Στέφανος Ροζάνης, Η αντίφαση του Ρομαντισμού

Στέφανος Ροζάνης

Η αντίφαση του Ρομαντισμού

H σημαντικότερη ίσως αντίφαση που εμφανίζει το ρομαντικό κίνημα, τόσο στη θεωρία όσο και στην ποιητική και καλλιτεχνική πρακτική του, είναι ότι ενώ υπερασπίζεται μέχρις εσχάτων την αισθητική και καλλιτεχνική αυτονομία έναντι των πολιτισμικών και κοινωνικών διαφοροποιήσεων της εποχής του, αναγνωρίζει εντούτοις τις διαφοροποιήσεις αυτές ως αφετηρία και δημιουργική δύναμη της αισθητικής θεωρίας και της καλλιτεχνικής πρακτικής. Η αυτονομία της αισθητικής σφαίρας είναι ο όρος εκ των ων ουκ άνευ της ρομαντικής κοσμοαντίληψης, ενώ την ίδια στιγμή η ρομαντική Weltaschauung θέτει ως πρόταγμα την ενοποιητική ή εσεμπλαστική, για να χρησιμοποιήσω την ορολογία του Coleridge, αρχή ως θεμέλιο της ανάπτυξής της μέσα σε έναν κόσμο κατακερματισμένο, τον οποίο δημιούργησε και επέβαλε η διαφωτιστική βλέψη της εξαντικειμενοποίησης και άρα του κατατεμαχισμού του ανθρώπινου πνεύματος, αλλά και της ανθρώπινης δραστηριότητας στους επιμέρους διαφοροποιημένους τομείς της αρμοδιότητας του πνεύματος. Πώς λοιπόν συμβιβάζεται αυτή η διπολική αξίωση του Ρομαντισμού, η οποία εγγενώς αναδύεται ως αντίφαση ή contrudictio in terminis;

Όπως ορθά επισημαίνει ο Vlack Schonherr, «ενώ στις προνεωτερικές κουλτούρες η τέχνη λειτουργούσε ως η συμβολική αναπαράσταση της θρησκευτικής και πολιτικής ισχύος, μέσα στη διαδικασία της κοινωνικής διαφοροποίησης απελευθερώθηκε από αυτούς τους ετερώνυμους ρόλους και πέτυχε την αυτονομία. Γύρω στα 1800, η τριάδα αλήθεια-αγαθό-ωραίο τελικά διαχωρίστηκε». Ο Ρομαντισμός αποδέχεται πλήρως αυτή τη διαδικασία προς την αυτονομία της αισθητικής έναντι των λοιπών διαφωτιστικών διαφοροποιήσεων, ως βάση ενός αυτόνομου συστήματος αποκομμένου από το θρησκευτικό, ηθικό, κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον ως συνόλου. Ο ερμαφροδιτισμός της ρομαντικής κοσμοαντίληψης ανυψώνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο σε καταστατική δύναμη, η οποία ακυρώνει τις διαφοροποιήσεις και συγχρόνως τις συντηρεί, κατά εγελιανό τρόπο.

Η ιδιαίτερη σημασία του υπό συζήτηση έργου είναι ότι μέσα από τα συμπεριλαμβανόμενα κείμενα ρομαντικής αισθητικής, αλλά και επιπλέον μέσα από το γενικό σχεδιάγραμμα του προλογικού σημειώματος του Ζ.Δ. Αϊναλή, αναδεικνύεται αδιαμφισβήτητα αυτή η ρομαντική καταστατική αντίφαση.

Γίνεται εμφανές, από την εκ του σύνεγγυς ανάγνωση αυτών των αισθητικών ρομαντικών κειμένων, ότι παρά την προσκόλληση του Ρομαντισμού στην αξίωση της αυτονομίας και της αισθητικής ελευθερίας, η υποψία των ρομαντικών ότι με αυτόν τον τρόπο η τέχνη τους καθίσταται κοινωνικά αδιάφορη και περιθωριακή σε σχέση με τις θρησκευτικές, κοινωνικές και πολιτικές αναταράξεις της εποχής σκιάζει την αισθητική τους αξίωση και κατά κάποιον τρόπο διαφοροποιεί τα προτάγματά του. Ο εκ των επιμελητών-μεταφραστών της έκδοσης Ζ.Δ. Αϊναλής παραθέτει στο προλογικό του σημείωμα ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά χωρία του Wordsworth που εδραιώνει τη ρομαντική αντίφαση και αναπτύσσει τους όρους της: «Διότι μία πληθώρα αιτιών, άγνωστων σε παλαιότερους καιρούς, δρουν σήμερα με συγκεκριμένες δυνάμεις […] Η πιο αποτελεσματική από τις αιτίες αυτές δεν είναι άλλη από τα μεγάλα εθνικά γεγονότα που φαίνεται να λαμβάνουν χώρα πλέον κάθε μέρα, και η ολοένα αυξανόμενη συσσώρευση ανθρώπων στις μεγαλουπόλεις, όπου η ομοιομορφία των ενασχολήσεων παράγει έναν διακαή πόθο για πέραν του συνηθισμένου περιστατικά, πόθο διακαή που η ταχεία ανταλλαγή πληροφοριών ώρα με την ώρα ικανοποιεί».

Η ρομαντική αντίφαση ενθηκεύεται στον ρομαντικό ερμαφροδιτισμό, έτσι ώστε να προκύπτει μιά αμφισημία των όρων της αισθητικής αυτονομίας, καθώς και μιά αμφιθυμία των ρομαντικών μπροστά στις κοινωνικές διαφοροποιήσεις που συγκροτούν οι εθνικές επαναστάσεις του 19ου αιώνα: συντηρητισμός και ιακωβινισμός ως πόλοι της ρομαντικής αξίωσης. Παρά ταύτα, ο Ρομαντισμός επιμένει στον «διακαή πόθο για πέραν του συνηθισμένου περιστατικού». Επιμένει, δηλαδή, στην έλξη που του ασκεί το Unheimliche, το αλλόκοτο, το παράδοξο, γεγονός που τον κάνει να ακροβατεί μεταξύ της ιστορίας και της ανιστορικότητας, να αντιμετωπίζει την ιστορία ανιστορικά και την ανιστορικότητα ιστορικά. Θα τολμούσα να πω ότι το παράδοξο αυτό συνθέτει τη ρομαντική εξέγερση, ως λαμβάνουσα χώρα μέσα στην ιστορία, αλλά υπερβαίνοντας την ιστορία, υπερβαίνοντας, δηλαδή, κάθε ιστορική εγκαθίδρυση μέσω της αυτόνομης θεωρητικής και ποιητικής πρακτικής του.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ρομαντική αντίφαση καθίσταται ριζοσπαστική και ουσιώδης αιτία της διάχυσης του Ρομαντισμού στα μετα-ρομαντικά καλλιτεχνικά και φιλοσοφικά εγχειρήματα, μέχρι τους δικούς μας αιώνες και τις δικές μας αναζητήσεις. Πρόκειται κατ’ ουσίαν για έναν ρομαντικό αναστοχασμό της αυτονομίας της τέχνης και όχι για μια δογματική αξίωση αισθητικισμού, ο οποίος αναπτύσσεται ερήμην των ηθικών, θρησκευτικών, πολιτικών και κοινωνικών προταγμάτων της εκάστοτε εποχής. Ίσια ίσια, μάλιστα, μέσω του ρομαντικού αναστοχασμού της αυτονομίας της τέχνης αναφαίνεται το απόλυτο να διαπερνά το σχετικό, ενώ ο ανθρώπινος βίος και η ανθρώπινη δραστηριότητα ουσιώνονται μέσω της διαπότισης του πεπερασμένου με πνοές απείρου, όπως θα υποστήριζε ο Schelling.

Αν τώρα, η κοινωνική εργαλειοποίηση αναγκάζει τον Ρομαντισμό να αντιδράσει κινούμενος με οξύτητα μέσω ενός φαουστικού πεπρωμένου του κόσμου, αυτό δεν καθιστά τον Ρομαντισμό «ιδεαλιστική» κοσμοαντίληψη, αλλά αντίθετα κίνημα «φυσικού υπερφυσικισμού», κίνημα κατ’ εξοχήν κριτικό και επιθετικό ενάντια στην εργαλειοποίηση του κοινωνικού και ιστορικού, που κατατεμαχίζει την πραγματικότητα και απωθεί επιμελώς το πραγματικό, ήτοι το ενοποιημένο, της πραγματικότητας. Η εναντιοδρομία του Ρομαντισμού βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται καθ’ οδόν προς την ενότητα.

Ακόμη και η αισθητική θεωρία της αποσπασματικότητας του Ρομαντισμού ίσως υποκρύπτει, ώς έναν βαθμό τουλάχιστον, την κριτική αντίφαση που ενθηκεύει η αυτονομία της τέχνης έναντι της διαφωτιστικής διαφοροποίησης των επιμέρους τομέων της ανθρώπινης δραστηριότητας και την εξ αυτής προκύπτουσα εργαλειοποίηση. Άρα, θα μπορούσα να πω συμπεραίνοντας ότι η καθ’ οδόν διαπόρευση του φυσικού υπερφυσικισμού προς την ενότητα φαίνεται να προϋποθέτει την αντίφαση και να την αναδεικνύει ως όρο sine qua non της ριζοσπαστικοποίησης του φανταστικού προς χάριν των «μεγάλων εθνικών γεγονότων» της εποχής.

 —

 —

Δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της εφημερίδας «Αυγή» στις 11/9/2011
Advertisements

Ένα Σχόλιο to “Στέφανος Ροζάνης, Η αντίφαση του Ρομαντισμού”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: