«Γιατί απ’ της καρδιάς την πλησμονή λαλεί το στόμα»

Pier Paolo Pasolini, Il Vangelo secondo Matteo

ΚΑΤΑ ΤΟ ΜΑΘΘΑΙΟ

Μετάφραση Αλέξανδρος Πάλλης

(1902)

Κατάλογος του γένους του Ιησού Χριστού, γιου του Δαυείδ, γιου του Αβραάμ.

Ο Αβραάμ έκανε τον Ισαάκ κι’ ο Ισαάκ έκανε τον Ιακώβ κι’ ο Ιακώβ έκανε τον Ιούδα και τους αδερφούς του κι’ ο Ιούδας έκανε το Φαρές και το Ζαρέ από τη Θά- [μαρ κι’ ο Φαρές έκανε τον Εσρώμ κι’ ο Εσρώμ έκανε τον Αράμ κι’ ο Αράμ έκανε τον Αμειναδάβ κι’ ο Αμειναδάβ έκανε το Ναασσών κι’ ο Ναασσών έκανε το Σαλμών κι’ ο Σαλμών έκανε το Βοές από τη Ραχάβ κι’ ο Βοές έκανε τον Ιωβήδ από τη Ρουθ κι’ ο Ιωβήδ έκανε τον Ιεσσαί

2. κι’ ο Ιεσσαί έκανε το Δαυείδ το βασιλέα κι’ ο Δαυείδ έκανε το Σολομώνα από τη γυναίκα του Ουρεία κι’ ο Σολομώνας έκανε το Ροβοάμ κι’ ο Ροβοάμ έκανε τον Αβιά κι’ ο Αβιά έκανε τον Ασάφ κι’ ο Ασάφ έκανε τον Ιωσαφάτ κι’ ο Ιωσαφάτ έκανε τον Ιωράμ κι’ ο Ιωράμ έκανε τον Οζεία κι’ ο Οζείας έκανε τον Ιωάθαμ κι’ ο Ιωάθαμ έκανε τον Άχαζ κι’ ο Άχαζ έκανε τον Εζεκία κι’ ο Εζεκίας έκανε το Μανασσή κι’ ο Μανασσή έκανε τον Αμώς κι’ ο Αμώς έκανε τον Ιωσεία κι’ ο Ιωσείας έκανε τον Ιεχονία και τους αδερφούς του στον καιρό της τοπαλλαξιάς της Βαβυλώ- νας. 3. Κι’ ύστερα από την τοπαλλαξιά της Βαβυλώνας ο Ιεχονίας κάνει το Σελαθιήλ κι’ ο Σελαθιήλ κάνει το Ζοροβάβελ κι’ ο Ζοροβάβελ κάνει τον Αβιούδ κι’ ο Αβιούδ έκανε τον Ελιακείμ κι’ ο Ελιακείμ έκανε τον Αζώρ κι’ ο Αζώρ έκανε το Σαδώκ κι’ ο Σαδώκ έκανε τον Αχείμ κι’ ο Αχείμ έκανε τον Ελιούδ κι’ ο Ελιούδ έκανε τον Ελεάζαρ κι’ ο Ελεάζαρ έκανε το Μαθθάν κι’ ο Μαθθάν έκανε τον Ιακώβ κι’ ο Ιακώβ έκανε τον Ιωσήφ τον άντρα της Μαρίας, που γέννησε τον Ιησού, αυτόν που λέγεται Χριστός.

4. Όλες λοιπόν οι γενεές από Αβραάμ ως Δαυείδ γενεές δεκατέσσερεις, κι’ από Δαυείδ ως στην τοπαλλαξιά της Βαβυλώνας γενεές δεκατέσσερεις, κι’ από την τοπαλλαξιά της Βαβυλώνας ως στο Χριστό γενεές δεκατέσσερεις.

5. Και του Χριστού Ιησού η γέννηση έγινε έτσι. Όταν αρρεβωνιάστηκε η μητέρα του η Μαρία τον Ιωσήφ, πριν πάνε μαζί, βρέθηκε έγκυα από πνέμα άγιο. Κι’ ο Ιωσήφ ο άντρας της, όντας ενάρετος και μη θέλοντας ναν την πομπέψει, βουλήθηκε ναν τη χωρίσει κρυφά. Κι’ αυτό αφού το συλλογίστηκε, να άγγελος Κυρίου του παρουσιάστη στ’ όνειρό του, κι’ είπε «Ιωσήφ, γιε του Δαυείδ, μη φοβηθείς να πάρεις τη Μαρία τη γυναίκα σου· γιατί το γεννημένο μέσα της είναι από πνέμα άγιο. Και θα γεννήσει γιο, και τ’ όνομά του ναν το πεις Ιησού· γιατί αυτός θα σώσει το λαό του από τις αμαρτίες τους.» Κι’ όλα αυτά έγιναν για ν’ αληθέψει ό,τι είπε ο Κύριος μέσο του Προφήτη, που λέει Να η παρθένα θα συλλάβει και γεννήσει γιο, και θα πουν τ’ όνομά του Εμμανουήλ, που ξηγημένο σημαίνει « Μαζί μας ο Θεός». 6. Και σα σηκώθηκε ο Ιωσήφ από τον ύπνο, έκανε όπως τον πρόσταξε ο άγγελος Κυρίου και πήρε τη γυναίκα του, και δεν τη γνώριζε ως που γέννησε γιο. Κι’ έβγαλε τ’ όνομά του Ιησού.

7. Και σα γεννήθηκε ο Ιησούς στη Βηθλεέμ της [2] Ιουδαίας στον καιρό του Ηρώδη του βασιλέα, νά μάγοι από την ανατολή φτάσανε στην Ιερουσαλήμ και λέγανε «Πού ‘ναι ο γεννημένος βασιλέας των Ιουδαίων; Γιατί είδαμε τ’ άστρο του στην ανατολή κι’ ήρθαμε ναν τον προσκυνήσουμε». Και σαν τ’ άκουσε ο βασιλέας Ηρώδης, ταράχτη. [καθώς] κι’ όλη η Ιερουσαλήμ μαζί του, και συνάζοντας όλους τους πρωτοπαπάδες και τους διαβασμένους του λαού, τους ρώταε πού γεννιέται ο Χριστός. Κι’ εκείνοι τούπανε «Στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας· γιατί έτσι » είναι γραμένο μέσο του Προφήτη Κι εσύ Βηθλέεμ γη του Ιούδα, δεν είσαι όχι η πιο ασήμαντη από τις πρωτεύουσες του Ιούδα· γιατί από σένανε θα βγει αρχηγός που θα βοσκήσει το λαό » μου τον Ισραήλ».

8. Τότες ο Ηρώδης έκραξε κρυφά τους μάγους και ξακρίβωσε τον καιρό τ’ άστρου που φαίνουνταν, και στέλνοντάς τους στη Βηθλεέμ είπε «Πηγαίνετε και ξετάστε σωστά για το παιδί, και σαν το βρείτε, μηνύστε μου, για να πάω κι’ εγώ και ναν το προσκυνήσω». Κι’ αυτοί σαν άκουσαν το βασιλέα, μίσεψαν. Και να τ’ άστρο πούδανε στην ανατολή προχωρούσε ομπρός τους ως που πήγε και στάθηκε απάνου εκεί πούταν το παιδί. Και σαν είδαν τ’ άσ- τρο, χάρηκαν χαρά μεγάλη υπερβολικά, και πήγανε στο σπίτι κι’ είδαν το παιδί με τη Μαρία τη μητέρα του, κι’ έπεσαν και το προσκύνησαν. Κι’ ανοίγοντας τους θησαυρούς τους του προσφέρανε χαρίσματα, χρυσάφι και λιβάνι και μύρρα. Κι’ αφού φωτίστηκαν σ’ όνειρό τους να μην ξαναγυρίσουνε στον Ηρώδη, απ’ άλλο δρόμο μίσεψαν πίσω στον τόπο τους.

9. Κι’ αυτοί σα μίσεψαν πίσω στον τόπο τους, να άγγελος Κυρίου φάνηκε στ’ όνειρό του του Ιωσήφ και λέει «Σήκω πάρε το παιδί και τη μητέρα του » και φεύγα στην Αίγυπτο, και μένε εκεί ως που να σου πω· γιατί ‘ναι ο Ηρώδης να ζητήσει το παιδί με σκοπό ναν το σκοτώσει». Κι’ εκείνος σηκώθηκε και πήρε νύχτα το παιδί και τη μητέρα του κι’ έφυγε στην Αίγυφτο, κι’ έμενε εκεί ως στο θάνατο του Ηρώδη, για ν’ αληθέψει ό,τι είπε ο Κύριος μέσο του Προφήτη, που λέει Από την Αίγυφτο έκραξα το γιο μου .

10. Τότες ο Ηρώδης όταν είδε πως γελάστη από τους μάγους, θύμωσε υπερβολικά, κι’ έστειλε και θανάτωσε τ’ αγόρια όλα μέσα στη Βηθλεέμ και σ’ όλα της τα σύνορα από διο χρονών και κάτου σύφωνα με τον καιρό που ξακρίβωσε από τους μάγους. Τότες αλήθεψε το ειπωμένο μέσο του Ιερεμία του προφήτη, που λέει Φωνή ακούστηκε στη Ραμά, κλάμα και ξεφωνητό πολύ· η Ραχήλ πούκλαιγε τα τέκνα της, και παρηγοριά δεν είχε τι δε ζουν.

11. Και σαν πέθανε ο Ηρώδης, να άγγελος Κυρίου τού φαίνεται στ’ όνειρό του του Ιωσήφ στην Αίγυφτο και λέει «Σήκω πάρε το παιδί με τη μητέρα του και πήγαινε στον τόπο του Ισραήλ· γιατί πέθαναν όσοι ζητούσαν τη ζωή του παιδιού». Κι’ εκείνος σηκώθηκε και πήρε το παιδί και τη μητέρα του και πήγε στον τόπο του Ισραήλ. Κι’ όταν άκουσε πως ο Αρχέλαος βασιλεύει την Ιουδαία αντίς τον πατέρα του τον Ηρώδη, φοβήθη εκεί να πάει, μόνε, καθώς φωτίστηκε σ’ όνειρό του, έφυγε στα μέρη της Γαλιλαίας και πήγε και κατοίκησε χώρα που λέγεται Ναζαρέτ, για ν’ αληθέψει το ειπωμένο μέσο των Προφητών, πως Ναζωραίο θαν τον κράξουν.

12. Κι’ εκείνες τις ημέρες βγαίνει ο Ιωάνης ο βαφτιστής, που κήρυχνε στην έρημο της Ιουδαίας λέγοντας «Μετανιώστε, γιατί σίμωσε η βασιλεία των ουρανών». Γιατί αυτός είναι ο ειπωμένος μέσο του Ησαΐα του προφήτη, που λέει Φωνή που κάπιος κράζει στην έρημο Ετοιμάστε το δρόμο του Κυρίου, ίσια κάντε τα μονοπάτια του. Κι’ ο ίδιος ο Ιωάνης είχε το φόρεμά του από γκαμή- λας τρίχα και ζουνάρι δερμάτινο γύρω στη μέση του, κι’ είταν η θροφή του ακρίδες και μέλι άγριο.

13. Τότες πηγαίνανε όξω στον Ιωάνη τα Ιεροσόλυμα κι’ η Ιουδαία όλη κι’ όλα τα περίχωρα του Ιορδάνη, και τους βάφτιζε μέσα στον Ιορδάνη τον ποταμό αφού ξομολογούνταν τις αμαρτίες τους. Και σαν είδε και πήγαιναν πολλοί από τους Φαρισαίους και Σαδδουκαίους στο βάφτισμα, τους είπε «Γεννήματα οχιών, πιος σας οδήγησε να γλυτώστε από την οργή που φτάνει; Κάντε λοιπόν καρπό άξιο του μετανιωμού, και μη λέτε τάχα μέσα σας Πατέρα έχουμε τον Αβραάμ γιατί σας λέω πως απ’ αυτές τις πέτρες ο Θεός μπορεί να βγάλει του παιδιά του Αβραάμ. Και πια το ξινάρι τώρα στέκει κοντά στη ρίζα των δέντρων· κάθε λοιπόν δέντρο που δεν κάνει καρπό καλό κόβεται και ρήχνεται στη φωτιά. Εγώ σας βαφτίζω με νερό για μετανιωμό, μα αυτός που φτάνει πίσω μου είναι δυνατώτερός μου, που δεν είμαι άξιος να σηκώσω τα σαντάλια του· αυτός θα σας βαφτίσει με πνέμα άγιο και φωτιά. Που το φτιάρι ‘ναι στο χέρι του και θα παστρέψει πέρα ως πέρα τ’ αλώνι του, και θα μαζέψει το στάρι του στην αποθήκη του, και τ’ άχερο θα κάψει μ’ άσβυστη φωτιά».

14. Τότες φτάνει ο Ιησούς από τη Γαλιλαία στον Ιορδάνη να βρει τον Ιωάνη για να βαφτιστεί. Κι’ εκείνος τον αμπόδιζε κι’ έλεγε «Εγώ ‘χω ανάγκη από σένα να βαφτιστώ, κι’ εσύ έρχεσαι σ’ εμένα;» Κι’ ο Ιησούς αποκρίθηκε και τούπε «Άφισε τώρα· γιατί έτσι πρέπει να κάνουμε κάθε μας χρέος». Τότες τον αφίνει. Κι’ άμα βαφτίστηκε ο Ιησούς, ευτύς ανέβηκε από τα νερά, και να άνοιξαν τα ουράνια κι’ είδε πνέμα του Θεού που κατεβαίνοντας σαν περιστέρι έρχουνταν απάνω του, και να φωνή από τα ουράνια κι’ έλεγε «Αυτός είναι ο γιος μου ο αγαπητός πούχει την καλή μου γνώμη».

16. Τότες το πνέμα πήγε τον Ιησού απάνου στην έρημο για ναν τον πειράξει ο Διάβολος. Κι’ αφού νήστεψε μέρες σαράντα και νύχτες σαράντα, ύστερα πείνασε. Και πήγε ο Πειρασμός και τούπε « Αν είσαι γιος του Θεού, πες οι πέτρες αυτές να γίνουν ψωμιά». Κι’ εκείνος αποκρίθη κι’ είπε «Είναι γραμένο Με ψωμί μονάχα δε θα ζήσει ο άνθρωπος, μόνε μ’ όπιο λόγο βγαίνει από το στόμα τον Θεού».

17. Τότες τον πηγαίνει ο Διάβολος στην άγια χώρα και τον έστησε στην άκρη απάνου του ναού, και του λέει «Αν είσαι γιος του Θεού, ρήξου κάτου· γιατί ‘ναι γραμένο πως Τους αγγέλους του για σένα θα προστάζει, και θα σε σηκώσουνε στα χέρια μήπως χτυπήσεις σε πέτρα το πόδι σου» . Του είπε ο Ιησούς «Πάλι ‘ναι γραμένο Να μη δοκιμάζεις τον » Κύριο το Θεό σου ». Πάλι τον πηγαίνει ο Διάβολος σε βουνό αψηλό υπερβολικά και του δείχνει όλα τα βασίλεια του κόσμου και τη δόξα τους, και τούπε «Αυτά όλα θα σ’ τα δώσω αν πέσεις και με προσκυνήσεις». Τότες του λέει ο Ιησούς «Πήγαινε, Σατανά· γιατί ‘ναι γραμένο Τον Κύριο το Θεό σου να προσκυνάς κι’ εκείνονε μονάχα να λατρεύεις ». Τότες τον παραιτάει ο Διάβολος, και να άγγελοι ήρθαν και τον υπερετούσαν.

19. Και σαν άκουσε πως παράδωσαν τον Ιωάνη, έφυγε στη Γαλιλαία, κι’ αφίνοντας τη Ναζαρά πήγε και κατοίκησε την Καφαρναούμ την παράλιμνη στα σύνορα, του Ζαβουλών και του Νεφταλείμ για ν’ αληθέψει το ειπωμένο μέσο του Ησαΐα του προφήτη, που λέει Εσύ γη του Ζαβουλών και γη του Νεφταλείμ στο δρόμο της λίμνης αντίπερα από τον Ιορδάνη, εσύ Γαλιλαία των εθνών, ο λαός ο καθισμένος σε σκοτάδι φως είδε μεγάλο, και στους καθισμένους σε τόπο κι’ ήσκιο θανάτου φως τους ανάτειλε.

Από τότες άρχισε ο Ιησούς να κηρύχνει και λέει « Μετανιώστε, γιατί σίμωσε η βασιλεία των ουρανών».

20. Και περπατώντας κοντά στη λίμνη της Γαλιλαίας είδε διο αδερφούς, το Σίμωνα που τον έλεγαν Πέτρο και τον Αντρέα τον αδερφό του, ενώ έρρη- χναν πλεμμάτι στη λίμνη — γιατί ‘ταν ψαράδες — και τους λέει «Ελάτε πίσω μου και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων». Κι’ εκείνοι αμέσως άφισαν τα δίχτια και τον κολούθησαν. Και προχωρώντας από κει, είδε άλλους διο αδελφούς, τον Ιάκωβο το γιο του Ζεβεδαίου και τον Ιωάνη τον αδερφό του, μέσα στο καράβι με το Ζεβεδαίο τον πατέρα τους ενώ διόρθωναν τα δίχτια τους, και τους έκραξε. Κι’ εκείνοι αμέσως άφισαν το καράβι και τον πατέρα τους και τον ακολούθησαν.

21. Και γύριζε όλη τη Γαλιλαία διδάσκοντας μέσα στα συναγώγια τους και κηρύχνοντας το καλό το μήνυμα της βασιλείας και γιατρεύοντας κάθε αρ- ρώστια και κάθε πάθος του λαού. 22. Και πήγε η φήμη του σ’ όλη τη Συρία, και του φέρανε όλους τους παθιασμένους, πιασμένους από κάθε λογής αρ- ρώστια και βάσανο, δαιμονισμένους και σεληνιασμένους και παραλυτικούς· και τους γιάτρεψε. Και τον ακολούθησαν πλήθη πολλά από τη Γαλιλαία και Δεκάπολη κι’ Ιεροσόλυμα κι’ Ιουδαία κι’ αντίπερα από τον Ιορδάνη.

23. Κι’ όταν είδε τα πλήθη, ανέβηκε το βουνό. Κι’ αφού κάθησε, ήρθαν κοντά του οι μαθητάδες του, κι’ άνοιξε το στόμα και τους δίδασκε λέγοντας « Καλότυχοι οι φτωχοί από νου, γιατί δική τους είναι η βασιλεία των ουρανών. Καλότυχοι οι λυπημένοι, γιατί αυτοί θα παρηγορηθούν. Καλότυχοι οι ήμεροι, γιατί αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη. » Καλότυχοι οι πεινασμένοι και διψασμένοι την αρετή, γιατί αυτοί θα χορταστούν. Καλότυχοι οι σπλαχνικοί, γιατί αυτοί θα δούνε σπλαχνιά. Καλότυχοι οι με καθαρή καρδιά, γιατί αυτοί θα δούνε το Θεό. Καλότυχοι όσοι φέρνουν ειρήνη, γιατί αυτούς θα πούνε γιους του Θεού. Καλότυχοι οι κατατρεμένοι για αρετή, γιατί δική τους είναι η βασιλεία των ουρανών. Καλότυχοι ‘στε ότα σας βρίσουν και σας κατατρέξουν, και σας καταλαλήσουνε για μένα κάθε κακό ψευτολογώντας. Χαίρεστε κι’ αναγαλλιάζετε, γιατί η αξία σας μεγάλη στα ουράνια· γιατί έτσι κατάτρεξαν τους προφήτες τους προτύτερά σας.

» Εσείς είστε τ’ αλάτι της γης· κι’ αν τ’ αλάτι μωραθεί, με τι θ’ αλατιστεί; Τίποτα πια δεν αξίζει παρά ναν το ρήξεις όξω κι’ οι ανθρώποι ναν το καταπατούν. Εσείς είστε το φως του κόσμου. Δε μπορεί χώρα να κρυφτεί απάνου σε βουνό χτισμένη. Μήτ’ ανάβουνε λύχνο και τόνε βάζουν κάτου από το κοιλό, μόνε στο λυχνοστάτη απάνου, και φέγγει σ’ όλους μέσα στο σπίτι. Έτσι ας λάμψει το φως σας μπροστά στους ανθρώπους, για να δουν τα καλά σας έργα και δοξάσουν τον πατέρα σας στα ουράνια.

26.» Μη νομίστε πως ήρθα να χαλάσω το Νόμο » ή τους Προφήτες· δεν ήρθα να χαλάσω, μόνε ν’ αληθέψω. Γιατί αληθινά σας λέω, πριν περάσει ο ουρανός κι’ η γη, ένα γιώτα ή μια γραμμίτσα δε θα περάσει από το Νόμο, πρι να γίνουν όλα. Όπιος λοιπόν χαλάσει μια από κείνες τις εντολές — τις μικρότατες — κι’ έτσι διδάξει τους ανθρώπους, μικρότατο θαν τον πούνε στη βασιλεία των ουρανών όπιος όμως κάνει και διδάξει, αυτόνε μεγάλο θαν » τον πούνε στη βασιλεία των ουρανών. Γιατί σας » λέω, πως α δεν πληθήνει η αρετή σας πιότερο από των διαβασμένων και Φαρισαίων, αδύνατο να μπείτε στη βασιλεία των ουρανών.

27.» Ακούσατε πως ειπώθηκε στους παλιούς Να μη σκοτώνεις· κι’ όπιος σκοτώσει, του πρέπει το κριτήρι. Εγώ όμως σας λέω, πως όπιος θυμώνει τ’ αδερφού του, του πρέπει το κριτήρι· κι’ όπιος πει τ’ αδερφού του Ρακά, του πρέπει η σύνοδο· κι’ όπιος πει Βλάκα, του πρέπει η γέεννα της φωτιάς. Α λοιπόν προσφέρνεις το χάρισμά σου στο θυσιαστήρι απάνου κι’ εκεί θυμηθείς πως έχει τίποτα μαζί σου ο αδερφός σου, άφισέ το εκεί το χάρισμά σου στο θυσιαστήρι ομπρός, και σήρε πρώτα και φιλιώσου με τον αδερφό σου, και τότες έλα πρόσφερε το χάρισμά σου. Κέρδισε την καλογνωμιά τ’ αντιδίκου σου γλήγορα όσο βρίσκεσαι στο δρόμο μαζί του, μήπως σε παραδώσει ο αντίδικος στον κριτή κι’ ο κριτής στον κλητήρα και φυλακιστείς· αληθινά σου λέω, δε θα βγεις από κει ως να γυρίσεις το στερνό κοδράντη.

28.» Ακούσατε πως ειπώθηκε Να μη μοιχεύεις. Εγώ όμως σας λέω, πως όπιος βλέπει γυναίκα με σκοπούς αποθυμιάς, τήνε μοίχεψε κι’ όλας μέσα στην καρδιά του. Κι’ αν το μάτι σου το δεξύ σε σκανταλίζει, βγάλ’ το και ρήξε το μακριά σου· γιατί σε συφέρνει ένα σου μέλος να » χαθεί, κι’ όχι όλο σου το κορμί να ρηχτεί σε γέεννα. Κι’ αν το δεξύ σου χέρι σε σκανταλίζει, κόψ’ το και ρήξε το μακριά σου· γιατί σε συφέρνει ένα σου μέλος να χαθεί, κι’ όχι όλο σου το κορμί να » πάει σε γέενα.

29. » Κι’ ειπώθηκε Όπιος χωρίσει τη γυναίκα του, ας της δώσει χωρισοχάρτι. Εγώ όμως σας λέω, πως όπιος χωρίσει τη γυναίκα του εξόν από λόγο ατιμίας, την κάνει και μοιχεύεται· κι’ όπιος χωρισμένη παντρευτεί, μοιχεύει.

30. » Πάλι ακούσατε πως ειπώθηκε στους παλιούς Να μην ψευτορκείς, μόνε να πλερώνεις στον Κύριο τους όρκους σου . Εγώ όμως σας λέω, να μην ορκίζεσαι ολότελα, μήτε στον ουρανό γιατί ‘ναι θρόνος του Θεού, μήτε στη γη γιατί ‘ναι των » ποδιών του σκαμνί, μήτε στα Ιεροσόλυμα γιατί ‘ναι πολιτεία του μεγάλου βασιλέα, μήτε στην κεφαλή σου να μην ορκίζεσαι γιατί δε μπορείς μια τρίχα να κάνεις άσπρη ή μαύρη. Μόνε ας είναι ο λόγος σας ναι ναι, όχι όχι· το παραπάνου έρχεται από τον Κακό.

31. Ακούσατε πως ειπώθη Μάτι για μάτι και δόντι για δόντι. Εγώ όμως σας λέω, μην αντιστέκεις στον κακό, μόνε όπιος σε χτυπά στο δεξύ σου μάγουλο, γύρισ’ του και τ’ άλλο· κι’ όπιος σου θέλει δίκες και να πάρει σου το ρούχο, άφισέ του και το πανωφόρι· κι’ όπιος σ’ αγγαρέψει ένα μίλι, πήγαινε μαζί του διο. Σ’ όπιονε σου γυρεύει δώσε, κι’ όπιος θέλει να σου δανειστεί μην του γυρίσεις ράχη.

32. » Ακούσατε πως ειπώθη Ν’ αγαπάς το γείτονά σου και να μισείς τον εχτρό σου . Εγώ όμως σας λέω, αγαπάτε τους εχτρούς σας και προσεύκεστε για το καλό όσωνε σας κατατρέχουν, έτσι να γίνετε γιοι του πατέρα σας στα ουράνια, γιατί τον ήλιο του τον ανατέλλει σε κακούς και σε καλούς και βρέχει σε δίκιους κι’ άδικους. Τι ανίσως αγαπήστε όσους σας αγαπούν, τι αξία έχετε; Το ίδιο δεν κάνουν κι’ οι τελώνες; Κι’ α χαιρετήστε τους αδερφούς σας μοναχά, τι παραπάνου κάνετε; Το ίδιο δεν κάνουνε κι’ οι εθνικοί; Γίνετε λοιπόν εσείς τέλειοι, όπως τέλειος είναι ο πατέρας σας ο ουράνιος.

33.» Προσέχετε τα χρέη σας να μην τα κάνετε μπροστά στους ανθρώπους, έτσι για να σας καμαρώσουν· ειδεμή, αξία δεν έχετε με τον πατέρα μου στα ουράνια. Ότα λοιπόν ελεείς, μη σαλπίζεις μπροστά σου, όπως κάνουν οι υποκριτάδες μέσα στα συναγώγια και στενά για να παινεθούν από τους ανθρώπους. Αληθινά σας λέω, έλαβαν την πλερωμή τους. Μονάχα εσύ σαν ελεείς, ας μη μάθει το ζερβύ σου το τι κάνει το δεξύ σου, για να μείνει η ελεημοσύνη σου κρυφή· κι’ ο πατέρας σου που βλέπει στο κρυφό θα σε πλερώσει.

34. »Κι’ όταν κάντε προσευχή, μη γίνεστε σαν τους υποκριτάδες· γιατί αγαπούνε μέσα στα συναγώγια και στων μεγάλων δρόμων τις γωνιές να στέκουν και προσεύκουνται, για να φανούνε στους ανθρώπους. Αληθινά σας λέω, έλαβαν την πλερωμή τους. Μονάχα εσύ σαν κάνεις προσευκή, έμπα μέσα στα κελλί σου, και κλείνοντας την πόρτα σου προσευκήσου στον πατέρα σου πούναι στο κρυφό· κι’ ο πατέρας σου που βλέπει στο κρυφό θα σε πλερώσει. Και στην προσευκή σας μη μωρολογάτε σαν τους υποκριτάδες, γιατί νομίζουν πως με την πολυλογιά τους θα συνακουστούν. Μην τους μιάστε λοιπόν· γιατί ξέρει ο Θεός ο πατέρας σας το τι σας χρειάζεται πριν του ζητήστε. Λοιπόν έτσι εσείς να προσεύχεστε Πατέρα μας εσύ μέσ’ στα ουράνια, άγιο ας είναι τ’ όνομά σου, ας έρθει η βασιλεία σου, ας γίνει το θέλημά σου, όπως στον ουρανό [έτσι] και στη γη· το ψωμί μας όσο μας πέφτει δώσε μας σήμερα, και χάρισέ μας τα χρέη μας όπως κι’ εμείς χαρίσαμε σ’ όσους μας χρωστούν και μη μας βάλεις σε πειρασμό, μόνε γλύτωσέ μας από τον Κακό. Γιατί α συχωρέστε των ανθρώπων τα φταιξίματά τους, θα συχωρέσει και σ’ εσάς ο πατέρας σας ο ουράνιος· μα α δε συχωρέστε των ανθρώπων τα φταιξίματά τους, δε θα συχωρέσει μήτ’ ο πατέρας σας τα δικά σας φταιξίματα.

35. » Και σα νηστεύετε, μη γίνεστε σαν τους υποκριτάδες σκυθρωποί· γιατί αφανίζουνε τα πρόσωπά τους για να φανούνε στους ανθρώπους πως νηστεύουν. Αληθινά σας λέω, έλαβαν την πλερωμή τους. Μόνε εσύ σα νηστεύεις, λάδωσε το κεφάλι σου και νίψε το πρόσωπό σου για να μη φανείς στους ανθρώπους πως νηστεύεις, μόνε στον πάτερα σου στο κρυφό· κι’ ο πατέρας σου που βλέπει στο κρυφό θα σε πλερώσει.

36. » Μη θησαυρίζετε θησαυρούς στη γη, όπου σκουλήκι και φάγωμα αφανίζει κι’ όπου κλέφτες τρυπούν και κλέβουνε· μόνε θησαυρίζετε θησαυρούς στον ουρανό, όπου μήτε σκουλήκι μήτε φάγωμα αφανίζει κι’ όπου κλέφτες δεν τρυπούν μήτε κλέβουνε. Γιατί όπου ‘ναι ο θησαυρός σου, εκεί θάναι κι’ η καρδιά σου.

37. » Ο λύχνος του κορμιού ‘ναι το μάτι σου. Α λοιπόν το μάτι σού ‘ναι αθώο, όλο το κορμί σου θάναι φωτεινό· μα αν είναι αχαμνό το μάτι σου, όλο τα κορμί σου θάναι σκοτεινό. Α λοιπόν σκοτάδι ‘ναι το φως το μέσα σου, το σκοτάδι πόσο;

38. » Διο αφεντάδες να δουλεύει δε μπορεί κανείς· γιατί ή τον ένα θα μισήσει και τον άλλο θ’ αγαπήσει, ή στον ένα θα προσκολληθεί και τον άλλο θ’ αψηφίσει. Δε μπορείτε Θεό να δουλεύετε και Μαμωνά. Γι’ αυτό σας λέω, μη φροντίζετε για τη ζωή σας τι θα φάτε ή τι θα πιείτε, μήτε για το σώμα σας τι θα φορέστε. Δεν είναι η ζωή πια πολύ από τη θροφή και το σώμα από το φόρεμα; Κοιτάξτε τα πουλιά τ’ ουρανού, τι δε σπαίρνουν ούτε θερίζουν ούτε συνάζουνε σ’ αποθήκες, κι’ ο πατέρας σας ο ουράνιος τα θρέφει· εσείς δεν αξίζετε πιο πολύ τους; Και πιος φροντίζοντας μπορεί στα χρόνια του μια πήχη να βάλει παραπάνου; Και για φόρεμα τι φροντίζετε; Παρατηρήστε τους κρίνους του κάμπου πώς γίνουνται· δε δουλεύουνε μήτε γνέθουν· όμως σας λέω πως κι’ ο Σολομώνας μέσα σ’ όλη του τη δόξα σαν κανένα τους δε φόρεσε στολή. Α λοιπόν του κάμπου τα χορτάρι πούναι σήμερα και ταχιά το ρήχνουνε σε φούρνο, έτσι ο Θεός το στολίζει, όχι πολύ περισσότερο εσάς, λιγόπιστοι; Μη λοιπόν φροντίζετε λέγοντας τι θα φάμε ή τι θα πιούμε ή τι θα βάλουμε (επειδή όλα αυτά τα ζητούν οι εθνικοί), γιατί ξέρει ο πατέρας σας πως όλα αυτά σας χρειάζουνται· μόνε ζητάτε πρώτα την αγιοσύνη και τη βασιλεία του, κι’ όλα αυτά θα σας δοθούνε μαζί. Μη λοιπόν φροντίζετε για την αυρινή, γιατί η αυρινή θα φροντιστεί μονάχη της· της σώνει της ημέρας » το δικό της βάσανο.

39.» Μη δικάζετε για να μη δικαστήτε· γιατί μ’ ό,τι δίκη δικάζετε θα δικαστήτε και μ’ ό,τι μέτρο μετράτε θα σας μετρηθεί. Και τι βλέπεις το ξυλάκι μέσα στο μάτι τ’ αδερφού σου, και το πατερό μέσα στο δικό σου μάτι δεν το νιώθεις; Ή πώς θα πεις τ’ αδερφού σου. Άφισε να βγάλω το ξυλάκι από το μάτι σου, και νά το πατερό μέσα στο δικό σου μάτι; Υποκριτή, βγάλε πρώτα το πατερό μέσ’ από το μάτι σου, και τότες κοίταξε να βγάλεις το ξυλάκι από το μάτι τ’ αδερφού σου. Μη δώστε τίποτ’ αγιασμένο στα σκυλιά, μήτε να ρήξτε τα μαργαριτάρια σας μπροστά στους χοίρους, μήπως τα καταπατήσουνε με τα πόδια τους και γυρνώντας σας ξεσκίσουν.

41.» Ζητάτε και θα σας δοθεί· γυρεύετε και θα » βρείτε· χτυπάτε και θα σας ανοιχτεί. Γιατί όπιος » ζητά λαβαίνει, κι’ όπιος γυρεύει βρίσκει, και σ’ » όπιονε χτυπάει ανοίγουν. Ή πιος σας άνθρωπος » που θα ζητήσει ο γιος του ψωμί, μήπως πέτρα θαν » του δώκει; ή και ψάρι θα ζητήσει, μήπως θαν του » δώκει φείδι; Α λοιπόν εσείς όντας κακοί ξέρετε των » παιδιώνε σας να δίνετε καλά δοσίματα, πόσο πιο » πολύ ο πατέρας σας ο ουράνιος θα δώκει καλά σ’ » όσους του ζητούν! Όλα λοιπόν όσα θέλετε να σας » κάνουν οι ανθρώποι, έτσι κι’ εσείς ναν τους κάνετε· » γιατί αυτός είναι ο Νόμος κι’ οι Προφήτες.

42. » Μπαίνετε από τη στενή την πύλη, γιατί » πλατιά ‘ναι η πύλη κι’ απλόχωρος ο δρόμος που » φέρνει στο χαμό, και πολλοί ‘ναι όσοι μπαίνουν από » κει· όμως γιατί στενή ‘ναι η πύλη και στρυμωχτός » ο δρόμος που φέρνει στη ζωή, και λίγοι ‘ναι που » τόνε βρίσκουν.

43. » Προσέχετε από τους ψευτοπροφήτες, που » σας έρχουνται με φορέματα προβάτων κι’ είναι από » μέσα λύκοι αρπαχτικοί. Από τους καρπούς τους » θαν τους νιώστε. Μήπως συνάζουν απ’ αγκαθιές » σταφύλια κι’ από τριβόλια σύκα; Έτσι κάθε δέν- » τρο καλό κάνει καρπούς ωραίους, όμως το σάπιο » δέντρο κάνει καρπούς κακούς. Δε γίνεται δέντρο » καλό να κάνει καρπούς κακούς, μήτε σάπιο δέντρο » να κάνει καρπούς καλούς. Δέντρο που δεν κάνει » καρπό καλό κόβεται και ρήχνεται στη φωτιά. Λοι- » πόν από τους καρπούς τους θαν τους νιώστε.

44. » Δε θα μπει στη βασιλεία των ουρανών όπιος » μου λέει Κύριε, Κύριε, μόνε όπιος κάνει το θέλημα » του πατέρα μου στα ουράνια. Πολλοί θα μου πουν » εκείνη την ημέρα Κύριε, Κύριε, με τ’ όνομά σου » δεν προφητέψαμε και με τ’ όνομά σου δε βγάλαμε » δαιμόνια και με τ’ όνομά σου δεν κάναμε θάματα » πολλά; Και τότες θαν τους απολογηθώ πως Ποτές » δε σας ήξερα· φύγετε από μένα οι εργάτες της ανο- » μίας.

45.» Όπιος λοιπόν ακούει μου αυτά τα λόγια και » τα κάνει, θα μιάσει άνθρωπο φρόνιμο πούχτισε το » σπίτι του στην πέτρα απάνου· και κατέβηκε η βροχή » κι’ ήρθαν τα ποτάμια και φυσήξανε οι ανέμοι, και » πλακώσανε στο σπίτι εκείνο και δεν έπεσε· γιατί » είτανε θεμελιωμένο στην πέτρα απάνου. 46. Κι’ » όπιος ακούει μου αυτά τα λόγια και δεν τα κάνει, » θα μιάσει άνθρωπο ασυλλόγιστο πούχτισε το σπίτι » του στον άμμο απάνου· και κατέβηκε η βροχή κι’ » ήρθαν τα ποτάμια και φυσήξανε οι άνεμοι, και χτυ- » πήσανε το σπίτι εκείνο κι’ έπεσε, κι’ είταν τρανό το » πέσιμό του».

47. Και συνέβηκε, σαν τέλιωσε ο Ιησούς αυτά τα λόγια, σάστιζαν τα πλήθη με τη διδαχή του· γιατί τους δίδασκε σα να ‘χε εξουσία κι’ όχι καθώς οι διαβασμένοι τους.

48. Κι’ όταν κατέβηκε από το βουνό, τον ακολού- [8] θησαν πλήθη πολλά. Και να λωβιασμένος ήρθε και τον προσκυνούσε λέγοντας «Κύριε, α θέλεις, μπορείς » να με καθαρίσεις». Κι’ απλώνοντας το χέρι του τον άγγιξε κι’ είπε «Θέλω, καθαρίσου». Κι’ ευτύς του καθαρίστη η λώβα. Κι’ ο Ιησούς του λέει «Κοίτα » μην το πεις κανενός, μόνε σήρε δείξου στον παπά, » και πρόσφερε το χάρισμα που πρόσταξε ο Μωϋσής, » έτσι για να φωτιστούν».

49. Και σα μπήκε στην Καφαρναούμ πήγε ένας εκατόνταρχος που τον παρακαλούσε κι’ έλεγε «Κύριε, » το παιδί μου κοίτεται στο σπίτι παραλυτικό και » βασανίζεται τρομερά». Του λέει «Εγώ έρχουμαι » και τον γιατρεύω». Κι’ ο εκατόνταρχος αποκρίθη κι’ είπε «Κύριε, δεν αξίζω για να μπεις κάτου από τη » στέγη μου· μα μοναχά πες λόγο και θα γιατρευτεί » το παιδί μου. Γιατί κι’ εγώ ‘μαι άνθρωπος υπο- » ταχτικός έχοντας κάτου μου στρατιώτες, και λέω » στον ένα Πήγαινε, και πηγαίνει, και σ’ άλλον Έλα, » κι’ έρχεται, και στο σκλάβο μου Κάνε ετούτο, και » το κάνει». Και σαν άκουσε ο Ιησούς, απόρησε κι’ είπε σ’ όσους τον ακολουθούσαν· «Αληθινά σας λέω, » σε κανέναν τόση πίστη δε βρήκα μέσα στον Ισ- » ραήλ. Και σας λέω, πως πολλοί απ’ ανατολή και » δύση θάρθουν και θα κάτσουνε μαζί με τον Αβραάμ » και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ μέσα στη βασιλεία » των ουρανών, μα τους γιους της βασιλείας θαν τους » βγάλουν όξω στο σκοτάδι το πιο εξώτερο· εκεί θα » ‘ναι το κλάψε και το τρίξε των δοντιών». Κι’ είπε ο Ιησούς στον εκατόνταρχο «Πήγαινε· όπως πίστε- » ψες ας σου γίνει». Και γιατρεύτη το παιδί την ώρα εκείνη.

50. Κι’ όταν ήρθε ο Ιησούς στο σπίτι του Πέ- τρου, είδε την πεθερά του κατάκοιτη και θερμα- σμένη· κι’ άγγιξε το χέρι της, και την αφήκε η θέρμη και σηκώθηκε και τον υπερετούσε. Και σα βράδιασε, του φέρανε δαιμονισμένους πολλούς κι’ έβγαλε τα πνέ- ματα με λόγο, και γιάτρεψε όλους τους αρρώστους, για ν’ αληθέψει το ειπωμένο μέσο του Ησαΐα του προφήτη, που λέει Αυτός πήρε τις αρρώστιες μας και τα πάθια σήκωσε .

51. Και σαν είδε ο Ιησούς γύρω του πλήθος, πρόσταξε να παν αντίπερα. Κι’ ένας διαβασμένος πήγε και του είπε «Δάσκαλε, θα σ’ ακολουθήσω όπου » κι’ αν πας». Κι’ ο Ιησούς του λέει «Οι αλεπούδες » έχουν τρύπες και τα πουλιά τ’ ουρανού φωλιές, όμως » ο γιος τ’ ανθρώπου δεν έχει πού να γύρει το κε- » φάλι». Κι’ άλλος μαθητής του είπε «Κύριε, πα- » ραχώρησέ μου να πάω πρώτα και να θάψω τον πα- » τέρα μου». Κι’ ο Ιησούς του λέει «Ακολούθα με, » κι’ ας θάψουν τους νεκρούς τους οι νεκροί».

52. Και μπήκε σε καράβι και τον ακολούθησαν οι μαθητάδες του. Και να φουρτούνα μεγάλη έγινε στη λίμνη, τόσο που το καράβι το σκέπαζαν τα κύματα. Κι’ εκείνος κοιμούνταν. Και πήγαν και τόνε σηκώ- σανε λέγοντας «Κύριε, σώσε, χανόμαστε». Και τους λέει «Τι δειλιάζετε, λιγόπιστοι;» Τότες σηκώθηκε και μάλωσε τους ανέμους και τη λίμνη κι’ έγινε κα- λοσύνη μεγάλη. Κι’ απορούσαν οι ανθρώποι λέγοντας « Σαν τι ‘ναι αυτός που κι’ οι ανέμοι κι’ η λίμνη τον » ακούν;»

53. Και σαν πήγε αντίπερα στον τόπο των Γα- δαρηνών, απάντησε διο δαιμονισμένους πούβγαιναν από τα μνήματα, άγριους υπερβολικά, τόσο που δε μπορούσε κανείς να περάσει από το δρόμο εκείνο. Και νά φώναξαν κι’ είπαν «Τι θέλεις από μας, γιε του » Θεού; Ήρθες εδώ πριν την ώρα να μας βασανί- » σεις;» Κι’ είτανε μακριά από κει κοπάδι μεγάλο χοίροι που βοσκούσαν. Κι’ οι δαιμόνοι τον παρακα- λούσαν κι’ έλεγαν «Α μας βγάλεις, στείλε μας στο » κοπάδι των χοίρων». Και τους είπε «Πηγαίνετε». Κι’ εκείνοι βγήκανε και πήγανε στους χοίρους, και να όρμησε όλο το κοπάδι κάτου από τον γκρεμό στη λίμ- νη, και ψοφήσανε μέσα στα νερά. Κι’ οι βοσκοί έφυ- γαν, και πήγανε στη χώρα και μηνήσανε τα πάντα και το τι συνέβη στους δαιμονισμένους. Και να όλη η χώρα βγήκε ν’ απαντήσει τον Ιησού, κι’ άμα τον είδαν, τον παρακαλέσανε να φύγει αλλού από τα σύ- νορά τους.

[9] 54. Και μπαίνοντας σε καράβι, πέρασε αντίκρυ και πήγε στον τόπο του. Και να του πήγαν παρα- λυτικό απάνου σε κλινάρι πλαγιασμένο. Και σαν είδε ο Ιησούς την πίστη τους, είπε του παραλυτικού « Έχε θάρρος, παιδί μου, συχωρεμένες οι αμαρ- » τίες σου». Και να μερικοί διαβασμένοι είπανε μέσα τους «Αυτός ασεβεί». Κι’ ο Ιησούς ένιωσε τους στοχασμούς τους κι’ είπε «Γιατί στοχάζεστε κακά » μέσα στην καρδιά σας; Γιατί τι ‘ναι ευκολώτερο, » να πεις Συχωρεμένες οι αμαρτίες σου, ή να πεις Σή- » κω και περπάτα; Όμως για να μάθετε πως έχει » εξουσία ο γιος τ’ Ανθρώπου στη γη να συχωρνά » αμαρτίες,» τότες λέει του παραλυτικού «Σήκω πά- » ρε το κλινάρι σου και σήρε σπίτι σου». Και σηκώ- θηκε και πήγε σπίτι του. Και σαν τόδανε τα πλή- θη, φοβηθήκανε, και δόξασαν το Θεό πούδωκε εξουσία τέτια στους ανθρώπους.

55. Και περνώντας από κει ο Ιησούς είδε έναν άνθρωπο καθισμένο στο τελώνιο που τον έλεγαν Μαθ- θαίο, και του λέει «Ακολούθα με». Και σηκώθη και τον ακολούθησε. Και συνέβη, ενώ ‘ταν καθισμένος [κι’ έτρωγε] μέσα στο σπίτι, να πολλοί τελώνες κι’ αμαρτωλοί ήρθαν και καθίσανε μαζί με τον Ιησού και με τους μαθητάδες του. Κι’ οι Φαρισαίοι σαν τους είδαν, λέγανε στους μαθητάδες του «Γιατί τρώει ο δά- » σκαλός σας μαζί με τους τελώνες και με τους αμαρ- » τωλούς;» Κι’ εκείνος τ’ άκουσε κι’ είπε «Γιατρό » δε θέλουν οι γεροί, μόνε οι αρρωστημένοι. Μόνε » σήρτε μάθετε το τι θα πει Σπλαχνιά θέλω κι’ όχι » θυσία , γιατί δεν ήρθα να κράξω ενάρετους, μόνε » αμαρτωλούς».

56. Τότες πηγαίνουνε στον Ιησού οι μαθητάδες του Ιωάνη κι’ έλεγαν «Γιατί εμείς κι’ οι Φαρισαίοι » νηστεύουμε, κι’ οι μαθητάδες σου δε νηστεύουν;» Κι’ ο Ιησούς τους είπε «Μήπως μπορούν οι γιοι της » αίθουσας του γάμου να πενθούν ενόσω βρίσκεται ο » γαμπρός μαζί τους; Όμως θαρθεί καιρός που θαν » τους πάρουν το γαμπρό, και τότες θα νηστέψουν. » Και κανείς κομάτι καινούργιο δεν το βάζει μπάλ- » λωμα σε ρούχο παλιό· γιατί το γιόμισμά του παίρ- » νει από το ρούχο, και χειροτερεύει η τρύπα. Μήτε » βάζουν καινούργιο κρασί σ’ ασκιά παλιά· ειδεμή, » σπουν τ’ ασκιά, και το κρασί χύνεται και χάνουν- » ται τ’ ασκιά· μόνε βάζουνε κρασί καινούργιο σε » καινούργια ασκιά, και βαστούνε και τα διο».

57. Ενώ τους μίλαε αυτά τα λόγια, να ένας άρ- χοντας πήγε και τον προσκυνούσε κι’ έλεγε πως «Η » κόρη μου ό, τι πέθανε· μόνε έλα βάλε απάνου της » το χέρι και θα ζήσει». Κι’ ο Ιησούς σηκώθη και τον ακολούθησε, [καθώς] κι’ οι μαθητάδες του. Και να γυναίκα μ’ αιμορραγία δώδεκα χρόνια πήγε κοντά από πίσω κι’ άγγιξε την άκρη του ρούχου του, γιατί έλεγε μέσα της «Μοναχά το ρούχο του ν’ αγγίξω, » θα γλυτώσω». Κι’ ο Ιησούς γύρισε, και σαν την είδε, είπε «Έχε θάρρος, κόρη μου, η πίστη σου σε » γλύτωσε». Και γλύτωσε η γυναίκα από κείνη την ώρα. Κι’ όταν ήρθε ο Ιησούς στο σπίτι τ’ άρχοντα κι’ είδε τους μουσικούς και τον κόσμο που μυρολο- γούσε, έλεγε «Πηγαίνετε, γιατί δεν πέθανε το κο- » ρίτσι, μόνε κοιμάται». Και τον περγελούσαν. Όμως σαν έβγαλαν τον κόσμο όξω, μπήκε μέσα κι’ έπιασε το χέρι της, και σηκώθη το κορίτσι. Και βγήκε η φήμη αυτή σ’ όλον εκείνον τον τόπο.

58. Και περνώντας από κει ο Ιησούς, τον ακολου- θήσανε διο τυφλοί που φώναζαν και λέγανε «Σπλα- » χνίσου μας, γιε του Δαυείδ». Και σαν ήρθε σπίτι, πήγαν οι τυφλοί και τους λέει ο Ιησούς «Πιστεύετε » αυτό πως μπορώ ναν το κάνω;» Του λένε «Ναι, » Κύριε». Τότες τους άγγιξε τα μάτια λέγοντας « Ας σας γίνει κατά την πίστη σας», και τους ανοίχτηκαν τα μάτια. Κι’ ο Ιησούς τους φοβέρισε κι’ είπε «Κοιτάξτε κανείς μην το μάθει». Μα εκεί- νοι βγήκανε και κήρυξαν παντού τη φήμη του σ’ όλον εκείνον τον τόπο. Κι’ αυτοί σαν έβγαιναν, να του πήγαν έναν άλαλο δαιμονισμένο κι’ όταν του βγήκε το δαιμόνιο, μίλησε ο άλαλος. Κι’ απόρησαν τα πλήθη κι’ έλεγαν «Ποτές τέτιο δε φάνηκε στο έθνος » του Ισραήλ». Μα οι Φαρισαίοι λέγανε «Με τον » αρχιδαίμονα βγάζει τα δαιμόνια».

59. Και γύριζε ο Ιησούς όλες τις πολιτείες και τα χωριά, διδάσκοντας μέσα στα συναγώγια τους και κηρύχνοντας το καλό το μήνημα της βασιλείας και γιατρεύοντας κάθε αρρώστια και κάθε πάθος.

[10] 60. Και σαν είδε τα πλήθη, τους σπλαχνίστηκε, γιατί είτανε σακατεμένοι και σπαραγμένοι σάμπως πρόβατα δίχως βοσκό. Τότες λέει στους μαθητάδες του «Πολύς ο θέρος, μα οι εργάτες λίγοι· παρα- » καλέστε λοιπόν το νοικοκύρη του θέρου να βγάλει » εργάτες για το θέρο του». Και φώναξε τους δώδεκα μαθητάδες του, και τους έδωκε εξουσία ακάθαρτων πνεμάτων που ναν τα βγάζουνε, και να γιατρεύουν κάθε αρρώστια και κάθε πάθος.

61. Κι’ αυτά ‘ναι τα ονόματα των δώδεκα απο- στόλων. Πρώτος ο Σίμωνας που τον έλεγαν Πέτρο κι’ ο Αντρέας ο αδερφός του· κι’ ο Ιάκωβος ο γιος του Ζεβεδαίου κι’ ο Ιωάνης ο αδερφός του· ο Φί- λιππος κι’ ο Βαρθολομαίος· ο Θωμάς κι’ ο Μαθθαίος ο τελώνης· ο Ιάκωβος ο γιος του Αλφαίου κι’ ο Θαδδαίος· ο Σίμωνας ο Καναναίος· κι’ ο Ιούδας ο Ισκαριώτης που και τον παράδωκε.

62. Τους δώδεκα αυτούς τους έστειλε ο Ιησούς και τους παράγγειλε λέγοντας «Σε στράτα εθνών » μην πάτε και σε χώρα Σαμαρειτών μη μπείτε, » μόνε πηγαίνετε καλύτερα στα πρόβατα τα χαμένα » του σπιτιού του Ισραήλ Και πηγαίνοντας κηρύ- » χνετε και λέτε Έφτασε η βασιλεία των ουρανών . » Αρρώστους γιατρεύετε, νεκρούς ανασταίνετε, λωβια- » σμένους καθαρίζετε, δαιμόνια βγάζετε. 63. Χάρι- » σμα λάβατε, χάρισμα δώστε. Μην προμηθευ- » τείτε χρυσάφι μήτ’ ασήμι μήτε χαλκό για τα ζου- » νάρια σας· όχι ταγάρι για το δρόμο, μήτε διο » φορέματα μήτε σαντάλια μήτε ραβδί· γιατί αξίζει » ο δουλευτής τη θροφή του.

»Και σ’ όπια χώρα μπείτε ή σε χωριό, ξετάστε » πιος εκεί μέσα αξίζει, κι’ εκεί μείνατε ως που να » μισέψτε. Και μπαίνοντας στο σπίτι, χαιρετήστε » το. Κι’ αν το σπίτι αξίζει, ας λάβει την ειρήνη » σας· μα α δεν αξίζει, ας γυρίσει η ειρήνη σας πί- » σω σ’ εσάς. Κι’ όπιος δε σας δεχτεί μήτ’ ακούσει » τα λόγια σας, καθώς βγαίνετε από το σπίτι ή από » τη χώρα εκείνη τινάξτε τη σκόνη των ποδιώνε » σας. Αληθινά σας λέω, υποφερτότερα θα πάθει » ο τόπος των Σοδόμων και Γομόρρων σε μέρα κρί- » σης παρά η χώρα εκείνη.

» Να εγώ σας στέλνω σάμπως πρόβατα στη μέση » λύκων· φανείτε λοιπόν προσεχτικοί σαν τα φείδια » κι’ αθώοι σαν τα περιστέρια.

64.» Και προσέχετε από τους ανθρώπους· γιατί » θα σας παραδώσουνε σε συνόδους, και μέσα στα » συναγώγια τους θα σας βουρδουλίσουν, και μπρο- » στά σ’ αρχηγούς ακόμα και βασιλιάδες θα σηρθήτε » απ’ αφορμή μου, έτσι για να φωτιστούν, κι’ » αυτοί κι’ οι εθνικοί. Κι’ ότα σας παραδώσουνε, μη » φροντίζετε πώς ή τι θα μιλήστε, γιατί θα σας δοθεί » την ώρα εκείνη τι να μιλήστε, τι δε μιλείτε εσείς, » μόνε το πνέμα του πατέρα σας μέσο σας μιλεί. » Και θα παραδώσει αδερφός αδερφό για θάνατο και » πατέρας παιδί, και θα σηκωθούν παιδιά να χτυ- » πήσουνε γονέους και θαν τους θανατώσουν Κι’ » όλοι για τ’ όνομά μου θα σας μισούν μα όπιος » έχει απομονή ως στο τέλος, αυτός θα σωθεί.

65.» Κι’ ότα σας κατατρέχουνε σ’ αυτή τη » χώρα, φεύγετε στην άλλη· γιατί αληθινά σας λέω, » πριν τελιώστε τις χώρες του Ισραήλ θαρθεί ο » γιος τ’ ανθρώπου. Δεν περνάει μαθητής το δά- » σκαλο του μήτε σκλάβος τον αφέντη του· σώνει » του μαθητή ότα γίνει σαν το δάσκαλό του, κι’ ο » σκλάβος καθώς τον αφέντη του. Αν του νοικο- » κύρη του κατηγορήσανε Βεεζεβούλ, πόσο πιο πολύ » στους ανθρώπους του; Μη λοιπόν τους φοβηθείτε· τι » δεν έχει σκεπασμένο που δε θα ξεσκεπαστεί, και » κρυφό που δε θα μαθευτεί. Στο σκοτάδι ό,τι σας » λέω, πέστε το στο φως· και στ’ αυτί [σας] ό,τι » ακούτε, κηρύξτε το από πάνου από τα δώματα. » Και μη φοβηθείτε απ’ όσους θανατώνουν το κορμί, » μα την ψυχή να θανατώσουνε δε μπορούν μόνε να » φοβάστε κάλια όπιονε μπορεί και ψυχή και σώμα » ν’ αφανίσει μέσ’ σε γέεννα. Διο σπουργίτια δεν που- » λιούνται ένα ασσάρι; Μήτ’ ένα τους δε θενά πέσει » κατά γης δίχως ο πατέρας σας να θέλει. Μα εσάς » κι’ οι τρίχες της κεφαλής σας είναι μετρημένες. Μη » λοιπόν φοβάστε· πολλά σπουργίτια υπερτεράτε εσείς.

66. » Όπιος λοιπόν με παραδεχτεί μπροστά στους » ανθρώπους, θαν τον παραδεχτώ κι’ εγώ μπρο- » στά στον πατέρα μου πούναι στα ουράνια· μα » όπιος μ’ αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, θαν » τον αρνηθώ κι’ εγώ μπροστά στον πατέρα μου πού- » ναι στα ουράνια.

67. »Μη νομίστε πως ήρθα να βάλω ειρήνη » στη γη· δεν ήρθα να βάλω ειρήνη, μόνε σπαθί. » Γιατί ήρθα να χωρίσω άνθρωπο με τον πατέρα » του, και κόρη με τη μάννα της, και νύφη με την » πεθερά της, κι’ εχτροί τ’ ανθρώπου οι σπιτικοί του.

68. » Όπιος αγαπά πατέρα ή μάννα καλύτερά » μου, δεν του αξίζω· κι’ όπιος αγαπά γιο του ή » κόρη καλύτερά μου, δεν του αξίζω· κι’ όπιος δεν » παίρνει το σταυρό του και δεν ακολουθά από πίσω » μου, δεν του αξίζω. Όπιος κερδίσει τη ζωή του, » θαν τη χάσει· κι’ όπιος για μένα χάσει τη ζωή » του, θαν την κερδίσει.

69. Όπιος σας δέχεται, εμένα δέχεται· κι’ » όπιος εμένα δέχεται, δέχεται το στάλτη μου. » Όπιος δέχεται προφήτη σαν προφήτη, προφήτη » πλερωμή θα λάβει· κι’ όπιος δέχεται ενάρετο σαν » ενάρετο, ενάρετου πλερωμή θα λάβει. Κι’ όπιος » σα μαθητή ποτίσει ένανε από τους μικρούς αυτούς » ποτήρι μόνο κρύο νερό, αληθινά σας λέω, δε θα » χάσει την πλερωμή του».

[11] 70. Και συνέβηκε, σαν τέλιωσε ο Ιησούς το να προστάζει τους μαθητάδες του, έφυγε από κει για να διδάσκει και κηρύχνει μέσ’ στις πολιτείες τους.

Κι’ ο Ιωάνης σαν άκουσε μέσα στη φυλακή τα έργα του Χριστού, έστειλε με τους μαθητάδες του και τούπε «Εσύ ‘σαι εκείνος πούρχεται ή άλλονε να » καρτερούμε;» Κι’ ο Ιησούς απάντησε και τους είπε «Πηγαίνετε και πληροφορήστε τον Ιωάνη όσα » ακούτε και βλέπετε. Τυφλοί ξαναβλέπουν και κου- » τσοί περπατούν, λωβιασμένοι καθαρίζουνται και » κουφοί ακούν, και νεκροί ανασταίνουνται, και σε » φτωχούς πάει μήνημα χαράς. Και μακαρισμένος » όπιος δε σκανταλιστεί μαζί μου».

71. Κι’ ενώ πήγαιναν εκείνοι, άρχισε ο Ιησούς και μιλούσε στα πλήθη για τον Ιωάνη «Τι βγή- » κατε στην ερημιά για να κοιτάξτε; καλάμι » ανεμοσάλευτο; Μόνε τι βγήκατε να δείτε; άν- » θρωπο απαλά ντυμένο; Να τοι όσοι φορούνε τ’ » απαλά, μέσα στα βασιλικά παλάτια. Μόνε τι » βγήκατε να δείτε; προφήτη; Ναι σας λέω, και » περισσότερο από προφήτη. Αυτός είναι που γρά- » φτηκε Να εγώ στέλνω τον απόστολό μου προτύτερα » σου, που θα φτιάσει πριν τη στράτα σου . Αληθινά » σας λέω, μέσα σε γεννήματα γυναικών δε βγήκε » μεγαλύτερος από τον Ιωάνη το βαφτιστή· όμως » ο μικρότερος στη βασίλεια των ουρανών είναι με- » γαλύτερός του. Μόνε από τις μέρες του Ιωάνη » του βαφτιστή ως τώρα η βασιλεία των ουρανών » ρημάζεται και ρημάχτες την αρπάζουν. Γιατί » όλοι οι Προφήτες κι’ ο Νόμος ως στον Ιωάνη » προφήτεψαν κι’ α θέτε να παραδεχτείτε, αυτός εί- » ναι ο Ηλίας πούναι νάρθει. Όπιος έχει αυτιά, ας » ακούει.

72. » Και με τι να παραβάλω αυτή τη φύτρα; » Μιάζει παιδιά καθισμένα στις αγορές, που κρά- » ζουν στους συντρόφους τους και λεν Αυλούς λαλή- » σαμε και δε χορέψατε· μοιρολογήσαμε και δε χτυ- » πήσατε τα στήθια . Γιατί ήρθε ο Ιωάνης που » μήτ’ έτρωγε μήτ’ έπινε, και λεν Έχει δαιμόνιο· » ήρθε ο γιος τ’ άνθρωπου που τρώει και πίνει, » και λένε Να άνθρωπος φαγάς και κρασοπότης, » φίλος με τελώνες και μ’ αμαρτωλούς. Κι’ άγιασε » η γνώση από τα έργα της».

73. Τότ’ άρχισε να κατηγορεί τις χώρες όπου γί- νηκαν τα πια πολλά του θάματα πως δε μετά- νιωσαν «Αλίμονό σου, Χοραζείν! αλίμονό σου, Βηθ- » σαϊδάν! Τι αν είχανε γενεί στην Τύρο και Σι- » δώνα τα θάματα που σας έγιναν, καιρό τώρα » θάχανε μετανιώσει με σακκόπανο και στάχτη. » Όμως σας λέω, υποφερτότερα θα πάθει η Τύρο » κι’ η Σιδώνα σε μέρα κρίσης παρά εσείς. Κι εσύ » Καφαρναούμ που ως στον ουρανό σηκώθης, ως » στον Άδη θενά κατεβείς· γιατί αν είχανε γενεί » στα Σόδομα τα θάματα που σούγιναν εσένα, θα » μένανε ως τα σήμερα. Όμως σας λέω, πως υπο- » φερτότερα θα πάθει ο τόπος των Σοδόμων σε μέρα » κρίσης παρά εσύ».

74. Εκείνον τον καιρό ο Ιησούς αποκρίθη κι’ είπε «Δοξολογώ σε, πατέρα, αφέντη τ’ ουρανού και » της γης, γιατί τάκρυψες αυτά από σοφούς και » γνωστικούς και τα φανέρωσες σ’ αθώους. Ναι, πα- » τέρα, γιατί είταν έτσι ο ορισμός σου. Όλα τα » πάντα μου παράδωσε ο πατέρας μου, και κανείς » δε γνωρίζει το γιο εξόν ο πατέρας· μήτε κανείς » γνωρίζει τον πατέρα εξόν ο γιος κι’ οπιανού θέλει » ο γιος ναν τόνε φανερώσει.

75. » Μαζί μου ελάτε όλοι που κοπιάζετε κι’ » όσοι είστε φορτωμένοι, κι’ εγώ σας ξεκουράζω. » Σηκώστε το ζυγό μου απάνου σας, και μάθετε » από μένα, γιατί ήμερος είμαι και με ταπεινή καρ- » διά, και θα βρει ξεκούρασμα η ψυχή σας. Τι ο » ζυγός μου ‘ναι καλός κι’ αλαφρύ το φόρτωμά » μου».

[12] 76. Εκείνον τον καιρό περπάτησε ο Ιησούς σάβ- βάτο μέσα από τα σπαρτά· κι’ οι μαθητάδες του πείνασαν, κι’ αρχίσανε και μαδούσαν στάχια κι’ έτρωγαν.

Κι’ οι Φαρισαίοι, σαν τους είδαν, τούπανε «Κοίτα, » οι μαθητάδες σου κάνουν ό,τι δεν πρέπει το σαβ- » βάτο». Κι’ εκείνος τους είπε «Δε διαβάσατε τι » έκανε ο Δαυείδ σαν πείνασε κι’ όσοι είτανε μαζί » του; πώς μπήκε μέσ’ στον οίκο του Θεού και » φάγανε τις προσφορές, που δεν έπρεπε να φάει, » μήτε κι’ οι συντρόφοι του, εξόν οι παπάδες μόνοι; » Ή δε διαβάσατε μέσα στο Νόμο πως σαββάτο » μέσα στο ναό οι παπάδες καταλούνε το σαββάτο » δίχως αμαρτία; Και σας λέω, πως από το ναό » μεγαλύτερα έχει εδώ. Μα ανίσως γνωρίζατε το τι » θα πει Σπλαχνιά θέλω κι’ όχι θυσία , δε θα κατα- » δικάζατε τους αθώους. Γιατί εξουσιαστής του σαβ- » βάτου είναι ο γιος τ’ ανθρώπου».

77. Και φεύγοντας από κει, ήρθε στο συναγώγι τους· και να ένας άνθρωπος με χέρι ξεραμένο. Και τόνε ρώτησαν κι’ είπαν «Α μπορεί κανείς να για- » τρεύει το σαββάτο», για ναν τον κατηγορήσουν. Και τους είπε «Πιος από σας άνθρωπος που θάχει » ένα πρόβατο, κι’ αν πέσει αυτό σαββάτο μέσ’ σε » λάκκο, δε θαν το πιάσει και σηκώσει; Πόσο λοιπόν » καλύτερος από πρόβατο ο άνθρωπος; Έτσι μπο- » ρείς σαββάτο να κάνεις καλό». Τότες λέει ταν- θρώπου «Άπλωσε το χέρι σου». Και τ’ άπλωσε, και ξανάγινε γερό σαν τ’ άλλο.

78. Κι’ οι Φαρισαίοι βγήκαν και συφώνησαν πώς ναν τον καταστρέψουν. Και τόνιωσε ο Ιησούς κι’ έφυγε από κει. Και τον ακολούθησαν πολλοί και τους γιάτρεψε όλους, και τους πρόσταξε να μην τόνε φανερώσουν, για ν’ αληθέψει το ειπωμένο μέσο του Ησαΐα του προφήτη, που λέει Να το παιδί της εκλογής μου, ο αγαπητός μου που λαχταρά η ψυχή μου. Θα βάλω απάνου του το πνέμα μου, και κρίση στα έθνη θα μηνήσει. Δε θα λογοφέρει μήτε θορυβήσει, μήτε δε θ’ ακουστεί στις δημο- σιές η φωνή του. Καλάμι ραϊσμένο δε θα σπάσει και φυτίλι που καπνίζει δε θα σβύσει, ως που να βγάλει νικήτρα την κρίση. Και με τ’ όνομά του θενά ελπίσουν έθνη .

79. Τότες τούφεραν ένα δαιμονισμένο τυφλό κι’ άλαλο, και τόνε γιάτρεψε, τόσο που ο άλαλος λα- λούσε κι’ έβλεπε. Και σάστιζαν όλα τα πλήθη κι’ έλεγαν «Τάχα μην είναι αυτός ο γιος του Δαυείδ;» Κι’ οι Φαρισαίοι τ’ άκουσαν κι’ είπαν «Αυτός » δε βγάζει τα δαιμόνια παρά με το Βεεζεβούλ » τον αρχιδαίμονα». Κι’ ένιωσε τους στοχασμούς τους και τους είπε «Κάθε βασιλεία, σα διαιρεθεί, » ρημάζεται, και κάθε πολιτεία ή σπίτι, σα διαιρε- » θεί, δε θα σταθεί. Κι’ α βγάζει ο Σατανάς το » Σατανά, διαιρέθηκε· πώς θα σταθεί λοιπόν η βα- » σιλεία του; Κι’ αν εγώ με το Βεεζεβούλ τα βγά- » ζω τα δαιμόνια, οι γιοι σας με πιον τα βγάζουν; » Για τούτο αυτοί θα σας καταδικάσουν. Μα αν » εγώ με πνέμα Θεού τα βγάζω τα δαιμόνια, θα » πει σας πρόφτασε η βασιλεία του Θεού. Ή πώς » μπορεί κανείς να μπει στου δυνατού το σπίτι και » ν’ αρπάξει τα συγύρια του, α δεν τον δέσει πρώτα » το δυνατό, και τότες θα γυμνώσει του το σπίτι; » Όπιος δεν είναι μαζί μου, είναι αντίθετός μου· » κι’ όπιος μαζί μου δε μαζεύει, σκορπά. Γι’ αυτό » σας λέω, κάθε αμαρτία κι’ ασέβεια θα σας συ- » χωρεθεί εσάς των ανθρώπων όμως στο Πνέμα ασέ- » βεια δε θα συχωρεθεί. Κι’ όπιος κακολογήσει το » γιο τ’ ανθρώπου, θαν του συχωρεθεί· όπιος όμως » κακολογήσει το Πνέμα τ’ άγιο, δε θαν του συ- » χωρεθεί, μήτε σ’ ετούτη τη ζωή μήτε στην κα- » τόπι. Ή κάντε το δέντρο καλό και τον καρπό » του καλό, ή κάντε το δέντρο σάπιο και τον καρπό » του σάπιο· γιατί από τον καρπό γνωρίζεται το » δέντρο. Οχιάς γεννήματα, πώς θα πείτε καλό » όντας κακοί; Γιατί από της καρδιάς την πλησμονή λαλεί το στόμα. Ο καλός ο άνθρωπος από » τον καλό το θησαυρό βγάζει καλά, κι’ ο κακός » ο άνθρωπος από τον κακό το θησαυρό βγάζει » κακά. Και σας λέω, πως κάθε λέξη άπρεπη που » λαλήσουν οι ανθρώποι, θα δώσουνε για κείνη λόγο » σε μέρα κρίσης· τι από τα λόγια σου θ’ αθωωθείς » κι’ από τα λόγια σου θα καταδικαστείς».

80. Τότες τ’ απαντήσανε μερικοί διαβασμένοι κι’ είπαν «Δάσκαλε, θέλουμε σημάδι από σένα να » δούμε». Κι’ εκείνος αποκρίθη και τους είπε «Φύτρα κακή και παράλυτη σημάδι ζητά, και σημάδι δε θαν της δοθεί εξόν το σημάδι του Ιωνά » του προφήτη. Γιατί όπως έμεινε ο Ιωνάς μέσα » στην κοιλιά του μεγαλόψαρου τρεις μέρες και » τρεις νύχτες, έτσι θα μείνει ο γιος τ’ ανθρώπου » μέσα στην καρδιά της γης τρεις μέρες και τρεις » νύχτες. Νινευείτες θ’ αναστηθούνε στον καιρό της » κρίσης με τη φύτρα αυτή και θαν την καταδικά- » σουν, τι μετανιώσανε με το κήρυγμα του Ιωνά, » και να πιο πολύ από Ιωνά εδώ· βασίλισσα του » νότου θα σηκωθεί στον καιρό της κρίσης με τη » φύτρα αυτή και θαν την καταδικάσει, γιατί ήρθε » από τα πέρατα της γης ν’ ακούσει τη σοφία » του Σολομώνα, και να πιο πολύ από Σολομώνα » εδώ. Και σα βγει τ’ ακάθαρτο το πνέμα από τον » άνθρωπο, διαβαίνει ξερότοπους ζητώντας να ξε- » κουραστεί και δε βρίσκει. Τότες λέει Σπίτι μου » θα γυρίσω απ’ όπου βγήκα. Κι’ έρχεται και το » βρίσκει πούχει σκόλη, σαρωμένο και συγυρισμένο. » Τότες πάει και παίρνει μαζί του εφτά άλλα πνέ- » ματα χειρότερά του, και μπαίνουνε και κατοικούν » εκεί, και γίνουνται τ’ ανθρώπου εκείνου τα στερνά » χειρότερα από την αρχή· έτσι θα πάθει κι’ η φύ- » τρα αυτή η κακή».

81. Ενώ ακόμα μιλούσε στα πλήθη, να η μη- τέρα του και τ’ αδέρφια του έστεκαν όξω και ζη- τούσανε ναν του μιλήσουν. Κι’ αυτός απάντησε σ’ εκείνον που του τόλεγε κι’ είπε «Πια ‘ναι η μη- » τέρα μου και πιοι ‘ναι οι αδερφοί μου;» Κι’ άπλωσε το χέρι του στους μαθητάδες του απά- νου κι’ είπε «Να η μητέρα μου και τ’ αδέρφια » μου· γιατί όπιος κάνει το θέλημα του πατέρα » μου πούναι στα ουράνια, αυτός αδερφός μου κι’ » αδερφή ‘ναι και μητέρα».

[13] 82. Εκείνη την ημέρα βγήκε από το σπίτι ο Ιησούς και κάθουνταν κοντά στη λίμνη, και μα- ζεύτηκαν κοντά του πλήθη πολλά, τόσο που μπήκε σε καράβι και καθότανε, και το πλήθος έστεκε όλο στην ακρογιαλιά. Και τους μίλησε πολλά με παραβολές κι’ είπε «Να βγήκε ο σπάρτης να σπεί- » ρει. Και καθώς έσπαιρνε, άλλα πέσανε σιμά στο » δρόμο, κι’ ήρθαν τα πουλιά και τάφαγαν. Κι’ άλλα » έπεσαν απάνου σε πετρότοπους όπου δεν είχε χώ- » μα πολύ, κι’ αμέσως βγήκανε με το να μην είχε » βάθος γης, και σα βγήκε ο ήλιος κάηκαν, κι’ » όντας δίχως ρίζα ξεράθηκαν. Κι’ άλλα πέσανε » στ’ αγκάθια απάνου, και μεγάλωσαν τ’ αγκάθια » και τα συνεπνίξανε. Κι’ άλλα πέσανε στο χώμα » το καλό, κι’ έδιναν καρπό, άλλο εκατό κι’ άλλο » εξήντα κι’ άλλο τριάντα. Όπιος έχει αυτιά, ας » ακούει».

83. Και πήγαν οι μαθητάδες [του] και τού- πανε «Γιατί τους μιλάς με παραβολές;» Κι’ εκείνος αποκρίθη και τους είπε πως «Εσάς σας δόθηκε να » μάθετε τα μυστικά της βασιλείας των ουρανών, » μα σ’ εκείνους δε δόθηκε. Γιατί σ’ όπιον έχει » θα δοθεί και περισσέψει· κι’ όπιος δεν έχει θαν » του πάρουν κι’ ό,τι έχει. Για τούτο τους μιλώ με » παραβολές, γιατί βλέποντας δε βλέπουν, κι’ ακών- » τας δεν ακούνε μήτε νιώθουν. Και τους γίνεται » η προφητεία του Ησαΐα, που λέει Με την ακουή » θ’ ακούστε και δε θα νιώστε, και βλέποντας θα » βλέψτε και δε θα δείτε· γιατί χόντρηνε τούτου του » λαού η καρδιά, και με τ’ αυτιά βαριάκουσαν· και » τα μάτια τους σφάλησαν, μην τυχόνε δούνε με τα » μάτια κι’ αγρικήσονν με τ’ αυτιά και με την καρ- » διά τους νιώσουν, και γυρίσουνε και τους γιατρέ- » ψω . Όμως εσάς καλότυχα τα μάτια γιατί βλέ- » πουν, και τ’ αυτιά σας γιατί ακούν τι αληθινά » σας λέω, πως πολλοί προφήτες κι’ άγιοι αποθύμη- » σαν να δουν τα όσα βλέπετε και δεν είδαν, και ν’ » ακούσουν όσα ακούτε και δεν άκουσαν.

84. » Εσείς λοιπόν ακούστε την παραβολή του » σπάρτη. Καθενός π’ ακούει της βασιλείας το λόγο » και δε νιώθει, έρχεται ο Κακός κι’ αρπάζει το » σπαρμένο μέσα στην καρδιά του· αυτός είναι που » σπάρθηκε σιμά στο δρόμο. Κι’ ο σπαρμένος στους » πετρότοπους, αυτός είναι π’ ακούει το λόγο και που » ευτύς μετά χαράς τόνε δέχεται, μα δεν έχει ρίζα » μέσα του, μόνε είναι πρόσκαιρος, και μόλις τύχει » από το λόγο συφορά ή καταδρομή, ευτύς σκουν- » τάφτει. Κι’ ο σπαρμένος [μέσα] στ’ αγκάθια, » αυτός είναι π’ ακούει το λόγο, κι’ η συλλογή του » κόσμου κι’ η απάτη του πλούτου συνεπνίγει το » λόγο και γίνεται άκαρπος. Κι’ ο σπαρμένος στο » καλό το χώμα απάνου, αυτός είναι π’ ακούει το » λόγο και που νιώθει, που δα καρποφορά και κάνει » άλλος εκατό κι’ άλλος εξήντα κι’ άλλος τριάντα».

85. Και μια άλλη ακόμα παραβολή τους είπε λέγοντας «Έμιασε η βασιλεία των ουρανών σαν » άνθρωπος πούσπειρε καλό σπόρο στο χωράφι του. » Κι’ ενώ κοιμούνταν οι ανθρώποι, ήρθε ο εχτρός του » κι’ έσπειρε κατόπι ανάμεσα στο στάρι ήρες κι’ » έφυγε. Κι’ ότα βλάστησε το χόρτο κι’ έκανε καρ- » πό, τότες φάνηκαν κι’ οι ήρες. Και παν του νοικο- » κύρη οι σκλάβοι και του λεν Αφέντη, δεν έσπειρες » καλό σπόρο στο χωράφι σου; πώς λοιπόν έχει ήρες; » Κι’ εκείνος τους είπε Εχτρός άνθρωπος τόκανε αυ- » τό. Κι’ εκείνοι του λένε Θέλεις λοιπόν να πάμε και » ναν τις μαζέψουμε; Κι’ εκείνος λέει Όχι, μήπως » μαζεύοντας τις ήρες ξερριζώστε μαζί τους το στά- » ρι. Αφίστε τα μαζί να μεγαλώσουν και τα διο ως » στο θέρο· και τον καιρό του θέρου θα πω στους θε- » ριστάδες Μαζέψτε πρώτα τις ήρες και δέστε τες » δεμάτια ναν τις κάψουμε, και τα στάρι συνάξτε το » στην αποθήκη μου».

86. Και μια άλλη ακόμα παραβολή τους είπε λέ- γοντας «Μιάζει η βασιλεία των ουρανών σπυρί σινά- » πι που το πήρε κι’ έσπειρε ένας άνθρωπος στο χω- » ράφι του· πούναι πιο μικρός απ’ όλους τους σπό- » ρους, μα σα μεγαλώσει, ξεπερνά τα χόρτα και γί- » νεται δέντρο, τόσο που παν τα πετούμενα τ’ ουρανού » και φωλιάζουνε στα κλαδιά του».

87. Άλλη παραβολή τους είπε «Μιάζει η βασι- » λεία τ’ ουρανού προζύμι, που το πήρε μια γυναίκα » κι’ έχωσε μέσα σε τρία σάτα στάρι, όσο που ανέ- » βηκε όλο».

Όλα αυτά τα μίλησε ο Ιησούς με παραβολές στα πλήθη, και χωρίς παραβολή δεν τους μιλούσε τίπο- τα, για ν’ αληθέψει το ειπωμένο μέσο του Προφήτη, που λέει Θ’ ανοίξω με παραβολές το στόμα μου, θα βγάλω τα κρυμένα απ’ ότα θεμελιώθη ο κόσμος.

88. Τότες άφισε τα πλήθη κι’ ήρθε σπίτι. Και πήγαν οι μαθητάδες του και τούπαν «Ξήγησέ μας » την παραβολή με τις ήρες του χωραφιού». Κι’ εκείνος αποκρίθη κι’ είπε «Ο σπάρτης του καλού » του σπόρου είναι ο γιος τ’ ανθρώπου, και το χω- » ράφι ο κόσμος· κι’ ο καλός ο σπόρος, αυτοί ‘ναι οι » γιοι της βασιλείας, κ’ οι ήρες οι γιοι ‘ναι του Κα- » κού, κι’ ο εχτρός — εκείνος που τις έσπειρε — είναι » ο Διάβολος, κι’ ο θέρος το τέλος του κόσμου είναι, » κι’ οι θεριστάδες άγγελοι. Όπως λοιπόν μαζεύουνε » τις ήρες και τις καίνε στη φωτιά, έτσι θα γίνει στο » τέλος του κόσμου· θα στείλει ο γιος τ’ ανθρώπου τους » αγγέλους του, και θα μαζέψουν από τη βασιλεία του » όλους τους πειρασμούς κι’ εργάτες της ανομίας και » θαν τους ρήξουνε στο καμίνι της φωτιάς· εκεί θα » ‘ναι το κλάψε και το τρίξε των δοντιών. 89. Τότες » οι ενάρετοι θα λάμψουν σαν τον ήλιο μέσα στη » βασιλεία του πατέρα τους. Όπιος έχει αυτιά ας » ακούει.

» Μιάζει η βασιλεία των ουρανών θησαυρό θα- » μένο μέσα στο χωράφι, που τόνε βρήκε ένας άνθρω- » πος και τον έθαψε, κι’ από τη χαρά του πηγαίνει » και πουλά τα όσα έχει κι’ αγοράζει το χωράφι » εκείνο.

90.» Πάλι μιάζει η βασιλεία των ουρανών έμπορο » που ζητά καλά μαργαριτάρια· και σα βρήκε ένα » πολύτιμο μαργαριτάρι, πήγε και πούλησε όλα όσα » είχε και τ’ αγόρασε.

91. » Πάλι μιάζει η βασιλεία των ουρανών με » δίχτυ σηρτικό, που ρήξανε στη θάλασσα και μά- » ζεψε κάθε λογής· π’ ότα γιόμισε, τ’ ανεβάσανε » στο περιγιάλι, κι’ έκατσαν και διάλεξαν τα καλά » μέσα σε καλάθια, και τ’ άσκημα τα πετάξανε όξω. » Έτσι θα γίνει στο τέλος του κόσμου· θα βγουν οι » αγγέλοι και θα χωρίσουν τους κακούς μέσα από » τους ενάρετους και θαν τους πετάξουνε στο καμίνι » της φωτιάς· εκεί θα ‘ναι το κλάψε και το τρίξε » των δοντιών. Τα νιώσατε όλα αυτά;» Του λένε « Ναι». Κι’ αυτός τους λέει «Γι’ αυτό όπιος δια- » βασμένος θητεύτηκε τη βασιλεία των ουρανών, » μιάζει νοικοκύρη που βγάζει από το θησαυρό του » καινούρια και παλιά».

92. Και συνέβηκε, σαν τέλιωσε ο Ιησούς τις πα- ραβολές αυτές, μίσεψε από κει. Και πήγε στην πατρίδα του και τους δίδασκε μέσα στο συναγώγι τους, τόσο που σάστιζαν και λέγανε «Από πού σ’ » αυτόν αυτή η σοφία και τα θάματα; Αυτός δεν » είναι του τεχνίτη ο γιος; Δεν τη λεν τη μητέρα » του Μαριάμ και τους αδερφούς του Ιάκωβο κι’ » Ιωσήφ και Σίμωνα κι’ Ιούδα; Κι’ οι αδερφές του » δεν είναι όλες μαζί μας; Από πού λοιπόν αυτός » όλα αυτά;» Κι’ αγαναχτούσανε μαζί του. Κι’ ο Ιησούς τους είπε «Ατίμητος προφήτης δεν υπάρ- » χει εξόνε στην πατρίδα και στο σπίτι του». Και δεν έκανε εκεί θάματα πολλά από την απιστία τους.

93. Εκείνον τον καιρό άκουσε ο Ηρώδης ο τέ- [14] τραρχος τη φήμη του Ιησού κι’ είπε στους ανθρώ- πους του «Αυτός είναι ο Ιωάνης ο βαφτιστής. Ανα- » στήθηκε από τους νεκρούς, και για τούτο του δου- » λεύουν τα θάματα». Γιατί τότες ο Ηρώδης σύλ- λαβε τον Ιωάνη, και τον έδεσε κι’ έβαλε φυλακή, αφορμή η Ηρωδιάδα η γυναίκα του Φιλίππου τ’ αδερφού του. Γιατί ο Ιωάνης τούλεγε «Σου ‘ναι » αμποδισμένο ναν την έχεις». Και θέλοντας ναν τόνε θανατώσει, φοβήθη το λαό γιατί τον είχαν σαν προφήτη. Και σαν ήρθαν του Ηρώδη τα γεννέθλια, χόρεψε στη μέση η κόρη της Ηρωδιάδας, και του Ηρώδη τ’ άρεσε· για τούτο της έταξε μ’ όρκο ναν της δώκει ό,τι ζητήσει. Κι’ εκείνη οδηγημένη από τη μάννα της «Δώσε μου» είπε «εδώ σε δίσκο απά- » νου την κεφαλή του Ιωάνη του βαφτιστή». Κι’ αν και λυπήθη ο βασιλέας, όμως για τους όρκους και τους προσκαλεσμένους πρόσταξε να δοθεί, κι’ έστειλε κι’ έκοψε τον Ιωάνη μέσα στη φυλακή. Κι’ έφεραν τα κεφάλι του σε δίσκο απάνου και τόδωκαν της κόρης, και το πήγε της μητέρας της. Κι’ ήρθαν οι μαθητάδες του και πήρανε το λείψανο και τόθαψαν, και πήγαν και το μήνησαν του Ιησού.

94. Και σαν τ’ άκουσε ο Ιησούς, έφυγε από κει με καράβι σε μέρος έρημο ξεχωριστά. Κι’ όταν τ’ άκουσαν τα πλήθη, τον ακολουθήσανε από τις χώρες περπατώντας.

Και βγαίνοντας είδε πλήθος πολύ, και τους σπλαχνίστηκε και γιάτρεψε τους αρρώστους τους.

95. Κι’ αφού βράδιασε, ήρθαν κι’ είπαν οι μαθητάδες » Το μέρος έρημο κι’ η ώρα πια πέρασε· σκόλασε » τα πλήθη για να πάνε στα χωριά και ν’ αγορά- » σουν τι να φάνε». Κι’ ο Ιησούς τους είπε «Περιτ- » τό να πάνε· δώστε τους εσείς να φαν». Κι’ εκείνοι του λεν «Εδώ δεν έχουμε άλλο από πέντε ψωμιά » και διο ψάρια». Κι’ εκείνος είπε «Φέρτε τα σ’ » εμένα εδώ». Κι’ αφού πρόσταξε τα πλήθη να καθίσουν κάτου στα χορτάρια, πήρε τα πέντε τα ψωμιά και τα διο τα ψάρια, και κοιτάζοντας ψηλά στον ουρανό τα βλόγησε, και κόβοντας κομάτια έδωκε στους μαθητάδες τα ψωμιά, κι’ οι μαθητάδες στα πλήθη. Κι’ έφαγαν όλοι και χορτάσανε, και πήραν ό,τι κομάτια περισσέψανε, δώδεκα κοφίνια γιομάτα. Κι’ είταν όσοι τρώγανε ψυχές ως πέντε χιλιάδες χώρια γυναίκες και παιδιά.

96. Κι’ αμέσως έκανε τους μαθητάδες του να μπούνε σε καράβι και να προχωρήσουν πριν αντίπερα ως που να σκολάσει τα πλήθη. Κι’ αφού σκόλασε τα πλήθη, ανέβη το βουνό ξεχωριστά να προσευχη- θεί. Και σα βράδιασε, είτανε μοναχός του εκεί, και το καράβι βρίσκουνταν πια τώρα στάδια πολλά πέρα από την ξηρά, και τα κύματα το τυραννούσανε γιατί είτανε μπροστά ο άνεμος. Και την τέταρτη νυχτο- φρουρά πήγε κοντά τους περπατώντας απάνου στη λίμνη. Κι’ οι μαθητάδες σαν τον είδανε στη λίμνη απάνου που περπάταε, ταράχτηκαν και λέγανε πως « Φάντασμα είναι», κι’ από το φόβο φώναξαν. Κι’ αμέσως ο Ιησούς τους μίλησε κι’ είπε «Θάρρος· εγώ » είμαι, μη φοβάστε». Κι’ ο Πέτρος αποκρίθηκε και τούπε «Κύριε, αν είσαι εσύ, πρόσταξε με ναρθώ » κοντά σου απάνου στο νερό». Κι’ εκείνος είπε «Έ- » λα». Και κατέβηκε από το καράβι ο Πέτρος, και περπάτησε απάνου στο νερό και πήγε στον Ιησού· μα βλέποντας δυνατό τον άνεμο φοβήθηκε, κι’ άμ’ άρχισε να βουλιάζει φώναξε κι’ είπε «Κύριε, γλύ- » τωσέ με». Κι’ ο Ιησούς αμέσως άπλωσε το χέρι και τον έπιασε, και του λέει «Λιγόπιστε, τι δεί- » λιασες;» Και σαν ανεβήκανε στο καράβι, κό- πηκε ο άνεμος. Κι’ οι μέσα στο καράβι τον προσ- κυνήσανε λέγοντας «Αληθινά γιος είσαι του Θεού».

97. Και περνώντας [τη λίμνη] πήγαν κι’ αράξανε στη Γεννησασών. Κι’ όταν τον αναγνωρίσανε οι αν- θρώποι του τόπου εκείνου, στείλανε σ’ όλα εκείνα τα περίχωρα και του φέρανε όλους τους αρρωστημέ- νους, και [τον] παρακαλούσανε ν’ αγγίξουν μοναχά την άκρη του ρούχου του, κι’ όσοι αγγίξανε γλυτώ- σανε.

98. Τότες πάνε στον Ιησού από τα Ιεροσόλυμα [15] Φαρισαίοι και διαβασμένοι και λένε «Γιατί οι μαθη- » τάδες σου παραβαίνουν τα πατροπαράδοτα; Γιατί » όταν τρων ψωμί, δε νίβουνε τα χέρια». Κι’ εκεί- νος αποκρίθη και τους είπε «Γιατί κι’ εσείς παρα- » βαίνετε την εντολή του Θεού για τα πατροπαρά- » δοτά σας; Γιατί ο Θεός είπε Τίμα τον πατέρα και » τη μητέρα κι’ Όπιος κακολογά πατέρα ή μητέρα » να θανατώνεται . Εσείς όμως λέτε Όπιος πει του » πατέρα ή της μητέρας Χάρισμα ό,τι σου χρωστώ, » ας μην τιμά τον πατέρα του . Κι’ ακυρώσατε το » λόγο του Θεού για τα πατροπαράδοτά σας. Υποκρι- » τάδες, καλά για σας προφήτεψε ο Ησαΐας, που » λέει Ο λαός αυτός με τα χείλη με τιμά, μα η » καρδιά τους βρίσκεται μακριά από μένα. Και » ψεύτικα με προσκυνούν, που οι διδαχές τους που διδάσκουν ανθρώπων είναι παραγγέλματα» . Κι’ έκραξε το λαό και τους είπε «Ακούτε και μάθετε. » Δεν ακαθαρτεί τον άνθρωπο ό,τι πάει στο στόμα » μέσα· μόνε ό,τι βγαίνει από το στόμα, εκείνο » ακαθαρτεί τον άνθρωπο».

Τότες παν οι μαθητάδες του και του λεν «Ξέρεις » πως οι Φαρισαίοι ακούσανε το λόγο κι’ αγανάχτη- » σαν;» Κι’ εκείνος αποκρίθη κι’ είπε «Κάθε φυτιά » που δε φύτεψε ο πατέρας μου ο ουράνιος θα ξερρι- » ζωθεί. Αφίστε τους, τυφλοί ‘ναι οδηγοί· και τυφ- » λός αν οδηγάει τυφλό, κι’ οι διο θα πέσουνε σε » λάκκο». Και τ’ αποκρίθη ο Πέτρος κι’ είπε «Ξήγησε » μας την παραβολή». Κι’ εκείνος είπε «Είστε κι’ » εσείς ακόμα δίχως νου; Δε νιώθετε πως στο στό- » μα μέσα ό,τι πάει, κατεβαίνει στην κοιλιά κι’ όξω » βγαίνει σε κοπρώνα; Μα όσα βγαίνουν απ’ το στό- » μα, από την καρδιά κινούν κι’ εκείνα ακαθαρτούν » τον άνθρωπο. Γιατί από την καρδιά κινούνε στο- » χασμοί κακοί, φόνοι, μοιχείες, πορνιές, κλεψιές, » ψευτομαρτυρίες, ασέβειες. Αυτά ‘ναι όσα ακαθαρ- » τούν τον άνθρωπο· το να φας όμως μ’ άνιφτα τα » χέρια δεν ακαθαρτεί τον άνθρωπο».

99. Και βγαίνοντας από κει ο Ιησούς μίσεψε στα μέρη της Τύρος και Σιδώνας. Και να γυναίκα Χα- ναναία βγήκε από κείνα τα σύνορα και φώναζε λέ- γοντας «Σπλαχνίσου με, Κύριε, γιε του Δαυείδ· η » κόρη μου δαιμονίζεται φριχτά». Κι’ εκείνος δεν της αποκρίθη λέξη. Και πήγαν οι μαθητάδες του κοντά και τον παρακαλούσανε λέγοντας «Στείλε » την, γιατί φωνάζει πίσω μας». Κι’ εκείνος απο- κρίθη κι’ είπε «Δε στάλθηκα παρά στα πρόβατα τα » χαμένα του γένους του Ισραήλ». Κι εκείνη πήγε και τον προσκυνούσε λέγοντας «Κύριε, βόηθα με». Κι’ εκείνος αποκρίθη κι’ είπε «Σωστό δεν είναι το να » πάρεις το ψωμί των παιδιών και ναν το ρήξεις » στα σκυλιά». Κι’ αυτή είπε «Ναι, Κύριε, και τα » σκυλιά τρων από τα ψίχουλα που πέφτουν από το » τραπέζι των νοικοκυρέων τους». Τότες απάντησε ο Ιησούς και της είπε «Ω γυναίκα, μεγάλη σου » η πίστη· ας σου γίνει έτσι που θέλεις». Και για- τρεύτηκε η κόρη της από κείνη την ώρα.

100. Και μισεύοντας από κει ο Ιησούς ήρθε σιμά στη λίμνη της Γαλιλαίας. Κι’ ανέβηκε το βουνό και κάθουνταν εκεί. Κι’ ήρθαν και τον ηύραν πολλά πλήθη έχοντας μαζί τους κουτσούς, κουλ- λούς, τυφλούς, κουφούς, κι’ άλλους πολλούς, και τους έρρηξαν κοντά στα πόδια του, και τους για- τρεψε, τόσο π’ απόρησαν τα πλήθη· βλέποντας κου- φούς π’ ακούγανε, κουλλούς γερούς, και κουτσούς που περπατούσαν, και τυφλούς που βλέπανε, και δόξασαν το Θεό του Ισραήλ. Κι’ ο Ιησούς φώναξε τους μαθητάδες του κι’ είπε «Σπλαχνίζουμαι το » λαό, γιατί τρεις μέρες δε σαλεύουν από δω κοντά » μου και δεν έχουν τι να φαν και δε θέλω ναν » τους στείλω νηστικούς, μήπως λιώσουνε στο δρό- » μο». Και του λεν οι μαθητάδες «Πού βρήκαμε » στην ερημιά τόσα ψωμιά που να χορτάσουν » τόσο πλήθος;» Κι’ ο Ιησούς τους λέει «Πόσα » ψωμιά έχετε;» Κι’ εκείνοι είπαν «Εφτά, και » λίγα ψαράκια». Και πρόσταξε το πλήθος να καθήσουν κατά γης, και πήρε τα εφτά ψωμιά και τα ψάρια, κι’ αφού δοξολόγησε, έκοψε κομάτια κι’ έδινε στους μαθητάδες, κι’ οι μαθητάδες στα πλή- θη. Και φάγανε όλοι και χορτάσανε, και πήραν ό,τι κομάτια περίσσεψαν, εφτά καλάθια γιομάτα. Κι’ είχαν όσοι τρώγανε ως τέσσερεις χιλιάδες ψυχές χώρια γυναίκες και παιδιά.

101. Κι’ αφού σκόλασε τα πλήθη, μπήκε στο [16] καράβι και πήγε στα σύνορα του Μαγαδάν. Κι’ ήρθαν οι Φαρισαίοι κι’ οι Σαδδουκαίοι, και δοκιμά- ζοντάς τον τον παρακαλούσανε ναν τους δείξει ση- μάδι από τον ουρανό. Κι’ εκείνος αποκρίθη και τους είπε «[Σα βραδιάζει λέτε Καλοσύνη γιατί κοκκινί- » ζει ο ουρανός· και το πρωί Σήμερα κακοκαιριά » γιατί χαράζει ο ουρανός θολός. Υποκριτάδες, τ’ » ουρανού το πρόσωπο ξέρετε να κρίνετε, και τα » σημάδια των καιρών δε μπορείτε;] Φύτρα κακή » και παράλυτη σημάδι γυρεύει, και σημάδι δε » θαν της δοθεί εξόν το σημάδι του Ιωνά». Και παραιτώντας τους έφυγε.

Και σαν ήρθαν οι μαθητάδες αντίπερα, είχαν ξεχάσει να πάρουν ψωμιά. Κι’ ο Ιησούς τους είπε « Κοιτάτε και προσέχετε από το ζυμάρι των Φα- » ρισαίων και Σαδδουκαίων». Κι’ εκείνοι συλλο- γιούνταν μέσα τους και λέγανε «Γιατί δεν πήραμε » ψωμιά». Κι’ ο Ιησούς κατάλαβε κι’ είπε «Τι συλ- » λογιέστε μέσα σας, λιγόπιστοι, πως δεν έχετε » ψωμιά; Δε νογάτε ακόμα, μήτε θυμάστε τα πέν- » τε ψωμιά των πέντε χιλιάδων και πόσα κοφίνια » πήρατε, μήτε τα εφτά ψωμιά των τέσσερων χι- » λιάδων και πόσα καλάθια πήρατε; Πώς δε νο- » γάτε πως για ψωμιά δε σας είπα Και προσέχετε » από το ζυμάρι των Φαρισαίων και Σαδδουκαίων;» Τότες ένιωσαν πως δεν είπε να προσέχουν από το ζυμάρι των ψωμιών, παρά από τη διδαχή των Σαδδουκαίων και Φαρισαίων.

102. Και σαν ήρθε ο Ιησούς στα μέρη της Καισαρείας του Φιλίππου, ρωτούσε τους μαθητάδες του κι’ έλεγε «Πιος λεν πως είναι ο γιος τ’ ανθρώ- » που;» Κι’ εκείνοι είπαν «Άλλοι πως ο Ιωάνης » ο βαφτιστής, κι’ άλλοι ο Ηλίας, κι’ άλλοι ο Ιε- » ρεμίας ή ένας από τους προφήτες». Τους λέει «Κι’ » εσείς πιος λέτε πως είμαι;» Κι’ αποκρίθη ο Σί- μωνας ο Πέτρος κι’ είπε «Εσύ ‘σαι ο Χριστός, ο » γιος του Θεού που ζει». Κι’ ο Ιησούς αποκρίθηκε και τούπε «Μακαρισμένος είσαι, Σίμωνα γιε του » Ιωνά, γιατί σάρκα κι’ αίμα δε σ’ το φανέρωσε, » μόνε ο πατέρας μου στα ουράνια. Όμως σου λέω » κι’ εγώ πως εσύ ‘σαι Πέτρος, κι’ απάνου στην » πέτρα αυτή θα χτίσω την εκκλησιά μου και » πόρτες Άιδη δε θαν την καταπονέσουν. Θα σου » δώκω τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών, κι’ » ό,τι δέσεις στη γη θα μείνει δεμένο στα ουράνια, » κι’ ό,τι λύσεις στη γη θα μείνει λυμένο στα ου- » ράνια». Τότες πρόσταξε τους μαθητάδες κανενός να μην το πουν πως αυτός είναι ο Χριστός.

103. Από τότες άρχισε ο Ιησούς να ξηγά στους μαθητάδες του πως πρέπει να μισέψει στα Ιεροσό- λυμα και πολλά να πάθει από τους δημογερόντους και πρωτοπαπάδες και διαβασμένους, και να θανα- τωθεί και την τρίτη μέρα ν’ αναστηθεί. Και τον πήρε ο Πέτρος και του λέει μαλώνοντάς τον «Θεός » φυλάξει. Κύριε· μακριά από σένα αυτό το πά- » θημα». Κι’ εκείνος γύρισε κι’ είπε του Πέτρου » Πήγαινε πίσω μου, Σατανά· πειρασμός μου είσαι, » γιατί δε συλλογιέσαι το Θεό, μόνε τους ανθρώ- » πους». Τότες είπε ο Ιησούς στους μαθητάδες του Αν κανείς θέλει νάρθει πίσω μου, ας απαρνηθεί » τον εαυτό του. κι’ ας σηκώσει το σταυρό του κι’ » ας μ’ ακολουθά. Γιατί όπιος θέλει να γλυτώσει » τη ζωή του, θαν τη χάσει· μα όπιος για μένα » χάσει τη ζωή του, θαν τη βρει. Γιατί τι τ’ όφελος » στον άνθρωπο, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο, » μα τη ζωή του τη ζημιωθεί; ή τι θα δώσει άν- » θρωπος αντάλλαγμα της ζωής του; Γιατί ‘ναι » νάρθει ο γιος τ’ ανθρώπου μέσα στη δόξα του » πατέρα του μαζί με τους αγγέλους του, και τότες » θα πλερώσει τον καθένα κατά το κάμωμά του.

» 104. Αληθινά σας λέω, πως στέκουν εδώ μερικοί » που δε θα δοκιμάσουνε θάνατο ως που να δουν » το γιο τ’ ανθρώπου νάρχεται μέσα στη βασιλεία » του».

[17]» Κι’ έξη μέρες κατόπι παίρνει ο Ιησούς τον Πέτρο και τον Ιάκωβο και τον Ιωάνη τον αδερφό του και τους ανεβάζει σε βουνό αψηλό ξεχωριστά. Και μεταμορφώθηκε μπροστά τους, κι’ έλαμψε το πρό- σωπό του σαν τον ήλιο, και τα φορέματά του γίνανε άσπρα σαν το φως. Και να τους φανερώθηκε ο Μωυ- σής κι’ ο Ηλίας που μιλούσανε μαζί του. Κι’ απο- κρίθη ο Πέτρος κι’ είπε του Ιησού «Κύριε, καλά » ‘ναι εδώ να μείνουμε· α θες, εδώ θα στήσω τρεις » καλύβες, μια για σένα, και του Μωυσή μια, και » μια για τον Ηλία». Ενώ μιλούσε ακόμα, να σύννεφο φωτεινό τους σκέπασε, και να φωνή από το σύννεφο κι’ έλεγε «Αυτός είναι ο γιος μου ο αγα- » πητός πούχει την καλή μου γνώμη. Ακούτε τον». Κι’ όταν την άκουσαν οι μαθητάδες, έπεσαν τα πίσ- τομα και φοβηθήκανε υπερβολικά. Κι’ ο Ιησούς πήγε κοντά τους και τους άγγιξε κι’ είπε «Σηκω- » θείτε και μη φοβάστε». Και σήκωσαν τα μάτια τους και δεν είδανε κανέναν παρά τον Ιησού.

105. Κι’ ενώ κατέβαιναν το βουνό, τους πρόσταξε ο Ιησούς κι’ είπε «Κανενός μην πείτε το ίδωμα ως » που να σηκωθεί από τους νεκρούς ο γιος τ’ ανθρώ- » που». Κι’ οι μαθητάδες του τόνε ρώτησαν κι’ εί- παν «Τι λοιπόν λεν οι διαβασμένοι πως ο Ηλίας » πρώτα ανάγκη ναρθεί;» Κι’ εκείνος αποκρίθη κι’ είπε «Ναι ο Ηλίας έρχεται και θα ξαναδιορθώσει τα » πάντα· όμως σας λέω πως ήρθε κι’ όλας ο Ηλίας » και δεν τον αναγνώρισαν, παρά τούκαναν όσα θέλη- » σαν· το ίδιο ‘ναι απ’ αυτούς να πάθει κι’ ο γιος » τ’ ανθρώπου». Τότ’ ένιωσαν οι μαθητάδες πως για τον Ιωάνη το βαφτιστή τους είπε.

106. Και σαν πήγανε στο πλήθος, ήρθε ένας άν- θρωπος που γονάτισε μπροστά του κι’ είπε «Κύριε, » σπλαχνίσου το γιο μου, γιατί σεληνιάζεται κι’ είναι » ελεεινός· τι συχνά πέφτει στη φωτιά και συχνά στο » νερό. Και τον πήγα στους μαθητάδες σου και δεν » κατόρθωσαν ναν τόνε γιατρέψουν». Κι’ ο Ιησούς αποκρίθη κι’ είπε «Ω γενεά άπιστη και στρεβλή, » ως πότε θα μένω μαζί σας; ως πότε θα σας υπο- » φέρνω; Φέρτε τον εδώ σ’ εμένα». Και το πρόσταξε ο Ιησούς, και βγήκε από μέσα του το δαιμόνιο, και γιατρεύτηκε από κείνηνε την ώρα το παιδί. Τό- τες πήγανε στον Ιησού χώρια οι μαθητάδες κι’ είπαν « Γιατί εμείς δεν κατορθώσαμε ναν το βγάλουμε;» Κι’ αυτός τους λέει «Από τη μικροπιστιά σας· γιατί » αληθινά σας λέω, αν έχετε πίστη ίσα με σπυρί σι- » νάπι, θα πείτε εκείνου εκεί του βουνού· Μετατο- » πίσου από δω εκεί, και θα μετατοπιστεί, και τί- » ποτα δε θα σας βγει ακατόρθωτο».

107. Κι’ ενώ γύριζαν τη Γαλιλαία, τους είπε ο Ιησούς «Ο γιος τ’ ανθρώπου είναι να παραδοθεί σε » χέρια ανθρώπων, και θαν τόνε θανατώσουν και την » τρίτη μέρα θ’ αναστηθεί». Και λυπηθήκανε υπερ- βολικά.

108. Κι’ όταν ήρθανε στην Καφαρναούμ πήγαν οι εισπράχτορες των δίδραχμων στον Πέτρο κι’ είπαν « Ο δάσκαλός σας δε δίνει τα δίδραχμα;» Λέει « Ναι». Κι’ άμα πήγε [ο Πέτρος] σπίτι, τον πρό- λαβε ο Ιησούς κι’ είπε «Τι νομίζεις, Σίμωνα; Οι » βασιλιάδες της γης από πιόνε παίρνουνε φόρους ή » δοσίματα; από τους γιους τους ή τους ξένους;» Κι’ όταν είπε «Από τους ξένους», τούπε ο Ιησούς » Λοιπόν θα πει είναι απαλλαγμένοι οι γιοι. Για να » μην τους πειράξουμε όμως, πήγαινε στο γιαλό και » ρήξε αγκύστρι, και το πρώτο ψάρι π’ ανεβεί πάρ’ το » κι’ άνοιξέ του το στόμα και θα βρεις στατήρα· πάρε » τον και δώσ’ τους τον για μένα και για σένα».

[18] 109. Εκείνη την ώρα πήγαν οι μαθητάδες στον Ιησού και λεν «Πιος τάχα να ‘ναι μεγαλύτερος στη » βασιλεία των ουρανών;» Και κράζοντας ένα παι- δάκι τόστησε στη μέση τους κι’ είπε «Αληθινά σας » λέω, α δεν αλλάξτε και δε γίνετε σαν τα παιδάκια, » αδύνατο να μπείτε στη βασιλεία των ουρανών. Ό- » πιος λοιπόν χαμηλωθεί σαν το παιδάκι ετούτο, » εκείνος είναι ο μεγαλύτερος στη βασιλεία των ουρα- » νών. Κι’ όπιος δεχτεί τέτιο παιδάκι στ’ όνομά » μου, εμένα δέχεται- κι’ όπιος πειράξει κανέναν από » τους μικρούς αυτούς που με πιστεύουν, του συφέρ- » νει ναν του κρεμαστεί μυλόπετρα μεγάλη γύρω στο » λαιμό και να βουλιάξει μέσα στου γιαλού το πέ- » λαγο.

110.» Αλίμονο στον κόσμο από τους πειρασμούς. » Γιατί ‘ναι ανάγκη οι πειρασμοί ναρθούν, όμως αλί- » μονο στον άνθρωπο που κάνει κι’ έρχεται ο πειρα- » σμός. Κι’ αν το χέρι σου ή το πόδι σου σού φέρνει » πειρασμό, κόψ’ το και ρήξε το μακριά σου· καλύ- » τερά σου νάμπεις στη ζωή, κουλός ή κουτσός παρά » διο χέρια νάχεις ή διο πόδια και να σε ρήξουνε στη » φωτιά την αιώνια. Κι’ αν το μάτι σου σού φέρνει » πειρασμό, βγάλ’ το και ρήξε το μακριά σου· καλύ- » τερά σου μ’ ένα μάτι νάμπεις στη ζωή παρά διο » μάτια νάχεις και να σε ρήξουνε στη γέεννα της » φωτιάς.

» Κοιτάξτε μήπως αψηφήσετε κανέναν από τους » μικρούς αυτούς· γιατί σας λέω πως οι άγγελοι » τους στον ουρανό πάντα θωρούν την όψη του πατέρα » μου πούναι στα ουράνια. Τι θαρρείτε; Αν τυχόν » κανένας έχει εκατό πρόβατα κι’ ένα τους χαθεί, δεν » παραιτά τα ενενήντα εννιά τα πρόβατα στα όρη » και δεν πάει ζητώντας το χαμένο; Κι’ αν τυχόν το » βρει, αληθινά σας λέω, πιο χαίρεται γι’ αυτό παρ’ » ό,τι για τα ενενήντα εννιά που δε χαθήκανε. » Έτσι δεν είναι ο ορισμός του πατέρα μου στα ου- » ράνια το να χαθεί κανένας από τους μικρούς αυ- » τούς.

» Κι’ α σου φταίξει ο αδερφός σου, σήρε δείξε » του το φταίξιμό του σαν είστε εσύ κι’ εκείνος μονα- » χοί. Α σ’ ακούσει, κέρδισες τον αδερφό σου κι’ α δε » σ’ ακούσει, πάρε ακόμα ένα ή διο μαζί σου, που νά- » χει η κάθε λέξη στήριγμα το στόμα διο μαρτύρων » ή τριών. Κι’ αν τους παρακούσει, ναν το πεις της » ενορίας· κι’ αν και την ενορία παρακούσει, έχε τον » καθώς τον εθνικό και τον τελώνη. Αληθινά σας » λέω, όσα δέστε στη γη, θα μείνουνε δεμένα στον » ουρανό· κι’ όσα λύστε στη γη, θα μείνουνε λυμένα » στον ουρανό. 111. Πάλι αληθινά σας λέω, πως α » διο σας συφωνήσουνε στη γη για ό,τι πράμα κι’ α » ζητήσουν, θαν το λάβουν από τον πατέρα μου πού- » ναι στα ουράνια. Τι όπου ‘ναι διο ή τρεις συναγμέ- » νοι στ’ όνομά μου, εκεί ‘μαι μεταξύ τους».

Τότες πήγε ο Πέτρος και τούπε «Κύριε, πόσες φο- » ρές θα μου φταίξει ο αδερφός μου και ναν τονε συ- » χωρέσω; ως εφτά φορές;» Του λέει ο Ιησούς «Δε » σου λέω ως εφτά, μόνε ως εβδομήντα φορές εφτά. Για » τούτο έμιασε η βασιλεία των ουρανών με βασιλέα » που θέλησε να λογαριαστεί με τους σκλάβους του. » Και σαν άρχισε να λογαριάζεται, του φέρανε έναν » που χρωστούσε δέκα χιλιάδες τάλαντα. Και σα δεν » είχε να πλερώσει, πρόσταξε ο αφέντης του να που- » ληθεί, κι’ ο ίδιος κι’ η γυναίκα του και τα παιδιά » του κι’ όλα όσα έχει, και να πλερωθεί. Έπεσε λοι- » πόν ο σκλάβος και τον προσκυνούσε κι’ έλεγε Κάνε » απομονή μαζί μου και θα σ’ τα πλερώσω όλα. Και » τόνε σπλαχνίστηκε του σκλάβου ο αφέντης και τον » άφισε, και το χρέος του το χάρισε. Κι’ άμα βγήκε ο » σκλάβος, βρήκε σύσκλαβό του που του χρώσταε » εκατό δηνάρια, και πιάνοντάς τον έσφιγγε τον κι’ » έλεγε Πλέρωσε το ό,τι χρωστάς. Έπεσε λοιπόν ο » σύσκλαβός του και τον παρακαλούσε κι’ έλεγε Κάνε » απομονή μαζί μου και θα σε πλερώσω. Όμως αυ- » τός δεν ήθελε, μον πήγε και τον έβαλε στη φυλα- » κή ως που να πλερώσει ό,τι χρωστούσε. Οι σύσκλα- » βοι λοιπόν σαν είδαν το τι έγινε, λυπήθηκαν παρα- » πολύ και πήγαν και μαρτύρησαν τ’ αφεντικού τους » όλα όσα έγιναν. Τότες τον έκραξε ο αφεντικός του » και του λέει Σκλάβε κακέ, όλο σου εκείνο το χρέος » σ’ το χάρισα αφού με παρακάλεσες· δεν έπρεπε κι’ » εσύ να λυπηθείς το σύσκλαβό σου όπως σε λυπή- » θηκα κι’ εγώ; Και θύμωσε και τον παράδωκε ο » αφέντης του στους βασανιστάδες ως που να πλε- » ρώσει ολόκληρο το χρέος. Το ίδιο θα σας κάνει κι’ » ο πατέρας μου ο ουράνιος α δε συχωρέστε ο καθείς » τον αδερφό του από την καρδιά σας».

112. Και συνέβηκε, όταν τέλιωσε ο Ιησούς αυτά τα λόγια, μίσεψε από τη Γαλιλαία κι’ ήρθε στα σύ- νορα της Ιουδαίας πέρα από τον Ιορδάνη. Και τον ακολούθησαν πλήθη πολλά, και τους γιάτρεψε εκεί.

113. Και πήγανε στον Ιησού Φαρισαίοι που δοκι- μάζοντάς τον έλεγαν «Α μπορεί κανείς να χωρίσει τη » γυναίκα του με κάθε αφορμή». Κι’ εκείνος απο- κρίθη κι’ είπε «Δε διαβάσατε πως ο πλάστης από » την αρχή αρσενικό και θηλυκό τους έκανε κι ‘ είπε » Γι’ αυτό θα παραιτήσει άνθρωπος πατέρα και μη- » τέρα και θα προσκολληθεί στη γυναίκα του, και θα » γίνουν οι διο μια σάρκα. Έτσι δεν είναι πια διο » παρά μια σάρκα. Ό,τι λοιπόν έσμιξε ο Θεός, ας » μη χωρίζει άνθρωπος». Του λένε «Τι λοιπόν όρισε » ο Μωυσής να δώσεις χωρισοχάρτι και ναν τη χω- » ρίσεις;» Τους λέει πως «Ο Μωυσής σύφωνα με » τη σκληροκαρδιά σας σάς άφισε να χωρίστε τις » γυναίκες σας· όμως από την αρχή δεν έγινε έτσι. » Και σας λέω, όπιος χωρίσει τη γυναίκα του εξόν » από λόγο ατιμίας, την κάνει και μοιχεύεται· κι’ » όπιος χωρισμένη παντρευτεί, μοιχεύει». Του λένε οι μαθητάδες του «Αν έτσι ‘ναι τ’ ανθρώπου η » αφορμή με τη γυναίκα, δε συφέρνει ο γάμος». Κι’ αυτός τους είπε «Όλοι δε νιώθουνε το λόγο, μόνε » σ’ όσους δόθηκε. Γιατί έχει ευνούχους π’ από την » κοιλιά της μάννας γεννηθήκανε έτσι· κι’ έχει ευ- » νούχους π’ από τους ανθρώπους ευνουχήθηκαν κι » έχει ευνούχους που ενουχήθηκαν οι ίδιοι για τη βα- » σιλεία των ουρανών. Όπιος μπορεί να νιώσει ας » νιώσει».

114. Τότες του φέρανε μερικά παιδάκια για ναν τους βάλει τα χέρια του απάνου και να κάνει παρά- κληση. Κι’ οι μαθητάδες τούς μάλωναν. Κι’ ο Ιη- σούς είπε «Αφίστε τα παιδάκια και μην τ’ αμπο- » δίζετε ναρθούν κοντά μου· γιατί για τέτιους είναι » η βασιλεία των ουρανών». Κι’ αφού τους έβαλε τα χέρια του απάνου, μίσεψε από κει.

115. Και να ένας σίμωσε και τούπε «Δάσκαλε, » τι καλό να κάνω για να βρω ζωή παντοτινή;» Κι’ εκείνος τούπε «Τι με ρωτάς το καλό; Ένας είναι » ο καλός. Όμως α θέλεις να μπεις στη ζωή, φύ- » λαξε τις εντολές». Του είπε «Πιες;» Κι’ ο Ιη- σούς είπε «Το _ Μη σκοτώνεις, μη μοιχεύεις, μην κλέ- » βεις, μην ψευτομαρτυράς, τίμα τον πατέρα και τη » μητέρα, κι’ αγάπα το γείτονά σου όπως τον ίδιο » εσένα». Του λέει ο νέος «Όλα αυτά τα φύλαξα- » τι μου λείπει ακόμα;» Του λέει ο Ιησούς «Α θες »να γίνεις τέλειος, σήρε πούλα τα υπάρχοντά σου » και δώσ’ τα στους φτωχούς — και θα λάβεις θησαυρό » στα ουράνια — κι’ έλα ακολούθα με». Κι’ ο νέος όταν άκουσε το λόγο αυτό, έφυγε λυπημένος· γιατί είχε πλούτη πολλά. Κι’ ο Ιησούς είπε στους μα- θητάδες του «Αληθινά σας λέω, πως πλούσιος δύ- » σκολα θα μπει στη βασίλεια των ουρανών. Και » πάλι σας λέω, ευκολώτερα περνά γκαμήλα από » βελόνας μάτι παρ’ ό,τι μπαίνει πλούσιος στη βα- » σιλεία του Θεού». Κι’ όταν τ’ άκουσαν οι μαθη- τάδες, σάστισαν υπερβολικά και λέγανε «Πιος τάχα » μπορεί να σωθεί;» Κι’ ο Ιησούς τους κοίταζε κι είπε «Με τους ανθρώπους τούτο αδύνατο, μα με το » Θεό τα πάντα δυνατά».

116. Τότ’ αποκρίθηκε ο Πέτρος και τούπε «Να » εμείς αφήκαμε τα πάντα και σ’ ακολουθήσαμε· » τι άραγε θα λάβουμε;» Κι’ ο Ιησούς τους είπε » Αληθινά σας λέω, πως εσείς που μ’ ακολουθή- » σατε, στον καιρό του ξαναγεννημού όταν καθήσει » ο γιος τ’ ανθρώπου σε λαμπρό του θρόνο, θα καθή- » στε κι’ εσείς σε δώδεκα θρόνους δικάζοντας τις » δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Κι’ όπιος αφήκε σπίτια » ή αδερφούς ή αδερφές ή πατέρα ή μητέρα ή παι- » διά ή χωράφια για τ’ όνομά μου, πολλαπλά θα » λάβει και θα κληρονομήσει ζωή παντοτινή. 117. » Και πολλοί θα γίνουν πρώτοι τελευταίοι, και τελευ- » ταίοι πρώτοι».

[20] » Γιατί μιάζει η βασιλεία των ουρανών μ’ άν- » θρωπο νοικοκύρη που βγήκε ευτύς πρωί να συ- » φωνήσει εργάτες για τ’ αμπέλι του. Κι’ αφού » συφώνησε με τους εργάτες από ‘να δηνάρι την » ημέρα, τους έστειλε στ’ αμπέλι του. Και βγαί- » νοντας κατά τις τρεις η ώρα, είδε άλλους κι’ έστε- » καν αργοί στην αγορά, κι’ είπε και σ’ εκείνους » Πηγαίνετε κι’ εσείς στ’ αμπέλι, κι’ ό,τι είναι » δίκιο θα σας δώσω. Κι’ εκείνοι πήγαν. Πάλι » βγαίνοντας κατά τις έξη και κατά τις εννιά η » ώρα, έκανε το ίδιο. Και βγαίνοντας κατά τις έν- » τεκα, ηύρε άλλους κι’ έστεκαν, και τους λέει «Τι » στέκεστε όλη μέρα εδώ χωρίς δουλιά;» Του λεν » πως Κανείς δε μας συφώνησε. Τους λέει Πηγαίνετε » κι’ εσείς στ’ αμπέλι. Κι’ άμα βράδιασε λέει ο » νοικοκύρης τ’ αμπελιού στον επιστάτη του. Φώ- » ναξε τους εργάτες και πλέρωσ’ τους το μεροδούλι » αρχίζοντας από τους τελευταίους ως τους πρώτους » Και σαν ήρθαν οι κατά τις έντεκα η ώρα, έλαβαν » από ‘να δηνάρι. Και σαν ήρθανε οι πρώτοι, νό- » μισαν πως θα λάβουν πιο πολύ, κι’ έλαβαν κι’ » αυτοί από ‘να δηνάρι. Κι’ όταν το λάβανε, μουρ- » μούριζαν του νοικοκύρη κι’ έλεγαν Αυτοί οι στερ- » νοί μια ώρα έκαναν, κι’ ίσους μας τους έκανες, μ’ » εμάς που φορτωθήκαμε το βάρος της ημέρας και » την κάψα; Κι’ εκείνος αποκρίθη ενός τους κι’ είπε » Αδέρφι, δε σ’ αδικώ· δε συφωνήσαμε ένα δηνάρι; » Πάρε το δικό σου κι’ άμε. Θέλω εγώ σ’ αυτόν τον » τελευταίο ναν του δώκω όσο κι’ εσένα· δε μπορώ » ό,τι θέλω να κάνω το δικό μου; ή είναι το μάτι » σου κακό γιατί ‘μαι εγώ καλός; Έτσι θα γε- » νούν οι τελευταίοι πρώτοι κι οι πρώτοι τελευταίοι».

118. Κι’ ενώ ‘τανε ν’ ανεβεί ο Ιησούς στην Ιε- ρουσαλήμ πήρε τους δώδεκα τους μαθητάδες χωρι- στά και στο δρόμο τους είπε «Νά αναβαίνουμε στην » Ιερουσαλήμ κι’ ο γιος τ’ ανθρώπου θα παραδοθεί » στους πρωτοπαπάδες και στους διαβασμένους, και » θαν τον καταδικάσουν, και θαν τον παραδώσουνε » στους εθνικούς για ναν τόνε μασκαρέψουνε και » βουρδουλίσουν και σταυρώσουν, και την τρίτη μέρα » θ’ αναστηθεί».

119. Τότες πήγε η μητέρα των γιων του Ζεβε- δαίου με τους γιους της που τον προσκυνούσε και του ζήταε κάτι. Κι’ εκείνος της είπε «Τι θέλεις:» Κι’ εκείνη είπε «Πες να καθήσουν αυτοί οι διο μου οι » γιοι ένας δεξιά κι’ ένας αριστερά σου μέσα στη βα- » σιλεία σου». Κι’ ο Ιησούς αποκρίθη κι’ είπε «Δεν » ξέρετε τι ζητάτε. Μπορείτε να πιείτε το ποτήρι » πούμαι εγώ να πιω;» Του λένε «Μπορούμε». Τους λέει «Το ποτήρι μου ναι θαν το πιείτε, μα το να » καθήστε δεξιά ή αριστερά μου δεν είναι στο χέρι » μου να δώσω εξόνε σ’ όσους τ’ όρισε ο πατέρας » μου». Και σαν τ’ άκουσαν οι δέκα, αγαναχτή- σανε με τους διο αδερφούς. Και κράζοντάς τους ο Ιησούς τους είπε «Ξέρετε πως οι αρχηγοί των εθνι- » κών τούς ορίζουν κι’ οι μεγάλοι τούς εξουσιάζουν. » Όμως όχι εσείς το ίδιο· μόνε όπιος θέλει μεγάλος » σας να γίνει, ας γίνει δούλος σας, κι’ όπιος θέλει » πρώτος σας να γίνει, ας γίνει σκλάβος σας, καθώς » κι’ ο γιος τ’ ανθρώπου δεν ήρθε ναν τόνε δουλέψουν, » μόνε να δουλέψει και να δώκει τη ζωή του ξαγορά » πολλών».

120. Κι’ όταν έβγαιναν από την Ιερειχώ, τον ακολούθησε πλήθος πολύ. Και να διο τυφλοί καθι- σμένοι κοντά στο δρόμο, σαν άκουσαν πως περνά ο Ιησούς, φώναξαν κι’ είπαν «Κύριε, σπλαχνίσου μας, » γιε του Δαυείδ». Κι’ ο λαός τους μάλωσε να σω- πάσουν. Μα εκείνοι πιο πολύ φωνάζανε και λέγανε » Κύριε, σπλαχνίσου μας, γιε του Δαυείδ». Κι’ ο Ιησούς στάθηκε, και τους έκραξε κι’ είπε «Τι θέ- » λετε να σας κάνω;» Του λένε «Κύριε, τα μάτια » μας ν’ ανοίξουν». Κι ο Ιησούς τους σπλαχνίστη και τους άγγιξε τα μάτια, κι’ αμέσως είδαν πάλι και τον ακολούθησαν.

[21] 121. Κι’ ότα φτάσανε στα Ιεροσόλυμα κι’ ήρθανε στη Βηθφαγή στο Ελιοβούνι, τότ’ έστειλε ο Ιη- σούς διο μαθητάδες και τους είπε «Πηγαίνετε στο » χωριό τ’ αντίκρυ σας, κι’ ευτύς θα βρείτε όνισσα » δεμένη και μαζί της οναράκι· λύστε τα και φέρτε » τα σ’ εμένα. Κι’ α σας πει κανένας τίποτα, πέστε » πως ο αφέντης τα χρειάζεται, κι’ αμέσως θαν τα » στείλει». Κι’ όλο αυτό έγινε για ν’ αληθέψει το ειπωμένο μέσο του Προφήτη, που λέει Πέστε στην κόρη της Σιών Να έρχεταί σου ο βασιλιάς σου πρα- γύς και καθισμένος σ’ όνισσα και σε πουλάρι γέννη- μα ζευτού. Κι’ οι μαθητάδες πήγαν κι’ έκαναν καθώς τους πρόσταξε ο Ιησούς, κι’ έφεραν την όνισσα και τ’ οναράκι, κι’ έβαλαν απάνου τα φορέματά [τους] κι’ έκατσε. Και το πιο πολύ το πλήθος έστρωσαν τα δικά τους φορέματα στο δρόμο, κι’ άλλοι έκοβαν κλαδιά απ’ τα δέντρα και τα στρώνανε στο δρόμο, και τα πλήθη τα απ’ ομπρός του και κατόπι φώ- ναζαν και λέγανε «Ωσαννά στο γιο του Δαυείδ. » Βλογητός αυτός που φτάνει στ’ όνομα του Κυρίου. » Ωσαννά στα ύψιστα». Και σα μπήκε στα Ιερο- σόλυμα, τράνταξε όλη η πολιτεία κι’ έλεγε «Πιος » είναι αυτός;» Και τα πλήθη λέγανε «Αυτός είναι » ο προφήτης ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ της Γαλι- » λαίας».

Και μπήκε στο ναό ο Ιησούς, κι’ έβγαλε όλους που πουλούσαν κι αγοράζανε μέσα στο ναό, και τα τραπέζια των σαράφηδων τ’ αναποδογύρισε και τους πάγκους των περιστεράδων. Και τους λέει «Είναι » γραμένο Τον οίκο μου οίκο προσευκής θαν τον » κράξουν, μα εσείς τον κάνετε κλεφτοσπηλιά».

Και πήγανε στον Ιησού τυφλοί και κουτσοί μέσα στο ναό, και τους γιάτρεψε. Και σαν είδαν οι πρω- τοπαπάδες κι’ οι διαβασμένοι τα θάματα που έκανε και τα παιδιά που φώναζαν μέσα στο ναό και λέγα- νε «Ωσαννά στο γιο του Δαυείδ», αγανάχτησαν και τούπαν «Ακούς αυτοί τι λένε;» Κι’ ο Ιησούς τους λέει «Ναι. Δε διαβάσατε ποτές πως Από μωρώνε » στόμα κι’ από βυζανιάρικων τόνισες ύμνο; » Κι’ αφίνοντάς τους βγήκε από τη χώρα όξω στη Βηθα- νία και κόνεψε εκεί.

122. Και το πρωί γυρίζοντας στη χώρα πείνασε. Και βλέποντας συκιά στο δρόμο απάνου, πήγε κοντά της και δε βρήκε απάνου τίποτα εξόνε φύλλα μο- ναχά. Και της λέει «Καρπό πια να μην κάνεις στον » αιώνα». Και στη στιγμή ξεράθηκε η συκιά. Και βλέποντάς το οι μαθητάδες, απόρησαν κι’ είπαν « Πώς στη στιγμή ξεράθηκε η συκιά!» Κι’ ο Ιη- σούς αποκρίθη και τους είπε «Αληθινά σας λέω. » αν έχετε πίστη και δεν κλονιστήτε, όχι μοναχά » το [θάμα] της συκιάς θα κάνετε, παρά και του » βουνού εκεί αν του πείτε Σήκω και πέσε στο γιαλό, » θα γίνει, κι’ ό,τι με πίστη ζητήστε στην προσευκή σας, όλα θαν τα λάβετε».

123. Και σαν ήρθε στο ναό, πήγανε στον Ιησού ενώ δίδασκε οι πρωτοπαπάδες κι’ οι δημογερόντοι κι έλεγαν «Με πια εξουσία κάνεις αυτά; και πιος » σ’ την έδωκε αυτή την εξουσία;» Κι ο Ιησούς αποκρίθηκε και τους είπε «Θα σας ρωτήσω κι εγώ » ‘να λόγο, που α μου τον πείτε, θα σας πω κι’ » εγώ με πια εξουσία κάνω αυτά. Το βάφτισμα του » Ιωάνη από πού είτανε, από τον ουρανό ή από τους » ανθρώπους;» Κι’ εκείνοι μεταξύ τους συλλογιούν- ταν κι’ έλεγαν «Αν πούμε από τον ουρανό, θα μας » πει, γιατί λοιπόν δεν τον πιστέψατε; Κι’ αν πούμε » από τους ανθρώπους, φοβούμαστε το λαό, γιατί » όλοι σαν προφήτη τον έχουνε τον Ιωάνη». Κι’ απάν- τησαν του Ιησού κι’ είπαν «Δεν το ξέρουμε». Τους είπε κι’ εκείνος «Μήτε κι’ εγώ δε σας λέω με πια » εξουσία κάνω αυτά. Και τι σας φαίνεται; Ένας » άνθρωπος είχε διο παιδιά. Και πήγε στον πρώτο » κι’ είπε Παιδί μου, πήγαινε σήμερα δούλεψε στ’ » αμπέλι μου. Κι’ εκείνος αποκρίθη κι’ είπε Μάλι- » στα, αφέντη, και δεν πήγε. Και πήγε στο δεύτερο » κι είπε το ίδιο. Κι εκείνος αποκρίθη κι’ είπε Δε » θέλω. Ύστερα μετάνιωσε και πήγε. Πιος από τους » διο τους έκανε το θέλημα του πατέρα;» Λένε «Ο » δεύτερος». Τους λέει ο Ιησούς «Αληθινά σας λέω, » πως οι τελώνες κι οι πόρνες μπροστά σας παν στη » βασιλεία του Θεού. Γιατί σας ήρθε ο Ιωάνης μ’ α- » γιοσύνης δρόμο και δεν τον πιστέψατε· μόνε οι τελώ- » νες τον πιστέψανε κι’ οι πόρνες. Εσείς ως τόσο που » τον είδατε, μήτε καν μετανιώσατε έπειτα ναν τον » πιστέψτε.

124.» Άλλη παραβολή ακούστε. Είταν ένας άν- » θρωπος νοικοκύρης, που φύτεψε αμπέλι, και τού- » βαλε τριγύρω φράχτη κι’ έσκαψε μέσα ληνό κι’ » έχτισε πύργο, και το νοίκιασε σε γεωργούς και » μίσεψε. Και σαν έφτασε ο καιρός του καρπού, » έστειλε τους σκλάβους του στους γεωργούς να » πάρουν τον καρπό του. Και πιάνοντας οι γεωργοί » τους σκλάβους του, άλλον έδειραν, άλλονε σκό- » τωσαν, κι’ άλλον πετροβόλησαν. Πάλι έστειλε άλ- » λους σκλάβους πιο πολλούς από τους πρώτους, και » τους έκαναν τα ίδια. Ύστερα τους έστειλε το γιο » του λέγοντας Θα σεβαστούν το γιο μου. Όμως » οι γεωργοί, σαν είδανε το γιο, είπανε μεταξύ τους » Αυτός είναι ο κληρονόμος· ελάτε, ας τον σκοτώ- » σουμε κι’ ας πάρουμε την κληρονομιά του. Και » τον έπιασαν και βγάλανε όξω από τ’ αμπέλι και » τον σκότωσαν. Λοιπόν σαν έρθει ο νοικοκύρης » τ’ αμπελιού, τι θαν τους κάνει αυτούς τους γεωρ- » γούς;» Του λεν «Κακήν κακώς θενάν τους ξολο- » θρέψει, και τ’ αμπέλι θα νοικιάσει σ’ άλλους γεωρ- » γούς που θαν του δώσουν πίσω τον καρπό στην » ώρα του». Τους λέει ο Ιησούς «Δε διαβάσατε » ποτές μέσα στις Γραφές Πέτρα π’ απόρριψαν οι » χτίστες έγινε αγκωνάρι· από τον Κύριο έγινε κι’ » είναι θαμαστή στα μάτια μας. Γι αυτό σας λέω, » θα σας παρθεί από σας η βασιλεία του Θεού και » σ’ έθνος θα δοθεί που κάνει τους καρπούς της. » Κι’ όπιος πέσει σ’ αυτή την πέτρα απάνου, θενά » τσακιστεί· και σ’ όπιον πέσει, θαν τον κάνει θρύ- » ματα».

125. Και σαν άκουσαν τις παραβολές του οι πρω- τοπαπάδες κι’ οι Φαρισαίοι, ένιωσαν πως γι’ αυτούς μιλεί, και ζητώντας να τον πιάσουν, φοβηθήκανε τα πλήθη, τι τον είχανε προφήτη.

[22] Κι’ ο Ιησούς αποκρίθη πάλι και τους μίλησε με παραβολές λέγοντας «Έμιασε η βασιλεία των ουρα- » νών με βασιλέα πούκανε τις χάρες του γιου του, κι’ » έστειλε τους σκλάβους του να κράξουν τους προσ- » καλεσμένους στις χαρές, και δε θέλανε ναρθούν. » Πάλι έστειλε άλλους σκλάβους κι’ είπε Πέστε των » καλεσμένων, Να το το δείπνο μου το ετοίμασα, τα » βόδια μου και τα θρεφτά σφαγμένα, και τα πάντα » έτοιμα· ελάτε στις χαρές. Κι’ εκείνοι αδιαφορήσανε » και φύγανε, άλλος στο χωράφι του, άλλος στ’ αρ- » γαστήρι του· κι’ οι άλλοι έπιασαν τους σκλάβους » του, και τους μασκάρεψαν και σκότωσαν. Κι’ ο βα- » σιλέας θύμωσε, κι’ έστειλε τους στρατούς του και » τους ξολόθρεψε εκείνους τους φονιάδες κι’ έκαψε τη » χώρα τους. Τότες λέει στους σκλάβους του Το » τραπέζι ‘ναι έτοιμο, μα δεν είταν άξιοι οι καλε- » σμένοι· πηγαίνετε λοιπόν στων δρόμων τα περά- » σματα κι’ όσους βρείτε κράξτε στις χαρές». Κι’ οι σκλάβοι αυτοί σα βγήκανε στους δρόμους, μαζέ- » ψανε όλους όσους ηύραν, και κακούς και καλούς. » και γιόμισε η αίθουσα του γάμου καλεσμένους. Και » σα μπήκε ο βασιλέας για να δει τους καλεσμένους, » είδε εκεί άνθρωπο που δε φορούσε φόρεμα γάμου » και του λέει Φίλε, πώς μπήκες εδώ δίχως φόρεμα » γάμου; Κι’ αυτός αποστομώθη. Τότ’ είπε ο βα- » σιλιάς στους δούλους Δέστε τον χεροπόδαρα και » βγάλτε τον όξω στο σκοτάδι το πιο εξώτερο· εκεί » θα ‘ναι το κλάψε και το τρίξε των δοντιών. Γιατί » πολλοί ‘ναι οι καλεστοί, μα λίγοι οι εκλεχτοί».

126. Τότε οι Φαρισαίοι πήγαν και συφώνησαν πώς ναν τον παγιδέψουνε με λόγια. Και του στέλνουνε τους μαθητάδες τους με τους Ηρωδιανούς και λένε « Δάσκαλε, ξέρουμε πως είσαι αληθινός και πως με » την αλήθια διδάσκεις το δρόμο του Θεού, και δε » σε μέλει τίποτα τι δεν κοιτάς ανθρώπους. Πες μας » λοιπόν τη γνώμη σου. Έχουμε άδια να δώσουμε » του Καίσαρα φόρο ή όχι;» Κι’ ο Ιησούς ένιωσε την πονηριά τους κι’ είπε «Τι με δοκιμάζετε, υπο- » κριτάδες; Δείξτε μου το νόμισμα του φόρου». Κι’ αυτοί του φέρανε δηνάρι. Και τους λέει «Πιανού ‘ναι » ετούτη η ζουγραφιά κι’ η επιγραφή;» Του λεν « Του Καίσαρα». Τότες τους λέει «Δώστε λοιπόν » πίσω ό,τι είναι του Καίσαρα στον Καίσαρα, και » ό,τι είναι του Θεού στο Θεό». Και σαν τ’ άκου- σαν απόρησαν, και τον αφήκαν κι’ έφυγαν.

127. Εκείνη την ημέρα πήγανε στον Ιησού οι Σαδδουκαίοι, που λένε δεν υπάρχει ανάσταση, και τόνε ρώτησαν κι’ είπαν «Δάσκαλε, ο Μωυσής είπε » Αν πεθάνει άτεκνος κανείς, ας παντρεύεται κα- » τόπι ο αδερφός του τη γυναίκα του κι’ ας του » βγάζει σπέρμα τ’ αδερφού του . Κι’ είτανε στον » τόπο μας εφτά αδερφοί. Κι’ ο πρώτος παντρεύτη » και πέθανε, κι’ όντας άκληρος αφήκε τη γυναίκα » του στον αδερφό του· το ίδιο κι’ ο δεύτερος κι’ ο » τρίτος ως στους εφτά. Κι’ ύστερα απ’ όλους πέθανε » η γυναίκα. Στην ανάσταση λοιπόν πιανού από τους » εφτά θα γενεί γυναίκα; Γιατί την είχαν όλοι». Κι’ ο Ιησούς αποκρίθη και τους είπε «Σφάλλετε, μην » εννοώντας τις Γραφές μήτε τη δύναμη του Θεού. » Τι στην ανάσταση μήτ’ άντρες παίρνουνε μήτε γυ- » ναίκες, παρά καθώς αγγέλοι ‘ναι στον ουρανό. Και » για τη νεκρανάσταση δε διαβάσατε ό,τι σας είπε ο » Θεός, που λέει Εγώ ‘μαι ο Θεός τον Αβραάμ κι’ ο » Θεός του Ισαάκ κι’ ο Θεός τον Ιακώβ; Δεν είναι » ο Θεός νεκρώνε, μόνε ζωντανών». Κι’ όταν τ’ άκου- » σαν τα πλήθη, σάστιζαν με τη διδαχή του.

128. Κι’ οι Φαρισαίοι, όταν άκουσαν πως απο- στόμωσε τους Σαδδουκαίους, μαζευτήκανε, και ρώ- τησε ένας τους Νομοδιάβαστος δοκιμάζοντάς τον » Δάσκαλε, πια ‘ναι εντολή μεγάλη μέσα στο Νό- » μο;» Κι’ ο Ιησούς του είπε «Αγάπα τον Κύριο » το Θεό σου μ’ όλη σου την καρδιά και μ’ όλη σου την » ψυχή και μ’ όλο σου το νου· αυτή ‘ναι η μεγάλη » και πρώτη εντολή. Και δεύτερη το ίδιο Αγάπα το » γείτονά σου ίσα με τον εαυτό σου _ . Σ’ αυτές τις διο » τις εντολές όλος ο Νόμος στέκει κι’ οι Προφήτες.»

129. Κι’ ενώ ‘τανε μαζεμένοι οι Φαρισαίοι τους ρώτησε ο Ιησούς κι’ είπε «Πια ‘ναι η γνώμη σας » για το Χριστό; πιανού ‘ναι γιος;» Του λένε «Του » Δαυείδ». Τους λέει «Πώς λοιπόν ο Δαυείδ με το » πνέμα τον κράζει αφέντη, λέγοντας Είπε ο αφέν- » της στον αφέντη μον Κάθου δεξιά μου ως που να » βάλω τους εχτρούς σου κάτου από τα πόδια σου ; » Α λοιπόν ο Δαυείδ τον κράζει αφέντη, πώς είναι » γιος του;» Και κανείς δε μπορούσε ναν τ’ απαν- τήσει λέξη· μήτε από κείνη την ημέρα τόλμησε κα- νείς ναν τόνε ρωτήσει πια.

130. Τότες ο Ιησούς μίλησε στα πλήθη και στους [23] μαθητάδες του λέγοντας «Στην καθέδρα του Μωυσή » κάθησαν οι διαβασμένοι και Φαρισαίοι. Όλα λοι- » πόν όσα σας πουν κάνετέ τα και κρατείτε· κατά » τα έργα τους όμως μην κάνετε, γιατί λεν και δεν » κάνουν. Και δένουνε φορτώματα βαριά κι’ αβάσ- » ταχτα και τα φορτώνουνε στη ράχη των ανθρώπων, » μα οι ίδιοι με το δάχτυλό τους να τα κουνήσουνε » δε θέλουν. Και κάθε τους έργο κάνουνε για ναν » τους καμαρώνουν οι ανθρώποι. Γιατί πλαταίνουνε » τα φυλαχτάρια τους και μεγαλώνουνε [των φορε- » μάτων τους] τις άκρες, μα αγαπούν το πρωτοκά- » θισμα στα δείπνα και τα πρωτοστάσιδα μέσα στα » συναγώγια και τους χαιρετισμούς στις αγορές και » το ναν τους φωνάζει ο κόσμος Ραββεί. Μα εσάς να » μη σας κράζουνε Ραββεί, γιατί ένας είναι σας ο » δάσκαλος κι’ όλοι εσείς αδέρφια. Και πατέρα σας » μην κράξτε στη γη, γιατί ένας είναι σας ο πατέ- » ρας, ο ουράνιος. Μηδέ οδηγούς να μη σας κράζουνε, » γιατί ένας είναι σας οδηγός, ο Χριστός. Κι’ ο με- » γαλύτερός σας ας γίνει δούλος σας. Κι’ όπιος ανυ- » ψώνεται θα χαμηλωθεί, κι’ όπιος χαμηλώνεται θ’ » ανυψωθεί.

« Κι’ αλίμονό σας, διαβασμένοι και Φαρισαίοι, » υποκριτάδες, γιατί κλείνετε τη βασιλεία των ουρα- » νών στην όψη των ανθρώπων γιατί εσείς δε μπαί- » νετε, μα κι’ όσους μπαίνουν δεν αφίνετε να μπουν. » 131. Αλίμονο σας, διαβασμένοι και Φαρισαίοι, » υποκριτάδες, τι γυρίζετε θάλασσα και στεριά να » κάντε ένα νιοφώτιστο, και σα γενεί τον κάντε γιο » της γέεννας χειρότερό σας. Αλίμονο σας, οδηγοί » τυφλοί, που λέτε Όπιος αμώσει στο ναό, δεν είναι » τίποτα· μα όπιος αμώσει στο χρυσάφι του ναού, » χρωστά _ . Λωλοί και τυφλοί, γιατί τι ‘ναι μεγαλύ- » τερο, το χρυσάφι ή ο ναός π’ αγιάζει το χρυσάφι; » κι’ όπιος αμώσει στο θυσιαστήρι, δεν είναι τίποτα· » μα όπιος αμώσει στο χάρισμα τ’ απάνου του, » χρωστά. Λωλοί και τυφλοί, γιατί τι ‘ναι μεγαλύ- » τερο, το χάρισμα ή το θυσιαστήρι π’ αγιάζει το » χάρισμα; Όπιος λοιπόν αμώσει στο θυσιαστήρι, » ορκίζεται σ’ αυτό και σ’ όλα απάνου του· κι’ όπιος » αμώσει στο ναό, ορκίζεται σ’ αυτόν και στον κα- » τοικό του κι’ όπιος αμώσει στον ουρανό, ορκίζεται » στο θρόνο του Θεού και στον καθισμένο απάνου.

» 132. Αλίμονό σας, διαβασμένοι και Φαρισαίοι υ- » ποκριτάδες, γιατί δίνετε το δέκατο από το διόσμο » κι άνηθο και κύμινο, κι’ αφήκατε τα πιο βαριά του » Νόμου, τη δικιοσύνη και σπλαχνιά και πίστη. Μα » αυτά να κάνετε έπρεπε κι’ εκείνα να μην αφίστε. » Οδηγοί τυφλοί, που το κουνούπι το στραγγίζετε » και καταπίνετε την γκαμήλα. 133. Αλίμονό σας, » διαβασμένοι και Φαρισαίοι, υποκριτάδες, γιατί πα- » στρεύετε απ’ όξω το ποτήρι και σκουτέλλι, και μέσα » ‘ναι αρπαγή γιομάτα και παραλυσία. Φαρισαίε τυ- » φλέ, πάστρεψε πρώτα μέσα το ποτήρι και σκουτέλλι, » για να γενεί του και τ’ απ’ όξω παστρικό. 134. » Αλίμονό σας, διαβασμένοι και Φαρισαίοι, υποκρι- » τάδες, γιατί μιάζετε σαν τάφους ασπρισμένους, π’ » απ’ όξω ναι μεν φαίνουνται όμορφοι, μα μέσα ‘ναι » γιομάτοι κόκκαλα νεκρά και κάθε λέρα. Έτσι κι’ » εσείς ναι μεν απ’ όξω φαίνεστε άγιοι στους ανθρώ- » πους, μα μέσα είστε γιομάτοι υποκρισία κι’ ανο- » μιά. 135. Αλίμονό σας, διαβασμένοι και Φαρι- » σαίοι, υποκριτάδες, γιατί χτίζετε των προφητών » τους τάφους και στολίζετε τα μνήματα των άγιων, » και λέτε Α ζούσαμε στα χρόνια των πατέρων » μας, μαζί τους δε θα συντροφιάζαμε στων προφη- » τών το αίμα. Έτσι μόνοι σας κατηγοριέστε το » πως είστε γιοι τους — εκείνων που σκοτώσαν τους » προφήτες — κι εσείς θα συμπληρώστε των πατέρων » σας το μέτρος. Φείδια, οχιάς γεννήματα, πώς θα » γλυτώστε από της γέεννας την καταδίκη; Για » τούτο εγώ νά στέλνω σας προφήτες και σοφούς και » διαβασμένους· μερικούς τους θα σκοτώστε και σταυ- » ρώστε, και μερικούς θα βουρδουλίστε μέσ’ στα » συναγώγια σας και θενά διώξτε από μια χώρα » σ’ άλλη, έτσι για να πέσει απάνου σας κάθ’ αίμα » ενάρετο που χύνεται στη γη, από το αίμα τ’ Άβελ » του ενάρετου ως στο αίμα Ζαχαρία, γιου του Βαρα- » χία, που τον σφάξατε ανάμεσα από το ναό και το » θυσιαστήρι. Αληθινά σας λέω, θα πέσουν όλα αυτά » σ’ αυτή τη γενεά. Ιερουσαλήμ Ιερουσαλήμ εσύ » που θανατώνεις τους προφήτες και πετροβολάς τους » αποστόλους σου, πόσες φορές δε θέλησα να πε- » ριμάσω τα παιδιά σου, έτσι όπως περιμαζεύει η » όρνιθα τα ορνίθια της κάτου από τις φτερούγες, » και δε θελήσατε! Να, σας παραιτούν το σπίτι » σας. Γιατί σας λέω, δε θα με δείτε τώρα πια ως να » πείτε Βλογητός αυτός που φτάνει στ’ όνομα του » Κυρίου ».

136. Και βγήκε ο Ιησούς από τα ναό και περ-[24] » πατούσε, κι’ ήρθαν οι μαθητάδες του ναν του δεί- » ξουνε τα χτίρια του ναού. Κι’ ο Ιησούς αποκρίθη » και τους είπε «Δε βλέπετε όλα αυτά; Αληθινά σας » λέω, πέτρα απάνου σε πέτρα εδώ δε θ’ αφεθεί που » να μην γκρεμιστεί».

137. Κι’ ενώ καθότανε στο Ελιοβούνι απάνου, πήγαν κοντά του οι μαθητάδες χωριστά και λεν « Πες μας, πότε αυτά θα γίνουν; και πιο το σημάδι » της παρουσίας σου και του τελιωμού του κόσμου;» Κι’ ο Ιησούς αποκρίθη και τους είπε «Κοιτάξτε μη » σας πλανέσει κανείς. Γιατί πολλοί θαρθούνε στ’ » όνομά μου λέγοντας Εγώ ‘μαι ο Χριστός, και πολ- » λούς θα πλανέσουν. Και σας μέλλεται ν’ ακούστε » πολέμους και φήμες πολέμων. Τηράτε, μην τα- » ράττεστε· γιατί πρέπει να γίνουνε, μα δεν είναι » ακόμα το τέλος. Τι θα σηκωθεί έθνος να χτυπήσει » έθνος και βασιλεία να χτυπήσει βασιλεία, και θα » γίνουν πείνες και σεισμοί εδώ κι’ εκεί. Όμως όλα » αυτά πόνων αρχή. Τότες θα σας παραδώσουνε σε » δεινά και θα σας θανατώσουν, κι’ όλα τα έθνη θα » σας μισούνε για τ’ όνομά μου. Και τότες θα πέ- » σουνε σε πειρασμό πολλοί, και θα παραδοθούν ανά- » μεσά τους και θα μισηθούν. Και πολλοί ψευτοπρο- » φήτες θα φανούν και θα πλανέσουνε πολλούς. Και » με το να πληθήνει η αμαρτία θα κρυώσει των » πολλών η αγάπη. Μα όπιος κάνει απομονή ως στο » τέλος, αυτός θα σωθεί. Και θα κηρυχτεί τούτο το » καλό το μήνημα της βασιλείας μέσ’ στην οικου- » μένη όλη για να φωτιστούν όλα τα έθνη. Και τό- » τες θα φτάσει το τέλος.

» Ότα λοιπόν του ρημαγμού το σίχαμα το ειπω- » μένο μέσο του Δανιήλ του προφήτη το δείτε και » στέκει μέσα σ’ αγιασμένον τόπο (όπιος διαβάζει ας » εννοεί), τότες οι μέσα στην Ιουδαία ας φεύγουνε » στα όρη, ο στο δώμα απάνου ας μην κατέβει να » πάρει από το σπίτι του τα πράματά [του], κι’ ο » μέσα στο χωράφι ας μη γυρίσει πίσω να πάρει το » ρούχο του. Κι’ αλίμονο στις έγκυες κι’ όσες βυζαί- » νουν τότες. Και προσεύκεστε να μη γενεί η φυγή » σας χειμώνα μήτε σαββάτο· γιατί θα γίνει τότες » συφορά μεγάλη, τέτια που δεν έγινε από την αρ- » χή του κόσμου ως τα τώρα, κι’ ούτε θα γίνει. Και » να μη ήθελε κολοβωθούν αυτές οι μέρες, σάρκα δε » θα γλύτωνε· μόνε για τους εκλεχτούς θενά κολοβω- » θούν αυτές οι μέρες. Τότες α σας πει κανείς Να εδώ » ο Χριστός ή εδώ, μην πιστεύετε. Τι θα φανούν ψευ- » τόχριστοι και ψευτοπροφήτες, και θα δείξουνε ση- » μάδια μεγάλα και τέρατα, τόσο που να πλανέ- » σουν, α γίνεται, και τους εκλεχτούς. Να, από » πριν σας τόπα. Α λοιπόν σας πούνε Να στην ερη- » μιά ‘ναι, μη βγείτε· Να μέσα στα κελλιά, να μην » πιστέψτε. Γιατί όπως από την ανατολή προβάλλει » η αστραπή και φαίνεται ως στη δύση, έτσι θα γίνει » η παρουσία του γιου τ’ ανθρώπου. Όπου ‘ναι το ψο- » φίμι, εκεί θα μαζευτούν τα όρνια.

» Κι’ ευτύς κατόπι από τη συφορά των ημερών » εκείνων θενά σκοτεινιάσει ο ήλιος, και το φως της » δε θα δώσει η σελήνη, και θα πέσουν τ’ άστρα από » τον ουρανό, και στα ουράνια κάθε δύναμη θα κλονι- » στεί. Και τότες το σημάδι θα φανεί του γιου τ’ αν- » θρώπου μέσ’ στον ουρανό. Και τότες θα στηθοκοπή- » σουν όλες οι φυλές της γης, και θενά δουν το γιο τ’ » ανθρώπου που θα φτάνει απάνου στ’ ουρανού τα σύν- » νεφα με δύναμη και δόξα πολλή. Και θα στείλει » τους αγγέλους του με σάλπιγγας μεγάλο λάλημα, » και θα συνάξουνε μαζί τους εκλεχτούς του από » τους τέσσερεις άνεμους, απ’ άκρες ουρανών ως ά- » κρες τους. Μόνε από τη συκιά μάθετε την παρα- « βολή. Όταν πια απαλήνει το κλαδί της και τα » φύλλα βγουν, ξέρουν πως κοντά το καλοκαίρι· » έτσι κι’ εσείς όταν τα δείτε όλα αυτά, να ξέρτε » πως κοντά ‘ναι, στη μπασιά μπροστά. Αληθινά » σας λέω, αυτή δε θα περάσει η γενεά πρι γίνουν όλα » αυτά. Ο ουρανός κι η γη θενά περάσει, όμως τα » λόγια μου δε θα περάσουν.

138.» Κι’ όσο για κείνη την ημέρα κι’ ώρα, δεν » την ξέρει κανείς, μήτ’ οι αγγέλοι τ’ ουρανού μήτε » ο γιος εξόν ο πατέρας μόνος. Κι’ όπως του Νώε οι » μέρες, έτσι θενά γίνει η παρουσία του γιου τ’ αν- » θρώπου. Γιατί όπως τότες ζούσανε τις πριν τις » μέρες του κατακλυσμού τρώγοντας και πίνοντας, » παίρνοντας και δίνοντας γυναίκες, ως στην ημέρα » που ο Νώε μπήκε μέσ’ στην κιβωτό, κι’ είδηση » δεν είχαν όσο πούφτασε ο κατακλυσμός και συνε- » πήρε όλους, έτσι θα γίνει η παρουσία του γιου τ’ αν- » θρώπου. Τότες διο θάναι στο χωράφι, ένας παίρ- » νεται μαζί κι’ ο άλλος [τους] αφίνεται· διο π’ αλέ- » θουν με το μύλο, μια τους παίρνεται μαζί κι’ η » άλλη αφίνεται. Ξαγρυπνάτε το λοιπόν, τι δεν ξέ- » ρετε πια μέρα έρχεται ο αφέντης σας. Μα μάθετε » το αυτό, πως αν ο νοικοκύρης ήξερε σε πια [νυχτο]- » φρουρά θα φτάσει ο κλέφτης, θ’ αγρύπναε και δεν » άφινε ναν του τρυπήσουνε το σπίτι. Για τούτο » ετοιμάζεστε κι’ εσείς, γιατί την ώρα που δεν καρ- » τεράτε φτάνει ο γιος τ’ ανθρώπου.

139. » Πιος άραγε είναι ο σκλάβος ο πιστός και » φρόνιμος, που τόνε διόρισε ο αφέντης κεφαλή των » δούλων του για ναν τους δίνει και να τρων στην » ώρα [τους]; Χαρά στο σκλάβο εκείνο, που σαν έρθει » ο αφέντης του θα βρει τον πως το κάνει. Αληθινά » σας λέω, πως σ’ όλα τα υπάρχοντά του θαν τόνε » διορίσει κεφαλή. Αν όμως πει μέσ’ στην καρδιά » του εκείνος ο κακός ο σκλάβος Ο αφεντικός μου » αργεί, κι’ αρχίσει τους συντρόφους του και τους » χτυπά, κι’ αν τρώει και πίνει με τους μεθυσμένους, » θα φτάσει αυτού του σκλάβου ο αφέντης την ημέρα » που δεν καρτερά και την ώρα που δεν ξέρει, και » διο κομάτια θαν τον κόψει και θα βάλει στων υπο- » κριτάδων τη σειρά· εκεί θα ‘ναι το κλάψε και το » τρίξε των δοντιών.

140.» Τότε θα μιάσει η βασιλεία των ουρανών με [25] » δέκα κόρες που πήραν τα λυχνάρια τους και βγή- » κανε για ν’ απαντήσουν το γαμπρό, κι’ είταν οι » πέντε τους ασυλλόγιστες κι’ οι πέντε γνωστικές. Τι » οι ασυλλόγιστες σαν πήραν τα λυχνάρια τους, δεν » πήρανε μαζί τους λάδι· οι γνωστικές ως τόσο πή- » ρανε μέσα στους λαδολόγους λάδι με τους λύχ- » νους τους μαζί. Κι’ αργώντας ο γαμπρός, νυστά- » ξανε όλες και κοιμούνταν. Κι’ ακούστη τα με- » σάνυχτα φωνή Να ο γαμπρός· βγάτε ναν τον » απαντήστε. Τότες αυτές οι κόρες σηκωθήκανε όλες » και διορθώσανε τους λύχνους τους. Κι’ είπαν οι » ασυλλόγιστες στις γνωστικές Δώστε μας απ’ το » λάδι σας, τι οι λύχνοι μας σβύνουν. Κι’ απάντη- » σαν οι γνωστικές και λεν Ίσως δε σώσει για τις » διο· πηγαίνετε καλύτερα στους πουλητάδες κι’ » αγοράστε για τα σας. Κι’ ενώ πηγαίνανε για ν’ » αγοράσουν, έφτασε ο γαμπρός, και μπήκανε μαζί » του στις χαρές οι έτοιμες και κλείστη η πόρτα. Κι’ » έρχουνται ύστερα κι’ οι άλλες κόρες κι’ έλεγαν » Αφέντη, αφέντη, άνοιξέ μας. Κι’ εκείνος αποκρίθη » κι’ είπε Αληθινά σας λέω, δε σας ξέρω. Ξαγρυ- » πνάτε το λοιπόν, γιατί δεν ξέρετε τη μέρα μήτε » την ώρα.

» Γιατί όπιος άνθρωπος που πήγαινε στην ξενιτιά » φώναξε τους σκλάβους του και τους παράδωκε το » βιο του, κι’ έδωκε σ’ άλλον πέντε τάλαντα, και σ’ » άλλονε διο, και σ’ άλλον ένα, στον καθένα κατά » την αξία του, και ξενιτεύτηκε· αμέσως πήγε εκεί- » νος πούλαβε τα πέντε τάλαντα και δούλεψε μ’ » αυτά και κέρδισε άλλα πέντε. Έτσι κι’ ο άλλος » με τα διο κέρδισε άλλα διο. Όμως ο άλλος πού- » λαβε το ένα πήγε κι’ έσκαψε τη γη κι’ έθαψε » τ’ αφέντη του το χρήμα. Και πολύν καιρό κατόπι » φτάνει αυτών των σκλάβων ο αφεντικός και λο- » γαριάζεται μαζί τους. Κι’ εκείνος πούλαβε τα πέν- » τε τάλαντα ήρθε κι’ έφερε άλλα πέντε τάλαντα, » και λέει Αφέντη, πέντε τάλαντα μου παράδωκες· » κοίτα, κέρδισα άλλα πέντε. Τούπε ο αφέντης » του Λαμπρά, καλέ [μου] σκλάβε και πιστέ· σε » λίγα είσουνα πιστός, σε πολλά θα σε διορίσω. » Έμπα στ’ αφεντικού σου το ξεφάντωμα. Κι’ ήρθε » με τα διο τα τάλαντα κι’ ο άλλος κι’ είπε Αφέντη, » μου παράδωκες διο τάλαντα· κοίτα, κέρδισα άλλα » διο. Τούπε ο αφέντης του Λαμπρά, καλέ [μου] » σκλάβε και πιστέ· σε λίγα είσουνα πιστός, σε πολ- » λά θα σε διορίσω. Έμπα στ’ αφεντικού σου το ξε- » φάντωμα. Μα κι’ αυτός σαν πήγε πούχε λάβει το » ‘να τάλαντο, είπε Αφέντη, σ’ ήξερα πως είσαι » άνθρωπος σκληρός, θερίζοντας όπου δεν έσπειρες και » μαζεύοντας όπου δε σκόρπισες, κι’ από το φόβο » πήγα κι’ έθαψα το τάλαντό σου μέσ’ στη γη· δες, » έχεις το δικό σου. Κι’ απάντησε ο αφέντης του και » τούπε Κακέ σκλάβε κι’ ακαμάτη, ήξερες το πως θερί- » ζω όπου δεν έσπειρα και μαζεύω όπου δε σκόρπισα· » έπρεπε λοιπόν το χρήμα μου να καταθέσεις με τους » τραπεζίτες, κι’ εγώ στο γυρισμό μου θάπαιρνα με » τόκο το δικό μου. Πάρτε του λοιπόν τα τάλαντο » και δώστε το σ’ εκείνον με τα δέκα τάλαντα. Τι » σ’ όπιον έχει θα δοθεί και περισσέψει· κι’ όπιος δεν » έχει, θαν του πάρουν κι’ ό,τι έχει. Και τον άχρη- » στο το σκλάβο βγάλτε τόνε στο σκοτάδι το πιο » εξώτερο· εκεί θα ‘ναι το κλάψε και τα τρίξε των δον- » τιών.

141.» Κι’ όταν έρθει ο γιος τ’ ανθρώπου μέσα » στη δόξα του κι’ όλοι οι άγγελοι μαζί του, τό- » τες θα καθήσει σε λαμπρό του θρόνο και θα συνα- » χτούν τα έθνη όλα ομπρός του, και θαν τους χω- » ρίσει κατά πως χωρίζει ο βοσκός τα πρόβατα » απ’ τα γίδια, και τα πρόβατα θα στήσει δεξιά » του και τα γίδια αριστερά. Τότε ο βασιλιάς θα » πει στους δεξιά του Ελάτε, οι βλογημένοι του » πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που σας » ετοιμάστηκε από το θεμέλιωμα του κόσμου. Για- » τί πείνασα και μου δώκατε να φάω· δίψασα και » με ποτίσατε· ξένος είμουν και με περιμαζέψα- » τε· γυμνός και με ντύσατε· αρρώστησα και με » κοιτάξατε· φυλακή είμουν κι’ ήρθατε να με δεί- » τε. Τότες θαν τ’ αποκριθούν οι άγιοι και θα πουν » Κύριε, πότε σ’ είδαμε πεινασμένο και σε θρέψαμε; » ή διψασμένο και σε ποτίσαμε; και πότε σ’ είδαμε » ξένο και σε περιμαζέψαμε; ή γυμνό και σε ντύ- » σαμε; και πότε σ’ είδαμε άρρωστο ή σε φυλακή » κι’ ήρθαμε να σε δούμε; Κι’ ο βασιλέας θ’ απαν- » τήσει και θαν τους πει Αληθινά σας λέω, όσο τα » κάνατε σ’ ένανε από τους αδερφούς μου τούτους » τους ελάχιστους, [τόσο και] σ’ εμένα το κάνατε. » 142. Τότες θα πει και στους αριστερά Πηγαίνετε » από μένα, κατάρατοι, στη φωτιά την αιώνια την » ετοιμασμένη του Διαβόλου και των αγγέλων του. » Γιατί πείνασα και δε μου δώκατε να φάω· δίψασα » και δε με ποτίσατε· ξένος είμουν και δε με περι- » μαζέψατε· γυμνός και δε με ντύσατε· άρρωστος » και σε φυλακή και δε με κοιτάξατε. Τότες θ’ από- » κριθούν κι’ αυτοί και θα πουν Κύριε, πότε σ’ εί- » δαμε πεινασμένο ή διψασμένο ή ξένο ή γυμνό ή » άρρωστο ή σε φυλακή, και δε σε φροντίσαμε; Τό- » τες θαν τους απαντήσει και θα πει Αληθινά σας » λέω, όσο δεν το κάνατε σ’ ένανε από τούτους τους » ελάχιστους, [τόσο] μήτ’ εμένα δε μου τα κάνατε. » Και θα πάνε αυτοί σε κόλαση παντοτινή, μα οι » άγιοι σε ζωή παντοτινή».

[26] 143. Και συνέβηκε, όταν τέλιωσε ο Ιησούς όλα αυτά τα λόγια, είπε στους μαθητάδες του «Ξέρετε » πως σε διο μέρες γίνεται τα πάσκα, και παραδί- » νουνε να σταυρωθεί το γιο τ’ ανθρώπου».

Τότες μαζευτήκανε οι πρωτοπαπάδες κι’ οι δημο- γερόντοι στο παλάτι του αρχιπαπά που λέγουνταν Καϊάφας, και συφωνήσανε να πιάσουνε με πονηριά και να σκοτώσουν τον Ιησού. Κι’ έλεγαν «Όχι τη » σκόλη, να μη γίνει ταραχή του λαού».

144. Και σαν έφτασε ο Ιησούς στη Βηθανία, στου Σίμωνα του λωβιασμένου, ήρθε γυναίκα κρα- τώντας αλαβάστρινο λαγήνι με μυρουδικό πολύ- τιμο, και του περεχούσε το κεφάλι ενώ καθόταν [κι’ έτρωγε]. Και βλέποντάς το οι μαθητάδες του αγανάχτησαν και λένε «Γιατί αυτός ο χαμός; » Γιατί μπορούσε αυτό ν’ ακριβοπουληθεί και να δο- » θεί σε φτωχούς». Και τόνιωσε ο Ιησούς και τους είπε «Τι πειράζετε τη γυναίκα; Γιατί δούλεψη κα- » λή μούκανε εμένα. Τι πάντα τους φτωχούς τους » έχετε μαζί σας, μα εμένα πάντα δε μ’ έχετε. Τι » βάζοντας αυτή τούτο το μυρουδικό στο κορμί μου » απάνου, για το θάψιμό μου τόκανε. Κι’ αληθινά » σας λέω, όπου κι’ αν κηρυχτεί παντού στον κόσμο » τούτο το καλό το μήνημα, θα διαλαληθεί κι’ αυ- » τή το τι έκανε, ναν τη μνημονεύουν».

145. Τότες πήγε ένας από τους δώδεκα, αυτός που λέγουνταν Ιούδας Ισκαριώτης, στους πρωτοπα- πάδες κι’ είπε «Τι θα μου δώστε, κι’ εγώ θα σας τον » παραδώσω». Κι’ εκείνοι τούζιασαν τριάντα αργυρά. Κι’ από τότες γύρευε ευκαιρία ναν τον παραδώσει.

146. Και την πρώτη μέρα των άζυμων πήγανε στον Ιησού οι μαθητάδες και του λεν «Πού θέ- » λεις να σου ετοιμάσουμε να φας τα πάσκα;» Κι εκείνος είπε «Πηγαίνετε στη χώρα στου τάδε και » πέστε του Ο δάσκαλος λέει Ο καιρός μου σιμώνει· » μαζί σου κάνω πάσκα με τους μαθητάδες μου». Κι’ έκαναν οι μαθητάδες όπως τους πρόσταξε ο Ιη- Σούς, κι’ ετοίμασαν το πάσκα.

147. Και σα βράδιασε, καθότανε μαζί με τους δώδεκα, κι’ ενώ τρώγανε είπε «Αληθινά σας λέω » πως ένας σας θα με παραδώσει». Και καταλυ- πημένοι αρχίνησαν και τούλεγε ένας ένας «Μην εί- » μαι εγώ, Κύριε;» Κι’ εκείνος αποκρίθη κι’ είπε » Όπιος βουτήσει μαζί μου το χέρι στο τρυβλί, αυ- » τός θα με παραδώσει. Και ναι μεν πηγαίνει ο γιος » τ’ ανθρώπου όπως γράφτηκε γι’ αυτόν• όμως αλί- » μονο σ’ εκείνον τον άνθρωπο που κάνει κι’ ο γιος » τ’ ανθρώπου παραδίνεται· καλύτερά του να μην » είχε γεννηθεί ο άνθρωπος εκείνος». Κι’ απάντησε ο Ιούδας ο παραδότης του κι’ είπε «Μην είμαι » εγώ, Ραββεί;» Του λέει «Εσύ το λες».

148. Κι’ ενώ τρώγανε, πήρε ο Ιησούς ψωμί, και βλόγησε και τόκοψε κομάτια, και δίνονται στους μαθητάδες είπε «Λάβετε, φάτε· αυτό ‘ναι » το κορμί μου». Και παίρνοντας ποτήρι, δοξολό- γησε και τους έδωκε λέγοντας «Πιέτε από τούτο » όλοι· τι αυτό ‘ναι το αίμα μου, της διαθήκης, » που χύνεται για το καλό πολλών, για να συχω- » ρεθούν οι αμαρτίες. Και σας λέω, πως από τώρα » δε θα πιώ από τούτο τ’ αμπελόθρεμμα, ως στην » ημέρα που μ’ εσάς καινούργιο θαν το πίνω μέσ’ στη » βασιλεία του πατέρα μου». Κι’ αφού ψάλανε, βγή- κανε στο Ελιοβούνι.

149. Τότες τους λέει ο Ιησούς «Όλοι σας θα » πέστε σε πειρασμό για μένα αυτή τη νύχτα. Γιατί » ‘ναι γραμένο Θα χτυπήσω το βοσκό και θα σκορ- » πήσουνε του κοπαδιού τα πρόβατα. Κι’ όταν » αναστηθώ, θα πάω μπροστά σας στη Γαλιλαία». Κι’ ο Πέτρος απάντησε και τούπε «Όλοι αν πέσουνε » σε πειρασμό για σένα, εγώ ποτές δε θα πέσω». Κι’ ο Ιησούς του είπε «Αληθινά σου λέω, πως αυτή » τη νύχτα, πρι λαλήσει πετεινός, τρεις φορές θα μ’ » αρνηθείς». Του λέει ο Πέτρος «Κι’ αν ανάγκη μαζί » σου να πεθάνω, δε θα σ’ αρνηθώ». Έτσι είπαν κι’ όλοι οι μαθητάδες.

Τότες πηγαίνει μαζί τους ο Ιησούς σε μέρος που το λέγανε Γεθσημανεί, και λέει στους μαθητάδες « Καθήστε αυτού ως που να πάω εκεί και να προ- » σευκηθώ». Και παίρνοντας μαζί τον Πέτρο και τους διο τους γιους του Ζεβεδαίου, άρχισε να λυπά- ται και να βαριοκαρδεί. Τότες τους λέει «Καταλυπη- » μένη ‘ναι η ψυχή μου ως στο θάνατο· μείνατε εδώ » και ξαγρυπνάτε μαζί μου». Και προχωρώντας λίγο, έπεσε τα πίστομα και περικαλιούνταν κι’ έλεγε «Πατέρα μου, α γίνεται, ας περάσει πέρα » μου το ποτήρι αυτό· όχι όμως όπως θέλω εγώ, » μόνε όπως εσύ». Κι’ έρχεται στους μαθητάδες· και τους βρίσκει κοιμισμένους, και λέει του Πέτρου « Έτσι δεν κατορθώσατε μιαν ώρα ν’ αγρυπνήστε » μαζί μου; Αγρυπνάτε και προσεύκεστε για να » μην πέστε σε πειρασμό. Το πνέμα ναι πρόθυμο, » μα η σάρκα αδύναμη». 150. Πάλι πήγε δεύτερη φορά και προσευκήθηκε «Πατέρα μου, α δε γίνε- » ται να περάσει αυτό δίχως ναν το πιω, ας γίνει το » θέλημά σου». Και πήγε πάλι και τους ηύρε κοι- μισμένους, γιατί είτανε βαριά τα μάτια τους. Κι’ αφίνοντάς τους πάλι πήγε και προσευκήθηκε τρίτη φορά, λέγοντας ξανά τα ίδια λόγια. Τότ’ έρχεται στους μαθητάδες και τους λέει «Κοιμάστε λοιπόν » και ξεκουράζεστε· γιατί νά σίμωσε η ώρα κι’ ο » γιος τ’ ανθρώπου παραδίνεται σε χέρια αμαρτω- » λών. Σηκωθείτε, ας πάμε· να σίμωσε ο παραδότης » μου».

151. Κι’ ενώ μιλούσε ακόμα, να ο Ιούδας, ένας από τους δώδεκα, ήρθε, και μαζί του πλήθος πο- λύ με σπαθιά και ξύλα από τους πρωτοπαπάδες και δημογερόντους. Κι’ ο παραδότης του τους έ- δωκε σημάδι κι’ είπε «Όπιονε φιλήσω, αυτός εί- » ναι· πιάστε τον». Κι’ αμέσως πήγε στον Ιησού κι’ είπε «Σε χαιρετώ, Ραββεί», και τόνε φίλησε. Κι’ ο Ιησούς του είπε «Φίλε, τι θέλεις κι’ ήρθες;» Τότ’ ήρθαν και βάλανε χέρι απάνου στον Ιησού και τον έπιασαν. Και να ένας από τους συντρό- φους του άπλωσε το χέρι κι’ έσηρε το σπαθί του, και χτύπησε τα σκλάβο του πρωτοπαπά και τού- κοψε τ’ αυτί. Τότες του λέει ο Ιησούς «Γύρισε το » σπαθί σου στον τόπο του· γιατί όπιος έπιασε » σπαθί, με σπαθί θα πάει. Ή θαρρείς πως δε μπορώ » να κράξω του πατέρα μου, και θα μου παρατά- » ξει τώρα πιο πολλούς αγγέλους παρά δώδεκα λε- » γιώνες; Λοιπόν πως θ’ αληθέψουν οι Γραφές, πως » έτσι πρέπει να γενεί;» 152. Εκείνη την ώρα είπε ο Ιησούς στα πλήθη «Λες για κακούργο βγήκατε με » σπαθιά και ξύλα να με πιάστε. Καθεμέρα μέσα στο » ναό κάθουμουν και δίδασκα, και δε με πιάσατε. » Όμως αυτό όλο έγινε για ν’ αληθέψουν οι Γραφές » των προφητών». Τότες οι μαθητάδες του τον αφή- καν όλοι κι’ έφυγαν.

Κι’ εκείνοι που σύλλαβαν τον Ιησού τον πήγανε στου Καϊάφα του αρχιπαπά, όπου μαζεύτηκαν οι διαβασμένοι κι’ οι δημογερόντοι. Κι’ ο Πέτρος τον ακολουθούσε από μακριά ως στο παλάτι του αρχι- παπά, και μπήκε μέσα και καθότανε μαζί με τους κλητήρες για να δει το τέλος. 153. Κι’ οι αρχιπα- πάδες κι’ όλη η σύνοδο ζητούσαν ψευτομαρτυριά για να σκοτώσουν τον Ιησού, και δεν ηύρανε, κι’ ας πήγανε πολλοί ψευτομαρτύροι. Μα πήγανε διο κατόπι κι’ είπαν «Αυτός είπε Μπορώ να χαλάσω το » ναό του Θεού και σε τρεις μέρες ναν τον χτίσω». Κι’ ο αρχιπαπάς σηκώθηκε και τούπε «Δεν απαντάς » τι σε κατηγορούν αυτοί;» Κι’ ο Ιησούς σωπούσε. Κι’ ο αρχιπαπάς του είπε «Σε ξορκίζω στο θεό που » ζει, πες μας αν εσύ ‘σαι ο Χριστός, ο γιος του » Θεού». Του λέει ο Ιησούς «Εσύ το λες. Όμως » σας λέω, σε λίγο θα δείτε τα γιο τ’ ανθρώπου που » καθισμένος δεξιά απ’ τη Δύναμη θα φτάνει απάνου » στ’ ουρανού τα σύννεφα». Τότες ξέσκισε ο αρχιπαπάς τα φορέματά του κι’ είπε «Ασέβησε· τι θέλουμε πια » μαρτύρους; Να, τώρα ακούσατε την ασέβεια· τι » λέτε;» Κι’ απάντησαν κι’ είπαν «Του πρέπει θά- » νατος». Τότε τον έφτυσαν στο πρόσωπο και τόνε μπάτσισαν, κι’ άλλοι τόνε ραβδίσανε λέγοντας «Προ- » φήτεψέ μας, Χριστέ, πιος σε χτύπησε».

154. Κι’ ο Πέτρος είταν καθισμένος όξω στην αυλή, κι’ ήρθε κοντά του μια κοπέλλα κι’ είπε « Κι’ εσύ είσουνα με τον Ιησού το Γαλιλαίο». Κι’ αυτός αρνήθη μπροστά σ’ όλους κι’ είπε «Δεν ξέρω » τι λες». Και σα βγήκε στην αυλόπορτα, τον είδε μια άλλη και λέει στους εκεί «Αυτός είτανε με τον » Ιησού το Ναζωραίο». Και πάλι αρνήθη μ’ όρκο πως «Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο». Και σε λίγο πή- γαν οι παρόντες κι’ είπανε του Πέτρου «Αληθινά » από κείνους είσαι κι’ εσύ· γιατί η λαλιά σου σε » μαρτυρά». Τότ’ άρχισε να καταριέται και να ορ- κίζεται πως «Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο». Κι’ αμέ- σως λάλησε πετεινός, και θυμήθη ο Πέτρος το λόγο του Ιησού πούχε πει, πως «Πρι λαλήσει πετεινός, » τρεις φορές θα μ’ αρνηθείς». Και βγήκε όξω κι’ έ- κλαψε πικρά.

[27] 155. Και σαν ξημέρωσε, συφώνησαν όλοι οι πρω- τοπαπάδες κι’ οι δημογερόντοι το να θανατώσουν τον Ιησού· κι’ αφού τον έδεσαν, τον πήραν και τον παραδώκανε στον Πειλάτο, τον αρχηγό.

156. Τότες όταν είδε ο Ιούδας ο παραδότης του πως καταδικάστηκε, μετάνιωσε και γύρισε τα τρι- άντα τ’ αργυρά στους πρωτοπαπάδες και δημογε- ρόντους λέγοντας «Αμάρτησα παραδίνοντας αίμα » αθώο». Κι’ εκείνοι είπαν «Και τι μ’ εμάς; Εσύ » συλλογίσου το». Και πετώντας τ’ αργυρά μέσα στο ναό, έφυγε και πήγε και κρεμάστηκε. Και πήραν τ’ αργυρά οι πρωτοπαπάδες κι’ είπανε «Δεν πρέπει ναν » τα βάλουμε στον Κορβανά, επειδή ‘ναι πλερωμή » για αίμα». Και συφωνήσανε απ’ αυτά κι’ αγό- ρασαν το χωράφι του κεραμιδά για νεκροταφείο των ξένων γι’ αυτό ονομάστη το χωράφι εκείνο αιμα- τοχώραφο ως στα σήμερα. Τότες αλήθεψε το ειπω- μένο μέσο του Ιερεμία του προφήτη, που λέει Και πήραν τα τριάντα τ’ αργυρά, τ’ αντίτιμο του τιμη- μένου, που τίμησαν από τους γιους του Ισραήλ, και τάδωκαν για το χωράφι του κεραμιδά καθώς ο Κύ- ριος με πρόσταξε .

157. Κι’ ο Ιησούς στάθηκε μπροστά στον αρ- χηγό, και τόνε ρώτησε ο αρχηγός και λέει «Εσύ » ‘σαι ο βασιλέας των Ιουδαίων;» Κι’ ο Ιησούς του είπε «Εσύ το λες». Κι’ όταν τον κατηγορούσαν οι πρωτοπαπάδες κι’ οι δημογερόντοι, δεν απάντησε τί- ποτα. Τότες ο Πειλάτος του λέει «Δεν ακούς πόσα » σε κατηγορούν;» Και δεν τ’ απάντησε μήτε σ’ ένα του λόγο, τόσο π’ απορούσε ο αρχηγός υπερβολικά.

158. Και κάθε σκόλη ο αρχηγός συνείθιζε ναν του λευτερώνει ένα φυλακισμένο του λαού, όπιον ήθε- λαν. Κι’ είχαν τότες φυλακισμένο σημαντικό που λέγουνταν Βαραββάς. Ενώ ‘τανε λοιπόν συναγμένοι, τους είπε ο Πειλάτος «Πιόνε θέτε να σας λευτερώσω, » το Βαραββά, ή τον Ιησού, αυτόν που λέγεται Χρι- » στός;» Γιατί ήξερε πως από μίσος τον παράδωκαν. Κι’ ενώ καθότανε στην έδρα, έστειλε η γυναίκα του και τούπε «Μην έχεις τίποτα μ’ εκείνον τον αθώο, γιατί » έπαθα πολλά, γι’ αυτόν απόψε στ’ όνειρό μου». Όμως οι πρωτοπαπάδες κι’ οι δημογερόντοι έπεισαν τα πλήθη να ζητήσουνε το Βαραββά, και τον Ιησού ναν τόνε ξολοθρέψουν. Κι’ αποκρίθη ο αρχηγός και τους είπε «Πιόνε θέτε από τους διο τους να σας λευ- » τερώσω;» Κι’ αυτοί είπανε «Το Βαραββά». Τους λέει ο Πειλάτος «Τι λοιπόν να κάνω τον Ιησού που » λέγεται Χριστός;» Του λένε όλοι τους «Να σταυ- » ρωθεί». Κι’ ο αρχηγός είπε «Γιατί τι κακό έκα- » νε;» Κι’ εκείνοι πιο πολύ φωνάζανε και λέγανε « Να σταυρωθεί». 159. Κι’ ο Πειλάτος βλέποντας πως τίποτα καλό δεν κάνει παρά μεγαλώνει ο θό- ρυβος, πήρε νερό κι’ ένιψε τα χέρια ομπρός στο πλήθος κι’ είπε «Αθώος είμαι από το αίμα αυτό· » εσείς συλλογιστήτε το». Κι’ όλος ο λαός αποκρί- θη κι’ είπε «Το αίμα του απάνου μας κι’ απάνου » στα παιδιά μας». Τότες τους λευτέρωσε το Βα- ραββά, και τον Ιησού τόνε βουρδούλισε και τον πα- ράδωκε να σταυρωθεί.

160. Τότες οι στρατιώτες τ’ αρχηγού πήρανε στ’ αρχηγείο τον Ιησού και μάζεψαν τριγύρω του όλη τη φρουρά. Και ντύνοντάς τον κόκκινη στολή του τη φορέσανε, κι’ έπλεξαν ένα στεφάνι απ’ αγκάθια και του τόβαλαν τριγύρω στο κεφάλι, και καλάμι στο δεξύ του χέρι· και γονατιστοί μπροστά του τον περίπαιξαν και λέγανε «Σε χαιρετούμε, βασιλέα των » Ιουδαίων»· και φτύσαντές τον πήραν το καλάμι και τόνε χτυπούσανε στην κεφαλή. Κι’ όταν τον περίπαιξαν, βγάζοντάς του τη στολή τον έντυσαν τα φορέματά του, και τον πήρανε ναν τόνε σταυρώ- σουν. Και σα βγαίνανε, ηύραν έναν άνθρωπο από την Κυρήνη πούταν τ’ όνομά του Σίμωνας· αυτόν αγγάρεψαν για να σηκώσει το σταυρό του. Κι’ άμα φτάσανε στο μέρος που το λένε Γολγοθά, που ση- μαίνει κάρας μέρος που το λεν, τούδωκαν να πιει κρασί με χολή ανακατωμένο· κι’ όταν το δοκίμασε, δε θέλησε να πιεί. Κι’ αφού τόνε σταυρώσανε, μοι- ράστηκαν τα ρούχα του βάζοντας λαχνό. Και κά- θησαν και τόνε φύλαγαν εκεί. Κι’ έβαλαν απάνου από το κεφάλι του γραφτό το φταίξιμό του Αυτός είναι ο Ιησούς ο βασιλέας των Ιουδαίων .

161. Τότες σταυρώνουνται μαζί του διο κα- κούργοι, ένας από τα δεξιά κι’ ο άλλος από τ’ αρι- στερά. Κι’ οι διαβάτες τόνε βλαστημούσαν και κου- νώντας το κεφάλι έλεγαν «Εσύ που γκρεμίζεις το » ναό και σε τρεις μέρες μέσα τόνε χτίζεις, σώσου ο » ίδιος· αν είσαι γιος του Θεού, κατέβα από το σταυ- » ρό». Έτσι κι’ οι πρωτοπαπάδες με τους διαβασμέ- νους και δημογερόντους τον περίπαιζαν και λέγανε « Άλλους έσωσε, ο ίδιος να σωθεί δε μπορεί. Βασιλέας » του Ισραήλ είναι· ας κατεβεί τώρα από το σταυρό » και θαν τον πιστέψουμε. Στο Θεό στηρίζεται· ας » τόνε γλυτώσει τώρα α θέλει· γιατί είπε πως του » Θεού είμαι γιος». Και το ίδιο, κι’ οι κακούργοι οι σταυρωμένοι μαζί του τόνε βρίζανε.

162. Κι’ από τις έξη η ώρα έγινε σ’ όλη τη γη σκοτάδι ως στις εννιά η ώρα. Και κατά τις εννιά η ώρα φώναξε ο Ιησούς φωνή μεγάλη κι’ είπε Ελωεί » ελωεί, λεμά σαβακτανεί , που σημαίνει «Θε μου Θε » μου, γιατί με παραίτησες;» Και τ’ άκουσαν μερι- κοί παρόντες κι’ έλεγαν πως «Τον Ηλία αυτός φω- » νάζει». Κι’ έτρεξε αμέσως ένας τους και πήρε ‘να σφουγγάρι, και γιομίζοντας το ξύδι τόβαλε σε κα- λάμι απάνου και τον πότιζε· κι’ οι άλλοι έλεγαν « Ας δούμε αν έρχεται ο Ηλίας ναν τον σώσει». Κι’ ένας άλλος πήρε ‘να κοντάρι και του τρύπησε το πλευρό, και βγήκε νερό κι’ αίμα. Κι’ ο Ιησούς έκρα- ξε πάλι με φωνή μεγάλη και ξεψύχησε.

163. Και να τ’ άπλωμα του ναού σκίστηκε σε διο από πάνου ως κάτου, κι’ η γη σείστηκε, κι’ οι βράχοι σκίστηκαν, και τα μνήματα άνοιξαν, και πολλά λείψανα των κοιμισμένων άγιων αναστήθη- καν, και βγαίνοντας από τα μνήματα ύστερ’ από την ανάστασή του πήγανε στην άγια χώρα και φα- νερωθήκανε σε πολλούς. Κι’ ο εκατόνταρχος κι’ όσοι φυλάγανε μαζί του τον Ιησού, σαν είδαν το σεισμό και τα όσα γίνουνταν, φοβήθηκαν υπερβολικά και λέγανε «Αλήθια γιος Θεού είταν αυτός».

164. Κι’ είταν εκεί γυναίκες πολλές θωρώντας από πέρα, π’ ακολούθησαν τον Ιησού από τη Γαλι- λαία και τον υπερετούσαν· που μεταξύ τους είταν η Μαρία η Μαγδαληνή, κι’ η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσή, και των γιων του Ζεβε- δαίου η μητέρα.

165. Και σα βράδιασε, ήρθε ένας άνθρωπος πλούσιος από την Αριμαθαία που τον έλεγαν Ιω- σήφ, πούχε κι’ αυτός υπάρξει μαθητής του Ιησού· αυτός πήγε στον Πειλάτο και ζήτησε το λείψανο του Ιησού. Τότες πρόσταξε ο Πειλάτος να δοθεί. Κι’ ο Ιωσήφ πήρε το λείψανο και το τύλιξε σ’ ένα σάβανο καθάριο, και τόβαλε μέσ’ στον καινούργιο του τά- φο πούχε κόψει μέσα στο βράχο· κι’ αφού κύλισε πέ- τρα μεγάλη κοντά στο στόμα του τάφου, έφυγε. Κι’ είταν εκεί η Μαριάμ η Μαγδαληνή κι’ η άλλη η Μαρία, καθισμένες αντικρύ στον τάφο.

166. Και την άλλη μέρα, την κατόπι της πα- ρασκευής, συναχτήκανε οι πρωτοπαπάδες κι’ οι Φα- ρισαίοι στου Πειλάτου κι’ είπαν «Αφέντη, θυμηθή- » καμε πως εκείνος ο πλάνος είπε ότα ζούσε ακόμα » Σε τρεις μέρες ανασταίνουμαι. Πρόσταζε λοιπόν ν’ » ασφαλιστεί ο τάφος ως στην τρίτη μέρα, μήπως » παν οι μαθητάδες και τον κλέψουνε, και πούνε του » λαού Αναστήθηκε από τους νεκρούς, και θάναι το » στερνό το λάθος πιο χειρότερο απ το πρώτο». Τους είπε ο Πειλάτος «Έχετε φρουρά· πηγαίνετε, » ασφαλίστε όπως ξέρετε». Κι’ εκείνοι πήγανε κι ασφάλισαν τον τάφο, βουλώνοντας την πέτρα μαζί με τη φρουρά.

[28] 167. Και περασμένη η νύχτα το σαββάτο ό,τι είταν να χαράξουνε τα πρωτοβδόμαδα, ήρθε η Μα- ρία η Μαγδαληνή κι’ η άλλη η Μαρία για να δουν τον τάφο. Και να έγινε σεισμός μεγάλος, γιατί άγ- γελος Κυρίου κατέβη από τον ουρανό, κι’ ήρθε και κύ- λισε την πέτρα και κάθουνταν απάνου. Κι’ η θωριά του είτανε σαν αστραπή και το φόρεμά του άσπρο σαν το χιόνι. Κι’ έπιασε απ’ το φόβο του τους φρουρούς τρεμούλα, κι’ έγιναν καθώς νεκροί. Κι’ αποκρίθη ο άγγελος κι’ είπε στις γυναίκες «Εσείς μη φοβάστε· » γιατί ξέρω πως τον Ιησού γυρεύετε το σταυρω- » μένο. Δεν είναι εδώ· γιατί αναστήθηκε όπως είπε. » Ελάτε εδώ, κοιτάξτε το μέρος πούτανε βαλμένος. » Και γλήγορα πηγαίνετε και πέστε στους μαθη- » τάδες του πως Αναστήθηκε από τους νεκρούς, και » να πηγαίνει μπροστά σας στη Γαλιλαία. Εκεί » θαν τόνε δείτε. Να, σας είπα».

168. Κι’ έφυγαν από τον τάφο γλήγορα με φόβο και χαρά μεγάλη, και παν τρεχάτες ναν το πουν στους μαθητάδες του. Και να απαντήσανε τον Ιη- σού και τους είπε «Καλή σας ώρα». Κι’ εκείνες πήγαν και του αγκάλιασαν τα πόδια και τον προσ- κυνήσανε. Τότες τους λέει ο Ιησούς «Μη φοβάστε· » πηγαίνετε πληροφορήστε τους αδερφούς μου να » πάνε στη Γαλιλαία, κι’ εκεί θα με δουν».

169. Κι’ εκεί που πήγαιναν, να μερικοί της φρουράς πήγανε στη χώρα κι’ είπανε στους πρωτο- παπάδες όλα όσα έγιναν. Και μαζευτήκανε με τους δημογερόντους, και συφωνήσανε και δώκανε στους στρατιώτες χρήματα αρκετά και λεν «Να πείτε πως » Ήρθανε νύχτα οι μαθητάδες του και τον έκλεψαν » ενώ εμείς κοιμώμαστε. Κι’ αν τ’ ακούσει ο αρχη- » γός, εμείς τον πείθουμε και συλλογή δε θάχετε». Κι’ εκείνοι πήρανε τα χρήματα και κάνανε όπως δα- σκαλεύτηκαν. Και διαλαλήθη αυτός ο λόγος με τους Ιουδαίους ως τα σήμερα.

170. Κι’ οι έντεκα οι μαθητάδες πήγανε στη Γαλιλαία, στο βουνό που τους όρισε ο Ιησούς, και τον είδαν και προσκύνησαν· άλλοι όμως δίσταζαν. Κι’ ο Ιησούς πήγε και τους μίλησε κι’ είπε «Μου » δόθηκε κάθε εξουσία στον ουρανό και στη γη. Λοι- » πόν πηγαίνετε κάθε έθνος να φωτίστε, βαφτίζον- » τάς τους στ’ όνομα του πατέρα και του γιου και » τ’ άγιου πνέματος και διδάσκοντάς τους να φυλάν » τα πάντα όσα σας παράγγειλα. Και να εγώ μαζί » σας είμαι πάντα ως στον τελιωμό του κόσμου». ΚΑΤΑ ΤΟ ΜΑΘΘΑΙΟ

 

Ένα Σχόλιο to “«Γιατί απ’ της καρδιάς την πλησμονή λαλεί το στόμα»”

  1. Για μένα θα παραμείνει αμίμητο το : Με τι καμάρι περπατεί την κούκλα της κρατώντας και μ’ένα σπάγκο το γατί ξοπίσω της τραβώντας…
    Και να φανταστείς πως κι αυτό απλά το μετέφρασε…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: