Χρίστος Κρεμνιώτης, Εφηβεία του Μπλε

Χρίστος Κρεμνιώτης

Εφηβεία του Μπλε

(Οδός Πανός, 2009)

 —

 —

Μηδέν εξίσου

 —

Ο έρωτας

σιωπή, που επιστρέφει.

 —

Μυρίζω ακόμα τη φωτιά και

τα μουσκεμένα δέντρα που

μεταφράζανε τον άνεμο.

Στοργή

όπου οι άλλοι βλέπουνε

φαντάσματα.

Μυρίζω ξανά τη φωτιά και

λιγάκι πέρα απ’ το παράθυρο

δάγκωμα

γυμνά μεστωμένο μα, σε αλώβητο σώμα

με του κεριού τις αποχρώσεις και της νύχτας, που

στις παρυφές των γοφών της

μάτωνε ξανθά άλογα.

Έπεφτε μια βροχή από κανέλα στα τριαντάφυλλα, αλλά, θα βρω

θα βρω τον τρόπο να μισήσω κάτι τέτοιο.

 —

Αυτά τριγύρω. Κι όλα τ’ άλλα

εσύ.

Δύει. Και ακόμη άνοιξη.

 —

Αυτά, μέχρις εδώ, για να σου πω

όπως κι εσύ,

ότι κι εγώ, θυμάμαι…

Απ’ τη ζωή σου, πέρασε η σάρκα μου.

 —

Τώρα, σελήνη.

 —

Πυρσός της υποψίας ότι

ο κόσμος

φεύγω.

 —-

Σε ψάχνει ό,τι λέω μέσα μου ζωή, και

μνημονεύει

ό,τι πριν τη ζωή

με πρόσταξε να βρω

την απάθεια του χάους

 —

Πέρασμα β΄

Νοσταλγώ το ασύλληπτο

 —

Το θάλπος του Κρόνου

 —

Θλιμμένο ατσάλι

Ποιος εξαγόρασε κραυγή και πορφυραίνει η θύελλα;

 —

–        Να μην υπάρχουνε φαντάσματα και νιώθω πλήξη;

 —

Μιλώ,

τον βρυχηθμό της χελιδόνας.

 —

Απ’ το αποτσίγαρο που ψυχοέβγαζε

λάμψανε πλάι μου μετάλλινα οστά

βαμμένα ζόφο

και αχλύ

με κήπους να απλώνουν πίσω τους

παιδιά σπαρμένοι ποτισμένα βλέννες.

Στο θάλπος του χρόνου.

 —

– Ας φτιάξουμε ενοχή.

Να τη θηλάσουμε γλυκύτερα την περιπλάνηση.

 —

Κοιτώντας τα νεκρά (έως ανάστασης) κάποια γριά

αυνανιζότανε στοργή και πίσσα.

 —

Απαγορεύομαι.

 —

– Έλα, θα προσποιούμαι θάνατο.

Θα ανασταίνομαι. Φιλεύσπλαχνα κοιτώντας σε

και με συγχώρεση τον φόνο.

 —

Κρασί από αχινούς και σπέρμα λάσπης. Βρείτε το.

Και να το προσκομίσετε του Κρόνου.

Πείτε του:

νίκησα.

Ό,τι ήταν να γεννήσω, το ‘φαγα.

Και σήψη.

Και άνοιξη.

 —

Φτερουγίσματα αρθρώνω

 —

Ο θησαυρός του θρήνου

 —

Επιστρέφεις σαν άγκυρα μέσα σου.

 —

Πρασινωπές

Ριγμένες – σε κρατούν – από αράχνες φλέβες γυάλινες.

 —

Μετέωροι δεσμώτες ο έρωτας και

Άλλα της αγάπης πτώματα.

 —

Οι αμφιβληστροειδείς

εντείνονται ακόμη.

Η Ανάγκη,

σου μοιάζει ακόμη.

 —

Άηχο φτεροκόπημα ο θρήνος.

Άγγιγμα εωθινό.

Σκάει

Όγκος κενού.

Και πλάθει το νάμα του ηλίου.

Νεύματα ελέους,

κύκνειες πτήσεις, πόζες, τ’ ουρανού

 —

Πέρασμα ε΄

 —

Θέλω να δω

τον θάνατο αυτής της γενεάς

 —

Ίσως, στον Σαραντάρη

 —

Λοιπόν, ήταν φιλί τα πεύκα.

Η ελπίδα επάνω στα σεντόνια της

σκόρπιζε βότσαλα και τα παιδιά

σμίλευαν τα νησιά

παιχνίδια θελημένα

μόνο από εσένα

και τη θάλασσα.

 —

Άκου. Κραυγή είναι η λήθη.

 —

Ήταν τα χείλια σου η εφηβεία των πουλιών,

του ήλιου το άρωμα που ξεντυνότανε στα κύματα.

Στα μποστάνια η μύγα

κύμα φωνής

πάνω απ’ τα ποτισμένα χώματα.

 —

Και πριν να βρεις τους τόπους σου στον ύπνο

Έσχατο αίμα που έσταξε ο κεραυνός.

 —

Πάντοτε,

ίσα που ακούγεσαι όταν μου λες «…καληνύχτα.»

 —

Μεθυσμένα δάση το μέλλον

Πολύτροπη η καταδίκη

 —

Κάθε μεσάνυχτα, σαν έτοιμος να ταξιδέψεις.

Γύρω στις δύο. Αλλά, δεν έχει σημασία.

Άργησες.

Μα, προς τα πού δεν έχει τόπο η ώρα σου;

 —

Αυτοσχέδια τα βήματά σου

ναυαγούνε στο φως.

Και οι πόθοι σου

εκεί που μόνιμα εκκολάπτεται γαλήνη.

 —

Βέβαια θα ‘τανε χαρά για εμένα

μία ξενάγηση στις όμβριες αισθήσεις μου, εδώ,

που οι μέρες ψηλαφούν

όπως την πιο βαμμένη πέτρα του Καιάδα

το φως

και εσένα.

 —

Σε είδα να ζεις

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: