Antonin Artaud, Le Pèse-nerfs

Antonin Artaud

Από τη συλλογή Le se-nerfs[1]

(1925)

 

 Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής


    Αισθάνθηκα τότε και πραγματικά ότι ανακόπτετε την ατμόσφαιρα γύρω μου, ότι παριστάνετε το κενό ώστε να μου επιτρέψετε να προχωρήσω, ώστε να δοθεί ένας χώρος σε κάτι εντός μου που υπήρχε δυνάμει μόνο ακόμα, σε μια ολάκερη εικονική βλάστηση, και που όφειλε να γεννηθεί, χάρη στην επιθυμία που ο χώρος που της δινόταν της γεννούσε.

Πολλές φορές βρέθηκα σ’ αυτήν την κατάσταση του απίθανου παράλογου, ώστε να δοκιμάσω να γεννήσω εντός μου τη σκέψη. Δεν υπάρχουμε πολλοί σ’ αυτήν την εποχή που θελήσαμε να κακοποιήσουμε τα πράγματα, να δημιουργήσουμε εντός μας διαστήματα ελεύθερα για τη ζωή, διαστήματα που δεν ήταν και δεν φαίνονταν να έπρεπε να βρουν τη θέση τους στο χώρο.

Κι όμως πολλές φορές εξεπλάγην από τούτη την ισχυρογνωμοσύνη του πνεύματος να επιθυμεί να στοχάζεται σε διαστάσεις και σε διαστήματα, και να συγκεντρώνεται σε καταστάσεις αυθαίρετες πραγμάτων ώστε να στοχάζεται, να στοχάζεται με θραύσματα, με κρυσταλλοειδή, έτσι ώστε κάθε τρόπος του όντος να παραμένει στερεοποιημένος σε μιαν έναρξη, έτσι ώστε η σκέψη να μην είναι σε άμεση και αδιάκοπη επικοινωνία με τα πράγματα, αλλά με τέτοιον τρόπο ώστε αυτή η εμμονή, αυτή η συγκέντρωση, ετούτο το ψύχος, αυτό το είδος της μνημειοποίησης της ψυχής να παράγεται κατά κάποιον τρόπο ΠΡΙΝ ΤΗ ΣΚΕΨΗ. Πρόκειται προφανώς για την απαραίτητη προϋπόθεση της δημιουργίας.

Αλλά εξεπλάγην ακόμα περισσότερο από αυτήν την ακαταπόνητη, μετεωρική ψευδαίσθηση, που φυσά εντός μας αυτές τις καθορισμένες, περιγεγραμμένες, στοχασμένες  αρχιτεκτονικές, αυτά τ’ αποκρυσταλλωμένα θραύσματα ψυχής, σαν να μην ήταν αυτά παρά μια μεγάλη σελίδα, εύπλαστη και σε όσμωση με το υπόλοιπο της πραγματικότητας. Και η υπερπραγματικότητα[2] είναι σαν μία πύκνωση, σαν μία ξαφνική συγκέντρωση σε ένα και μόνο σημείο της όσμωσης αυτής, ένα είδος ανταποδομένης επικοινωνίας. Αδυνατώντας να διακρίνω έναν περιορισμό του ελέγχου, βλέπω αντίθετα έναν ακόμη στενότερο έλεγχο, έναν έλεγχο όμως που αντί να δρα, δυσπιστεί, έναν έλεγχο που εμποδίζει τα συναπαντήματα της καθημερινής πραγματικότητας και επιτρέπει τα πλέον εκλεπτυσμένα και τα πλέον σπάνια συναπαντήματα, συναπαντήματα τόσο εξαίρετα λεπτεπίλεπτα ίσαμε τη χορδή, που παίρνει φωτιά και που ποτέ δεν σπα.

Οραματίζομαι μια κατεργασμένη ψυχή που ν’ αναδίνει το θειάφι και το φώσφορο από τούτα τα συναπαντήματα ως την αποκλειστικά αποδεκτή επικράτεια της πραγματικότητας.

Είναι όμως κι εγώ δεν ξέρω ποια ακατονόμαστη, άγνωστη διαύγεια που μου δίνει τον τόνο και την κραυγή και τα κάνει ν’ αντηχούν μέσα μου. Τα αισθάνομαι σε μια συγκεκριμένη ολότητα αδιάλυτη, θέλω να πω στην αίσθηση εκείνη που καμιά αμφιβολία δεν δύναται να δαγκώσει. Κι εγώ σε σχέση μ’ αυτά τα διεγερτικά συναπαντήματα, βρίσκομαι σε μια κατάσταση ελάσσονος δόνησης· θα ήθελα για μια στιγμή να φανταστείτε ένα μη-είναι ακινητοποιημένο, μία μάζα πνεύματος να δραπετεύει για κάπου, να γίνεται εικονικότητα.

***

 

    Έναν ηθοποιό τον βλέπει κανείς σαν μέσ’ από κρύσταλλα.

Η έμπνευση στο κεφαλόσκαλο.

Δεν πρέπει ν’ ασχολείται πολύ κανείς με τη λογοτεχνία.

***

Δεν στόχευα παρά στην ωρολογοποιεία της ψυχής· δεν μετέγραψα παρά τον πόνο μιας εκτρωματικής συναρμογής.

Είμαι μια άβυσσος ενδελεχής. Όσοι με θεωρούν ικανό για έναν πόνο απόλυτο, για έναν πόνο υψηλό, για αγωνίες σαρκώδεις κι εντελείς, για αγωνίες ένυλες σαν μείγμα αντικειμένων, για ένα αναβράζων άλεσμα δυνάμεων και όχι κάποιο σημείο εκκρεμές

– με παρορμήσεις ωστόσο ταραγμένες, που ξεσκίζουν, που πηγάζουν απ’ την αντιπαράθεση των δυνάμεων μου με τούτες τις αβύσσους του δωρεάν απόλυτου,

(της αντιπαράθεσης των δυνάμεων στο ύψιστο της έντασης)

και δεν απομένουν παρά οι άβυσσοι ογκώδεις, η σύλληψη, το ψύχος, –

όσοι λοιπόν μου αποδώσανε περισσότερη ζωή απ’ όση έχω, που με σκεφτήκανε λιγότερο κι από την πτώση του εγώ, που με νομίσαν βυθισμένο σε κάποιον βασανισμένο ορυμαγδό, σε μια βίαιη μελανότητα που αντιμάχομαι με βία

– είναι χαμένοι στα σκοτάδια του ανθρώπου.

***

    Στον ύπνο, νευρώνες τεντωμένοι κατά μήκος των ποδιών.

Ο ύπνος προερχόταν από μια μετάθεση της πίστης, χαλάρων’ ο κλοιός και το παράλογο με βάδιζε στα πόδια.

***

    Οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι η νόηση δεν είναι παρά μια αχανής ενδεχομενικότητα και ότι είναι δυνατόν να την απολέσουμε, όχι όπως ο αλλοτριωμένος που είναι νεκρός, αλλά όπως ένας ζωντανός που εξακολουθεί να βρίσκεται εν ζωή και ο οποίος συναισθάνεται τα θέλγητρα και την ανάσα (της νόησης, όχι της ζωής).

Το ερέθισμα της νόησης κι αυτή η βίαιη αναστροφή των μελών.

Οι λέξεις στα μισά του δρόμου της νόησης.

Αυτή η πιθανότητα να σκέφτεσαι στο πίσω μέρος του μυαλού και να βρίζεις ταυτόχρονα τη σκέψη.

Αυτός ο διάλογος εντός της σκέψης.

Η απορρόφηση, το σχίσμα απ’ το όλον.

Και ξαφνικά αυτό το δαχτυλίδι του νερού σε κάποιο ηφαίστειο, η ελάχιστη και επιβραδυμένη πτώση του πνεύματος.

***

    Να βρίσκεσαι ξανά σε μια κατάσταση ακραίας δόνησης, επιφωτισμένος ξαφνικά από την α-πραγματικότητα, με μια γωνιά στο βάθος του εαυτού σου με μόνα τα σπαράγματα του πραγματικού κόσμου.

***

Να στοχάζεσαι δίχως την παραμικρή παύση, χωρίς κανένα ρήγμα, δίχως καμιά ενέδρα εντός της νόησης, χωρίς εκείνα τα μασκαρέματα στα οποία σε υποβάλλουν και σε υποχρεώνουν και στα οποία μέχρι και το μεδούλι σου είχε ίσαμε τώρα συνηθίσει, απ’ την παράδοση και την αδράνεια, καθώς που ο ασυρματιστής στα ρεύματα.

Το μεδούλι μου καμιά φορά διασκεδάζει μ’ αυτά τα παιγνίδια, αρέσκεται σ’ αυτά τα παιγνίδια, αρέσκεται σ’ αυτές τις ύπουλες απαγωγές από το βάθος των οποίων η κεφαλή της νόησης μου προεδρεύει.

Δεν θα μου χρειαζόταν ίσως παρά μία και μόνο λέξη, μία μικρή, απλή, ασήμαντη λεξούλα, ώστε να είμαι υψιπετής και να μιλώ στον τόνο των παρελθόντων προφητών, μια λέξη-μάρτυρας, μια λέξη συγκεκριμένη, μια λέξη εκλεπτυσμένη, μια λέξη μουλιασμένη στο μεδούλι μου, βγαλμένη από μένα, που θα κρατιόταν στις εσχατιές του είναι μου,

και που, για τον υπόλοιπο κόσμο, δεν θα σήμαινε τίποτα.

Είμαι ο αυτόπτης μάρτυρας, ο μόνος αυτόπτης μάρτυρας του εαυτού μου. Αυτά τα φλούδια των λέξεων, αυτές οι ανεπαίσθητες μεταμορφώσεις της σκέψης μου σε χαμηλή φωνή (από εκείνο το απειροελάχιστο τμήμα της σκέψης μου που προσποιούμαι πως ήταν ήδη σχηματισμένο και το οποίο εκτρώνω),

πάντων χρημάτων μέτρον μόνος.

***

Η αδιάπτωτη συρρίκνωση του κοινού επιπέδου της πραγματικότητας.

 ***

    Κάτ’ απ’ αυτό το σακί από δέρμα και κόκαλα, το κεφάλι μου, υποβόσκει μια αγωνία αδιάπτωτη, όχι σαν ζήτημα ηθικό, σαν τις εκλογικεύσεις μιας φύσης ηλιθιωδώς ακριβολόγας, ή κατοικημένης απ’ την μαγιά κατοπινών ανησυχιών και κατευθυνόμενης προς άγνωστες κορφές, αλλά σαν μια (μετάγγιση)

στο εσωτερικό,

σαν αποποίηση της ζωτικής ουσίας μου,

σαν τη φυσική και ουσιώδη απώλεια

(θέλω να πω απώλεια απ’ τη σκοπιά της ουσίας)

ενός κάποιου νοήματος.

***

Μια αδυναμία ν’ αποκρυσταλλώσεις ασυνείδητα, αδιάφορο σε ποιο βαθμό, το σπάσιμο του αυτοματισμού.

***

Το δύσκολο είναι να βρει κανείς τη θέση του και ν’ αποκαταστήσει την επικοινωνία με τον εαυτό του. Το όλον βρίσκεται θαμμένο μες στη διαρκή χιονόπτωση των υλικών πραγμάτων, σ’ εκείνο το διανοητικό λατομείο που συγκεντρώνεται και στενεύει γύρω από εκείνο ακριβώς το σημείο που πρέπει τώρα ν’ ανακαλύψεις.

Κι ιδού εγώ αυτό που σκέφτομαι στη σκέψη:

ΒΕΒΑΙΩΣ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΕΜΠΝΕΥΣΗ.

Και υπάρχει ένα φωσφορίζον σημείο όπου όλη η πραγματικότητα συγκεντρώνεται εκ νέου, αλλαγμένη, μεταστοιχειωμένη, – κι από τι; – ένα σημείο χρήσης μαγικής των υλικών πραγμάτων. Κι εγώ που πιστεύω βαθιά στους διανοητικούς αερόλιθους και στις ατομικές κοσμογονίες.

***

Κι όμως γνωρίζετε καλά τι σημαίνει η εκκρεμής αισθαντικότητα, αυτό το είδος της ζοφερής και σκισμένης στα δυο ζωτικότητας, αυτό το σημείο της απαραίτητης συνοχής όπου το είναι σταματάει ν’ αυξαίνει, αυτό το σημείο που σ’ απειλεί, αυτό το σημείο που σε συνθλίβει.

***

Καλοί μου Φίλοι,

αυτά που τόσην ώρα διαβάζετε περνώντας τα για έργα μου δεν είναι παρά τα περιττώματα μου, τα φλούδια κείνα της ψυχής που κανένας άνθρωπος κανονικός δεν θα καλοδεχόταν.

Κι όσο για το αν έχω πάψει πλέον ή πήρα με λύσσα πιότερη ακόμα να πονάω, δεν είναι εκεί το ζήτημα, κατά πως με ρωτάτε, ο ίδιος ο πόνος είν’ το ζήτημα και τούτη η επίμονη και βασανιστική, αργή του πνεύματος υποστολή.

Ιδού, λοιπόν, εγώ και γυριστής… στα μέρη εκείνα τα παλιά που ξαναβρήκα την ίδια φρενήρη αίσθηση της νάρκωσης και του ιλίγγου, τούτη την βίαιη και ανεξέλεγκτη του ύπνου ανάγκη, αυτήν την ξαφνική απώλεια όλων των δυνάμεων μου εντός του συναισθήματος του πόνου αχανούς, της στιγμιαίας κατάπτωσης.

***

    Όντας ένας εντός ενός πνεύματος του οποίου κανένα μέλος δεν σκληραίνει, και που δεν αντιλαμβάνεται στα ξαφνικά την ψυχή στη ζερβή μεριά, εκεί όπου ‘ναι η καρδιά. Όντας ένας για τον οποίο η ζωή δεν είναι παρά ένα σημείο και που η ψυχή δεν τεμαχίζεται σε φέτες μήτε το πνεύμα ξεκινά. Εν αρχή ην, εν αρχή ην.

***

Είμαι ηλίθιος επειδή καταστέλλω τη σκέψη, επειδή κακοσχηματίζω τη σκέψη, είμαι κενός επειδή ματαιώνω τη γλώσσα μου.

Κακός σχηματισμός, κακή  δόμηση, κακή χωροταξία ενός συγκεκριμένου αριθμού υαλωδών σωματιδίων των οποίων κάνεις μια χρήση τόσο αλόγιστη. Μια χρήση που κι εσύ ο ίδιος αγνοείς και που ποτέ σου δεν της παραστάθηκες.

Όλοι οι όροι που επιλέγω για να στοχαστώ είναι για μένα όροι με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, όροι-όρια, πραγματικές καταλήξεις, οι αποκορυφώσεις των διανοητικών μου δυνάμεων, αντικατοπτρίζουν όλα τα στάδια από τα οποία διήλθε και στα οποία υπέβαλλα τη σκέψη μου. Αισθάνομαι πραγματικά εντοπισμένος σε ένα και μόνο σημείο από τους όρους μου. Κι αν λέω πως αισθάνομαι πραγματικά εντοπισμένος σε ένα και μόνο σημείο από τους όρους μου, είναι επειδή δεν τους αναγνώριζα ως έγκυρους βαθιά μέσα στη σκέψη μου ενώ σκεφτόμουν. Αισθάνομαι πραγματικά παραλυμένος, ακινητοποιημένος απ’ τους όρους μου, από την αλληλουχία των καταλήξεων. Και, όσο αλλού κι αν βρίσκεται αυτές τις στιγμές η σκέψη μου, δεν μπορώ παρά να την κάνω να εκφράζεται ακριβώς μέσα από αυτούς τους όρους που τόσο πολύ αντιφάσκουν μαζί της, τους τόσο παράλληλους και παράλληλα τους τόσο αμφιλεγόμενους, τους τόσο περιοριστικούς έναντι εκείνου που σκέφτομαι που απειλούν αυτές ακριβώς τις στιγμές να με κάνουν να σταματήσω να σκέφτομαι.

***

Αν μπορούσε μόνο κανείς να γευτεί το κενό του, αν μπορούσε ν’ αναπαυτεί στο κενό του, αν δεν ήταν αυτό το κενό άλλος ένας τρόπος του είναι (χωρίς όμως και να είναι τελείως ο θάνατος)…

Είναι τόσο δύσκολο να πάψεις ξαφνικά να υπάρχεις, να πάψεις να είσαι μέσα σε κάτι. Η πραγματική οδύνη είναι να νιώθει κανείς μέσα του να μετατοπίζεται η σκέψη του. Η σκέψη όμως, ως σημείο, δεν είναι οπωσδήποτε, όχι, οδύνη.

Έχω φτάσει στο σημείο όπου δεν αγγίζω πια τη ζωή, αλλά μαζί της εντός μου όλες τις επιθυμίες κι εκείνη την αδιάκοπη θωπεία του είναι. Δεν έχω πια παρά μόνο μια απασχόληση, να με ξαναφτιάξω απ’ το μηδέν.

***

Μου λείπει η αντιστοιχία των λέξεων κατά τη μεταγραφή των καταστάσεων της ψυχής μου.

«Μα είναι φυσιολογικό, όλος ο κόσμος στερείται τις λέξεις, α, όχι, είστε πολύ αυστηρός με τον εαυτό σας, μα ακούγοντας σας ούτε που το καταλαβαίνει κανείς, μα όχι εκφράζεστε τέλεια στα γαλλικά, μα, επιτέλους, αποδίδετε υπερβολική σημασία στις λέξεις!»

Είστε μαλάκες ως το μεδούλι, απ’ τον εγκέφαλο ως τους ιστούς, είστε μαλάκες, θέλω να σας φωνάξω κατάμουτρα πως είστε σκυλιά, πως γαβγίζετε στα σκοτάδια, πως ΕΙΣΤΕ ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΟΙ να μην καταλάβετε ποτέ. Εγώ τουλάχιστον γνωρίζω τον εαυτό μου, κι αυτό μου αρκεί, κι αυτό πρέπει ν’ αρκεί, γνωρίζω τον εαυτό μου γιατί μου παραστέκομαι, παραστέκομαι στον Αντονέν Αρτώ.

–        Εσύ γνωρίζεις τον εαυτό σου, εμείς, όμως, σε βλέπουμε, βλέπουμε καθαρά τι κάνεις.

–        Ναι, αλλά δεν βλέπετε, δεν μπορείτε να δείτε τη σκέψη μου.

Σε κάθε ένα από τα στάδια της στοχαζόμενης μηχανικής του είναι μου, υπάρχουν τρύπες, σταθμοί, δεν θέλω να πω, καταλάβετε με, μέσα στο χρόνο, θέλω να πω μέσα σε κάποιου είδους διάστημα (εγώ με καταλαβαίνω)· δεν μιλώ για μια σκέψη σε έκταση, μια σκέψη σε διάρκεια σκέψεων, μιλώ για μία και μόνη σκέψη που καταλαμβάνει το όλον εσώτερο. Απ’ την άλλη δεν μιλώ και για μια σκέψη τύπου Pascal, μια σκέψη φιλόσοφου, μιλώ για μια περιβάλλουσα εμμονή, την σκλήρυνση μιας συγκεκριμένης κατάστασης. Τρέχα γύρευε!

Θεωρώ τον εαυτό μου στην ελαχιστότητα του, στα πιο μικρά από τα μόρια του. Βάζω το δάχτυλο στο ακριβές σημείο του ρήγματος, του ανομολόγητου ολισθήματος. Διότι το πνεύμα είναι περισσότερο ύπουλο κι από σας, κύριοι, και ξεγλιστρά σα το φίδι και τρυπώνει στους ουρανίσκους μας και μιλά με τις γλώσσες μας, τις αφήνει μετέωρες.

Είμαι εκείνος, εκείνος που αισθάνθηκε καλύτερα από κάθε άλλον το τρομώδες ξεχαρβάλωμα της γλώσσας του σε σχέση με τη σκέψη του. Είμαι εκείνος που καλύτερα από κάθε άλλον προσανατολίστηκε στην λεπτομερή καταγραφή των πιο εσώψυχων, των πιο ανυποψίαστων ολισθημάτων. Χάνομαι στη σκέψη μου όπως οι άλλοι ονειρεύονται, όπως οι άλλοι επιστρέφουν, όπως εσείς επιστρέφετε ξαφνικά ζητώντας καταφύγιο στη σκέψη σας. Είμαι εκείνος που γνώρισε τα πέρατα της απώλειας.

***

Η συγγραφή είναι η απόλυτη γουρουνιά.

Οι άνθρωποι που βγαίνουν απ’ το αφηρημένο ώστε να δοκιμάσουν να συγκεκριμενοποιήσουν ό,τι μαλακία τους κατεβαίνει στο μυαλό, είναι γουρούνια.

Κάθε λογοτεχνικό σινάφι είναι γουρουνίσιο, κι ιδιαίτερα αυτό της εποχής μας.

Όλοι αυτοί που έχουν ορόσημα μέσα στο πνεύμα τους, θέλω να πω σε ένα συγκεκριμένο σημείο του κεφαλιού τους, σε μια αυστηρά προσδιορισμένη θέση μες στον εγκέφαλο τους, όλοι αυτοί που είναι ή δηλώνουνε κύριοι της γλώσσας τους, όλοι αυτοί για τους οποίους οι λέξεις έχουν σημασίες, όλοι αυτοί για τους οποίους υπάρχουν υψόμετρα στη ψυχή, και ρεύματα στη σκέψη, αυτοί που ενσαρκώνουν το πνεύμα της εποχής και ονοματίζουν τα ρεύματα της σκέψης, όλοι αυτοί που με κάνουν να σκέφτομαι τα μονότονα και προκαθορισμένα γαμήσια τους και εκείνο το σκούξιμο του αυτόματου που σκορπίζει στους τέσσερις ανέμους το πνεύμα τους,

– ΕΙΝΑΙ ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ.

Αυτοί για τους οποίους συγκεκριμένες λέξεις έχουν μια σημασία, και συγκεκριμένοι τρόποι του είναι, αυτοί που κατασκευάζουν τους τρόπους, αυτοί που αντί για αισθήματα έχουν κατηγορίες και συζητάνε με ύφος εννιά καρδιναλίων για τις γελοίες κατηγοριοποιήσεις τους, αυτοί που πιστεύουν ακόμα στους «όρους», αυτοί που αναστατώνονται απ’ τις πρωτοκλασάτες ιδεολογίες της εποχής, αυτοί για τους οποίους οι γυναίκες μιλάνε με τόση ευφράδεια κι εκείνες οι γυναίκες που μιλάνε με τόση ευφράδεια και συζητούν για τα ρεύματα της εποχής, εκείνοι που ακόμα πιστεύουν σε ένα προσανατολισμό του πνεύματος, εκείνοι που ακολουθούν άβουλα τα προκαθορισμένα δρομολόγια, που ενθουσιάζονται με τα ονόματα, που κάνουν τις σελίδες των βιβλίων να ουρλιάζουν, ε, εκείνοι

– ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΑ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΑ ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ.

Τζάμπα μαγκιά, νεαρέ, εξυπνάδες!

Όχι, σκέφτομαι τις βαρύγδουπες κριτικές σας, όλο αφρό κι κούφια λόγια.

Κι όμως εγώ σας το ‘χα πει: ούτε έργα, ούτε γλώσσα, ούτε λέξη, ούτε πνεύμα, τίποτα.

Τίποτα, ει μη μια ωραία Ζυγαριά των Νεύρων.

Ένα είδος ακατανόητης στάσης που τραβάει κατευθείαν στο μέσον του όλου εντός του πνεύματος.

Και μην περιμένετε τώρα να σας ονοματίσω αυτό το όλον, σε πόσα μέρη χωρίζεται, να σας πω το βάρος του, ν’ αρχίσω να περπατάω, να συζητώ περί τούτου του όλου, και συζητώντας ν’ αρχίσω σιγά-σιγά να χάνω τον εαυτό μου και ν’ αρχινήσω έτσι δίχως να το καταλάβω να ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ, – μην περιμένετε να αποσαφηνιστεί, να πάρει σάρκα και οστά, να στολιστεί σα κοκότα με μια πλειάδα λέξεων, ψωριάρικες όλες τους, χωρίς νόημα, όλες διαφορετικές, και ικανές να φέρουν στο φως όλες τις στάσεις, όλες τις αποχρώσεις μιας ιδιαζόντως αισθαντικής και διεισδυτικής σκέψης.

Αυτές οι καταστάσεις που δεν τις ονομάζουμε ποτέ, αυτές οι οριακές καταστάσεις της ψυχής, αυτά τα ενδιάμεσα διαστήματα του πνεύματος, αυτές οι μικροσκοπικές αποτυχίες που είναι ο άρτος ο επιούσιος, αυτό το πλήθος των δεδομένων που μυρμηγκιάζει, – είναι οι ίδιες λέξεις που με χρησιμοποιούν κι αν δεν δίνω την εντύπωση πως κινούμαι άνετα μέσα στη σκέψη μου σε κάθε περίπτωση κινούμαι περισσότερο απ’ ότι εσείς στην πραγματικότητα, γαϊδαροκωλότριχες, γουρουναριό, μετρ του κίβδηλου λόγου, παραχαράκτες, επιφυλλιδογράφοι, θυρωροί, βοτανολόγοι, εντομολόγοι, μάστιγα της γλώσσας μου.

Σας το είπα, δεν έχω πια τη γλώσσα μου, δεν είναι λόγος αυτός για να επιμένετε, για να εμμένετε στη γλώσσα.

Χάιντε, θα γίνω αντιληπτός σε δέκα χρόνια από τους τύπους εκείνους που θα κάνουν ότι κάνετε εσείς σήμερα. Θα διαγνώσουν τους θερμοπίδακες μου, τους παγετώνες μου, θα έχουνε μάθει να εξουδετερώνουν τα δηλητήρια μου, θα αποκαλύψουν τα παίγνια της ψυχής μου.

Τα μαλλιά μου θα έχουν εν τω μεταξύ κυλήσει στον ασβέστη, θα έχουν ξεραθεί οι νοητικές μου φλέβες, θα διατηρήσουν μοναχά τις κτηνωδίες μου, και ο μυστικισμός μου θα φοριέται καπέλο στα κεφάλια σας. Θα δεις να καπνίζουν τις αρθρώσεις της πέτρας, και τα δενδροειδή μπουκέτα των οφθαλμών εσώτερων να αποκρυσταλλώνονται σε παραπληγικά γλωσσάρια, θα δεις να πέφτουν οι αερόλιθοι της πέτρας, θα δεις παντού καλώδια, θα δεις τότε να κατανοούν μια γεωμετρία δίχως διαστήματα, να μαθαίνουν τι θα πει ο σχηματισμός του πνεύματος, θα αντιληφθούν πώς έχασα το πνεύμα.

Θα καταλάβουνε γιατί το πνεύμα μου δεν είναι εδώ, θα δουν όλες τις γλώσσες να εξαντλούνται, θα δούνε να ξεραίνονται τα πνεύματα, όλες τις γλώσσες να μαραίνονται, τις ανθρώπινες φιγούρες να συνθλίβονται, να εξαϋλώνονται, θαρρείς, από βεντούζες αιμοβόρες, θα μείνει μόνο μια λιπαντική μεμβράνη να επιπλέει στον αέρα, μία μεμβράνη λιπαντική και καυστική, μία μεμβράνη με διπλή πυκνότητα, με πολλαπλά επίπεδα, σε ένα διηνεκές ρωγμών, μια μελαγχολική και γυάλινη μεμβράνη, αισθαντική, επίμονη, ικανή να πολλαπλασιάζεται, να διχοτομείται, ν’ αναδιπλώνεται μες των ρωγμών της την ανάκλαση, το νόημα, το θαυμαστό, τις διεισδυτικές και τις δηλητηριώδεις αρδεύσεις,

όλα αυτά τότε επιτέλους θα τα βρούνε

κι εγώ δεν θα χω πια ανάγκη να μιλάω.

***

Η μετάφραση δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πλανόδιον, τ.49 (Αθήνα, Δεκέμβρης 2010) στα πλαίσια αφιερώματος στον Antonin Artaud.

***

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


[1] Πρόκειται ίσως για τη σημαντικότερη ποιητική συλλογή της πρώτης (υπερρεαλιστικής) συγγραφικής περιόδου του Artaud. Ο τίτλος αποτελεί νεολογισμό του Artaud και είναι κατ’ ουσίαν αμετάφραστος στα ελληνικά. Θα τον μεταφράζαμε περίπου ως «Η ζυγαριά των νεύρων». Εν πάση περιπτώσει, το Le se-nerfs περιέχοντας επίσης το «Γράμμα ξεκαθαρίσματος» (ο τίτλος του πρωτότυπου είναι Lettre de nage κατά το «femme de ménage» που σημαίνει «καθαρίστρια», ενώ το ménage σημαίνει «νοικοκυριό») το «Δεύτερο γράμμα ξεκαθαρίσματος» και το «Τρίτο γράμμα ξεκαθαρίσματος» κυκλοφόρησε σε 65 αντίτυπα στην συλλογή «Pour vos beaux yeux», την οποία διηύθυνε ο Louis Aragon, από τις εκδόσεις της Nouvelle Revue Française, την 1η Αυγούστου 1925. Μία καινούργια έκδοση του Le se-nerfs συνοδευόμενη τη φορά αυτή από τα «Αποσπάσματα ενός ημερολογίου της Κόλασης» κυκλοφόρησε στις 9 Μαρτίου 1927 στη Μασσαλία από τις εκδόσεις Cahiers du Sud. Επέλεξα να μεταφράσω ολόκληρο το κύριο σώμα της συλλογής αφήνοντας εκτός τα τρία «Γράμματα». Τα «Αποσπάσματα ενός ημερολογίου της Κόλασης» κυκλοφορούν μεταφρασμένα από τον Στέφανο Ευθυμιάδη, βλ. Antonin Artaud, Η μεγάλη ημέρα και η μεγάλη νύχτα, μτφρ. Στέφανος Ευθυμιάδης, Αθήνα, Αιγόκερως, 2001.

[2] Ο Artaud  χρησιμοποιεί τον όρο «surréalité» παραπέμποντας σαφώς στο κίνημα του υπερρεαλισμού.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: