Θωμάς Ιωάννου, Ιπποκράτους 15

Θωμάς Ιωάννου

Ιπποκράτους 15

(Σαιξπηρικόν, 2011)

 —

 —

Αυτοψία

 

Όταν τον έβγαλαν απ’ τη θάλασσα

Έκανε μέρες να στεγνώσει

 

Σαν το χταπόδι τον χτύπησαν

Να μαλακώσει κάπως η ψυχή του

Αλλά αυτός δεν έβγαζε απ’ το στόμα του

Την τελευταία του λέξη

Δεν έλεγε να καθαρίσει

Από τη στερνή του επιθυμία

 

Κι η αρμύρα στο κορμί του

Λες και ιδρώτας ήταν της θάλασσας

Καθώς μπήκε και βγήκε μέσα της

Με τη σφοδρότητα των εραστών

Που ξέρουν πως κάθε φορά

Μπορεί να ‘ναι κι η τελευταία

 

Ανάμεσα στα δόντια του

Πεισματικά κρατούσε ένα κοχύλι

Από εκείνα που μάζευε παιδί

 

Ενθύμιο των βυθών

Φυλαχτό για όσους

Θέλησαν να περπατήσουν

Πάνω στη θάλασσα

Το ύψος της αποτυχίας

 

Όταν ο χρόνος που μου δόθηκε

Χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι

Ζητώντας τα ρέστα του

Με τι ύψους αποτυχίας επιταγή

Θα τον πληρώσω;

 

Όμως μόνο τοις μετρητοίς

Εξοφλάται ο καιρός

Με ήττες πολλών μηδενικών

Και με ζεστό ρευστό αίμα

Το πιο σκληρό του κόσμου νόμισμα

 

Αλλιώς χωρίς πρόσωπο στην αγορά

Προσημειώνεται η ύπαρξη σου

Και βρίσκεσαι υπόχρεος

Μιας αλυσίδας αποτυχιών

Χρεώστης απογοητεύσεων

Οφείλοντας να κομίζεις διαρκώς

Εγγυήσεις της ανεπάρκειας σου

 

Στερούμενος ακόμη και του δικαιώματος

Να εξαργυρώσεις

Εδώ και τώρα

Το δικό σου μερτικό στη συντριβή

 

Δίχως το μέλλον μου

Έρχομαι δίχως το μέλλον μου

 

Ποιητές που θαύμασα

Μου γύρισαν την πλάτη

Κορίτσια που αγάπησα

Ταΐζουν αγάλματα στις πλατείες

Μαρμαρωμένες επιθυμίες

Που έγιναν δημόσια θεάματα

 

Τις νύχτες αγρυπνώ

Τραγουδώντας παράφωνα όνειρα

Στις παραλίες που ξάπλωσα

Υπό το σεληνόφως

Δεν ξαναγύρισα αθώος

 

Δεν τη γνωρίζω πια

Τη φωνή της πίστης μου

 

Δεν είμαι εγώ αυτός

Που καλεί ο πετεινός

Κάθε που ξημερώνει

Παράλυση βλέμματος

Πασχίζεις

Να καθαρίσεις το πρόσωπο σου

Από τα βλέμματα των άλλων

 

Όμως αυτά παραμόρφωσαν

Τόσο την εικόνα σου

Που δεν θυμάσαι πια

Πώς έβλεπες τον εαυτό σου

Τότε που τα μάτια σου

Αλλοιθώριζαν προς το αόρατο

 

Τώρα πια βλέπεις το πρόσωπο σου

Με τα μάτια τους

Και είναι αργά να αλλάξεις οπτική γωνία

Ή να αποκτήσεις ένα νέο πρόσωπο

 

Παρατηρώντας το βλέμμα τους

Πάνω στη ζωή σου

Παρέλυσε το δικό σου βλέμμα

Κι έμεινες να κοιτάς τον εαυτό σου

Μέσα από την κλειδαρότρυπα των άλλων

 

Άνθρωπος που δεν πίστεψε

Στα ίδια του τα μάτια

Έντιμος συμβιβασμός

 

Σε πλησιάζουν με το χαμόγελο ακριβείας τους

Με τον ισορροπημένο λόγο τους

Σε χτυπούν στην πλάτη

Με την οικειότητα του εκ του πλησίον μίσους

 

Μάθανε βλέπεις να οικειοποιούνται

Ακόμα και τους χτεσινούς εχθρούς

Να συμφιλιώνονται με τα πάθη τους

Ληθοβολώντας τη μνήμη

Πετώντας πέτρες στη θάλασσα

Για να σωπάσει η ταραχή της

 

Όσο κι αν αντιδράσεις στην αρχή

Και θελήσεις τις γωνίες σου

Οξείες να κρατήσεις

Κι αυτό το σπάσιμο στη φωνή να σε προδίδει

Στο τέλος θα συναινέσεις

Να επιμεληθούν άλλοι την εξαφάνισή σου

 

Θα φτιάξουν αυτοί τον κόμπο στο λαιμό σου

Προσδίδοντας επισημότητα στη λύπη σου

Σα να δένουν τη γραβάτα γλώσσα τους

 

Κάθε σύσπαση των χειλιών σου

Και μορφασμός

Θα συντονιστεί με το δημόσιο αίσθημα

Κάθε σου λέξη θα αποζητά επικύρωση

Από μια διευρυμένη

Από μια συντριπτική πλειοψηφία

 

Κι αν μειοψηφήσει κάποια τύψη

Που δεν πείστηκε για τις προθέσεις σου

Μην απολογηθείς

Δίκη προθέσεων θα κάνουμε τώρα;

 

Το ουσιώδες είναι

Ότι απέφυγες τα χειρότερα

Συνάπτοντας έναν καθ’ όλα

Έντιμο συμβιβασμό

 

Ιπποκράτους 15

Φοράς πάλι το ίδιο σώμα

Ξέχασες όμως να κουμπώσεις

Την επίμαχη πληγή

Προκαλώντας το παρελθόν

Να επέμβει

 

Όμως αυτό αδιάβροχο στέκει

Στην απέναντι όχθη

Δεν αποδέχεται τη διαιτησία του χρόνου

Αποσύρεται κι η στάθμη του

Διαρκώς χαμηλώνει στη ζωή μας

Αφήνοντας τα σώματα μας ακάλυπτα

 

Και τα βλέμματά μας

Αποτυγχάνουν να διασταυρωθούν

Γέφυρες που δεν φτάσανε στην άλλη όχθη

Κι έμειναν χέρια που τείνουν

Μα φευ τους προλαβαίνει ο καιρός

Και ούτε μια στάλα σμίξιμο

Δεν απομένει στην αφή

 

Κι εκεί που έλεγες θα μας σκεπάσει

Ένας ποταμός, ένα ρέον πάθος ορμητικό

Που θα σαρώσει τα φράγματα

Μια στέγνα τώρα στο στόμα

Κι οι λέξεις μας ξεζουμισμένες

 

Τι γύρευες στην Ιπποκράτους

Με τα μαλλιά σου λυτά;

Ένα σμάρι φόβων

Που διέσχιζε την άπνοια

 

Αργοπορούσε η μέρα στο πρόσωπό σου

Και τα δάχτυλα σου ξεχάστηκαν

Επάνω στο παλτό μου

Λες και γυρεύαν το κουμπί μου

 

Άργησε να προχωρήσει

Σε άλλο πλάνο ο Θεός

Βράδιασε

Κι ο ήλιος εκεί

Να στέκει παρείσακτος

 

Μεσίστιο φως

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: