Χρίστος Κρεμνιώτης, Ώριμο σπέρμα

Ludvig Karsten (1876 – 1926), Blått kjøkken (1913)

Χρίστος Κρεμνιώτης

Ώριμο σπέρμα

(2008)

 

Είσοδος


ευλαβικά αγγίζει η μαγεία τα δέντρα

πουλιά

σκορπίζουν πινελιές

περασμένος οκτώβρης

 —

είδη σιωπής

το σώμα σου

με τις σκιές του από όλα τα άλλοτε

με πλησιάζει

 —

το μαβί σου πουκάμισο

στο ‘φτειρε η σκέψη μου

μέχρι που φάνηκε

υπομονή

(με τη σιωπή

που ακόμη απλώνεται

το Γεννηθήτω)

αποσυνέθεσα το πένθος

σ’ έναν αιφνίδιο ποδηλάτη

μ’ ένα μικρό πορτοκαλί φανάρι δειλινού

και στα χνώτα εκείνου, που κοίταζε,

το σώμα σου

με τις σκιές του από όλα τ’ άλλοτε.

 —

και ήταν η μόνη ευτυχία σου,

ότι σ’ απόλαυσα.

με χώμα και δίχως

 —

σε κόκκινο,

τη σάρκα τους, κατάμαυρα, λικνίζουνε

                                                                θόλο.

 —

λογισμέ που τ’ απογεύματα

μύρτα λυγίζεις

κύματα

στου πήγασου τη χαίτη θαμπώνεις

μύχιε ήλιε:

«πόσο δυνατά μπορεί να ουρλιάξει

η μικροσκοπική νεράιδα

αν χρησιμοποιήσει τη μαγεία της;»

πρωτότοκο δίχως μητέρα το ανεξάντλητο.

 –

καλώς.

——————————-βυθίζονται τα νεκροβόρα.

 —

πέρασμα

 —

ακόμη θύελλα

σιωπηρή για τους ανθρώπους.

 —

ο μόνος δρόμος για το γιασεμί

                                         η άβυσσος.

 —

θα ‘ναι και πάλι φως το πρόσωπο σου.

 —

ήβη της μοίρας

 —

φευγαλέα το φως

πλάγιαζε

                              πέφτοντας.

 —

συχνά, τα χαλίκια

χαρίζουν έθνη στη σκιά

εραστών που, ανέμελα,

αφαιμάσσουν ειρήνη

εσύ,

με το ενδεχόμενο μέλλον κολλημένο στο σπέρμα σου

άνοιξε στα καθαρότατα αίματα.

 —

το βάδισμα σου

ακούγεται όπου στάθηκαν,

μα οι νεκροί των ανθρώπων

δεν προδίδουνε το πέρασμα σου.

σπασμοί του ανέμου όταν σκίζονται από φως.

 —

μητέρα

 —

σου γράφω σε άλλη γλώσσα

για την ίδια ζωή.

 —

άκου τα βήματα μου

σαν θα νυστάζουν ζέφυροι στα στήθη.

 —

το αίμα σου

άγνωστο σε όλους.

κι η κραυγή σου ηχώ

απαρατήρητου φτεροκοπήματος της πεταλούδας.

 —

κανείς δεν θα πιστέψει αν κρύψεις τον ήλιο

κι αν λαμπυρίσεις κρυμμένη

το δόγμα θα γίνεις του κόσμου

τώρα που απρόσμενη ανάσα,

υγρά,

               ζωή

                                     ανασταίνει.

 —

ας λέν’ οι θαμμένοι

τρικυμία το άνθισμα του νούφαρου.

έπλασες στην ελευθερία καινούργιο σκήπτρο.

στίχοι

και προσποιήθηκα, πως

τα νερά

δεν τα ψηλάφιζε η ματιά μου.

 –

έτσι

ξεπρόβαλλε πρώτη φορά

των άγγελων το γένος.

 –

σταγόνες τότε

πάνω τους

άνοιγαν τη φωνή

που αντίκρυσμα δεν έδινε

ο οίκτος.

 –

(πορεύτηκα με την γέννηση στους ώμους

μέχρι που, εγγύτερα στον κόπο,

το τέλος.

ξανά και ξανά.

σβήνοντας

μένει.)

μιλώ την γλώσσα των ψυχών

που από τον ήλιο κρεμαστήκανε

σε σπηλιές νυχτερίδες.

 —

πέρασμα

 –

σ’ είχα και άλλοτε δει.

πεσμένος στα φύλλα


γινόσουν φεγγάρι.


σπασμένη σαν μάτι

 –

όσα υπάρχουνε στους τόπους αυτούς

ήδη

περισσότερα από τις εποχές που θα προσπεράσουν,

 –

αόρατο

 –

απέναντι σ’ ό,τι κοιτώ

η μορφή μου

 –

έχει πια ναυαγήσει

τόσες φορές

που η ψυχή μου

υγρή

αναδύεται απ’ τους κατοπτρισμούς

και στάζει

παλίνδρομα

ακινησία.

μεγαλύτερα όλα απ’ το θαύμα.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: