Τιτίκα Δημητρούλια, Ζ. Δ. Αϊναλής, Η σιωπή της Σίβας

Τιτίκα Δημητρούλια

Ζ. Δ. Αϊναλής, Η σιωπή της Σίβας, εκ. Βακχικόν, 2011

Ένα ποίημα ερωτικο-πολιτικό, εμπνευσμένο από ένα μεσαιωνικό έπος, στο οποίο θεμελιώνεται μυθολογικά η καταγωγή των Αιθιόπων από τον Σολομώντα και τη θρυλική βασίλισσα του Σαβά –μια πίστη την οποία επικαλούνταν ακόμη και ο Χαϊλέ Σελασιέ. Μακέδα, Μπαλκίς/Μπιλκίς, η βασίλισσα του Σαβά, η βασίλισσα του Νότου, πότε σοφή και πότε μάγισσα, πότε άγγελος και πότε δαίμονας, πάντα πανέμορφη, απαντά σε διάφορους πολιτισμούς, τον ιουδαϊκό, τον ισλαμικό, τον χριστιανικό, σε διάφορα κείμενα, από τη Βίβλο και το Κοράνι ως το Ταλμούδ και τον μυστικιστικό χριστιανισμό. Τη ζωγράφισε ο Πιέρο ντε λα Φραντσέσκα, πέρασε στην όπερα με τον Γκουνό κι έγινε ορατόριο από την Χαίντελ, τη συναντούμε στον Φλωμπέρ και τον Νερβάλ, στον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου και στο Ταξίδι στην Ανατολή αντίστοιχα, αλλά και στον Λεοπόλντ Σενγκόρ στην «Ελεγεία για τη βασίλισσα του Σαβά».

Όλα αυτά είναι βέβαιο ότι τα γνωρίζει ο Αϊναλής, ένας από τους πιο λόγιους ποιητές της γενιάς του, και σχετίζονται, άλλωστε, με την επιλογή του. Ο συγκρητισμός, ο μύθος, η αφρικανική παράδοση, όλα είναι στοιχεία που ταιριάζουν με μια αισθητική η οποία σαφώς σφραγίζεται από τον ρομαντισμό και τις πρωτοπορίες, με έντονη την εξεγερσιακή τους συνιστώσα. Ο Αϊναλής εμφανίστηκε στην ποίηση με την Ηλεκτρογραφία το 2006 και ακολούθησαν τα πεζόμορφα κείμενα των Αποσπασμάτων, το 2008. Η φωνή του ήταν εξαρχής διακριτή, όχι μόνο για το μέταλλο αλλά και για την επεξεργασία της, και τη συμμόρφωσή της προς ένα αισθητικό πρόταγμα, που τελικά αντί να την δεσμεύει την απελευθερώνει. Σήμερα, μετά από δοκίμια και μεταφράσεις, επιστρέφει με ένα ηλεκτρονικό βιβλίο, επιδιώκοντας με την ηλεκτρονική έκδοση να αντιπαλέψει, όπως λέει στην εισαγωγή του, την εμπορευματοποίηση του εκδοτικού χώρου και την αποξενωτική διαμεσολάβηση ανάμεσα στον ποιητή και το κοινό του –ένα κοινό που παραδέχεται και ο ίδιος ότι ιστορικά δεν υπήρξε ποτέ μεγάλο, ακόμη και στις «μυθικές» εποχές της αβάν-γκάρντ, στις αρχές του 20ου αιώνα.

Παρότι η εισαγωγή του περί εκδόσεων είναι άκρως προκλητική, εδώ θα σταθούμε στην ποίηση του και μόνο, σ’ αυτό το ποίημα το εμπνευσμένο από το Κέμπρα Ναγκάστ, τη «Δόξα των Βασιλέων»,  το οποίο δηλώνει την πολιτική του φύση από τους πρώτους κιόλας στίχους της συλλογής: «Τα δάχτυλα των ψηφοφόρων πρέπει να κοπούν από τη ρίζα / μου είπες / και πήρες να ταξιδεύεις σε μιαν άγνωστη θάλασσα.» Το απόσπασμα που ο Αϊναλής θέτει ως προμετωπίδα αφηγείται το επεισόδιο του δαχτυλιδιού που ο Σολομώντας έδωσε στη βασίλισσα του Σαβά ώστε, αν αποκτήσει γιο δικό του, να του τον στείλει μ’ αυτό για γνωριμιά. Ο γιός αυτός γεννιέται κι είναι ο Μενελίκ, ο γεννήτορας των Αιθιόπων που έκλεψε την Κιβωτό της Διαθήκης, με τον εξηρμένο μονόλογο του οποίου κλείνει το ποίημα.

Με έντονους βιβλικούς απόηχους και συνδηλώσεις του Άσματος Ασμάτων –το οποίο παραθέτει στην αρχή και τους δικού του, αφρικανικού, ποιήματος ο Σενγκόρ–, ο Αϊναλής ξαναγράφει τη μυθική συνάντηση, το θάμβος και το θαύμα, τη γέννα και την αναγέννηση, τον θάνατο του πατέρα και την κληρονομιά, το τέλος και την ενδεχόμενη νέα αρχή, με όρους υπαρξιακο-πολιτικούς και με ένα λόγο που ασκείται στην ανοικείωση και την αποαυτοματοποίηση. Ο έρωτας ως γονιμοποιός εκκένωση που ηρεμεί το αίμα, η σιωπή ως δρόμος για τα ανείπωτα, η σκοτεινότητα της ψυχής και του κόσμου: εικόνες διπλοτυπωμένες στα λόγια των προσώπων, που απευθύνονται στον άλλον ακόμη κι όταν αναζητούν εναγωνίως τον εαυτό τους, προσώπων που ενδύονται, μέσα από το μύθο, το βίωμα για να αναχθούν σε αρχετυπικές μορφές. Ο λόγος αποσυνδέεται από το ομιλούν υποκείμενο, το οποίο ψάχνει τον εαυτό του, τον αφηγείται σαν ποτάμι, κι η Ιστορία και ο καιρός στον μονόλογο του Σολομώντα, κι η αρχετυπική-συμβολική πατροκτονία μετά τον έρωτα και τη γέννηση του τέκνου.

Ο Αϊναλής, με άξονα έναν πολύσημο και βαθιά συμβολικό μύθο, χτίζει ένα ποίημα εξίσου πολύσημο. Με άξονα τη γνώση, το ποίημα ανοίγεται στο εγώ, που αναζητά το στίγμα του, στον άλλον που γίνεται το άλλο του μισό, στον τρελό έρωτα, στο παιδί που γίνεται η συνέχεια, στην αντίληψη του κόσμου πριν και μετά την πράξη. Και πάλι απ’ την αρχή, στο εμείς ενός κόσμου άγριου και πικρού, όπου οι ψηφοφόροι φέρνουν τη Μεγάλη Νύχτα και τα παιδιά του ανθρώπου χάνουν τα χαρακτηριστικά τους. Χάσματα στον λόγο του Μενελίκ σημειωμένα με αγκύλες, τόνος προφητικός για μια εποχή, για έναν κύκλο που τελειώνει, αλλά και τον επόμενο που ετοιμάζεται –άραγε με το κοσμικό χρυσαυγό, το φορτισμένο με την τόσο αρνητική συνδήλωση από το σύγχρονο αυγό του φιδιού;– κείμενο των Γραφών για το σήμερα ενός πολιτισμού που αυτοκαταλύεται.

Πυκνό διακείμενο που δημιουργεί επίπεδα ανάγνωσης, λόγος ασθμαίνων και παράφορος αλλά καθόλου αυθόρμητος, σαφής επιλογή διατάραξης των συνταγματικών σχέσεων ως εργαλείο ανανέωσης της γλώσσας και, επομένως, του κόσμου, υπέροχες εικόνες που δεν τελειώνουν μέσα στο ποίημα, αλλά στη ματιά του αναγνώστη, μέσα από τις δικές του προσλαμβάνουσες. Ο Αϊναλής επανέρχεται με τον πιο γόνιμο τρόπο στην πρωτοπορία, με μια προκλητική μοντερνιστική αισθητική και ένα υπέροχο ποίημα.

 —

Περιοδικό Τα Ποιητικά, τχ. 7, Σεπτέμβριος 2012

Advertisements

Ένα Σχόλιο to “Τιτίκα Δημητρούλια, Ζ. Δ. Αϊναλής, Η σιωπή της Σίβας”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: