Φώτης Τερζάκης, Η ρομαντική παρακαταθήκη

»]

Η ρομαντική παρακαταθήκη

του Φώτη Τερζάκη


Τα προγραμματικά κείμενα του Ρομαντισμού εκδίδονται αργά και αποσπασματικά στην Ελλάδα, ωστόσο εκδίδονται… Ακόμη μία συμβολή είναι αυτή η προσπάθεια δύο νεαρών λογίων, των Ζ.Δ. Αϊναλή (γεν. 1982) και Μ. Παπαντωνόπουλου (γεν. 1980), με αξιοσημείωτο ποιητικό και μεταφραστικό έργο στο ενεργητικό τους. Ιδού λοιπόν σε αυτόν τον μικρό τόμο τρία βαρύτιμα δείγματα από την ανεξάντλητη ρομαντική παρακαταθήκη, του William Wordsworth, του Samuel Taylor Coleridge και του Karl Wilhelm Friedrich von Schlegel: κείμενα που αξίζει να ξαναδιαβαστούν προσεκτικά για να διαπιστώσει κανείς πόση από την ενέργεια του Ρομαντισμού παραμένει αξόδευτη παρά, και μέσ’ από όλες, τις δραματικές περιπέτειες του μοντερνισμού στη διάρκεια ενός και πλέον ιλιγγιώδους αιώνα.

Τα μεταφρασμένα κείμενα αποτελούν το δεύτερο μέρος του βιβλίου· το πρώτο είναι μια μακροσκελής εισαγωγή του Ζ.Δ. Αϊναλή, που επιχειρεί να συνοψίσει το εγχείρημα του Ρομαντισμού ως προς τα ουσιώδη γνωρίσματά του: όχι μια ιστορία του κινήματος δηλαδή, αλλά μια αποτίμηση των καινοτομιών και ανάδειξη των πολλαπλών, αντιφατικών συχνά, πτυχών του. Δείχνει εν πρώτοις πώς ο ατομικός καλλιτέχνης, ως υποκείμενο, έρχεται για πρώτη φορά στο προσκήνιο με τον Ρομαντισμό εκτοπίζοντας οριστικά την ιδέα της ύστερης αρχαιότητας και του Μεσαίωνα, που τον αντιλαμβανόταν ως κάποιου είδους «ενδιάμεσο» στην υπηρεσία μιας υπερβατικής δημιουργικής αρχής. Η μεγέθυνση του καλλιτεχνικού εγώ συνδέεται καταστατικά με την προβληματική της «ιδιοφυΐας», η αυξανόμενη έμφαση στην οποία αντικατοπτρίζει έναν κρίσιμο ιστορικό παράγοντα: τη βαθμιαία αποξένωση του καλλιτέχνη από την κοινωνία του ενόσω προχωρεί η μηχανοποίηση της εργασίας, η ομοιομορφία των ενασχολήσεων και η εμπορευματική αποξένωση, προϊόντα όλα της επικράτησης της καπιταλιστικής οικονομίας. Ετσι η αυτοεξορία του καλλιτέχνη, η ερμητικότητα στην οποία βαθμιαία προσφεύγει, η παραίτησή του από την ανάγκη να γίνει κατανοητός, γεννάει από τη μία πλευρά το πρώτο σχίσμα ανάμεσα σε ό,τι έκτοτε ονομάζουμε «πρωτοπορία» και «παράδοση»· από την άλλη πλευρά παράγει τον ιδεότυπο του καλλιτέχνη ως του μεγάλου εξεγερμένου, αρνητή όλων των καθιερωμένων αξιών, που εμβαπτίζει διαρκώς την άρνησή του στις μεγάλες πηγές του προμηθεϊσμού, του γνωστικισμού και του εωσφορισμού.

Η ανανεωμένη λατρεία της φύσης και η νοσταλγία της κοινότητας, που εκφράζεται συχνά ως αναζήτηση μιας λαϊκής γλώσσας και ως ριζική επαναξίωση του μύθου, πρέπει να γίνουν κατανοητές στη βάση αυτής της αποξένωσης από την αστική κοινωνία του καιρού τους· μια άλλη όψη της είναι η εναντίωση των ρομαντικών στον αφηρημένο ορθολογισμό της επιστήμης και στο κυρίαρχο υπολογιστικό πνεύμα. Αλλά και η «θρησκευτικότητα» του Ρομαντισμού δεν πρέπει να παρανοηθεί: στη συντριπτική πλειονότητα πρόκειται για κάποιου είδους πανθεϊσμό, ένα αισθητικά χρωματισμένο παγανιστικό αίσθημα που αντιτίθεται εξίσου σε όλες τις καθιερωμένες πίστεις. Πολύ σωστά λοιπόν ο συγγραφέας διαβάζει το νόημα του Ρομαντισμού προπαντός ως χειρονομία εξέγερσης απέναντι στον ραγδαία επεκτεινόμενο αστικό-κεφαλαιοκρατικό κόσμο: «Το αίτημα της εξέγερσης στάθηκε κυρίαρχο αίτημα των ρομαντικών καλλιτεχνών, ένα αίτημα επιτακτικής σπουδαιότητας, ακόμη κι αν καθένας τους το αντιλαμβανόταν διαφορετικά: ως εξέγερση ενάντια στον χρησιμοθηρικό, εκβιομηχανισμένο κόσμο στην Αγγλία, ενάντια στον γαλλικό Διαφωτισμό που συνθλίβει την ατομικότητα και την εσωτερικότητα χάριν μιας εύτακτης και επιφανειακής γενικότητας στη Γερμανία, ενάντια στον μπουρζουάδικο καθωσπρεπισμό στη Γαλλία, ενάντια στην πολιτική και ιδεολογική καταπίεση στη Ρωσία, ενάντια στον ξένο κατακτητή στα Βαλκάνια, στην Ουγγαρία και στην Πολωνία. Το αίτημα της ελευθερίας του αυτοπροσδιορισμού και της αυτοδιάθεσης, το αίτημα της αυτονομίας, αυτή η απαίτηση «να μην υπακούς παρά στους νόμους που μόνος σου φτιάχνεις», όπως χαρακτηριστικά το διατυπώνει στο Αγάπη και πίστη ο Novalis, αυτό είναι ένα από τα κυριότερα μηνύματα του Ρομαντισμού (που θα βρει, λίγα χρόνια αργότερα, την πλέον συστηματική φιλοσοφική του διατύπωση στο έργο του Nietzsche)» (σελ. 48).

Το κείμενο είναι διάστικτο από πλήθος παραθεμάτων, αρκετά εκτενών μερικές φορές, από μείζονες ρομαντικούς δημιουργούς – Σίλερ, Γκαίτε, Μπετόβεν, Ουόλτερ Σκοτ, Κιτς, Μπλέικ, Σέλεϊ, Πούσκιν… Ετσι, μαζί με τις ολοκληρωμένες μεταφράσεις του δεύτερου μέρους υπηρετεί σαν ένα απάνθισμα διακηρύξεων του Ρομαντισμού, και αυτή είναι προφανώς η απώτατη σκοπιμότητα του βιβλίου. Τα κείμενα που επιλέγονται για ειδική παρουσίαση είναι δύο γραπτά των Ποιητών των Λιμνών, ο «Πρόλογος» στις Λυρικές Μπαλάντες του Γούρντσγουορθ και το «Περί ποιήσεως ή τέχνης» του Κόλεριτζ (μετάφραση-σχόλια Ζ.Δ. Αϊναλή), κι ένα κείμενο της Σχολής της Ιένας, το «Περί παρανοήσεως» του νεότερου των αδελφών Σλέγκελ (μετάφραση-σχόλια Μιχάλη Παπαντωνόπουλου). Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα δύο πρώτα, η επιλογή δεν είναι τυχαία. Ο «Πρόλογος» του Γούρντσγουορθ, γραμμένος για τη δεύτερη έκδοση των Λυρικών μπαλαντών του 1800, είναι κυριολεκτικά ένα μανιφέστο του Ρομαντισμού, όπου ο ποιητής, παρωθούμενος από την ανάγκη να εξηγήσει τι κάνει και πώς αντιλαμβάνεται την τέχνη του, εκθέτει προγραμματικά όλο το θεματικό και υφολογικό ρεπερτόριο του κινήματος με Leitmotiv το επανερχόμενο ερώτημα: «Τι είναι ποίηση;»

Το γραπτό τού Κόλεριτζ (διάλεξη του 1918) είναι ακόμη πιο σημαντικό θεωρητικά. Πρόκειται κυριολεκτικά για ένα διαμάντι της ρομαντικής φιλολογίας, που καταδύεται σε βαθείς αναστοχασμούς πάνω στη φύση της καλλιτεχνικής δημιουργίας, της γλώσσας, των σχέσεων του ανθρώπου με τη φύση. Αναγνωρίζει κανείς κατά τόπους τη συνομιλία με κρίσιμες ιδέες του Σέλινγκ, του Σίλερ, του Γκαίτε, καθώς και του Καντ της Τρίτης Κριτικής (ιδίως από την Τελεολογία της Φύσης). Μιας και δεν έχω τον χώρο να επεκταθώ περισσότερο, ας παραθέσω μόνο και πάλι ένα εύστοχο σχόλιο του Ζ.Δ. Αϊναλή – όπου, εκτός των άλλων, μπορεί να διαβλέψει κανείς τη συγγένεια μ’ έναν ξεχωριστό επίγονο στον 20όαιώνα, τον Βάλτερ Μπένγιαμιν: «Εδώ, με τον όρο γραφή (writing) ο Κόλεριτζ δεν φαίνεται να εννοεί τη λογοτεχνία, αλλά τη γραφή ως σημαίνουσα διαδικασία εμπεριέχουσα όλο το φάσμα των σημαντικών τρόπων, από τη χειρονομία, τα εικονογραφημένα αρχαϊκά μηνύματα και μέχρι το αλφάβητο και, όπως φαίνεται από την επεξήγηση την οποίαν αμέσως παρακάτω δίνει ο ίδιος, εννοεί τη γραφή ως τη μήτρα από την οποία σταδιακά θα ξεπηδήσουν οι υπόλοιπες τέχνες. Στη λογοτεχνία θα αναφερθεί παρακάτω, χρησιμοποιώντας τον όρο «ποίηση» ως όρον ολιστικό» (σελ. 147-8).

Μια μικρή απορία προκαλεί μόνο γιατί η επιλογή του συγκεκριμένου κειμένου από τη Σχολή της Ιένας. Δεν είναι από τα σπουδαιότερα, και κατά καμία έννοια το αντιπροσωπευτικότερο. Δημοσιευμένο το 1800 στο περιοδικό «Athenaeum» που εξέδιδαν οι αδελφοί Σλέγκελ, κύριο όργανο του πρώιμου γερμανικού Ρομαντισμού, υπηρετεί μάλλον μια πολεμική, διακρινόμενη ελαφρώς πίσω από τη ρητορικά περίτεχνη ειρωνεία του, προς τους επικριτές τού περιοδικού και, κατ’ επέκτασιν, προς ένα ορισμένο (συντηρητικό) φιλολογικό κατεστημένο. Αφού ο μεταφραστής δεν αιτιολογεί την επιλογή του, μπαίνουμε στον πειρασμό να τη μαντέψουμε: μήπως αυτή ακριβώς η ειρωνεία ως υφολογικό πρόσημο, η παιγνιώδης επιχειρηματολογία και ο ενδοκειμενισμός του, η ανάμειξη των μορφών (ποίηση-πρόζα), η υπονόμευση των διακρίσεων μεταξύ κριτικής και λογοτεχνικής γραφής, η υποβολή προπαντός της ποιητικής πρακτικής ως «δημιουργικής παρανοήσεως», χρησιμεύουν ως υπενθύμιση του πού έχουν ήδη σπαταληθεί όλα τα μέσα που ορισμένοι με βραχεία μνήμη στις μέρες μας θέλησαν να αναδιεκδικήσουν ως εύσημα καινοτομίας (και αμφίβολης δημοτικότητας) υπό τον αμήχανο όρο του «μεταμοντέρνου»;

***

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία στις 1/10/2011

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: