Έλσα Παπαγεωργίου, Ο Θίασος ή το παρελθόν ανήκει στο μέλλον

Έλσα Παπαγεωργίου

Ο Θίασος ή το παρελθόν ανήκει στο μέλλον

Στο νέο του θανάτου του Θόδωρου Αγγελόπουλου, το πρώτο μέιλ που έλαβα από φίλο και σύντροφο περιείχε το πρώτο δεκαπεντάλεπτο από το Θίασο. Απάντησα με ένα σύντομο απόσπασμα από το Βλέμμα του Οδυσσέα, το γνωστό με τον άλλο μεγάλο απόντα Θανάση Βέγγο, τη φύση και το μπισκότο : «Η Ελλάδα πεθαίνει. Πεθαίνουμε σαν λαός. Δεν ξέρω κι εγώ πόσες χιλιάδες χρόνια ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και αγάλματα. Αλλά αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα ας το κάνει γρήγορα γιατί η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει πολύ θόρυβο. Μωρή φύσηηηη! Μόνη σου είσαι, μόνος μου είμαι κι εγώ. Πάρε ένα μπισκότο.»

Δυό βράδια αργότερα έκατσα να δω τον Θίασο. Σκέφτηκα έπειτα ότι δύο είναι οι μεγάλες αφηγήσεις μέσα από τις οποίες μαθαίνουμε σχεδόν τα πάντα για την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. Και λέω σχεδόν γιατί ποτέ η αφήγηση δεν μπορεί να πει τα πάντα. Ό,τι όμως μπορεί να ειπωθεί για τα ταραγμένα χρόνια που σημάδεψαν αυτή τη γωνιά της Μεσογείου που γνωρίζουμε ως πατρίδα μας, το είπαν οι Ακυβέρνητες πολιτείες του Τσίρκα και ο Θίασος του Αγγελόπουλου. Το πρώτο, αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, έξοχο δείγμα ενός μοντέρνου κομμουνιστικού κοσμοπολιτισμού, αποθεώνει τον τρελό χορό του προσωπικού και του ιστορικού δράματος. Στον Τσίρκα οι ήρωες και οι ηρωίδες είναι πολλοί και πολλές. Ο Μάνος Σιμωνίδης ή «Μεσιέ Καλογιάννος» είναι ο αφηγητής αλλά κι αυτός δεν ξέρει. Μαθαίνει από την Έμμυ, τη Νάνσυ, την Αριάγνη, το Ανθρωπάκι, τον Χέντερλιγκ. Μαθαίνει τόσα πολλά, που στο τέλος πληρώνει με την ίδια του τη ζωή. Γιατί υπάρχει, τελικά, μια βαθιά σχέση ανάμεσα στο θάνατο και τη θέληση για γνώση, όπως μας είπε ο Φουκώ στον πρώτο τόμο της Ιστορίας της Σεξουλικότητας. Η θέληση για γνώση.

 

Έχω περάσει αρκετές φορές με το ΚΤΕΛ από το Αίγιο. Όταν έμαθα ότι η πρώτη και η τελευταία σκηνή στον Θίασο διαδραματίζεται σε σημείο της πόλης, ξαφνιάστηκα και δεν ξαφνιάστηκα. Οι πόλεις της ελληνικής επαρχίας έχουν κάτι το μαγευτικά αλλοπρόσαλο: το παρελθόν. Στην Αθήνα, όπως και σε κάθε μεγάλη πόλη, το παρελθόν ακολουθεί τη λογική του παλίμψηστου. Πολλές ζωές, πολλές ιστορίες, περιορισμένος χώρος, στρώση πάνω σε στρώση, που να πρωτοξύσεις, τι να πρωτοσκαλίσεις; Ποια δύναμη θα σε σπρώξει να ανακαλύψεις στα υπόγεια της Κυψέλης, εκεί που τώρα ζουν μετανάστες, τη ζωή της θυρωρού των δεκαετιών του ΄50 και του ΄60, τα πεινασμένα και τρομοκρατημένα χωριατόπαιδα που πήγαν στην πολιτεία να ξεφύγουν. Κατοχή κι εμφύλιος: κυνηγημένοι αντάρτες σαν τα αγρίμια στα βουνά, θα τους δώσουν φαΐ απόψε στο χωριό; Θα τους προδώσουν; Κι όλο να γυροφέρνουν χωροφυλάκοι και ταγματασφαλήτες σαν τα όρνεα περιφέροντας κεφάλια. Κι η ψείρα να πηγαίνει σύννεφο. «Με τις χούφτες τις βγάζαμε από πάνω μας, και που παπούτσι να φορέσεις, και που ρούχο να ντυθείς, τι έχουμε ζήσει…».

Κάποτε όλα αυτά τα ακούγαμε σαν ιστορίες που ανήκαν στο παρελθόν, όπως διαβάζαμε τα μυθιστορήματα του Ντίκενς, του Ουγκώ ή τον δικό μας Βενέζη. Το παρελθόν όμως σε ποιόν ανήκει;

Το παρελθόν ανήκει στο μέλλον. Θυμήθηκα τη δασκάλα μου στο μεταπτυχιακό, «Ο κινηματόγραφος στη νεωτερικότητα….», η αφήγηση, η Ελλάδα, η Αναπαράσταση, ο Θίασος… «Μα σοβαρά μιλάτε κυρία, θα πάμε τώρα στην Αγία Παρασκευή να δούμε το εργαστήριο της ταινιοθήκης;». «Παιδί μου, η Αγία Παρασκευή δεν είναι κάποια εξωτική χώρα…». Πάλι καλά που δε μου είπε ότι δεν είναι η Αγία Πετρούπολη.

Επιστροφή στο Αίγιο. Λίγο πιο πέρα δεσπόζει ο Ερύμανθος. Από τη μια τα μαρτυρικά Καλάβρυτα κι ο Χελμός, από την άλλη τα χωριά της Τριταίας, σε πολλά από τα οποία βρίσκουμε ίχνη του μυκηναϊκού πολιτισμού. Πιο κάτω, η Αμαλιάδα, ιδιαίτερη πατρίδα του Μπελογιάννη. Μα γιατί δε μιλάνε οι παλιοί; Γιατί δε λένε ποτέ τίποτα για τα χρόνια του εμφυλίου; Κάτι σκόρπιες κουβέντες για την Ερυμάνθεια, είχε λέει πολλούς κομμουνιστές. Και τι έγιναν; Που πήγαν, που είναι τώρα; Αυτοί γιατί δε μιλάνε; Καμία απάντηση.

Ψάχνοντας στο ίντερνετ διαβάζω στο βικιπαίδεια για τη Χαλαντρίτσα, διοικητικό κέντρο της Τριταίας επί δεκαετίες: «Κατά τον Ελληνικό εμφύλιο η Χαλανδρίτσα ήταν στα χέρια των κυβερνητικών δυνάμεων μέχρι τις 5 Ιουλίου 1948 όταν δέχτηκε την οργανωμένη επίθεση του δημοκρατικού στρατού. Η κωμόπολη μετά από ιδιαίτερα φονική μάχη καταλήφθηκε από τους αντάρτες για να ανακαταληφθεί από τις κυβερνητικές δυνάμεις και μετά από έξι ημέρες να ξανά περάσει στην κατοχή των ανταρτών μέχρι το τέλος του εμφυλίου». Η φονική μάχη είναι υπογραμμισμένη. Κλικάρω και φυσικά δεν βρίσκω καμία πληροφορία.

Χρόνια αργότερα, άρχισα να καταλαβαίνω τι «έλεγαν» αυτές οι σιωπές για τα τραύματα του εμφυλίου. Όχι μόνο γι αυτούς που μαρτύρησαν σε εξορίες και φυλακές, που γύρισαν ή που δεν γύρισαν, αλλά και για αυτούς που έμειναν πίσω, για την «καθημερινή ζωή» που οφείλει να διασφαλίσει τη συνέχεια, που έλεγε κι ο Ανρί Λεφέβρ. Την καθημερινή ζωή που εξελισσόταν παράλληλα με το δράμα.

Μιλώντας με μια φίλη της οποίας ο παππούς επιβίωσε από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στα οποία βρέθηκε ως γάλλος κομμουνιστής, μου έλεγε ότι ο παππούς δεν μιλούσε ποτέ για ότι είχε ζήσει. Με τους φίλους του και παλιούς συντρόφους επιβιώσαντες, rescapés, είχαν κάνει μια τεράστια δουλειά συλλογικής μνήμης, είχαν εκδόσει βιβλία, αλλά στο σπίτι δεν μιλούσαν ποτέ. Η κόρη του παππού, και μητέρα της φίλης, δεν έχει ανταλλάξει ούτε μια λέξη με τον πατέρα της γι’αυτά που έζησε εκείνος στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μέσα της όμως, πλανιέται ακόμα το ερώτημα πως είναι δυνατόν να ζει ενώ προέρχεται από κάποιον που ήταν προορισμένος να πεθάνει.

Την ίδια σιωπή μου περιέγραψε μια συμφοιτήτρια για τον πατέρα της που είχε κάνει τον πόλεμο της Αλγερίας με το FLN.

Το δράμα των Ατρειδών συμπορεύεται με αυτό της Ιστορίας: πόλεμοι, κατακτήσεις, αντίσταση κι εμφύλιος.

Ο Θίασος μπαίνει στο χωριό και αντικρύζει δυο κρεμασμένους σε ένα δέντρο. Τίποτα και κανέναν άλλο. Το χωριό χωμένο στο χιόνι κι ούτε ψυχή ζώσα. Μόνο μια κότα που μας λέει ότι οι άνθρωποι είχαν εγκαταλείψει το μέρος πρόσφατα.

Θυμάμαι το ντοκυμαντέρ του Φώτου Λαμπρινού για τον Άρη: «αδέρφια, βγήκαμε στο κλαρί…» λέει στο πρώτο διάγγελμα για τον ΕΛΑΣ. Και μετά, μετά την ΠΕΕΑ και το Λίβανο : «καλή αντάμωση στα γουναράδικα».

Ομάδα του στρατού παρελαύνει μέσα στο χωριό με όχημα. Μπροστά πάνε τα νταούλια κι οι ζουρνάδες. Ενας στρατιώτης, όρθιος πάνω στο όχημα, κρατάει χαμογελαστός δυο κεφάλια κομμένα. Ένα σε κάθε χέρι.

Μετά το κρέμασμα των κεφαλιών του Άρη και του Τζαβέλα στα Τρίκαλα, ακολούθησε γλέντι μέχρι πρωίας.

Στην επόμενη σκηνή, αντάρτες αφοπλισμένοι, περπατάνε ο ένας πίσω από τον άλλο, με τα χέρια πίσω από το κεφάλι. Ακολουθούν οι στρατιώτες με τα όπλα προτεταγμένα.

Έχει προηγηθεί το «Χαρούμενο το 1946». Νεαρά ζευγάρια διαπληκτίζονται με ομάδα ταγματασφαλιτών στο νυχτερινό κέντρο μέσα από τραγούδια: γιουπι γιαγια γιου πι γιου πι για, κάτι σαν φοιτητικές εκλογές να πούμε. Μέχρι την ώρα που εμφανίζονται τα όπλα. Τα νεαρά ζευγάρια δεν έχουν.

Είχε γίνει η Βάρκιζα κι ο Άρης είχε πάει με εντολή του κόμματος στην Αλβανία. «Μας πήραν την Αθήνα μόνο για ένα μήνα».

Ο μονόλογος της Ηλέκτρας – Εύας Κοταμανίδου για τα Δεκεμβριανά ακολουθεί τη σκηνή του βιασμού απο τους ταγματασφαλίτες. Θέλουν να τους πει πού είναι ο Ορέστης: «στο βουνό, στο βουνό, στο βουνό, στο βουνό…», και το μαρτύριο συνεχίζεται. Την πετούν σε ένα ρέμα. Φοράει την κατακόκκινη ρόμπα της φονευμένης μάνας της από τα χέρια του γιού της που τη λατρεύει. Η διαδήλωση στις 3 Δεκέμβρη, οι πρώτοι νεκροί, το αγόρι με τη σάλπιγγα. Οι άγγλοι και οι αμερικάνοι παρακολουθούν το μακέλεμα ατάραχοι από τα παράθυρα του Κιγκ Τζόρτζ. Ήθελαν την ένοπλη σύγκρουση. Εμείς δεν το ξέραμε…

Ο αντάρτης Ορέστης εκτελείται. Οι δικοί του τον θάβουν και χειροκροτούν. Τα πρόσωπα έχουν σπάσει, οι ζωές το ίδιο. Κι ο Πυλάδης έσπασε κι έκανε δήλωση. Ο Βασίλης δεν έκανε και πέθανε στα βασανιστήρια. Ο ποιητής με το κόκκινο κασκόλ είναι ο μόνος που δεν χειροκροτά. Εχει ακόμα το κόκκινο κασκόλ, από το θίασο, στο βουνό, στη φυλακή, στην αποφυλάκιση. Το κόκκινο κασκόλ και το άσπρο χιόνι.

Η πρώτη συνεκτική αφήγηση του δράματος παρουσιάζεται το 1975 στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Η κινηματογραφική γλώσσα δίνει πια μια ολοκληρωμένη εκδοχή του. Τέχνη πολυσημική που δεν βασίζεται μόνο στον λόγο, πιστή στο σκοπό της, όχι να αντανακλά, μα σαν το φακό να μεγενθύνει, απελευθερώνει το λόγο που αδυνατεί να εγκλείσει το όλον. Ο πόνος είναι ακόμα μεγάλος.

Οι κινηματογραφικές αίθουσες σείονται από τα χειροκροτήματα. Μόνο με το Γη κι Ελευθερία του Λόουτς το έχω ζήσει αυτό, τότε στο «Πανόραμα» της Ελευθεροτυπίας, είκοσι χρόνια μετά το Θίασο.

Η αφήγηση κι ο διεσταλμένος κινηματογραφικός χρόνος. Νομίζω ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους αυτός ο χρόνος κούραζε τους θεατές και απέτρεπε άλλους από το να γίνουν, είναι γιατί μας έβαζε όλους και όλες απέναντι σε αυτό που οι έλληνες και οι ελληνίδες θέλησαν απελπισμένα να ξορκίσουν με την ταχύτητα της ζωής και των αλλαγών της Αλλαγής.

Τα τραύματα ήταν ακόμα νωπά και η βιάση μεγάλη. Έτρεξε ο κόσμος μπροστά, στα λαϊκά μαγαζιά και τις συνεστιάσεις. Με μια φόρα που θύμιζε και θυμίζει περισσότερο την έξαψη της μανίας παρά τη βραδύτητα του πένθους. Να λοιπόν ένα στοιχείο που, ίσως,  συνθέτει την αγγελοπουλική μελαγχολία: το ανολοκλήρωτο πένθος της ελληνικής νεωτερικότητας. Εκσυγχρονισμός χωρίς εκδημοκρατισμό.

Το παρελθόν ανήκει στο μέλλον. Δράμα και παράλογο κάνουν το γύρο των τηλεοπτικών πλατώ. Οι απόγονοι των ταγμάτων ασφαλείας στην κυβέρνηση, μαζί με τους πρώην εγγυητές του εκδημοκρατισμένου εκσυγχρονισμού και τα παιδιά της ΕΡΕ, τους απογόνους του «ανήκωμεν εις την δύσιν», εθνάρχη των αντιπαροχών και των υπογείων.

Από το continuum της εθνικής αφήγησης ως κατεξοχήν αντικομμουνιστική, η αφήγηση της εθνικής αντίστασης ήρθε να κουκουλώσει, ή να πραγμοποιήσει καλύτερα, το δράμα του εμφυλίου και την ιστορία του ελληνικού κράτους ως μετεμφυλιακό κατασκεύασμα.

Δεν είμαι σε θέση να μιλήσω για το έργο του μεγάλου αυτού σκηνοθέτη. Το έχουν κάνει εξάλλου άλλοι μεταξύ των οποίων κι ο Φρέντρικ Τζέιμσον που βλέπει τον Αγγελόπουλο ως έναν εκ των τελευταίων μοντέρνων. Αυτό που έχω μόνο να παρατηρήσω είναι ότι στην πορεία του σημειώνει μια στροφή σχεδόν υπαρξιστική ως σκηνοθέτης και ίσως, ποιος να ξέρει, και ως άνθρωπος. Το Βλέμμα του Οδυσσέα όμως ξαναβάζει στο παιχνίδι την Ιστορία. Μια Ιστορία κυκλική που φέρνει πάλι τον πόλεμο στην πόρτα μας, εκεί που τον είχαμε ξεγράψει.

Κι είναι εκεί που πεθαίνουμε ως λαός.

Ξεχασμένοι στις σπασμένες πέτρες και τα αγάλματα που νομίζαμε ότι κάποια σχέση είχαν μαζί μας.

Πρώτα ήρθαν οι νεόπλουτοι των μεγάλων έργων και των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, με μεγάλες σακούλες πολυκαταστημάτων και τζιπ στην Κηφισίας και στο Κολωνάκι. Μετά οι νεόπτωχοι, οι νεοάστεγοι, οι νεο-στον-ήλιο-μοίρα των αδιάβαστων μνημονίων.

Και οι άλλοι; Οι ξεχασμένοι της ιστορίας;

«Ούτε οι νεκροί δεν θα ησυχάσουν όσο ο εχθρός θριαμβεύει. Κι ο εχθρός δεν έχει σταματήσει να θριαμβεύει». Βάλτερ Μπένγιαμιν

 —

 —

Αναδημοσίευση από εδώ: http://rednotebook.gr/details.php?id=4651

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: