Ανδρέας Τσιάκος, Ασκήσεις Αναπνοής

Ανδρέας Τσιάκος

 —

Ασκήσεις Αναπνοής

(Χαραμάδα, 2011)

 —

Τώρα το σώμα μου θα ζητά ψυχή και αίμα όπως ζητούν τα τρένα στους σταθμούς ένα ταξίδι ακόμα, θα ‘ναι αντάρτικο πιστόλι η αγάπη μου, με έξι σφαίρες στην καρδιά και με την έβδομη στην τσέπη, σε μια άκρη θα γυρεύει κάποια να φανεί ή έστω η σκιά της, ασκόπως θα στοχεύει ψηλά στον ουρανό την τράπουλα της Αφροδίτης, αφού όταν δεν με σκέφτεσαι δεν υπάρχω, παρά μονάχα στα βιβλία της λογιστικής θα ψιχαλίζει το δάκρυ μου τις πράξεις που ‘χαν σκοπό να λευτερώσουν την πρόσθεση και την αφαίρεση από τα βαρετά σχολικά τετράδια, μα εσύ λέει θα ‘σαι εξωλογιστικό βιβλίο κρυμμένο στις παλιές ελληνικές ταινίες και διάλογος στο διάλλειμα κάποιας παράστασης σπουδαίας, το πρώτο όνομα στις ορχήστρες των πειραματικών συνόλων, η γεύση που κρυώνει το μυαλό μου και το πρώτο φως που είδα σαν γεννήθηκα και πίστεψε η μάνα μου πως ο καρπός της θα γίνει λουλούδι καλοκαιρινό, μα έφυγε ο πατέρας μου να πιει ένα ακόμα μπουκάλι ποτό αναγνωρίζοντας αμέσως την παρουσία του στον καθρέφτη των ματιών μου, και πέταξε ύστερα από δεκαοχτώ χρόνια το τελευταίο τσιγάρο του πάνω μου, πριν μπει στο χώμα ή πριν ταξιδεέψει στα σύννεφα – για λίγο είπε κι αυτός ότι φεύγει, και τον πίστεψα – γιατί τις ταινίες τις είχε ξαναδεί και γνώριζε το τέλος.

 

***

Όχι, δεν γύρευα να βρω μπελάδες, γύρευα απλώς να έρθει η ζωή, να καθίσει στην καρέκλα που κοιμάμαι να δει τα πράγματα όπως τα βλέπω εγώ, να δει παιδιά στην παραλία να γυρίζουν στην μάνα τους μ’ ένα σπασμένο χαρταετό, να δει το χρώμα που έχουν τα φτερά των αγγέλων να δει πως γίνεται η πέτρα φαγητό, να δει που βρίσκεται η αγάπη μου μόνη να της πει πως είμαι μόνος κι εγώ, να κοιτάξει πέρα από τους βράχους τα σημάδια που έγραψε ο τραυματίας εραστής, να γυρίσει το μέτωπο στο μέλλον, να αποδώσει την πείνα στο παρελθόν, να μου δωρίσει μια ματιά σαν στιλέτο τις μέρες να κόβω σαν ψωμί ξερό, να δει πως φλέγεται ο πόνος όταν η νύχτα δεν ξημερώνει ποτέ, να τρομάξει το χέρι που στρίβει το κέρμα που τζογάρει την καθημερινότητα, να δει πως γεύεται ο κόσμος το νοίκι που δεν χρωστάει ποτέ, να δει την άνοιξη να ξεκληρίζει τις καρδιές που επιθυμούν την ανάσταση, κι όταν ακόμα κουραστεί και πνιγεί από ανάσα που δεν ξέρει τι σημαίνει πνοή, να συγχωρέσει όσους σκοράρουν σε άδεια δίχτυα και δεν έχουν δει τη ζωήτους στα μάτια ποτέ, όχι δεν γύρευα να βρω μπελάδες μα είναι μπελάς να γυρεύεις τη ζωή.  

 

***

 

Μας επισκέφτηκε σήμερα το μεσημέρι η θεία η Ελπίδα, την είχαμε ξεχάσει και την βρήκαμε να περιμένει συντροφιά με τον σκύλο στα σκαλοπάτια, με τα γυαλιά μυωπίας στα μάτια να κοιτά τον ασβεστωμένο κήπο μας, τα χάσαμε για κάποια στιγμή, ευθύς όμως αλλάξαμε πρόσωπο, την καλωσορίσαμε και την βάλαμε να καθίσει στο στρογγυλό μας τραπέζι, την ρωτήσαμε αν πεινά, αυτή μας είπε πως είχε φέρει φαγητό για όλους και άνοιξε την παλιά μαύρη τσάντα της, έβγαλε ένα καρβέλι ψωμί και τρία μεγάλα κατακόκκινα αυγά, καθώς τα τοποθετούσε στο τραπέζι, για να σπάσουμε την σιωπή που βάραινε το στομάχι μας, την ρωτήσαμε τι κάνει ο θείος Αναστάσης, ασχολείται με χωράφια μας απάντησε, οι ελιές φέτος θα του βγάλουν το λάδι συνέχισε χαμογελώντας, ζήτησε ύστερα ένα μεγάλο μαχαίρι να τεμαχίσει το ψωμί, το έκοψε σε πέντε μεγάλα κομμάτια και το πρόσφερε σαν κλεμμένο χαρτονόμισμα στο καθένα μας, έπειτα καθάρισε τα αυγά, έμοιαζαν τα τσόφλια σαν κέρματα ματωμένα, μας τα έδωσε, τα πήραμε σκεφτικοί ,τα φάγαμε, μάζεψε την παλιά μαύρη τσάντα της, ώρα να φεύγω είπε, δεν ξέρω πότε θα ξανάρθω και εμείς απομείναμε με την απορία γιατί την είχαμε για πεθαμένη δέκα χρόνια τώρα.

 

***

Εδώ και κάμποσο καιρό, γράφω και ξαναγράφω ένα γράμμα που ο παραλήπτης είναι η μητέρα των φόβων μου, προσπαθώ με δάκρυα και γέλια να της εξομολογηθώ την καθημερινή μου ζωή και να, ήρθε η ώρα, το πήρα απόφαση, θα της γράψω για τους δρόμους που δεν πέρασα, για κείνη την βροχή που δεν δρόσισε την αυλή των ματιών μου, θα της πω για τα όνειρα που μεγαλώνουν, που μεγαλώνουν και φωτίζουν το ταβάνι μου, για τις σκιές πέρα από τα παράθυρα που ‘ναι στα κάγκελα αραγμένες και παίζουν σκάκι στα πλακάκια, θα της γράψω πως τρέμουν τα χέρια μου κάθε φορά που πάω να υπογράψω μια σύμβαση για δουλειά, πόσο αβέβαιος νιώθω από τη στιγμή που έφυγες για το καινούργιο σου λιμάνι, ότι τα σύννεφα πολλές φορές μοιάζουν σαν αληθινά, θα της γράψω ότι σ’ αυτόν τον τόπο που ζω ακόμα κι η θλίψη μου κλαίει, πως τη νύχτα τα ρολόγια σταματούν το τικ τακ και ξεκινούν σαν μπάντα του δρόμου να παίζουν μουσική στο ρυθμό της καρδιάς μου, ναι, επιτέλους πήρα το θάρρος να της γράψω, να της το ταχυδρομήσω αλλά φοβάμαι, πολύ το φοβάμαι πως το γράμμα θα έρθει σε μένα. 

 

 

***

 

Ο Ανδρέας Τσιάκος γεννήθηκε το 1979 στο Άργος. Οι Ασκήσεις Αναπνοής είναι το δεύτερο βιβλίο του.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: