Θωμάς Τσαλαπάτης, Το ξημέρωμα είναι σφαγή κύριε Κρακ

Θωμάς Τσαλαπάτης

Το ξημέρωμα είναι σφαγή κύριε Κρακ

(Εκάτη, 2011)

 

 

Απόηχος

Ο κύριος Κρακ δεν μπορεί να κοιμηθεί. Μια ορδή Ούννων τον εμποδίζει. Κάθε νύχτα η ίδια ιστορία τον εξαντλεί. Ο ίδιος θόρυβος τραβάει τα σκεπάσματα, ο ίδιος θόρυβος ανοίγει τα φώτα, ανοίγει τα μάτια. Οι οπλές των αλόγων τους χαράσσουνε το πλακόστρωτο. Αχνός βγαίνει από τα θυμωμένα τους ρουθούνια. Θωριές αυστηρές και σιδερόφραχτες κάνουν το αίμα να παγώνει. Καθαρίζοντας τις λάμες τους από τα ανθρώπινα υπολείμματα, κάνουν το αίμα να παγώνει.

Φασαρία όταν τροχίζουν τα ξίφη τους και φασαρία όταν τρώνε ωμό κρέας, φασαρία όταν ορμάνε ουρλιάζοντας και φασαρία όταν βιάζουν τους καλογέρους. Όταν καίνε χωριά φασαρία, και φασαρία όταν χτίζουνε τις αυτοκρατορίες τους. Φασαρία κυρίως, όταν μεθυσμένοι την ημέρα των γάμων τους πνίγονται από το αίμα της σπασμένης τους μύτης, ενώ κοιμούνται ένα όνειρο πηχτό.

Βέβαια όλα  αυτά συνέβησαν το 450 μ.Χ., αιώνες δηλαδή πριν ο κύριος Κρακ ξαπλώσει.

 

Γίγαντες

στο γίγαντα

Τζον Κάκτο

Ο κύριος Κρακ συνάντησε έναν γίγαντα 50 εκατοστών.

—Δεν θα περάσεις, κύριε Κρακ, του είπε.

Εκείνος δεν μίλησε, τρομαγμένος στάθηκε να τον κοιτάζει.

—Δεν θα περάσεις γιατί σου φράζω το δρόμο, κύριε Κρακ.

(Θα μπορούσα ίσως να αντισταθώ, αλλά, αλήθεια, ποιος τολμάει να τα βάλει με έναν γίγαντα; σκέφτηκε ο κύριος Κρακ.  Ίσως να τον αιφνιδιάσω με μια γρήγορη κίνηση, ένα απότομο τίναγμα, ένα Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός. Φοβάμαι τους γίγαντες, πάντα φοβόμουν τους γίγαντες, σκέφτηκε ο κύριος Κρακ.)

—Θέλω να σου εξομολογηθώ κάτι, κύριε Κρακ. Φαίνεσαι άνθρωπος που ξέρει πολλά και θέλει να μάθει ακόμα περισσότερα. (Σε αυτό το τελευταίο ο κύριος Κρακ είχε κάποιες αντιρρήσεις αλλά αποφάσισε να μη μιλήσει.)

Ήμαστε μικροί, πολύ μικροί τότε. Μόλις 3 εκατοστά. Αχ, μέσα στο χώμα, η ζωή μέσα στο χώμα, μακριά από ψεύτικες ανέσεις, ανατομικές πολυθρόνες, ασφαλιστές, βουλωμένους νιπτήρες, σαββατιάτικες εξόδους.

Την άνοιξη μαζεύαμε χορτάρια και τα βράζαμε. Το καλοκαίρι που τα χόρτα ξεραίνονταν μαζεύαμε χώμα και το βράζαμε (δεν το τρώγαμε, απλώς το βράζαμε.) Το χειμώνα στην πόλη τρώγαμε τσιμέντο. Στη γεύση μάλλον μοιάζει με το χώμα, αλλά είναι λίγο πιο βαρύ στη χώνεψη. Το φθινόπωρο δεν τρώγαμε τίποτα. Το τίποτα είναι ελαφρύ στη χώνεψη, αλλά κολλάει στα δόντια.

Μια μέρα, ξαφνικά μεγαλώσαμε. Αυτοί που μας υποσχέθηκαν πως δεν θα πληγωθούμε είπανε ψέματα. Από τότε, όποτε βλέπουμε μυρμήγκια, τα λιώνουμε με τους αντίχειρές μας. Ο φθόνος οδηγεί τις κινήσεις μας.

Ο γίγαντας σε αυτό το σημείο σώπασε μελαγχολικός. Συνέχισε μετά από λίγο:

—Τώρα μπορείς να περάσεις, κύριε Κρακ.

του είπε, ανοίγοντάς του το δρόμο.

     

Το κουτί

 

Έχω ένα μικρό κουτί που πάντα μέσα του κάποιον σφάζουν.

Λίγο πιο μεγάλο από κουτί παπουτσιών. Λίγο πιο άχαρο από κουτί με πούρα. Δεν ξέρω ποιος, δεν ξέρω ποιον, μα κάποιον σφάζουν. Και ήχος δεν ακούγεται (εκτός από τις φορές που ακούγεται). Το τοποθετώ στη βιβλιοθήκη, στο τραπέζι όταν θέλω να περνώ τις ώρες μου κοιτάζοντάς το, μακριά από τα παράθυρα να μην το κιτρινίσει ο ήλιος, κάτω από το κρεβάτι μου όταν θέλω να νιώσω άτακτος. Μέσα του κάποιον σφάζουν, ακόμη και όταν στο σπίτι μας έχουμε γιορτή, ακόμα και την Κυριακή, ακόμα και όταν βρέχει.

Όταν βρήκα το κουτί –δε θα πω πώς, δε θα πω πού–, το έφερα με ικανοποίηση σπίτι. Την ώρα εκείνη νόμιζα πως θα άκουγα τον ήχο της θάλασσας. Όμως, εκεί μέσα γίνονται σφαγές.

Άρχισε να με αρρωσταίνει η φασαρία, η γνώση των συμβάντων, τα γεγονότα μέσα στο κουτί. Η παρουσία του άρχισε να με αρρωσταίνει. Έπρεπε να δράσω, να απελευθερωθώ, να ηρεμήσω, να κάνω ένα μπάνιο. Αποφάσεις έπρεπε να παρθούν.

Έτσι, το ταχυδρόμησα σε έναν φίλο˙ έναν φίλο που έχω μόνο για να του κάνω δώρα. Τύλιξα το κουτί με αθώο πολύχρωμο χαρτόνι, έδεσα το χαρτόνι με αθώα πολύχρωμη κορδέλα. Μέσα στο κουτί με τα γράμματα υπάρχει ένα κουτί και μέσα στο κουτί αυτό κάποιον σφάζουν. Στο γραμματοκιβώτιο περιμένει να φτάσει στα χέρια ενός φίλου. Μια φιλία που συντηρώ απλώς για να κάνω δώρα.

Ποίημα ενός κακού ανθρώπου

‘’Τώρα, οι μέρες μου περνάνε ήρεμα και τη νύχτα κοιμάμαι αμέριμνος και βαθιά’’

Τζακ Λόντον, Ο  Φεγγαροπρόσωπος

 

 

Πρώτα της κόψαμε την καλημέρα.

Αργότερα της κόψαμε το κεφάλι.

Η Μαντάμ ντε Σταλ είχε ένα μεγάλο καπέλο,

τρεις γάτες και ένα καλάθι γεμάτο σαύρες που νυστάζουν.

Ήταν μία απ’ αυτές τις γυναίκες,

τις στιβαρές γυναίκες,

τις γυναίκες με τις μεγάλες λεκάνες,

έτοιμη να γεννήσει μια λεγεώνα αγουροξυπνημένων,

έτοιμη να συγκρουστεί με τα τροχοφόρα,

βλέποντας τη λαμαρίνα τους να τσαλακώνεται

ενώ αυτή θα ξεφύγει με λίγες μοναχά γραντζουνιές

και ίσως ένα ελαφρό χαμόγελο ικανοποίησης.

Ζωή γεμάτη μουγκρητά, κάλους και σώμα.

Ω, ζωή, με τα μπράτσα σου κρεμασμένα,

άπλωσε στο πάτωμα τις πλαστικές σου σακούλες

πάνω τους τώρα θα περπατήσει

μια σιωπή στραβοκάνα,

την ώρα που κοιτάς, μόνο κοιτάς και απλά κοιτάς.

Μα, πρώτα την καλημέρα

και αργότερα το κεφάλι.

Παλιά απειλή της νωπής μου αρχαιολογίας,

επιτέλους ξεμπερδεύω μαζί σου.

Αραιωμένο αίμα παλιά μου συγγένεια.

Παράλογε φόβε των παιδικών μου χρόνων και φόβε απόλυτε.

Επιτέλους αναγνωρίζω το μέτρο σου.

Επιτέλους μετράω την πτώση σου.

Στον κήπο

Της Μάγδας

 

Ήταν κάποτε, θυμάμαι, το σπίτι μου ήσυχο. Λίγη μόνο φασαρία ερχόταν και αυτή από τα έξω του κήπου. Προβλήματα με τους γείτονες δεν είχαμε ποτέ. Ήταν η μικρή περιφραγμένη φύση που ονόμαζα σπίτι, και η ησυχία ο καρπός της. Αλλίμονο, η αλλαγή αλλάζει το “κάποτε” χωρίς καν να ρωτήσει…

Φύτρωναν εκεί στην άκρη του κήπου. Μόνο στην άκρη για αρχή, μετά άρχισαν να εξαπλώνονται. Λέγαμε πως ήτανε μανιτάρια, ακόμα και όταν το σχήμα ή το μέγεθος άρχισαν να μην ταιριάζει. Οι υποψίες μας γεννήθηκαν μόλις βγήκαν οι πρώτες τρίχες. Ύστερα πύκνωσαν σχηματίζοντας περίεργες κομμώσεις. Σταυρωτές, κοτσίδες, αλογοουρές, σύνθετες κουπ και περίεργα χτενίσματα. Ήταν κεφάλια. Πρώτα στην άκρη του κήπου και ύστερα άρχισαν να εξαπλώνονται. Κεφάλια με μάτια κλειστά, να κοιμούνται με μια κλήση ελαφριά, να ανασαίνουν την ησυχία του κήπου μας.

Στην αρχή νομίσαμε πως ήταν κλαδιά. Δέντρα που φυτρώνουν από πάνω προς τα κάτω για να κερδίσουνε χρόνο. Δεν άργησε η μέρα που φύτρωσαν τα πρώτα δάχτυλα και μπορούσες εύκολα να ξεχωρίσεις: αγκώνας, καρπός, παλάμη. Ήτανε χέρια. Αυτά στην άλλη γωνία του κήπου, απέναντι από  το σημείο που ξεκίνησαν τα κεφάλια.

Ήταν δύσκολο το πρωινό που όλα γίναν ξεκάθαρα. Μέσα στο σιωπηλό ξημέρωμα, τα πλησιάσαμε μουδιασμένοι. Τα κεφάλια άνοιξαν απότομα τα μάτια τους, όλα ταυτόχρονα. Άρχισαν να φωνάζουν, να τσιρίζουν, να βλαστημούν και να σφυρίζουν. Τα χέρια άρχισαν να χειρονομούν, να χειροκροτούν για να επευφημήσουν ή να ειρωνευτούν, να κλέβουν πορτοφόλια, να πετούν πέτρες στα πουλιά. Και ήταν ακατανόητος ο νόμος τους όταν χειρονομούσαν… Μαζί με τα κεφάλια έπλεκαν φασαρία και σύγχυση.

Και η φασαρία συνέχισε για μέρες. Η κατάσταση δεν ήταν βιώσιμη, κάτι έπρεπε να κάνω… με καταλαβαίνετε. Άρχισα να κόβω τα κεφάλια, να κλαδεύω τα χέρια. Ξεκίνησαν τα ουρλιαχτά, οι απειλές, οι υψωμένες γροθιές που υπόσχονταν εκδίκηση. Απίστευτος σαματάς. Ένα κεφάλι μού είπε ένα μοιρολόι για να το λυπηθώ. Κάποια χασμουριόνταν γεμάτα αγωνία. Ένα έκλαψε τόσο πολύ που γέμισε την λακκούβα του με δάκρυα και πνίγηκε. Μα o αριθμός τους ξεπερνούσε τις δυνάμεις μου. Μάζεψα τα παιδιά της γειτονιάς. Τους είπα πως όποιος μαζέψει τα περισσότερα κεφάλια θα κερδίσει ένα μπρελόκ, όποιος μαζέψει τα περισσότερα χέρια ένα λούτρινο λαγό. Στην αρχή έμοιαζε εύκολο, μέχρι να αρχίσουν οι δαγκωνιές και τα χαστούκια. Τα μελανιασμένα παιδιά έχουν θυμωμένους γονείς και εκείνοι δείχνουν εμένα. Η περίεργη χλωρίδα έμεινε. Ζητά τις μέρες και τις νύχτες μας. Την ησυχία και τη ροή των πραγμάτων μας.

Μια μέρα δέχτηκα μια επίσκεψη. Δεν συνηθίζω να δέχομαι επισκέψεις. Τις βρίσκω εκνευριστικές και καταχρηστικές. Η συγκεκριμένη ήταν και από τα δύο. Ένας αντιπρόσωπος από την πόλη. Είχε ακούσει για την περίεργη σοδειά μου. Είχε έρθει να πουλήσει. Καπέλα και γάντια. Βρήκα ηλίθια την πρόταση.

—Φύγετε, κύριε, του είπα, απλώς φύγετε.

Μου έριξε ένα χαστούκι και έφυγε.

Συνέχισα να κόβω κεφάλια και να κόβω κεφάλια και να κλαδεύω χέρια. Το αίμα έκανε το χορτάρι να φυτρώνει κόκκινο και η όψη του μου μάτωσε την καρδιά. Άρχισα να στεναχωριέμαι… Οι άνθρωποι που μαζεύονταν στην άκρη του κήπου για να δουν το θέαμα το παρατήρησαν. Παρατήρησαν πως είχα κουραστεί. Παρατήρησαν πως είχα γεράσει. Έπρεπε να είμαι 42. Μα από τότε που άρχισε αυτή η κατάσταση πολλά είχανε αλλάξει. Πριν από ένα μήνα κοντά έσβησα 63 κεράκια. Τα κεφάλια (και τα χέρια επίσης) έχουνε θεριέψει. Απέκτησαν αλαζονικότητα, μια αίσθηση υπεροχής απέναντι στις αργές μου κινήσεις, απέναντι στη μακρόσυρτη σφαγή μου. Τρώνε το γρασίδι, βγάζουν κραυγές στη μαύρη νύχτα, ξυπνούνε τους κόκορες, αυτοί μπερδεύονται, κακαρίζουν σε λάθος ώρες και ξυπνούνε εμένα. Τη μέρα τα άθλια στόματά τους τραγουδάνε απαίσια άσματα της εποχής και δεν με αφήνουν ούτε να αναπνεύσω από τα νεύρα. Τότε βγαίνω και κόβω κεφάλια. Προσπάθησα να βρω μια λύση λιγότερο βίαιη. Να πείσω τα χέρια να κλείσουν τα στόματα των κεφαλιών. Τουλάχιστον τη νύχτα. Τους υποσχέθηκα μανικιούρ και όργανα γυμναστικής να δυναμώσουν. Αυτά όχι μόνο δεν συμφώνησαν, αλλά άρχισαν να μου πετούνε πέτρες –τι αιώνας χεριών!. Άρχισα να ερημώνομαι.

Ξέπνοος, καμιά φορά κάθομαι σε κάποια πέτρα –διαλεγμένη με προσοχή, ώστε να βεβαιωθώ πως δεν είναι κεφάλι. Τότε αρχίζω να τους μιλώ με εξάντληση και παράπονο, να ακούω την άποψή τους. Στην αρχή περιορίστηκαν στο να με φτύνουν και στο να μου βγάζουν τη γλώσσα.  Στη συνέχεια απλώς με ειρωνεύονταν, αλλά τελικά καταφέραμε να μιλήσουμε. Δεν έλεγαν παράλογα πράγματα, οι απόψεις τους ήταν κατά βάση συντηρητικές –όπως συμβαίνει συχνά με ανθρώπους με τόσο βαθιές ρίζες–, αλλά τουλάχιστον δεν ήταν ακραίες. Ελαφρώς βαρετά και κοινότοπα κεφάλια. Ξανθά, μελαχρινά, μερικά καραφλά άλλα με το μαλλί δανεικό, επί το πλείστον ωοειδή.

Τελικά συμφιλιωθήκαμε. Η γυναίκα μου χτενίζει τα κεφάλια. Τα περιποιείται, τα λούζει, καθαρίζει τα αυτιά τους, πλένει τα δόντια τους. Βλέπετε δεν είχαμε ποτέ παιδιά, γεγονός που μέχρι σήμερα έβλαπτε τη σχέση μας. Αλλά τώρα όλα πάνε καλά. Πού και πού μόνο, κόβω κανένα, έτσι για να θυμηθούμε τα παλιά. Η γυναίκα μου τότε με επιπλήττει χαριτωμένα και τα υπόλοιπα κεφάλια γελούν φιλικά. Έτσι τελειώνει η ιστορία αυτή, με μια οικογένεια ευτυχισμένη και έναν κήπο όλο χαμόγελα. (Α ναι, και για να μην το ξεχάσω, τα χέρια ξεράθηκαν.)

Η νύχτα που απαγάγαμε τον Ζακ Πρεβέρ

 

στο Γιάννη Στίγκα

Ήταν η νύχτα όμορφη και απαλή,

με λίγα σύννεφα και με πολλή βροχή.

Ήταν η νύχτα όμορφη,

με λίγη ησυχία και με πολλή σιωπή.

Ήταν η νύχτα που απαγάγαμε τον Ζακ Πρεβέρ.

Ένα σχέδιο έξυπνο και καλοκουρδισμένο. Επιμονή στην ακρίβεια και ο αιφνιδιασμός εξασφαλισμένος.

Μια εύκολη δουλειά για κάθε αναγνώστη.

Έτσι κι έγινε.

Τον αρπάξαμε στη στροφή του νυχτωμένου δρόμου.

Φιμωμένο τον φορτώσαμε στο πορτμπαγκάζ.

Τον πήγαμε στο παλιό, έρημο ελαιοτριβείο.

Και ύστερα μείναμε μόνοι μας.

—Γιατί με απήγαγες;

—Δεν ξέρω.

(σιωπή)

—Ζακ Πρεβέρ,  τι γνώμη έχεις για τις ανθρώπινες σχέσεις;

—Ααα, δύσκολο πράγμα πολύ οι ανθρώπινες σχέσεις…

(ησυχία)

— Ζακ Πρεβέρ, πες μου ένα τραγούδι

—Έχω χρόνια να τραγουδήσω…

(σιωπή)

—Περνάνε οι μέρες, δεν θα ζητήσεις λύτρα;

—Δεν το σκέφτηκα…

(ησυχία)

— Μα πρέπει, να ζητήσεις λύτρα, αλλιώς ποιο το νόημα να μ’ απαγάγεις;

—Από ποιον να ζητήσω λύτρα, είσαι χρόνια τώρα νεκρός…

(σιωπή)

—Από τον εκδότη μου;

—Χμμ

—Από την ιστορία της λογοτεχνίας;

—Χμμ

—Ζακ Πρεβερ, έχω γράψει ένα ποίημα. Θες να το δεις;

—Μ’ ακούς;

—Μ’ ακούς;

(Σιωπή)

(ησυχία)

(σιωπή)

Και έτσι καθόμαστε,

αντικριστά σε δυο καρέκλες,

χρόνια τώρα, αμήχανα,

με τον καιρό να στάζει ανάμεσά μας

προσπαθώντας να αποφύγουμε

ο ένας το βλέμμα του άλλου.

 

4 Σχόλια to “Θωμάς Τσαλαπάτης, Το ξημέρωμα είναι σφαγή κύριε Κρακ”

  1. εξαιρετικό βιβλίο, οριακό, γλυκόπικρο και τρυφερά παράδοξο

  2. Ατμοσφαιρικό. Ύπουλα πνευματώδες. Αιφνιδιαστικά υπερβατικό. Σατανικά ρομαντικό!

  3. Υπέροχοι οι γίγαντες!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: