεία στις ξένες πολιτείες

με τις άσκημες βαμμένες πωλήτριες πίσω απ’ τα τζάμια

και το λίγο μαραγκιασμένο φως που μπαίνει μαζί με τις

καμπανοκρουσίες

μέσα στα καταστήματα με τα μακριά κρεμασμένα λουκάνικα

και στ’ άδειο μπαρ των ναυτικών λίγο πιο πάνω απ’ την πλατεία.

Στη μια γωνιά του κάθεται μόνος ο Ορέστης. Το παντελόνι του

είναι ματωμένο.

Το καραβόσκοινο στη μέση του. Δεν κοιτάει τη γυναίκα με το

μενεξελί καπέλο.

 

Η περηφάνεια μου – έλεγε – ν’ αγγίζω κάθε μέρα τη θνητότητά μου∙

είναι κ’ εκείνη η ευτυχισμένη αίσθηση της γενικής μηδαμινότητας∙

κι άλλωστε αυτός που κέρδισε τη δόξα, με τι βάσανα και μόχτους

– τι να την κάνει;

κανένας πια δεν τον υπολογίζει, κι ας σκαλίζουν τ’ όνομά του στην

πέτρα∙

δεν κινεί πια το θαυμασμό μήτε καν την περιέργεια,

έγινε τέλος ένα φυσικό φαινόμενο σαν τα μεγάλα πεύκα στο λόφο

ή σαν τα κόκκινα και χρυσαφένια σύννεφα στο δείλι. Κ’ η θεία

Ουρανία

να λέει, να ξαναλέει: τι τα θες τα στολίδια;

χώρια που το καλό μας έρχεται μετά το θάνατό μας

και τότες άντε νάβρεις χέρι ναν το πιάσεις.

 

Να κάνουμε κάτι άλλο – είπε ο Πυθαγόρας.

Άλλο δεν έχει – είπε ο Πέτρος.

Ο ένας άφησε το βιολί στην καρέκλα,

ο άλλος την κιθάρα στο τραπέζι,

η γάτα μπήκε στο μεγάλο παπούτσι.

 

Τι ξενιτιά στους διαδρόμους, στα μάτια, στα ρούχα.

Ο νάνος κρύβεται στις μαργαρίτες, τρώει το κλεμμένο παξιμάδι.

Έρχονται, κάθονται οι ανάπηροι στα παγκάκια του πάρκου,

αφήνουν πλάι τους τα δεκανίκια τους παραδομένα στα πουλιά και

στα φύλλα,

τα δάχτυλά τους κινούνται αφηρημένα σα να ψειρίζουν στη μνήμη

τους μια φανέλα,

περνάει ο στραγαλάς, μυρίζει το ζεστό ψημένο αλάτι και το πατημένο

χόρτο,

ύστερα ο μικρός λαχειοπώλης κυνηγημένος απ’ τους αστυφύλακες∙

ο τρίτος ανάπηρος είναι ο πιο θυμωμένος –

αποτριχωτικά, αποσμητικά, κρεββάτια, σφαίρες, σεντόνια, παπούτσια,

καλλυντικά, φιάλες, φιαλίδια, πατίνια, αεροπλάνα, ντουλάπες,

σωλήνες νερού, φυλακές, μεγάλα μαύρα τραπέζια,

ο υδραυλικός, ο ηλεκτρολόγος, ο ανακριτής, ένα παράθυρο,

το φως του λουτρού, το γυμνό που παίρνει την πετσέτα∙

 

Είδα τη γη χιλιοτρύπητη σαν το σφουγγάρι

είδα τα σπίτια, τα δέντρα, τους ανθρώπους χιλιοτρύπητους

είδα και τα σίδερα σκοτωμένα

φώναξα όχι, όχι, όχι,

άκουσα τη φωνή μου, τρόμαξα

φώναξα πάλι, ξανατρόμαξα, σώπασα

σώπασα, πέθανα. Όχι, όχι – ξανάπε –

δεν μπορώ να πεθάνω, να ο σφυγμός μου,

επάνω στο βουνό είναι ένα πουλί πολύ μεγάλο

έχει έναν κρίκο νικελένιο στο δεξί του πόδι

στο ράμφος του κρατάει τη χτένα μου και τ’ όνομά μου.

 

 

 

                                            4

 

ΠΩΣ ΕΓΙΝΑΝ – είπε – με τον καιρό για σένα οι άνθρωποι –

ύποπτοι, μακρινοί ψηφοφόροι σ’ ένα αόριστο μέλλον,

αυτό μονάχα∙ κι ούτε αυτό∙ ούτε ψηφοφόροι∙

και τότε ακόμη που μπορούσες να πιστέψεις

στο ελάχιστο άχυρο φυλαγμένο στη μασκάλη του πελαργού,

μονάχα ψηφοφόροι∙ κι ούτε∙ – χαμένοι κ’ οι ψήφοι.

 

Αυτό που στέκεται όρθιο, αυτό που κρέμεται ανάποδα,

το ανάποδο κεφάλι, το ανάποδο ποτήρι,

γραντζούνισμα στο τζάμι με το νύχι του γέρου,

βαριά φορτία χωρίς βάρος –

τα τελευταία σαλιγκάρια ανηφορίζουν τον απέναντι τοίχο

πάνω ακριβώς απ’ τη φωνή του γαλατά σ’ ώρα απογεύματος

κ’ η γριά τυλίγει με τις κομμένες κλωστές από παλιά ραψίματα

ένα δικό της άστρο, μιαν αράχνη ή το στεγνό τζιτζίκι∙

 

Έχουν ακόμη πόδια τα όνειρα – λέει – τ’ ακούς στο πάνω πάτωμα

με το μεγάλο καναπέ παρατημένο σαν καράβι στη μέση της νύχτας,

αναποδογυρίζεις το σιδερένιο κουτί, πέφτουν τα κουμπιά, κυλάνε,

όλα γίνονται κατά λάθος, αναγνωρίζονται κατά λάθος, μένουν μισοφτιαγμένα κατά λάθος,

ξένοι χτυπούν τα ρόπτρα σ’ όλες τις πόρτες, νύχτα, μεθυσμένοι,

ξυπνούν οι ένοικοι, σκύβουν απ’ τα παράθυρα∙ κανείς δεν είναι∙

κανείς δεν είταν ποτέ∙ – τι φοβάσαι; τι έχεις; τι θα χάσεις;

μονάχα η νύχτα μόνη με χιλιάδες αποστρατευμένα κλειδιά

από βαλίτσες, κασέλες, χρηματοκιβώτια, αποθήκες, φέρετρα,

ακατοίκητα σπίτια,

χιλιάδες και χιλιάδες κλειδιά, απεριόριστο πλήθος, απεριόριστοι

κρότοι,

αυτό το απεριόριστο που σταματάει τους ναύτες με τη ράχη γυρισμένη

στη βιτρίνα γυναικείων εσώρουχων

κι ο νεκροθάφτης που κατουράει στην μάντρα ξεχνάει να κατουρήσει

σηκώνει το κεφάλι, κοιτάει, στήνει τ’ αυτί, αφουγκράζεται

ψάχνει στην τσέπη του για το δικό του κλειδί – δεν το βρίσκει

κι άξαφνα κατεβάζουν απ’ το φορτηγό μιαν άγκυρα

την κουβαλάνε οι πέντε δύτες στο διανυκτερεύον φαρμακείο

ο πέμπτος έχει δεμένο στο λαιμό του ένα κόκκινο μαντίλι

ο μέσα γλόμπος είναι πράσινος

το κόκκινο και το πράσινο είναι 1 και 2

αντίθετα, η άδεια, ποια η απαγόρευση,

και η άδεια: απαγόρευση – παραχωρημένη, προσταγμένη∙

 

Θυμάμαι το χορτάρι, το αίμα, το ποτάμι, τη συνουσία,

την είσοδο, την έξοδο – ο μεγάλος κόκκινος φαλλός,

η δαγκωμένη γυναίκα, ο νιπτήρας, ο στενός καθρέφτης,

η λεκάνη με το ζεστό νερό που ανέβαζε απ’ την ξύλινη σκάλα η

άλλη γυναίκα

η τρίτη γυναίκα είταν πεθαμένη με τα ρούχα της μες στο μπαούλο

με ναφθαλίνη

μαζί κ’ οι φωτογραφίες της κ’ ένα ζευγάρι καφετιά σκαρπίνια,

 

Τ’ αναστημένα ψάρια στριφογύριζαν ψηλά στους φανοστάτες

οι ομπρέλες είταν αφημένες στη σοφίτα με τη σκισμένη κουρτίνα

η μια γαλότσα με ξεραμένη λάσπη. Εδώ – είπε –

τα ποντίκια είναι ελεύθερα, κυλούν τις κουβαρίστρες, τρώνε τις

καρέκλες∙

εγώ είμαι ψηλός, εσύ κοντός – λέει –

η γη είναι στρογγυλή, το μηδέν στρογγυλό – είπε –

ή ο κύκλος του χορού από κορίτσια με άσπρα φορέματα και γαλάζια

μαλλιά∙

τι πονηριές μας ξεγελάσανε, πως αντιστρέψαμε τα πράγματα, τα

γάντια, τα καπέλα –

είμαστε όμοιοι λοιπόν, το ίδιο ελεύθεροι – λέει – μες στη φθορά

μας

μες στο διαφορετικό μας θάνατο – τον ένα,

αυτός φτερνίζεται, αυτός βήχει, αυτός τραγουδάει,

το ίδιο πεθαίνουμε όλοι

στη σκάφη, στο χρηματιστήριο, στο καμπαναριό, στο ριζώνα,

πουλιά μου, καράβια μου, σκοινένιες σκάλες μου – είπε –

το ψόφιο σκυλί στο πηγάδι μαζί με το ρολόι του χεριού μου. Εγώ

 

μάζεψα πούπουλα απ’ τις κότες, απ’ τις χήνες, απ’ τους αητούς,

απ’  τα σπουργίτια,

έφτιαξα φτερά, τα δοκίμασα γυμνός μπροστά στον καθρέφτη του

υπνοδωματίου,

το φόρεσα τις αποκριές, το φόρεσα στο θέατρο,

έπαιξα τον αγγελιαφόρο, τον άγγελο, τον αρχάγγελο,

κατέβηκα, ανέβηκα  πραγματικά, δεμένος με γερό σκοινί απ’ τη

μέση –

ο θόρυβος απ’ τις τροχαλίες σχεδόν δεν ακουγόταν

τις κινήσεις των φτερών καλά τις μιμήθηκα

ολόκληρη την πτήση τη μιμήθηκα πλάι σ’ ένα χάρτινο φεγγάρι

με χειροκρότησαν αρκετά – δεν τ’ αρνιέμαι – παράπονο δεν έχω –

 

Γυρίζοντας μόνος με τα πόδια σπίτι μου περασμένα μεσάνυχτα

άκουσα τον ασπιδωτό θόρυβο απ’ τα κλειστά σιδηρουργεία

το παλιό φυσερό τόχαν έξω στο δρόμο, κοντοστάθηκα,

δοκίμασα να παίξω αρμόνιο, εκεί στο δρόμο,

ξέροντας πως η μουσική έχει περάσει ανάμεσα στο πυρωμένο σίδερο

αλλά με κοίταξε η βαμμένη γυναίκα – και δεν έπαιξα –

αυτή είχε δει πως τα φτερά μου είναι ψεύτικα –

απ’ την πολλή απελπισία  είχε αγγίξει την αδιαφορία εκείνη

που θα μπορούσε να μου το πει κατάμουτρα∙ κ’ ήξερε

πως το σκοινί που με σήκωνε απ’ τη μέση είταν το ίδιο σκοινί του

κρεμασμένου∙

δε μίλησε διόλου∙ δε με κοίταξε∙ άπλωσε το χέρι της

και μούδωσε λίγα στραγάλια ιδρωμένα απ’ τη φούχτα της. «Εγώ

δεν μπορώ – λέει – να τα μασήσω∙ έχω μασέλες.»

«Κ’εγώ το ίδιο», της είπα.

 

Βγάλαμε τις μασέλες μας

και τις κοιτούσαμε στο φεγγάρι∙ κοιταχτήκαμε∙ χαμογελάσαμε∙

γελάσαμε∙ γελάσαμε πολύ∙ στο Σταθμό σκύβαμε ως κάτω απ’ τα

γέλια∙

γελούσε μαζί μας κι ο Σταθμάρχης. Φτάσαμε σπίτι∙ πλαγιάσαμε∙

κάναμε αμίλητοι έρωτα, δεύτερη, τρίτη φορά,

ωραία, βαθιά, απροσποίητα, πιο μέσα απ’ το χρόνο, πιο κάτω απ’

το θάνατο. Τα χαράματα

ντύθηκε κ’ έκανε να φύγει. Μια στιγμή πισωγύρισε,

μου ανέβασε στους ώμους το σεντόνι. «Εγώ το ξέρω – μουρμούρισε

στ’ αυτί μου –

τα φτερά σου είναι αληθινά∙ μη μου το κρύβεις εμένα∙

το φέρετρο πρέπει νάναι μεγάλο, να χωράει και τα φτερά σου.

Κοιμήσου». Βγήκε απ’ την πόρτα,

 

κ’ η πόρτα είταν πολύ αποσταμένη όπως η μητρική φωνή «κοιμήσου»

κι όλα είταν πολύ αποσταμένα. Η αυγή σταχτιά  τριανταφυλλένια

χνώτιζε τα τζάμια

και το μικρό μπαλκόνι της Μαρίας με τις τέσσερις γλάστρες

κρεμόταν μες στη φούχτα τ’ ουρανού. Στη σκάλα του Ταχυδρομείου

θα συναντούσαμε πάλι

κείνη τη γάτα με το ξεθωριασμένο τρίχωμα κολλημένο με την ψαρόκολλα των μοχθηρών παιδιών

την ίδια γάτα, καθισμένη κοντά στη χελώνα, πλάι – πλάι, παρέα οι

δυο τους, καταμόναχες,

με τις πολύ μεγαλύτερες, πολύ πιο διάφανες πρωινές σκιές τους

την ώρα που τα βαρέλια μέσα στα υπόγεια αισθάνονται εγκαταλειμμένα απ’ όλους

κι ο μαθητευόμενος ξυλουργός περιμένει μπρος στην κλεισμένη

πόρτα του ξυλουργείου

εκεί  που ετοιμάζουν τις μεγάλες ντουλάπες με τους εσωτερικούς

καθρέφτες

να καθρεφτίζονται στα σκοτεινά τ’ άδεια ρούχα, απαλλαγμένα απ’

τα σώματα

διατηρώντας τη μυρωδιά του ιδρώτα και το ύφος του σώματος

σαν κέλυφος παλιού τζιτζικιού φαγωμένου απ’ τα μερμύγκια κι

από αόρατα έντομα,

εκεί που φτιάχνουν τα μεγάλα φέρετρα για να χωρούν και τα φτερά

σου.

 

Κι άκουγες κείνα τα στραγάλια να πέφτουν ένα – ένα στο ποτάμι.

 

 

 

 

                                                   5

 

 

Ο ΧΡΟΝΟΣ είταν ίσιος ανύπαρκτος σχεδόν. Ο Βαγγέλης

έβγαλε πρώτα το σώβρακό του και μετά τη φανέλα του∙

θυμήθηκε μια κάμπια σ’ ένα μεγάλο φύλλο μ’ ένα πρόωρο απογευματινό φεγγάρι

έτσι καθώς μετέθετε το βλέμμα του απ’ την κάμπια στο φεγγάρι

κι αυτή η μετατόπιση προς τα πάνω είχε κάτι το οριστικό

μια δύναμη άλλη, δική του και ξεχασμένη,

του θύμισε κείνον που κοιμόταν γυμνός – τον σήκωσαν μαζί με το

στρώμα

τον ανεβάσαν στην ταράτσα∙ δεν ξύπνησε∙

γνώριζε μόνο πως είταν στον αέρα, πως είταν γυμνός

με μια κόκκινη κλωστή δεμένη στο μπράτσο του∙

στο σύρμα κρέμονταν ασάλευτα τα νοτισμένα εσώρουχα της πολυκατοικίας

στόνα σεντόνι είταν χυμένο ένα κίτρινο φως μ’ ένα σκυλί που γαύγιζε στο τελωνείο

κ’ οι δύτες ανέβαζαν ένα μεγάλο εκκρεμές απ’ το βουλιαγμένο καράβι

τόσο που οι κοιμισμένοι νόμιζαν πως δεν κοιμόνταν –

 

Όλα είταν φτιαγμένα από νερό κι από λάμψη νερού

και νερό δεν υπήρχε, μόνο το γαλάζιο και το ψηλά,

και θάνατος δεν υπήρχε

μόνο που κάποτε ο δεύτερος καπετάνιος ξυπνούσε απ’ το ροχαλητό

του

άκουγε κείνο το εκκρεμές αλλού, παντού, πουθενά,

μιαν ώρα παράταιρη βυθού αλμυρή, μουσκεμένη,

τζάμι, ωροδείχτες, φύκια, τα μαλλιά της πνιγμένης, το μάτι του

πνιγμένου,

το καθρεφτάκι απ’ την τσάντα στην κοιλιά του δελφινιού∙ ο καπετάνιος

κοιτούσε το σειρήτι στο κασκέτο του κρεμασμένο στο γάντζο της

καμπίνας

ξεχνούσε το ύπνο, ξανακοιμόταν αμέσως

μέσα σε μέδουσες, γαρίδες, αχινιούς, καβούρια, σωσίβια, λεμόνια,

μια φάλαινα είχε το στόμα ανοιχτό με μια σημαία

τα εισιτήρια των προηγούμενων επιβατών σέρνονταν στο κατάστρωμα

έχοντας ανταλλάξει τις ιδιότητες τους με τα πηδήματα του αθερινού ή των χελιδονόψαρων,

 

Ο φαροφύλακας τότε τυφλώθηκε

οι κινήσεις του παρέμειναν αναλλοίωτες

άναβε κανονικά τα φώτα στην ώρα τους – δε χρειαζόταν ρολόι

το ρολόι τόχε τοποθετήσει μέσα στο στήθος του

όπως χώνεις μέσα στο σακκάκι σου μια κλεμμένη χήνα

είταν εκείνο το ίδιο εκκρεμές μουσκεμένο με το μάτι του πνιγμένου∙

 

Άχ, –έλεγε– όλο το πρωί ο ορίζοντας

είναι τριανταφυλλένιος με γαλάζιες χάντρες∙ τον είδα μέσα στα δυο πηγάδια∙ αυτό το ξέρουν καλύτερα

οι τυφλοί κ’ οι πνιγμένοι∙ το φωνάζουν τα κοκκόρια πάνω απ’ τα

σκίνα

το πιο ψηλό καμπαναριό είναι βουλιαγμένο στη βαθύτερη λίμνη∙

 

Κ’ εκείνος που κάθεται στην πέτρα πίσω απ’ τον τοίχο,

προσωρινός, προσωρινός, φοβισμένος,

μαζεύει τα πόδια του στην πέτρα να πιάσει λιγότερο τόπο

μ’ εκείνη τη διαρκή συστολή του παρείσακτου

μ’ εκείνη τη διαρκή καρτερία απ’ τη διάρκεια του θαύματος

έτσι που γεμίζουν τα χέρια του από μόνα τους κριθάρι, σιτάρι, ηλιόσπορους, καλαμπόκι,

να ταΐσει κρυφά τα μεγάλα αόρατα πουλιά συνήθως άσπρα

αρκεί να μην τον δει κανείς μέσα στην ένδοξη σύναξή τους

μην καταλάβουν πως και το αόρατο πεινάει

ωστόσο να τον δουν ξεκάθαρα την ώρα που θα τον υψώνουν όρθιο μες

στα χίλια φτερά τους

έτσι με τόνα του κορδόνι στο δεξί του παπούτσι λυμένο

και με τα τρία σκουριασμένα ξυραφάκια στην τσέπη του.

 

Εγώ σε είδα – είπε ο άλλος που κάθονταν στη δεύτερη πέτρα, στο

δεύτερο μισό του ίσκιου∙

δε σε μαρτύρησα∙ σ’ είδα που βίδωνες το κεφάλι του καρατομημένου

μόλις έφυγαν οι φύλακες∙

σ’ είδα και τ’ άλλο απόγευμα που τάιζες έναν – έναν τους σκοτωμένους και τ’ αγάλματα∙

 

γνωρίζω από μακριά το ταγάρι σου με τις κόκκινες και μαύρες

λουρίδες

τόχες ακουμπισμένο στην ηλεκτρική καρέκλα

 

έτρεμα μη και δεν προφτάσεις∙ όταν πετούσες δε σε είδα∙

περνούσα δίπλα σου∙ έμεινα∙ ζητούσα φίλους ή έστω συμμάχους

γιατί καθένας μας έχει πολλούς γνωστούς εχτρούς και πιότερους

άγνωστους.

 

Είμαι κ’ εγώ απ’ την ίδια ράτσα∙ επιμένω∙ δεν το βάζω κάτω∙

είπα: ο κάμπος με τις μαργαρίτες ανοιξιάτικο πρωινό με τις καμπάνες στους λόφους

είπα: η ανάποδη ρόδινη ομπρέλα ανοιχτή γεμάτη φως μέσα στα

στάχυα

είπα: φιλί, ψωμί, σταφύλι, στήθος, άγκυρα, γυναίκα, ελευθερία

είπα στους νεκρούς: περιμένετε∙ τίποτα δεν τελειώνει∙

αθροίζω μεροληπτικά, υποκριτικά, υπογραμμίζω,

ανεβαίνω με το ασανσέρ, κάνω αέρα με το καπέλο μου, κοιτάω και

στον καθρέφτη,

συδαυλίζω τους άρτιους αριθμούς, αντιστέκομαι

με τη φωνή απ’ το διπλανό μπαλκόνι που λέει: «ανθίσανε τα μοσκομπίζελα»

με τη γυναίκα που πλένεται – σε κάθε πόδι της έχει πέντε δάχτυλα

με τη γυναίκα που χτενίζεται – τα μαλλιά της ψιχαλίζουν διάττοντες

κι αυτός που κρατάει το σφυρί στον υπόγειο σταθμό, έχει ένα ατσάλινο μέτρο στην κωλότσεπη,

το μερμήγκι σεργιανάει στο πλατανόφυλλο

το παίρνω με το μέρος μου, το δείχνω για επιχείρημα

όμοια καθώς και τ’ ασημένιο κουταλάκι του γλυκού μες στο ποτήρι

όμοια καθώς και την οπή του αφαλού και την καμπύλη της κοιλιάς

της κοιμισμένης γυναίκας

όμοια και το πολύπειρο πριόνι κρεμασμένο πίσω απ’ την πόρτα

και χώρια πια του ανθρώπου το μυαλό κ’ η καρδιά – τάδα

μέσα στ’ ανατομείο και στο βιβλίο χειρουργικής και στο χαράκωμα

και χώρια πια τα βουρτσισμένα δόντια και τα ποιήματα και η

επανάσταση.

 

Οι προσωπίδες βέβαια είναι πάντοτε κόκκινες απ’ το μέσα τους

μέρος αλλά κι απ’ το έξω

ίσως απ’ το γδαρμένο δέρμα από μέσα – ίσως απ’ το ίδιο κι απ’

έξω

όλες οι προσωπίδες – είπε – εκτός απ’ τις μαύρες∙

οι προσωπίδες φοράνε γυαλιά ήλιου, κοιτάνε προς τη θάλασσα∙

το μαύρο ταιριάζει στο κόκκινο σαν το ταγάρι σου,

κάτω απ’ τη στοά περνάνε τ’ άλογα το μεσημέρι

η ανάσα τους δροσίζει μέσα στον ίσκιο,

όλοι σταματούν μια στιγμή να σκεφτούν, μετά κλείνουν τα μάτια

και προχωράνε,

ο πεταλωτής μένει στο κρεββάτι χτυπημένος απ’ την άσπρη φοράδα –

αυτός συλλογιέται τα φτερά σου και το άσπρο.

 

Εγώ δεν είχα πια τι να κάνω∙

μάζεψα το μυγοφτυσμένο τουλπάνι που σκεπάζαν τις καραμέλες

κανέλας στο ψιλικατζίδικο

τύλιξα το σιδερένιο σταυρό, κατέβηκα στ’ ακρογιάλι, δεν τον έριξα στη θάλασσα

γιατί κοιτούσαν οι επιβάτες απ’ τα εκδρομικά βενζινόπλοια

τον ξετύλιξα και τον έφαγα –

πόσες μυστικές πράξεις επιβεβαίωσαν το αναλλοίωτο και το αμετάβλητο

το αναπόφευκτο, το ανέφικτο, το ανέκφραστο∙

γύρισα πίσω, κοίταξα τους κύκνους και τις πάπιες στη μικρή λίμνη

εκεί ψαρεύαν με καλάμι πέντε μεσήλικες με κλειστά πρόσωπα και

στραπατσαρισμένα καπέλα

λίγο πιο κάτω απ’ το βομβαρδισμένο θέατρο με τη μια μόνον όρθια

κολώνα

επάνω στην κολώνα το μαρμάρινο άλογο υψωμένο στα πισινά του

πόδια –

 

Τι έχτισες; – ρώτησε. Τι χτίσαμε; – ξαναρώτησε

(είχε φωνή∙ τόδα που σάλευαν τα χείλη του)∙

ένα άλογο μόνο μες στο σύννεφο∙ – αποκρίθηκε μόνος∙

αρκεί να μην πέσει τ’ άσπρο του αλόγου πάνω στις πάπιες και στα

παλιά καπέλα.

Είπε και χάθηκε πίσω από τη μοναδική κολώνα – γιατί τ’ απογεύματα

παίρνουν τ’ απάνω τους οι ανταύγειες απ’ τα μάρμαρα

εισχωρούν απ’ τα τζάμια στα πιο κλειστά δωμάτια

μες στους καθρέφτες, στις ντουλάπες, μες στα κούφια γύψινα χέρια

στις πλεχτές ταμιτζάνες, στις ραπτομηχανές, στα κέρινα κεράσια

της φρουτιέρας

στα γάντια και στις παντόφλες των πεθαμένων

στα επισκεπτήρια, στ’ ασβεστωμένα καλώδια της παλιάς ξύλινης

σκάλας

στους σκονισμένους γλόμπους του γηροκομείου∙

 

Οι γέροι δεν έχουν παιδιά, μονάχα κείνες τις φαρδιές τους

ριγωτές πιτζάμες

τα παιδιά τους ταξιδεύουν με τις γυναίκες τους και τα δικά τους

παιδιά∙ – έι, έι,

 

– Έι – φώναξε – κύκλος,τροχός, το πάνω και το κάτω∙

– Το κάτω μέρος του τροχού σταματημένο στο χώμα, και πια δεν

έχει πάνω∙

Ο ίδιος τροχός πατάει στο χώμα και γυρίζει στον αέρα,

το πάνω μέρος στον αέρα είναι του ίδιου τροχού

εκεί που ακούμπησε ο γέρος ραβδοσκόπος κ’ έχωσε τα δάχτυλά του

στα γένεια του

εκεί που κοίταξε ο τυφλός και στέριωσε τη λύρα του

εκεί που πάτησε ο ηνίοχος κ’ έδεσε το σαντάλι του

είδα τη λάμψη απ’ το γόνατο – το πρόφτασα αυτό,

 

Είχα πάντα το φόβο όπως κ’ εσύ μη δεν προφτάσω τα πάντα

γιατί τα πάντα έχουν απέραντη διάρκεια παρ’ όλη τη γοργή κίνησή τους

κι όταν ανέβηκα την ανεμόσκαλα ακουμπισμένη στον τοίχο

ν’ αλλάξω το καμένο λαμπιόνι στο ψηλότερο σημείο

ήξερα πως είμαι μόνος

και πως είμαι μέσα στον κόσμο χωρίς διαιρέσεις

στα πέλματά μου φυσούσε ένας ήσυχος αέρας

πριν ανέβω είχα βγάλει τα παπούτσια μου

και κάτω οι δυο γελωτοποιοί που τους είχα δανείσει τα χρωματιστά

μου ρούχα

και τις δυο χαρτονένιες μου μύτες που τις δένανε πίσω απ’ τ’ αυτιά

τους με σπάγγους

φώναζαν επίτηδες: «θα πέσει, θα πέσει∙ δεν πατάει τη σκάλα∙ δεν

πατάει η σκάλα»

κι άναβαν σπίρτα μπροστά στα δόντια των λιονταριών

ενώ η μεγάλη αρκούδα με το ξύλινο πόδι περπατούσε όλη νύχτα

γύρω στην τέντα –

 

Δεν κάνεις τίποτα με τις αιτήσεις, με τις παρακλήσεις – είπε –

μήτε με το κλεισμένο στόμα∙ τίποτα, τίποτα∙

να ξεχνάς το μόχθο του μεροκάματου

είναι να ξεχνάς την ιστορία, τη μάνα σου, τους πεθαμένους

είναι να ξεχνάς αυτό που λέμε δικαιοσύνη∙

τ’ άλλα – σιωπές, μεταμφιέσεις, πούπουλα, φτερούγες – κουραφέξαλα∙

 

Έβαλα τον καινούργιο γλόμπο, κατέβηκα τη σκάλα, είπα: να με

και τούτος ο αιώνας ακούμπησε το χέρι του ζεστό στον ώμο μου

νιώθω φιλικά μες στο μυστήριο του κόσμου

γιατί ‘μαι μέσα στο χώρο και το χρόνο

μέσα στην ιδιαίτερη δική μου ώρα

μέσα στη μαζική δική μας ώρα

οργίζομαι ακόμα, κλαίω ακόμα

ανάβω τσιγάρο, φυσώ τον καπνό στη χαραμάδα

ο αχθοφόρος καταλαβαίνει, παίζει το φρύδι του

το πορτοκάλι κυλάει στις πέτρες του κατήφορου

ένα πουλί με μια χαρτοπετσέτα

η αφίσα του ωραίου γενειοφόρου στο υπόστεγο των λεωφορείων

μια μεγάλη κιθάρα, σαν καράβι, με μαλλιά και μικρόφωνο

η απεργία των λιμενεργατών

τα βίντζια με τους άλλους κρεμασμένους και τους ξεκρεμασμένους

κιβώτια με παστές σαρδέλες, τυρί και σουσάμι,

 

Λοιπόν στο λέω ο κόσμος είναι πιο πλούσιος απ’ τους εκμεταλλευτές του

πιο πλούσιος απ’ τους απελπισμένους του και μαζί τους

η μικρή γυναίκα αγόρασε ζάχαρη

η χαρτοσακκούλα είναι τρύπια∙ πίσω απ’ τη μικρή γυναίκα

πέφτει ένα ποταμάκι ζάχαρη, το γλείφουν τα σκυλιά

κατέβηκε τη σκάλα του σταθμού , ανέβηκε την άλλη σκάλα∙

πίσω

της

το ζαχαρένιο ποταμάκι, τα καλά σκυλιά∙ δεν άδειασε η χαρτοσακκούλα∙

έτσι είδα το ανεξάντλητο∙ είπα το ανεξάντλητο∙

έσφιξα πάλι τη ζώνη μου∙ η μέση μου έγινε λεπτή∙

άκουσα τη φωνή μου μέσα μου∙ μ’ άρεσε∙

άκουσα πούτριζε  όρθια η ραχοκοκκαλιά μου μες στο σώμα μου.

 

Λοιπόν – είπε ο Βαγγέλης – η ζωή δεν είναι απάτη∙

λοιπόν δεν είναι μόνο ο θάνατος∙ δώσε και πάρε τη λέξη, την πράξη∙ ώχ – είπε

θα πάρουμε το μερτικό μας και το δίκιο μας με λόγο και πράξη∙

υπάρχει το υπάρχω∙ υπάρχει συνέχεια∙ ώχ∙

στα φαρδιά τζάμια των καταστημάτων είδα

τ’ αγάλματα ολάκερη στρατιά, κατέβαιναν στη διαδήλωση

είδα μαζί και τους άλλους που δεν είταν αγάλματα

κρατούσαν μεγάλα πλακάτ με συνθήματα: ψωμί, ελευθερία, έρωτας,

κρατούσαν σημαίες και μικρότερα αγάλματα∙ φαινόταν

καθρεφτισμένη πάνω στις βιτρίνες η λευκή παρέλαση

και μέσα στις βιτρίνες τα κόκκινα μαγιό, τα ψαροντουφέκια, οι γυάλινες μάσκες, τα γαλάζια βατραχοπέδιλα

είταν ωραία αυτή η αντιστοιχία

είταν ωραία που την προσέξαμε∙ γεννιόταν το νερό∙ κυλούσε∙

μεγάλωνε η ρευστότητα∙ επιταχυνόταν∙ κι άξαφνα

η πρώτη ντουφεκιά η αντίστροφη, η δεύτερη, η τρίτη∙

δε στάθηκαν∙ συνέχεια, πορεία, οι νεκροί, τα παιδιά, ξεχτένιστες

γυναίκες, οι δασύτριχοι άντρες

και κάτω απ’ τους μεγάλους διασκελισμένους της μόνης σημαίας

ακούστηκε ο Κώστας φωνάζοντας μέσα του

τι κόσμος θε μου, τι απέραντος ο κόσμος

κι ο ένας σήκωσε ψηλά το βιολί

κι ο δεύτερος τ’ άδειο κλουβί με το φλιτζάνι, τις βέργες και τις δυο

τούφες μπαμπάκι

κι ο τρίτος σήκωσε με τόνα του χέρι απ’ τόνα πόδι την καρέκλα

επάνω στην καρέκλα είταν ένα τεράστιο γάντι πυγμαχίας

κρατώντας τα ίδια τρία λουλούδια. Και τότε τρέχοντας εγώ φώναξα:

Γκραγκάντα

κ’ οι άλλοι κατάλαβαν αμέσως και φώναξαν: Γκραγκάντα

κ’ οι αντίλαλοι απ’ τους λόφους απέναντι καθώς ανεβαίνουμε φώναξαν:

Γκρα και γκα και νντα

και Γκρα και γκα νντα

Γκραγκάντα.

 

Κ’ είταν αλήθεια  Γκραγκάντα.

 —

 —

 

 

                                    Αθήνα, Καρλόβασι,

Ιούνιος – Αύγουστος 1972

 ***

Από τον τόμο Γίγνεσθαι

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: