Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Οι Δώδεκα

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

Οι Δώδεκα – Μια Ημιτελής Συμφωνία

(2011)

Αθήνα. Κέντρο βαθιά: κατ’ όπου αγέλη. Κι’ ήλιος φτερούγα δεν αρκεί – νυκτώνει δυο σκιές έξω απ’ τον άνεμο: στην πέτρα και τα πράσινα ερπετά του. Κι’ η πρώτη: δράμει χέρι δύσλυτο – κάτι λιγνό σαρκός και ρούχο τρίχινο· ως που και χάνεται αλάτι γη σε δάχτυλα άνθρωπο νεκρά. Κι’ η δεύτερη ταράσσει ανέγνωρη, βραχνή λαλιά στην κλήση: Ναθαναήλ     

 

: Πότ’ έθρεψε κάτι αγαθό στα σπλάχνα της

αυτή η πόλη   – πότ’ έδωσε κρίνο ανθό τη γέννηση

πάνω σε κόψη αγκάθια; Και τώρα

πώς γέρνει το σκούρο βυζί της

 

 

σε στόμα προφήτη;

 

Χθες, μόλις:

έμποροι   και αυλικοί   κι’ ιερείς   και πατριώτες

μετρούσαν νόμισμα χαλκό τη ράτσα των παιδιών τους

στον πάγκο ενός θεού ενεχυροδανειστή.

 

Σ Κ Υ Λ Ι Α   Φ Υ Λ Α Τ Ε   Τ’   Α Φ Ε Ν Τ Ι Κ Α   Σ Α Σ

: Η οφειλή του κτήνους σε άνθρωπο και τη ξεθάβουν

χώμα κόκαλο στο πτώμα Ελλάδα.

 

Ύστερα   πληρώνεις πορφύρα αμέθυστο

για ένα γυαλί σκοτάδι: κανένας δεν εγείρει άρνηση

στον έμπορο παροξυσμό μίας τέτοιας πράξης.

 

Ας είναι   Δεν διατίθεμαι

να σύρω το Κακό από το πνεύμα Του.

 

Μόνο ποιος χόρτασε βυθό   τα πάθη ως την τρέλα

γνωρίζει –φάσμα– τον τυφλό θόρυβο της ψυχής:

γλώσσα κομμένη πυρετός σ’ ένα πηγάδι νύκτα

κι’ έρημος νύχια   κοφτερά σπαρακτική.

 

Στάσου! Ακόμη διεκδικώ το μέρισμα

σε δύο σίδερα καρφί   – το λιγότερο, σπορά·

θέλω να πω   Κάποτε κι’ ο βωμός

σηκώνει τους νεκρούς στον ουρανό του.

***

Τσαμαδού. Στέκι μεταναστών. Πέτρος σκοτάδι ασάλευτο στέκεται ώμους στο παράθυρο. Δεν βιάζεται σιωπή. Δεν σκέπτεται τη νύκτα άνθρωπος. Κάποτε μόνο τον ακολουθεί στήθος ανάσα κόψη το σκότος του ομοαίματου.  

 

Μαίνεται   Ακούς;   Με δοκιμάζει.

Πλάσμα ή τι; –αν δεις– πάντα

κάτι λοφίο ψηλότερο από φράκτη.

Ξέρω: σύρει κραυγή ως να χαράξει

καύκαλο ο κήπος κι’ έντομα

στις κόγχες του θανάτου.

Μα δεν σπαράσσει   Δεν πληροί

καν την κάτεργη ροπή του πνεύματος:

κείνο το δούλο φως

που καταυγάζει τρέλα σίδερο

μόλις τυφλώσει πλήθος τα μάτια ερπετό

στην πέτρα η εξουσία.

 

Παρανοώ   Κύριε;   Κι’ όμως:

δουλεύω σκοτεινά

τρεις λόγους άρνηση

τον οίκτο   Φθονώ το κίνημα

που νέμονται τα χέρια Του

καταπώς δεξιώνεται   την Πόρνη

τον Τελώνη   τον Ληστή.

Στοχάσου: αν απελπίζεται αίμα

τη δορά του αγριμιού ως την εκούσια θυσία;

– πιο φρικτά: αν γέρνει αγκάθι βλέφαρα

μέσα στον ύστερο πατέρα;

Ποιος υπομένει πως το κτήνος δοκιμάζει νύχια

σ’ ένα σχήμα ανθρώπινης διανοίας;

 

Σπλαχνίσου   Κύριε:   γκρεμίζεται

στέγη ο ουρανός επάνω μας

και πρέπει   Εγώ να τον στεριώσω.

Ένα Σχόλιο to “Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Οι Δώδεκα”

  1. Τίμιο. Αρμονικό με τις μέρες μας. Είτε το λέμε είτε όχι.Φαίνεται φορτωμένο στην αρχή,μα τελικά οι λέξεις κάθονται ήσυχα παρά
    το βάρος τους. Στην ακοή μας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: